PHANTOM – CYBERCHRIST(1993) ΜΕΛΩΔΙΚΟ US POWER

Οι Phantom από τη Νέα Υόρκη δεν ήταν καινούργιοι όταν έφτασαν στο τρίτο και τελευταίο άλμπουμ τους. Είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1987 με το Dead or alive και είχαν κυκλοφορήσει το ομώνυμο δεύτερο άλμπουμ τους το 1991. Είχαν περάσει χρόνια μέσα σε αλλαγές μελών, προβλήματα με μικρές εταιρείες και μια διαρκή προσπάθεια να βρουν τη θέση τους σε μια αμερικανική metal σκηνή που δεν τους έκανε ποτέ πραγματικά χώρο.  Αντίθετα με τους Phantom μπάντες όπως οι Riot, Lizzy Borden, Metal Church, Liege Lord, Vicious Rumors κλπ είχαν γνωρίσει σε αρκετό βαθμό επιτυχία, ή τουλάχιστον είχαν ξεφύγει από το underground status που κρατούσε τους σφιχτοδεμένους, σαν μην ήθελε να τους αφήσει να δουν το φως. Θα μου πείτε, οι  μόνοι ήταν; Όχι βέβαια, και ούτε γίνεται όλοι να γίνονται διάσημοι. Και να σας πω κάτι; Ούτε όλοι είχαν την δυναμική ή την στόφα για κάτι παραπάνω. Αλλά ακούγοντας το καθαρό US Power και speed metal του Cyberchrist ξανά μετα από πολλά χρόνια, μου ήρθε η επιθυμία να του δώσω λίγο χώρο έστω και τώρα και σκέφτομαι πως ίσως πραγματικά να δικαιούνταν μια ευκαιρία αυτή η μπάντα. Αλλά ότι γράφει η ιστορία και ο χρόνος, δεν ξεγράφει.  
Μετα από δύο άλμπουμ που πάσχιζαν να βρουν ακροατήριο οι Phantom, αντί να εμφανιστούν στο Cyberchrist ως μια κουρασμένη μπάντα που προσπαθεί να κρατηθεί όρθια, εμφανίστηκαν καλύτεροι από ποτέ και αυτή είναι η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας τους. Το Cyberchrist ηχογραφήθηκε το 1992 στα T&T Studios του Gelsenkirchen στη Γερμανία και κυκλοφόρησε το 1993 από τη Shark Records. Στο συγκρότημα βρίσκονταν ο Falcon Eddie στα φωνητικά, ο Fate Taylor και ο Anthony Bramante στις κιθάρες, ο Charley Buckland στο μπάσο και ο Tony Borsellega στα τύμπανα. Αξίζει να σημειωθεί και η παρουσία του Anthony Bramante στις κιθάρες. Πριν ενταχθεί στους Phantom, ο Bramante είχε ήδη γράψει τη δική του ιστορία στο αμερικανικό thrash metal ως κιθαρίστας των Nuclear Assault, συμμετέχοντας σε μερικές από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες τους. Έφυγε από το συγκρότημα το 1992 και την ίδια χρονιά βρέθηκε στους Phantom, συμμετέχοντας στην ηχογράφηση του Cyberchrist. Μια μικρή, αλλά καθόλου ασήμαντη λεπτομέρεια που δείχνει το επίπεδο των μουσικών που είχαν πλέον συγκεντρωθεί στην μπάντα.  Η σύνθεση, όμως, δεν είχε προκύψει χωρίς κόστος. Οι Phantom είχαν ήδη χάσει σημαντικά μέλη τους, ανάμεσά τους τον κιθαρίστα Neil Santell, ενώ και ο drummer John Bellon είχε αποχωρήσει,  σε μια κρίσιμη περίοδο, λίγο πριν από το ταξίδι στη Γερμανία. Η μπάντα έπρεπε ουσιαστικά να ξαναφτιάξει τον εαυτό της και πιθανόν να γνώριζαν πως αυτή θα ήταν και η τελευταία τους ευκαιρία, και για αυτό ακριβώς πάλεψαν. 


Πάντως εδώ δεν υπάρχει η αίσθηση μιας μπάντας που δεν έχει προσανατολισμό. Υπάρχει η αίσθηση μουσικών που έχουν ήδη περάσει αρκετά και τώρα ξέρουν τι θέλουν να κάνουν και το κάνουν πολύ καλά και πολύ καθαρά, αφού έχουμε μια πολύ δυναμική και ξεκάθαρη παράγωγή. από τον Wolfgang G. Stach. Ο Stach ανέλαβε εκτός από την παραγωγή, το engineering και το mixing, με τους Phantom να συμμετέχουν ως co-producers. Χάρισε στον δίσκο έναν καθαρό, δυναμικό και ιδιαίτερα ισορροπημένο ήχο, που αναδεικνύει εξαιρετικά τόσο τις κιθάρες όσο και τον συνολικό ήχο της μπάντας. Έναν ήχο που κάνει το άλμπουμ να ξεφεύγει εντελώς από το underground status και να κοιτάει στα μάτια οποιαδήποτε άλλη κυκλοφορία του είδους.  
Ο ήχος είναι επιθετικός, γρήγορος και γεμάτος από εκείνο το χαρακτηριστικό αμερικανικό power metal των αρχών των ’90s, αλλά οι Phantom δεν περιορίζονται στην ταχύτητα. Υπάρχει Judas Priest αίσθηση, υπάρχει ο καλπασμός και η μελωδία των Riot , υπάρχει η ορμή των Metal Church, και υπάρχει φυσικά εδώ και η παραδοχή που λέει πως στο US power metal, όλοι κάτι θυμίζουν, αλλά έχουν και μια δική τους χροιά
Και πάνω απ' όλα υπάρχει ο Falcon Eddie με τις σημαντικές επιρροές του από τον Ian Gillan και τον Robert Plant, μιας και πίσω από τις ψηλές νότες και την επιθετικότητα υπάρχει μια φωνή με περισσότερο χρώμα και εκφραστικότητα από εκείνη ενός απλού power metal τραγουδιστή.
Αλλά δυστυχώς για αυτούς υπάρχει και η Shark Records, η οποία με τα χρόνια μάλλον έγινε νεκροταφείο για πολλές μπάντες. Μια εταιρία που κανείς καλλιτέχνης που συνεργάστηκε μαζί της δεν έχει να πει ούτε μισή καλή κουβέντα για αυτή. Ρωτήστε τους Elegy, τους At Vance και τους Angel Dust, ξέρουν!  Η σχέση της μπάντας με την εταιρεία μόνο εύκολη δεν ήταν. Η εταιρεία ήθελε, μεταξύ άλλων, να κινηθούν προς μια πιο άμεσα αναγνωρίσιμη κατεύθυνση, κάτι που παρέπεμπε έντονα στους Judas Priest και στο Painkiller. Οι Phantom όμως δεν ήθελαν να γίνουν οι «φτωχοί Judas Priest» όπως έλεγε ο Falcon. Και δεν έγιναν, μα η σύγκρουση αυτή δεν ήταν απλώς θεωρητική. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά θύματά της ήταν το Violence of twilight, ένα τραγούδι που ο Falcon Eddie και ο Charley Buckland το θεωρούσαν ως ένα από τα σημαντικότερα που είχαν γράψει. Η Shark δεν το ήθελε στο άλμπουμ και το κομμάτι έμεινε τελικά εκτός. Αργότερα, όταν εμφανίστηκε ως bonus track, χρησιμοποιήθηκε μόνο μια πρόχειρη pre-production ηχογράφηση που είχε σταλεί στην εταιρεία.
Η ηχογράφηση του Cyberchrist στη Γερμανία συνέπεσε με μια ιδιαίτερα δύσκολη προσωπική περίοδο για τον Falcon Eddie. Ο πατέρας του ήταν βαριά άρρωστος και ο τραγουδιστής επικοινωνούσε καθημερινά με την Αμερική ενώ βρισκόταν στο studio. Κάπως έτσι, πίσω από τα riffs, τις κραυγές και την ταχύτητα του Cyberchrist, υπάρχει μια μπάντα που προσπαθεί να ολοκληρώσει τον καλύτερο δίσκο της ενώ τα πάντα γύρω της μοιάζουν να μην συμμαχούν μαζί της.
Το οπισθόφυλλο


Και σαν να μην τους έφταναν όλα αυτά, το ημερολόγιο έλεγε, 1993… Το heavy metal που οι Phantom είχαν υπηρετήσει με συνέπεια δεν βρισκόταν πλέον στο κέντρο της μουσικής βιομηχανίας. Το grunge είχε αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού και η αμερικανική αγορά δεν είχε πλέον ιδιαίτερη διάθεση να επενδύσει σε ακόμη ένα παραδοσιακό metal συγκρότημα, αλλά αυτό το πρόβλημα είχε ξεκινήσει πιο νωρίς και για πολλούς άλλους.  Οι Phantom είχαν χάσει πολύτιμο χρόνο. Μεγάλα κενά ανάμεσα στις κυκλοφορίες τους σήμαιναν ότι κάθε επιστροφή τους γινόταν σε ένα διαφορετικό μουσικό περιβάλλον. Τέσσερα χρόνια στη μουσική βιομηχανία μπορούσαν να μοιάζουν με ολόκληρη ζωή. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η μπάντα δεν θα είχε ποτέ την προβολή, ούτε την περιοδεία που πιθανώς να χρειαζόταν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να βρεθούν να παίζουν σε άγονα  bills με οκτώ συγκροτήματα, αργά μέσα στη νύχτα, αλλά τουλάχιστο το άλμπουμ είχε λίγο καλύτερη τύχη στην Ευρώπη και την Ιαπωνία.
Το Cyberchrist λοιπόν δεν απέτυχε επειδή οι Phantom είχαν σταματήσει να γράφουν καλά τραγούδια, αντιθέτως. Είναι γεμάτο με τραχύ, δυναμικό, καλοπαιγμένο και ξεκάθαρο U.S. Power χωρίς ακρότητες, με ωραίες μελωδίες και κρυστάλλινο ήχο. Αλλά, λάθος επιλογές ίσως, οι συνθήκες, οι δυσκολίες και η εποχή στάθηκαν δυσθεώρητα εμπόδια για να έχει έστω και την παραμικρή ευκαιρία.
Και αυτό κάνει την ιστορία ακόμη πιο πικρή, γιατί το Cyberchrist δεν μοιάζει με το τέλος μιας μπάντας που είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές της. Υπήρχαν ωραίες ιδέες, σαφή κατεύθυνση και η αίσθηση ότι το συγκρότημα δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Την είπε τελικά το 1995 όταν πια οι Phantom διαλύθηκαν. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου δεκαπέντε χρόνια για να αρχίσει το Cyberchrist να αποκτά μια δεύτερη ζωή που την αξίζει. Η δική μας Cult Metal Classics το επανέφερε το 2008, με remastered ήχο και bonus υλικό, και σταδιακά ο δίσκος άρχισε να βρίσκει το κοινό που δεν είχε καταφέρει να βρει όταν κυκλοφόρησε. Σήμερα αντιμετωπίζεται ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαμένα άλμπουμ του Αμερικανικού power metal. Και ναι, είναι ένας πολύ καλός δίσκος αλλά δεν χρειάζεται όμως να τον αποκαλέσουμε «κρυφό αριστούργημα». Η αλήθεια είναι πιο ενδιαφέρουσα μιας και είναι η απόδειξη ότι η ποιότητα και η επιτυχία δεν είναι καθόλου  απαραίτητο ότι θα συναντηθούν. Οι Phantom έφτασαν στο καλύτερο σημείο τους ακριβώς όταν η αγορά είχε πάψει να ενδιαφέρεται για αυτό που έκαναν. Έχασαν χρόνο, έχασαν ανθρώπους, συγκρούστηκαν με την εταιρεία τους και τελικά έχασαν και τη θέση τους στη μουσική βιομηχανία. Ούτε οι πρώτοι ήταν, ούτε θα είναι οι τελευταίοι. 



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ

 19/8/26

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου