Το πέρασμα των Creedence Clearwater Revival από το μουσικό στερέωμα ήταν, δυστυχώς, πολύ σύντομο. Ξεκινάει τον Ιανουάριο του 1968 και λήγει τον Οκτώβριο του 1972, σκάρτα 5 χρόνια δηλαδή, γεμάτα όμως από αξεπέραστες επιτυχίες. Έξι πολυπλατινένια άλμπουμ και είκοσι αξέχαστα singles αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια μιας σπάνιας καλλιτεχνικής πορείας, που μόνον με αυτή των Beatles μπορεί να παραβληθεί. Δίκαια, τον καιρό της ακμής τους, είχαν αποκληθεί The American Beatles. Και όλα αυτά οφείλονταν σε έναν και μόνο άνθρωπο, τον πολυσχιδή John Fogerty, τον αστείρευτο σε έμπνευση και ταλέντο μουσικό, που έδωσε σχήμα και μορφή σε όλο αυτό το μνημειώδες οικοδόμημα. Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, τα μεγάλα οικοδομήματα γκρεμίζονται από μέσα, όταν -θέλετε από αλαζονεία, θέλετε από νωθρότητα, θέλετε από βλακεία- κάποια κερκόπορτα μένει ανοιχτή. Στη δική μας περίπτωση, ήταν η μόνιμη γκρίνια των τριών άλλων μελών του συγκροτήματος, ότι ήταν ουσιαστικά απλοί μουσικοί εκτελεστές και δεν τους επιτρεπόταν, ούτε στο ελάχιστο, να έχουν λόγο σε ό,τι παρουσίαζε το γκρουπ. Και δεν το άντεχαν άλλο να είναι οι κομπάρσοι όλου αυτού του εγχειρήματος. Μάλιστα, ο αδελφός του John, o Tom Fogerty τα βρόντηξε και έφυγε, αμέσως μετά από την κυκλοφορία του άλμπουμ Pendulum (1971). Και όλα έδειχναν ότι σύντομα θα τον ακολουθούσαν και οι Stu Cook και Doug Clifford. Ήταν φανερό, ότι ο John Fogerty έπρεπε να λάβει κάποιες σοβαρές αποφάσεις, το συντομότερο δυνατόν.
ΣΥΓΡΟΤΗΜΑ Ή ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ;
Κατ’ αρχάς, να παραδεχτούμε ότι ένα δίκιο το είχανε τα παιδιά. Δεν μπορείς να είσαι μέλος ενός συγκροτήματος και να μην συμμετέχεις σε τίποτα, παρά μόνο σε ό,τι σου λέει ο αρχηγός. Εδώ, και session μουσικός να είσαι, μια άποψη την έχεις και, καμιά φορά, την επιβάλλεις. Όχι όμως στους Creedence! Εδώ, δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, παρά η άποψη του John Fogerty. Σύνθεση, στίχοι, παραγωγή, όλα αυτός! Μέχρι που, τελικά, είχε διαδοθεί η φήμη, ότι ο John ηχογραφούσε μόνος του τα πάντα (φωνή και όργανα) και οι υπόλοιποι εμφανίζονταν μόνο στα live. Ο ίδιος διαψεύδει κατηγορηματικά κάτι τέτοιο: «Σας διαβεβαιώνω, ότι το 99% του έργου μας το έχουμε ηχογραφήσει παίζοντας όλοι μαζί στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς overdubs. Έχω ακούσει κι εγώ να λένε, ότι πήγαινα μόνος μου αργότερα στο στούντιο και τα ηχογραφούσα όλα απ’ την αρχή. Πώς θα μπορούσα; Ακριβώς αυτό το παρεΐστικο κλίμα ήταν όλη η ομορφιά της μουσικής μας». Σωστά τα λέει! Άλλωστε, αυτή ακριβώς η εικόνα των τεσσάρων φίλων που κάθονται μαζί στο στούντιο και τζαμάρουν, ήταν ένας βασικός λόγος που οι Creedence παρομοιάζονταν με τους Beatles! Να όμως, που κάτι τέτοιες υπερβολές επηρεάζουν -καμιά φορά- την ευθυκρισία των ανθρώπων! Και θα σκέφτηκαν οι υπόλοιποι, ότι κάπου πρέπει να φανεί και η δική τους συμβολή, όπως ακριβώς και στους Beatles. Να μην ήταν πια απλώς ένα συγκρότημα, αλλά ένα κουαρτέτο ισοδύναμων μουσικών, ένα ensemble, για να το πούμε πιο σωστά. Και, καθώς κάτι τέτοιο φαινόταν αδύνατο να συμβεί, ο αδελφός του John, o Tom Fogerty, τα βρόντηξε! Ο John θορυβήθηκε! Του κόστισε πολύ που χάθηκε η οικογενειακή αύρα! Ώρες ήταν τώρα, να σηκωθούν να φύγουν και οι παιδικοί του φίλοι, ο Cook και ο Clifford. Και, μπροστά σ’ αυτό το ενδεχόμενο, αποφάσισε να κάνει έναν διπλωματικό ελιγμό!
ΤΟ ΠΡΩΤΟ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ» ΑΛΜΠΟΥΜ ΕΜΕΛΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ!
Και έτσι, τον Απρίλιο του 1972, γεννήθηκε το Mardi Gras, όπως ονομάστηκε το τελευταίο άλμπουμ των CCR, ένας τίτλος που παραπέμπει άμεσα -πού αλλού;- στη Νέα Ορλεάνη και τους βάλτους της Λουϊζιάνας, τον τόπο που ύμνησαν οι Καλιφορνέζοι Creedence Clearwater Revival. Μόνο που, τούτη τη φορά, είχαν συνεισφέρει εξίσου και οι τρεις εναπομείναντες σωματοφύλακες στο περιεχόμενο του δίσκου. Ήταν, θα λέγαμε, το πρώτο «δημοκρατικό» άλμπουμ του γκρουπ, όπου είχαν και οι τρεις ισοδύναμη συμμετοχή. Δυστυχώς όμως, αυτό δεν εξελίχθηκε καθόλου καλά! Παρόλο που το Mardi Gras δεν ήταν κακό άλμπουμ, παρόλο που περιείχε και ένα top 10 τραγούδι, το Sweet Hitch-Hiker (γραμμένο από τον John Fogerty), δεν κατάφερε να συγκινήσει το κοινό, αλλά ούτε και τους κριτικούς. Ιστορικός έχει μείνει ο αφορισμός του Jon Landau, μουσικοκριτικού του περιοδικού Rolling Stone: «Το χειρότερο άλμπουμ που έχω ακούσει από μια μεγάλη μπάντα». Μην νομίσετε πάντως, ότι επρόκειτο για παταγώδη αποτυχία. Ως το Νο 12 πήγε το άλμπουμ, καθόλου άσχημα για οποιονδήποτε καλλιτέχνη, όχι όμως για τους Creedence, που τα έξι προηγούμενα άλμπουμ τους είχαν γίνει όλα πλατινένια. Ο John Fogerty είχε κάθε λόγο να νιώθει δικαιωμένος για την έως τότε αδιαπραγμάτευτη στάση του, ενώ οι άλλοι δύο κατάλαβαν, ότι δεν είναι πλασμένοι όλοι για όλα. Και όταν έχεις δίπλα σου έναν John Fogerty, τον προσέχεις σαν τα μάτια σου, δεν κάνεις τον σπουδαίο. Παρά ταύτα, σαν καλοί επαγγελματίες, οι Creedence έκαναν μια δίμηνη τουρνέ υποστήριξης του άλμπουμ τους, αμέσως όμως μόλις επέστρεψαν, τον Οκτώβριο του 1972, ανακοίνωσαν το τέλος του πολύ μεγάλου αυτού συγκροτήματος, που όμοιό του η Αμερική δεν ξαναείδε.
Ας αφήσουμε όμως καλύτερα τον ίδιο τον μεγάλο πρωταγωνιστή, τον μοναδικό John Fogerty, να κάνει τον δικό του απολογισμό, όπως τον κατέγραψε το σουηδικό περιοδικό Pop, το 1997: «Μόνος μου την έγραψα όλη αυτή τη μουσική. Μόνος μου τους στίχους, τις μελωδίες, τις ενορχηστρώσεις. Μόνος μου πρόσθετα τις δεύτερες φωνές, το αρμόνιο, κάποια άλλα όργανα, … Μόνος μου έκανα την παραγωγή και το μιξάρισμα. Οι υπόλοιποι εμφανίζονταν για κάποιες πρόβες και για την τελική ηχογράφηση. Όπως ήταν φυσικό, η όλη κατάσταση, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί, ήταν μια ωρολογιακή βόμβα. Είχαμε μια αξιοπρεπή επιτυχία με τη διασκευή του Suzie Q και τα υπόλοιπα τραγούδια του πρώτου μας άλμπουμ και, χάρη σ’ αυτό, κλείσαμε συμβόλαιο με την RCA, για να γράψουμε το Proud Mary. Πρώτη φορά μπαίναμε σε πραγματικό, επαγγελματικό στούντιο στο Hollywood. Μεγάλες στιγμές! Και αμέσως άρχισαν τα προβλήματα. Ξαφνικά, έγιναν όλοι συνθέτες και ήθελαν να ηχογραφήσουν τα δικά τους τραγούδια. Όλοι ένιωθαν σπουδαίοι τραγουδιστές και ήθελαν να τραγουδήσουν. Πρόσθεσαν φωνητικά στο Proud Mary και το έκαναν χάλια. Βάλανε και ντέφια και το έκαναν ακόμη χειρότερο. Και κατάλαβα ότι έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Σ’ εκείνη τη στιγμή, δεν ήμασταν παρά ένα one-hit-wonder, χωρίς καλά-καλά να μπορούμε να θεωρήσουμε το Suzie Q πολύ μεγάλο hit. Λοιπόν, είτε θα κάναμε ένα νέο άλμπουμ που θα έγραφε ιστορία, είτε θα ξαναγυρίζαμε στη δουλίτσα μας στο πλυντήριο αυτοκινήτων. Έγινε μεγάλος καυγάς! Ήμασταν -θυμάμαι- σ’ ένα ιταλικό εστιατόριο και εγώ τους κατέστησα σαφές, ότι δεν έχω σκοπό να ξαναγυρίσω στο πλυντήριο αυτοκινήτων. Μπροστά μας υπήρχε η προοπτική να φτιάξουμε ένα σπουδαίο άλμπουμ. Δεν με ενδιέφερε καθόλου ποιος θα έκανε τι, φτάνει να φτιάχναμε το καλύτερο δυνατό άλμπουμ. Και πίστευα ακράδαντα, ότι μόνο εγώ μπορούσαν να το εξασφαλίσω αυτό. Δεν νομίζω, ότι οι άλλοι κατάλαβαν ακριβώς τι εννοούσα, αλλά τουλάχιστον μού έδωσαν το ελευθέρας να διαχειριστώ την κατάσταση όπως νόμιζα καλύτερα. Το αποτέλεσμα το ξέρετε: Οκτώ εκατομμύρια πωλήσεις, αλλεπάλληλα διπλά singles, έξι πλατινένια άλμπουμ! Και η Melody Maker να μας ανακηρύξει τη μεγαλύτερη μπάντα του κόσμου! Εντάξει, αυτό έγινε μετά τη διάλυση των Beatles, αλλά και πάλι! Και ήμουν εγώ, αυτός που τα είχε πετύχει όλα αυτά. Κι όμως! Δεν νομίζω ότι κατάλαβαν τι τους έλεγα. Τους είχε κολλήσει η ιδέα του μεγαλύτερου ελέγχου και της μεγαλύτερης επιρροής. Και έτσι, η βόμβα που σας έλεγα νωρίτερα, έσκασε! Και δεν ξαναδουλέψαμε ποτέ μαζί».
The End!
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ
26/6/26



Δημοσίευση σχολίου