To Birmingham είναι μια πολύ μεγάλη πόλη στο κέντρο περίπου της Αγγλίας που φιλοξενεί περισσότερους από 2.3000.000 κατοίκους. Πόλις που γέννησε μεγάλα ονόματα στο χώρο του rock όπως Black Sabbath, Judas Priest, Moody Blues, Jeff Lynn (Electric Light Orchestra), Traffic, UB 40, Magnum αλλά και τους νεώτερους Editors. Σε αυτά τα μεγάλα ονόματα, προσθέστε και αυτό των City Boy που από το 1976 έως και το 1981 κυκλοφόρησαν 7 άλμπουμ και 18 singles. Δεν κατάφεραν να κάνουν μεγάλη επιτυχία, αλλά άφησαν πίσω τους 2 μεγάλες επιτυχίες, τα 5.7.0.5.(Νο 8 Μ.Βρετανία και Νο 27 Αμερική) και What a Night (Νο 39 Μ.Βρετανία).
Το συγκρότημα σχηματίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 70 από τους Lol Mason (τραγούδι), Steve Broughton (τραγούδι, κιθάρα), Max Thomas (πλήκτρα) και Chris Dunn (μπάσο) όπου χωρίς ντράμερ όπως διαβάσατε έπαιζαν ακουστικά set με το όνομα Back In the Band! Κι όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, η εναρκτήρια φωτιά μπήκε σε ένα pub που βρισκόντουσαν οι Lol Mason, Steve Broughton και Chris Dunn, που αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα συγκρότημα. Στην παρέα των 3, προστέθηκε κι ο οργανίστας Max Thomas που ήταν φίλος του Broughton. Το 1975 τράβηξαν την προσοχή ενός manager της Phonogram (μετέπειτα Universal) και τους υπέγραψε με τον όρο ότι θα άλλαζαν το όνομα του, επιλέγοντας το City Boy και θα είχαν ντράμερ! Έτσι αρχικά πίσω από τα ντραμς κάθισε ο Roger Kent που αργότερα αντικαταστήθηκε από τον Roy Ward και προσέθεσαν ακόμα ένα κιθαρίστα, τον Mike Slamer. Οι City Boy ήταν έτοιμοι! Όμως υπάρχει ένας μικρός αστερίσκος, δίπλα στο όνομα του Slamer που αρχικά τον είχαν πάρει για μπασίστα αλλά όταν τον άκουσαν να παίζει, ο Max Thomas τού προσέφερε τη θέση του κιθαρίστα που κράταγε αυτός και κράτησε τη θέση του οργανίστα!
Το πρώτο άλμπουμ με τίτλο το όνομα τους,City Boy(1976, No 177 USA) είχε στην παραγωγή τον μετέπειτα διάσημο Robert John “Mutt” Lange και ηχογραφήθηκε μέσα σε 2 εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένου του μιξαρίσματος με σύνθεση Lol Mason τραγούδι, Mike Slamer κιθάρες/φωνητικά, Steve Broughton κιθάρες, τραγούδι, μαντολίνο, Max Thomas πλήκτρα, Chris Dunn μπάσο και Roger Kent ντραμς. H δισκογραφική εταιρεία τους Vertigo κανόνισε να ανοίξουν την περιοδεία των Thin Lizzy στη Μ.Βρετανία με τον Lange να αναλαμβάνει ηχολήπτης τους στην περιοδεία! Την ίδια χρονιά, το 1976 κυκλοφόρησαν το Dinner at the Riz (No170 USA), χωρίς να προκαλέσουν καμία αίσθηση στην πατρίδα τους, παρά μόνο στην Αμερική, αφού ο ήχος τους ήταν "αμερικάνικος", αλλά και πάλι χωρίς επιτυχία! Το τρίτο τους άλμπουμ Young Men gone West (1977), αν κι απέτυχε εμπορικά, απέσπασε καλές κριτικές, με το συγκρότημα να κάνει διστακτικά βήματα για ένα δικό τους στυλ, κι εδώ έχουμε μια αλλαγή στη θέση του ντράμερ, όπου με πίεση από τον Lange που θεωρούσε ότι ο Kent δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, επέβαλε να τον διώξουν και στη θέση του πήραν τον Αμερικάνο session μουσικό Tony Braunagel. Έτσι φθάσαμε στο 1978 και στο τέταρτο άλμπουμ τους Book Early (No115 USA, πούλησε μόνο στην Αμερική 300.000 αντίτυπα, μικρό νούμερο για τα δεδομένα της εποχής), σε παραγωγή Robert John “Mutt” Lange, που ακόμα ήταν άσημος. Μόλις είχε έλθει από την Νότιο Αφρική, αλλά έδωσε όγκο στον ήχο τους, προσθέτοντας φωνητικά και μελωδίες που έως τότε δεν είχαν. Το 1978 ήταν η χρονιά ορόσημο για τους City Boy αφού το 5.7.0.5. από το Book Early, γίνεται μεγάλη επιτυχία στην Μ.Βρετανία (No8 UK, No 27 USA) αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ελλάδα ήταν μεγάλο ραδιοφωνικό hit και είχε συμπεριληφθεί στην πρώτη συλλογή του περιοδικού Ποπ-Ροκ, με τίτλο Frankenstein and the Monsters from Hell. To περίεργο ήταν ότι το άλμπουμ της καριέρας απέτυχε να μπει στο βρετανικό chart, στην Αμερική έφθασε έως το Νο115 αλλά ο μικρός δίσκος του 5.7.0.5. ξεπέρασε τις 200.000 αντίτυπα μόνο στην Μ.Βρετανία. Το 5.7.0.5 ήταν σύνθεση των Lol Mason και Steve Broughton κι αρχικός τίτλος του ήταν Turn on to Jesus! Οι στίχοι γράφτηκαν μετά από μια επίσκεψη σε ένα club στο Κάνσας όπου οι χορεύτριες ανέβαιναν στα τραπέζια, υπό τους ήχους gospel μουσικής! (σ.σ. να τ δω και να μην το πιστέψω). Το τραγούδι έγινε επιτυχία σε Ολλανδία και Βέλγιο, ενώ το BBC κάλεσε το management μας ζητώντας τους να αλλάξουμε κάποιους στίχους για να μπορέσουν να το παίξουν! Έτσι ο Mason άλλαξε τους στίχους όταν το συγκρότημα ήταν σε περιοδεία στη Γερμανία με τους Manfred Mann's Earth Band και το ξανά ηχογράφησαν με τίτλο 5.7.0.5, με τη φωνή του Roy Ward που είχε έλθει στη θέση του ντράμερ.
Το συγκρότημα σχηματίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 70 από τους Lol Mason (τραγούδι), Steve Broughton (τραγούδι, κιθάρα), Max Thomas (πλήκτρα) και Chris Dunn (μπάσο) όπου χωρίς ντράμερ όπως διαβάσατε έπαιζαν ακουστικά set με το όνομα Back In the Band! Κι όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, η εναρκτήρια φωτιά μπήκε σε ένα pub που βρισκόντουσαν οι Lol Mason, Steve Broughton και Chris Dunn, που αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα συγκρότημα. Στην παρέα των 3, προστέθηκε κι ο οργανίστας Max Thomas που ήταν φίλος του Broughton. Το 1975 τράβηξαν την προσοχή ενός manager της Phonogram (μετέπειτα Universal) και τους υπέγραψε με τον όρο ότι θα άλλαζαν το όνομα του, επιλέγοντας το City Boy και θα είχαν ντράμερ! Έτσι αρχικά πίσω από τα ντραμς κάθισε ο Roger Kent που αργότερα αντικαταστήθηκε από τον Roy Ward και προσέθεσαν ακόμα ένα κιθαρίστα, τον Mike Slamer. Οι City Boy ήταν έτοιμοι! Όμως υπάρχει ένας μικρός αστερίσκος, δίπλα στο όνομα του Slamer που αρχικά τον είχαν πάρει για μπασίστα αλλά όταν τον άκουσαν να παίζει, ο Max Thomas τού προσέφερε τη θέση του κιθαρίστα που κράταγε αυτός και κράτησε τη θέση του οργανίστα!
Το πρώτο άλμπουμ με τίτλο το όνομα τους,City Boy(1976, No 177 USA) είχε στην παραγωγή τον μετέπειτα διάσημο Robert John “Mutt” Lange και ηχογραφήθηκε μέσα σε 2 εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένου του μιξαρίσματος με σύνθεση Lol Mason τραγούδι, Mike Slamer κιθάρες/φωνητικά, Steve Broughton κιθάρες, τραγούδι, μαντολίνο, Max Thomas πλήκτρα, Chris Dunn μπάσο και Roger Kent ντραμς. H δισκογραφική εταιρεία τους Vertigo κανόνισε να ανοίξουν την περιοδεία των Thin Lizzy στη Μ.Βρετανία με τον Lange να αναλαμβάνει ηχολήπτης τους στην περιοδεία! Την ίδια χρονιά, το 1976 κυκλοφόρησαν το Dinner at the Riz (No170 USA), χωρίς να προκαλέσουν καμία αίσθηση στην πατρίδα τους, παρά μόνο στην Αμερική, αφού ο ήχος τους ήταν "αμερικάνικος", αλλά και πάλι χωρίς επιτυχία! Το τρίτο τους άλμπουμ Young Men gone West (1977), αν κι απέτυχε εμπορικά, απέσπασε καλές κριτικές, με το συγκρότημα να κάνει διστακτικά βήματα για ένα δικό τους στυλ, κι εδώ έχουμε μια αλλαγή στη θέση του ντράμερ, όπου με πίεση από τον Lange που θεωρούσε ότι ο Kent δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, επέβαλε να τον διώξουν και στη θέση του πήραν τον Αμερικάνο session μουσικό Tony Braunagel. Έτσι φθάσαμε στο 1978 και στο τέταρτο άλμπουμ τους Book Early (No115 USA, πούλησε μόνο στην Αμερική 300.000 αντίτυπα, μικρό νούμερο για τα δεδομένα της εποχής), σε παραγωγή Robert John “Mutt” Lange, που ακόμα ήταν άσημος. Μόλις είχε έλθει από την Νότιο Αφρική, αλλά έδωσε όγκο στον ήχο τους, προσθέτοντας φωνητικά και μελωδίες που έως τότε δεν είχαν. Το 1978 ήταν η χρονιά ορόσημο για τους City Boy αφού το 5.7.0.5. από το Book Early, γίνεται μεγάλη επιτυχία στην Μ.Βρετανία (No8 UK, No 27 USA) αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ελλάδα ήταν μεγάλο ραδιοφωνικό hit και είχε συμπεριληφθεί στην πρώτη συλλογή του περιοδικού Ποπ-Ροκ, με τίτλο Frankenstein and the Monsters from Hell. To περίεργο ήταν ότι το άλμπουμ της καριέρας απέτυχε να μπει στο βρετανικό chart, στην Αμερική έφθασε έως το Νο115 αλλά ο μικρός δίσκος του 5.7.0.5. ξεπέρασε τις 200.000 αντίτυπα μόνο στην Μ.Βρετανία. Το 5.7.0.5 ήταν σύνθεση των Lol Mason και Steve Broughton κι αρχικός τίτλος του ήταν Turn on to Jesus! Οι στίχοι γράφτηκαν μετά από μια επίσκεψη σε ένα club στο Κάνσας όπου οι χορεύτριες ανέβαιναν στα τραπέζια, υπό τους ήχους gospel μουσικής! (σ.σ. να τ δω και να μην το πιστέψω). Το τραγούδι έγινε επιτυχία σε Ολλανδία και Βέλγιο, ενώ το BBC κάλεσε το management μας ζητώντας τους να αλλάξουμε κάποιους στίχους για να μπορέσουν να το παίξουν! Έτσι ο Mason άλλαξε τους στίχους όταν το συγκρότημα ήταν σε περιοδεία στη Γερμανία με τους Manfred Mann's Earth Band και το ξανά ηχογράφησαν με τίτλο 5.7.0.5, με τη φωνή του Roy Ward που είχε έλθει στη θέση του ντράμερ.
Ο μπασίστας Chris Dunn έχει δηλώσει στο περιοδικό Rock Candy (Jun-Jul 2026):"Πήγαινα με το αυτοκίνητό μου, ένα mini Cooper στο σπίτι των γονιών μου όταν από το ραδιόφωνο άκουσα το τραγούδι. Λίγο αργότερα έφθασα στο σπίτι κι ενώ ήμουν στην κουζίνα, το ξανά άκουσα από το ραδιόφωνο που είχε η μητέρα μου, αυτή τη φορά από άλλον σταθμό. Τότε κατάλαβα ότι θα γινόταν επιτυχία".
Το 1979, υπέγραψαν στην Atlantic Records (για Αμερική και Καναδά), όπου είχαν σχετική επιτυχία, με πρώτο άλμπουμ του καινούργιου συμβολαίου το The Day the Earth Caught Fire, που αν και ήταν ποιοτικά καλύτερο, δεν κατάφερε να μπει στα charts, βγάζοντας μια μικρή επιτυχία με το ομώνυμο τραγούδι. Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ,
αποχώρησαν οι Dunn και Broughton και το συγκρότημα ηχογραφεί ακόμα δύο
άλμπουμ, τα Heads Are Rolling (1980) και It's Personal (1981) που είναι
και το τελευταίο τους, όπου παραγωγή έκανε ο Mike Slamer.
Χαρακτηριστικό είναι ότι αν και αγγλικό συγκρότημα οι City Boy δεν έχουν κανένα άλμπουμ τους στο chart μεγάλων δίσκων στη χώρα τους, ενώ στην Αμερική το πιο πετυχημένο εμπορικά, είναι το Book Early (1978, Νo115).
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Ο τραγουδιστής Lol Mason σχημάτισε τους The Maisonettes που είχαν μια μικρή επιτυχία με το τραγούδι Heartache Avenue.
Ο Mike Slamer σχημάτισε μαζί με τον τραγουδιστή των Kansas, Steve Walsh τους Streets με τους οποίους ηχογράφησε 2 studio άλμπουμ κι ένα live. Το 1998 σχημάτισε τους Steelhouse Lane με τους οποίους ηχογράφησε 2 άλμπουμ και το 2001 τους Seventh Key με τους οποίους ηχογράφησε 4 άλμπουμ.
O οργανίστας Max Thomas έγινε δάσκαλος. Ο Roy Ward έπαιξε στους Tight Fit με τους οποίους το 1982 είχε μια πολύ μεγάλη επιτυχία με το single The Lion Sleeps Tonight. O κιθαρίστας Steve Broughton προτίμησε να συνθέτει τραγούδια και να τα δίνει σε άλλους καλλιτέχνες. Χρησιμοποιούσε τα ψευδώνυμα Steven Broughton Lunt και Steve Lunt και έγραψε τη μεγάλη επιτυχία της Cindy Lauper, She Bop και το The Groonies’r good enough για την ταινία Groonies. Αργότερα έγινε υπεύθυνος A&R της Jive Records!
TRIVIA
Dinner at the Ritz 1976
Young Men Gone West 1977
Book Early 1978
The Day the Earth Caught Fire 1979
Heads Are Rolling 1980
It's Personal 1981
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Ο τραγουδιστής Lol Mason σχημάτισε τους The Maisonettes που είχαν μια μικρή επιτυχία με το τραγούδι Heartache Avenue.
Ο Mike Slamer σχημάτισε μαζί με τον τραγουδιστή των Kansas, Steve Walsh τους Streets με τους οποίους ηχογράφησε 2 studio άλμπουμ κι ένα live. Το 1998 σχημάτισε τους Steelhouse Lane με τους οποίους ηχογράφησε 2 άλμπουμ και το 2001 τους Seventh Key με τους οποίους ηχογράφησε 4 άλμπουμ.
O οργανίστας Max Thomas έγινε δάσκαλος. Ο Roy Ward έπαιξε στους Tight Fit με τους οποίους το 1982 είχε μια πολύ μεγάλη επιτυχία με το single The Lion Sleeps Tonight. O κιθαρίστας Steve Broughton προτίμησε να συνθέτει τραγούδια και να τα δίνει σε άλλους καλλιτέχνες. Χρησιμοποιούσε τα ψευδώνυμα Steven Broughton Lunt και Steve Lunt και έγραψε τη μεγάλη επιτυχία της Cindy Lauper, She Bop και το The Groonies’r good enough για την ταινία Groonies. Αργότερα έγινε υπεύθυνος A&R της Jive Records!
TRIVIA
- Στο άλμπουμ τους The Day the Earth Caught Fire (1979), φυσαρμόνικα παίζει ο Huey Lewis.
- Ο Robert John “Mutt” Lange έκανε παραγωγή στα 5 πρώτα άλμπουμ τους! ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Dinner at the Ritz 1976
Young Men Gone West 1977
Book Early 1978
The Day the Earth Caught Fire 1979
Heads Are Rolling 1980
It's Personal 1981
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
28/9/18


Δημοσίευση σχολίου