THIN LIZZY – BAD REPUTATION: NO FILLERS JUST KILLERS

 

Βρισκόμαστε στο 1977 και για ακόμη μία φορά οι Thin Lizzy βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της καριέρας τους. Μία χρονιά γεμάτη αντιφάσεις, όπου το συγκρότημα απολάμβανε την μεγαλύτερη μέχρι τότε αναγνώριση και επιτυχία του, αλλά ταυτόχρονα παρατηρούσε, ανήμπορο να αντιδράσει, την χρυσή ευκαιρία για την κατάκτηση της αμερικάνικης αγοράς, να γλιστρά μέσα από τα χέρια του. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, οι Thin Lizzy πορευόντουσαν σε «λειτουργία επιβίωσης» και σε έναν κόσμο εσωτερικών συγκρούσεων, ατυχιών και ασφυκτικής πίεσης.
ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ...

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργούσε το συγκρότημα, έχει αξία να πιάσουμε το νήμα λίγο νωρίτερα και συγκεκριμένα στο Jailbreak του 1976. Από ένα πολλά υποσχόμενο μουσικό σχήμα, οι Thin Lizzy μεταμορφώθηκαν σε διεθνώς αναγνωρισμένο όνομα, κυρίως μέσω του ύμνου The Boys Are Back In Town. Η παρέα των Phil Lynott (μπάσο και φωνητικά), Brian Robertson και Scott Gorham (κιθάρες) και Brian Downey (ντραμς) διαμόρφωσαν τον χαρακτηριστικό τους ήχο συνδυάζοντας hard rock, blues και folk επιρροές μέσα από το μαγικό πρίσμα των δίδυμων κιθαριστικών παιξιμάτων τους. Τόσο μεγάλη αίσθηση είχαν δημιουργήσει, που, για πρώτη φορά, η κατάκτηση των ΗΠΑ, έμοιαζε με ρεαλιστικό στόχο.
Δυστυχώς, αυτή η δυναμική ανακόπηκε βίαια. Το καλοκαίρι του 1976, ο Lynott προσβλήθηκε από ηπατίτιδα, και το συγκρότημα αναγκάστηκε να ακυρώσει την επερχόμενη αμερικάνικη περιοδεία του, ακριβώς την στιγμή που το The Boys Are Back In Town ήταν στο απόγειο της επιτυχίας του. Καθηλωμένος στο νοσοκομείο, ο Phil, συνέχισε να γράφει τραγούδια, με αποτέλεσμα, τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, να κυκλοφορήσει το μοναδικό Johnny The Fox.
Αυτό το άλμπουμ τους επιβεβαίωσε την δημιουργική φόρμα του συγκροτήματος, φτάνοντας στο Νο. 11 των charts του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ το single Don't Believe A Word έγινε ακόμη μία μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, η εικόνα στην Αμερική ήταν μάλλον απογοητευτική: η χαμένη περιοδεία είχε κοστίσει ακριβά στο συγκρότημα και το Johnny The Fox περιορίστηκε στο Νο. 52 του Billboard, πολύ μακριά από το Νο. 18 του Jailbreak. Κάπου εκεί φάνηκε ότι η ορμή που είχε δημιουργήσει το Jailbreak στις ΗΠΑ, είχε αρχίσει να εξασθενεί.
Πάλι καλά που την ίδια περίοδο, οι Thin Lizzy δεν έχασαν την μαγεία τους στα live. Η περιοδεία για την προώθηση του Johnny The Fox, με support τους Αμερικάνους Clover, του μετέπειτα superstar των ‘80s, Huey Lewis, θεωρείται ακόμα και σήμερα, μία από τις καλύτερες της ιστορίας τους. Τόσο καλές ήταν οι εμφανίσεις τους, που οι βραδιές στο θρυλικό Hammersmith Odeon του Λονδίνου ηχογραφήθηκαν εκτενώς και το υλικό θα χρησιμοποιούνταν, λίγο αργότερα, στο πρώτο ζωντανό τους άλμπουμ.
ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΜΕ ΤΟΝ BRIAN ROBERTSON 


Και εκεί που φαινόταν να γυρνάει η κακή τους τύχη, νέα καταστροφή τους χτύπησε λίγο πριν τις εμφανίσεις τους επί αμερικανικού εδάφους. Στo διαβόητο Speakeasy Club του Λονδίνου, ο κιθαρίστας Brian Robertson έθαψε, μάλλον άθελα του, το αμερικάνικο όνειρο των Thin Lizzy. Ο φίλος και συνδαιτημόνας του Robbo για εκείνο το βράδυ, Frankie Miller, βρέθηκε, πάνω στη στιγμή, να παίζει επί σκηνής με το συγκρότημα των Gonzalez, ώσπου, όντας πολύ μεθυσμένος, άρχισε να προσβάλλει τον κιθαρίστα Gordon Hunte. Στα καμαρίνια, η ένταση κλιμακώθηκε, και ο Hunte άρχισε να κραδαίνει ένα σπασμένο μπουκάλι, στοχεύοντας τον Miller. Απλώνοντας το χέρι του για να εμποδίσει το μπουκάλι να φτάσει στα μούτρα του φίλου του, ο Robertson δέχτηκε το χτύπημα, με το σπασμένο γυαλί να διαπερνά αρτηρία και νεύρα, φτάνοντας στους τένοντες του καρπού. Σύμφωνα με την διάγνωση των γιατρών, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να μην ξαναπαίξει ποτέ κιθάρα ο Robbo, καθώς και οι ίδιοι δεν μπορούσαν να εγγυηθούν κάτι.
Η περιοδεία στις ΗΠΑ ακυρώθηκε ξανά και η αξιοπιστία των Thin Lizzy στην Αμερική δέχθηκε ακόμη ένα βαρύ πλήγμα. Promoters και στελέχη της δισκογραφικής τους εταιρείας, Mercury Records, άρχισαν πλέον να αντιμετωπίζουν το συγκρότημα ως μια αναξιόπιστη επένδυση, παρά τα εντυπωσιακά δείγματα γραφής που έδιναν στα live τους. Όπως θυμόταν αργότερα ένας από τους μεγαλύτερους manager του χώρου, ο τότε υπεύθυνος A&R της Mercury ,Cliff Bernstein, κάθε φορά που οι Thin Lizzy έδειχναν έτοιμοι να κατακτήσουν την Αμερική, κάτι πήγαινε στραβά και όλοι απλώς σταματούσαν να πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν.
Όλη αυτή η κατάσταση αποδείχτηκε αφόρητη για τον Lynott. Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, έβλεπε την μεγάλη ευκαιρία της μπάντας να χάνεται και την φήμη που τους κέρδισε το “Jailbreak” να καταρρέει. Προσωρινή λύση έδωσε η επιστροφή του υπερταλαντούχου Gary Moore, ο οποίος κάλυψε τη θέση του Robertson στην περιβόητη περιοδεία με τους Queen στις αρχές του 1977, όπου «συγκρούστηκαν» τα δύο συγκροτήματα. Το αποτέλεσμα, κατά τα ρεπορτάζ της εποχής, αναδείχτηκε ισόπαλο, αν και οι Thin Lizzy έκλεψαν την παράσταση ως support. 
Η συνεργασία με τον Gary Moore υπήρξε επιτυχημένη, όμως ο κιθαρίστας δεν είχε πρόθεση να παραμείνει, προχωρώντας στον δρόμο των progressive jazz rockers, Colosseum II. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα για τον σχεδιασμό της επόμενης κυκλοφορίας, ο Lynott βρέθηκε μπροστά σε μία δύσκολη απόφαση. Κουρασμένος, με τον Robertson εκτός μάχης και τις μεταξύ τους σχέσεις στο ναδίρ, επέλεξε να μην αναζητήσει νέο κιθαρίστα. Ο Scott Gorham θα αναλάμβανε σχεδόν όλα τα κιθαριστικά μέρη και οι Thin Lizzy θα έμπαιναν στο στούντιο ουσιαστικά ως τρίο. Ήταν ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα, μιας και το συγκρότημα έχτισε την ταυτότητα του πάνω στις δίδυμες κιθάρες των Robertson και Gorham.
Η τριάδα ταξίδεψε στον Καναδά, όπου μπήκαν στα Toronto Studios για τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ τους, φορτωμένοι από τις προσωπικές τους εντάσεις αλλά και στρεσαρισμένοι, προκειμένου να αποδείξουν ότι τα “Jailbreak” και “Johnny The Fox” δεν ήταν συγκυριακές επιτυχίες. Μία επιλογή που αποδείχτηκε καθοριστική στην μετέπειτα πορεία τους, ήταν η επιλογή του παραγωγού Tony Visconti. O Visconti, ήδη καταξιωμένος από την συνεργασία του με τους T. Rex και τον David Bowie, αποδέχτηκε την πρόταση του συγκροτήματος έχοντας εντυπωσιαστεί από τις δουλειές των Lizzy και τη δημιουργική προσωπικότητα του Lynott. Μάλιστα, εισηγήθηκε να ηχογραφήσει το συγκρότημα στον Καναδά, μακριά από τους περισπασμούς του Λονδίνου, με την ελπίδα ότι η μπάντα θα συγκεντρωνόταν αποκλειστικά στη μουσική.



Ο Gorham ανέλαβε σχεδόν μόνος του όλα τα κιθαριστικά μέρη, παρά την προσωπική του πεποίθηση ότι το συγκρότημα δεν μπορούσε να υπάρξει μακροπρόθεσμα χωρίς αυτή τη χημεία που είχαν αναπτύξει ως κουαρτέτο. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, ο Visconti επαναπροσδιόρισε ολόκληρη την ηχητική φιλοσοφία της μπάντας. Αυτό δεν έγινε αναίμακτα. Οι χαμένες ευκαιρίες στην Αμερική, η άνοδος του punk και οι προσωπικές υπερβολές των ευέξαπτων Thin Lizzy, απειλούσαν να εκτροχιάσουν τις ηχογραφήσεις. Τότε έπεσαν τα βαριά χαρτιά στο τραπέζι. «Αν αποτύχει και αυτός ο δίσκος, ίσως να μην υπάρξει επόμενος» ενημέρωσε το συγκρότημα ο manager τους, Chris O’ Donell, που πήγε εσπευσμένα στον Καναδά, ξεκαθαρίζοντας στην μπάντα ότι δεν υπήρχε πλέον περιθώριο αποτυχίας.
Αντί να προσπαθήσει να αναπαράγει τον γνώριμο ήχο του Jailbreak, ο Visconti έφερε στο προσκήνιο το rhythm section των Thin Lizzy. Το μπάσο του Lynott και τα ντραμς του Downey απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο, χαρίζοντας στα καινούρια τραγούδια έναν βαρύτερο και πιο συμπαγή χαρακτήρα. Όσον αφορά, δε, το συνθετικό κομμάτι, ο Lynott μετουσίωσε εξαιρετικά όλη την πίεση που ένιωθε, ευρισκόμενος σε εξαιρετική φόρμα. Αυτή η καλή διάθεση ήταν μάλλον ο λόγος που μετά από τις παραινέσεις του Gorham πείστηκε να δώσει μία τελευταία ευκαιρία στον Robertson, ο οποίος τελικά ακούγεται σε τρία τραγούδια του άλμπουμ, αλλά με συμμετοχή ως “session” κιθαρίστας. Πάντως, ακόμα και εάν οι προσωπικές τους σχέσεις παρέμεναν ψυχρές, όταν ξεκινούσε η ηχογράφηση στο στούντιο, η παλιά μαγεία επέστρεφε, με τον Robertson να παίζει μερικές από τις πιο εμπνευσμένες κιθαριστικές στιγμές της καριέρας του.
ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑΣΑΝ BAD REPUTATION 

Όταν οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν, οι Thin Lizzy είχαν μετατρέψει μια περίοδο αβεβαιότητας, εσωτερικών συγκρούσεων και προσωπικών προβλημάτων σε έναν από τους πιο ώριμους και ολοκληρωμένους δίσκους τους. Το νέο άλμπουμ ονομάστηκε, ειρωνικά μάλλον, Bad Reputation, από την φήμη που είχαν αποκτήσει οι Thin Lizzy στην Αμερική μετά από τις αλλεπάλληλες ακυρώσεις περιοδειών. Και στην καρδιά του Bad Reputation, κάτω από τον μανδύα του αλήτικου hard rock, ο Lynott γράφει ως ποιητής για την φιλοδοξία, την ενοχή, την πίστη, την μοναξιά και τις εσωτερικές του συγκρούσεις.
Οι ηχογραφήσεις τελείωσαν με ένα άλμπουμ μεταξύ 35-36 λεπτών, όπως και τα δύο προηγούμενα τους. Τα τραγούδια του Bad reputation είχαν την γνώριμη δύναμη των Thin Lizzy αλλά υπήρχε κάτι διαφορετικό, πιο μοντέρνο και πιο ζεστό στον ήχο τους, αποτέλεσμα του αγγίγματος του Tony Visconti. Ο δίσκος ανοίγει με ένα από τα πιο υποτιμημένα τραγούδια της δισκογραφίας των Thin Lizzy. Το Soldier Of Fortune ξεκινά σχεδόν κινηματογραφικά, πριν μετατραπεί σε ένα από τα χαρακτηριστικά τους τραγούδια, με έντονη αφηγηματική διάθεση. Αρχικά ο Lynott είχε σκοπό να γράψει ένα τραγούδι επικριτικό κατά των μισθοφόρων και της βίας. Καθώς όμως προχωρούσε η γραφή του τραγουδιού, συνειδητοποίησε ότι ο «στρατιώτης της τύχης» δεν ήταν μόνο ένας επαγγελματίας μισθοφόρος, αλλά μια αυτοβιογραφική ιστορία για τον ίδιο και για κάθε άνθρωπο που κυνηγά αδιάκοπα τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Η σύνθεση αποτελεί ιδανική εισαγωγή στο άλμπουμ, καθώς φέρνει στο προσκήνιο τον πιο ώριμο Phil Lynott του 1977.
Το ομώνυμο Bad Reputation αποτελεί μία από τις πιο επιθετικές στιγμές του δίσκου. Παρότι ο τίτλος παραπέμπει στη δημόσια εικόνα του συγκροτήματος, οι στίχοι λειτουργούν σε πιο προσωπικό επίπεδο. Ο Lynott περιγράφει έναν χαρακτήρα που έχει επιτρέψει στη φήμη του να τον καθορίσει, αλλοιώνοντας τον εαυτό του. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι εξελίχθηκε σε βασικό σημείο των ζωντανών εμφανίσεων της εποχής, αντικαθιστώντας ακόμη και το καθιερωμένο Sha La ως όχημα για το πάντα εντυπωσιακό drum σόλο του Brian Downey.
Στο αγαπημένο μου Opium Trail, συναντάμε ίσως το πιο σκοτεινό τραγούδι του άλμπουμ. Επισήμως, ο Lynott υποστήριζε ότι εμπνεύστηκε το θέμα από ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για το Χρυσό Τρίγωνο της ηρωίνης στη Νοτιοανατολική Ασία. Ωστόσο, υπό το φως των μετέπειτα εξελίξεων στη ζωή του, πολλοί θεωρούν ότι το τραγούδι είχε πολύ πιο προσωπική διάσταση. Μουσικά πρόκειται για ένα από τα κορυφαία hard rock κομμάτια που ηχογράφησαν ποτέ οι Thin Lizzy. Η ένταση χτίζεται ασταμάτητα, ενώ το εκρηκτικό σόλο του Brian Robertson θυμίζει γιατί θεωρούνταν ένας από τους πιο χαρισματικούς κιθαρίστες της γενιάς του. Είναι επίσης ένα από τα τραγούδια που σηματοδοτούν την προσωρινή επιστροφή του στο συγκρότημα.
Το αιθέριο Southbound αποτελεί τον πνευματικό παιδί του Cowboy Song. Ο Lynott επιστρέφει στη μυθολογία της αμερικανικής Δύσης, αλλά αυτή τη φορά η αφήγηση είναι πιο μελαγχολική. Ο πρωταγωνιστής δεν είναι ένας ονειροπόλος ταξιδιώτης αλλά ένας αποτυχημένος χρυσοθήρας που εγκαταλείπει το παρελθόν του, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Η ερμηνεία του Lynott αποπνέει κούραση και νοσταλγία, ενώ οι κιθαριστικές αρμονίες παραπέμπουν στις πιο λυρικές στιγμές της μπάντας. Πολλοί θεωρούν το τραγούδι ως μία από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες συνθέσεις που έγραψε ποτέ o Phil.
Αν υπάρχει ένα τραγούδι που καθόρισε την εικόνα του Bad Reputation, αυτό είναι το Dancing In The Moonlight (It's Caught Me In Its Spotlight). Κυκλοφόρησε ως single πριν από το άλμπουμ και εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη επιτυχία των Thin Lizzy μετά το “The Boys Are Back In Town” (Nο. 14 στο Ηνωμένο Βασίλειο). Η ανεμελιά αυτού του τραγουδιού το κάνουν να ξεχωρίζει μέσα στην πιο σκοτεινή διάθεση του δίσκου, με το χαρακτηριστικό μπάσο του Lynott να λειτουργεί ως η ραχοκοκαλιά του, ενώ το σαξόφωνο του John Helliwell των Supertramp προσθέτει μια jazzy διάσταση που δεν συναντά συχνά κάποιος στην καριέρα των Thin Lizzy. Εμφανείς είναι οι επιρροές από τον Ιρλανδό τροβαδούρο Van Morrison, αφού και ο ίδιος ο Lynott υπήρξε διαχρονικός θαυμαστής του συμπατριώτη του.
Στο πλαίσιο της δημιουργίας χαρακτήρων πίσω από την πλοκή των τραγουδιών, ο Lynott έγραψε το Killer Without A Cause, με πρωταγωνιστή έναν μοναχικό αντιήρωα που κινείται στα όρια μεταξύ θρύλου και πραγματικότητας. Η σύνθεση έχει σε ορισμένα σημεία το ύφος του Jailbreak. Το riff είναι ισχυρό, η αφήγηση χαρακτηριστική του τρόπου γραψίματος του Phil και το σόλο παίζεται από τον Brian Robertson που το ηχογράφησε κατά την επιστροφή του στο Τορόντο. Αν και δεν συγκαταλέγεται στα πιο γνωστά τραγούδια του δίσκου, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ικανότητας του Lynott να μετατρέπει τους ήρωές του σε λογοτεχνικές φιγούρες.
Στο πιο ανάλαφρο κομμάτι της δεύτερης πλευράς, ο Lynott απαντάει στον εαυτό του και στο Don’t Believe A Word του προηγούμενου άλμπουμ με το Downtown Sundown. Το τραγούδι προσπαθεί να παρουσιάσει μια πιο ρομαντική και αισιόδοξη πλευρά του εαυτού του, με στίχους που μιλούν για αγάπη, πίστη και ανάγκη για ειλικρινή συναισθηματική σύνδεση. Παρότι επισκιάζεται από τα πιο δυναμικά τραγούδια του άλμπουμ, λειτουργεί ως σημαντική ανάσα μέσα στη συνολική δραματουργία του δίσκου.
Ακολουθεί η μοναδική σύνθεση στην οποία ο Robertson και ο Gorham μοιράζονται ουσιαστικά κιθαριστικά καθήκοντα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Το That Woman's Gonna Break Your Heart κινείται σε πιο μελωδικά και ατμοσφαιρικά μονοπάτια. Οι ακουστικές κιθάρες και οι μελωδίες υπό την προσεγμένη παραγωγή του Visconti δημιουργούν μια σχεδόν ορχηστρική αίσθηση. Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι το κομμάτι άφηνε να διαφανεί μια πιθανή μελλοντική κατεύθυνση που οι Thin Lizzy δεν πρόλαβαν ποτέ να εξερευνήσουν σε βάθος.



Στο φινάλε του άλμπουμ, το Dear Lord αποτελεί μία άμεση συνομιλία του Phil Lynott με τον Θεό και ταυτόχρονα μία από τις ελάχιστες στιγμές στην καριέρα του όπου εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά τη μάσκα του rock star. Ο «αλήτης και αμαρτωλός» Phil, βαθιά επηρεασμένος από την καθολική ανατροφή του, ζητά συγχώρεση για τις αδυναμίες, τα λάθη και τη ματαιοδοξία του. Το ίσως πιο προσωπικό και συγκινητικό τραγούδι του άλμπουμ, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη αν αναλογιστεί κανείς όσα θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια στη ζωή του. Εδώ καθοριστική είναι και η συμβολή της Mary Hopkin, συζύγου του Tony Visconti, η οποία ηχογράφησε δεκαέξι ξεχωριστές φωνητικές λήψεις για να δημιουργηθεί το χορωδιακό φόντο που συνοδεύει τον Lynott. Το αποτέλεσμα προσδίδει στο τραγούδι μια αίσθηση πνευματικής λύτρωσης. Πίσω από τους παράνομους ήρωες, τους περιπλανώμενους καουμπόηδες, τους σκληρούς δρόμους και τη rock'n'roll αλητεία, βρισκόταν ένας βαθιά ευαίσθητος δημιουργός με την παρέα του, που εξακολουθούσαν να παλεύουν με τις ίδιες αμφιβολίες και ενοχές που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος. Και γι' αυτό το Bad Reputation παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο ανθρώπινους και ουσιαστικούς δίσκους των Thin Lizzy.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ 

Το εξώφυλλο του Bad Reputation αποτελεί ίσως το πιο ειλικρινές στιγμιότυπο της ιστορίας των Thin Lizzy. Για πρώτη φορά απουσίαζε ο Jim Fitzpatrick, ο δημιουργός των εμβληματικών artwork τους, διότι καθώς ο Lynott ταξίδεψε στις ΗΠΑ για να τον συναντήσει, κατέληξε στο Madison του Ουισκόνσιν, αντί για το Madison του Κονέκτικατ, όπου ζούσε ο Fitzpatrick! Με τον χρόνο να πιέζει, η μπάντα στράφηκε στον Βρετανό καλλιτέχνη Sutton Cooper και το αποτέλεσμα ήταν ένα λιτό, σχεδόν «φωτοδημοσιογραφικό» εξώφυλλο, όπου εμφανίζονται μόνο οι Phil Lynott, Scott Gorham και Brian Downey. Η απουσία του Brian Robertson δεν ήταν τυχαία. Είχε συμμετάσχει ελάχιστα στις βασικές ηχογραφήσεις και ο ίδιος παραδέχθηκε αργότερα ότι δεν είχε λόγο να βρίσκεται στο εξώφυλλο ενός δίσκου στον οποίο δεν είχε συμβάλει ισότιμα. Παρ' όλα αυτά, εμφανίζεται στην ομαδική φωτογραφία του οπισθόφυλλου και στο εσωτερικό ένθετο, μαζί με φωτογραφίες του Les Krims και τα γνώριμα σύμβολα της τράπουλας που χρησιμοποιούνταν ήδη από το Fighting. Το εξώφυλλο αποτύπωνε ιδανικά τη μεταβατική κατάσταση του συγκροτήματος: τρεις μουσικοί κοιτούν αποφασιστικά τον φακό, ενώ η απουσία του τέταρτου υπενθυμίζει ότι η κλασική σύνθεση των Thin Lizzy είχε ήδη αρχίσει να διαλύεται.
Όταν το Bad Reputation κυκλοφόρησε στις 2 Σεπτεμβρίου 1977, οι Thin Lizzy είχαν να αποδείξουν ότι παρέμεναν μία από τις σημαντικότερες hard rock μπάντες της εποχής, παρά τις χαμένες ευκαιρίες και τα εσωτερικά προβλήματα. Οι ακυρωμένες αμερικανικές περιοδείες, ο τραυματισμός του Brian Robertson και οι εσωτερικές εντάσεις είχαν κλονίσει την πορεία τους, όμως η απάντηση του συγκροτήματος ήταν κάτι παραπάνω από εμφατική. Η πρώτη θετική ένδειξη είχε έρθει ήδη από τις 29 Ιουλίου, όταν το single Dancing In The Moonlight (It's Caught Me In Its Spotlight) κυκλοφόρησε με επιτυχία. Το ίδιο το άλμπουμ ανέβηκε στο Νο. 4 του UK Albums Chart, έγινε χρυσό και σημείωσε αξιόλογη επιτυχία και στη Σκανδιναβία. Στις ΗΠΑ δεν επανέλαβε τον θρίαμβο του Jailbreak, ωστόσο ανέκαμψε αισθητά σε σχέση με το Johnny The Fox, φτάνοντας στο Νο. 39 του Billboard και επαναφέροντας τους Thin Lizzy στο αμερικανικό Top 40. Ο Tony Visconti πιστώθηκε σημαντικό μέρος της επιτυχίας, καθώς κατάφερε να διατηρήσει τον χαρακτηριστικό ήχο των Thin Lizzy, δίνοντάς του ταυτόχρονα μεγαλύτερη δύναμη και συνοχή. Τέλος, το εύρος του υλικού επιβεβαίωνε ότι οι Thin Lizzy όχι μόνο δεν είχαν εξαντλήσει τη δημιουργικότητά τους, αλλά συνέχιζαν να εξελίσσονται.



Η συγκυρία με την κυριαρχία του punk έκανε την επιτυχία ακόμη σημαντικότερη, οι Thin Lizzy, διατήρησαν την απήχησή τους χάρη στην ενέργεια, τη μελωδικότητα και την αυθεντικότητά τους. Η περιοδεία που ακολούθησε αποδείχθηκε ιστορική καθώς θα ήταν η τελευταία της κλασικής σύνθεσης των Phil Lynott, Brian Robertson, Scott Gorham και Brian Downey. Ο Robertson επέστρεψε για τις συναυλίες, όμως οι σχέσεις του με τον Lynott δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ πραγματικά. Μετά το τέλος της περιοδείας οι δρόμοι τους χώρισαν οριστικά, βάζοντας τέλος στη συνεργασία που είχε διαμορφώσει τον χαρακτηριστικό δίδυμο κιθαριστικό ήχο των Thin Lizzy. Το διάσημο Reading Festival του 1977 αποδείχθηκε μία από τις τελευταίες μεγάλες εμφανίσεις της κλασικής τετράδας, λίγο πριν ο Robertson αποχωρήσει οριστικά. Η αποχώρησή του σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, η οποία, στα μυαλά και τις καρδιές των fans θα κορυφωνόταν με την κυκλοφορία του θρυλικού Live And Dangerous, στο οποίο τελικά χρησιμοποιήθηκαν και ηχογραφήσεις από τις εμφανίσεις τους σε Φιλαδέλφεια και Τορόντο, τον Οκτώβρη του 1977. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με τα χρόνια, το Bad Reputation απέκτησε σημαίνουσα θέση στο δισκογραφικό πάνθεο των Thin Lizzy. Μπορεί το Jailbreak να αποτέλεσε τη μεγάλη εμπορική έκρηξη και το θρυλικό Black Rose την ύστατη δημιουργική κορύφωση της κλασικής περιόδου, όμως το “Bad Reputation” είναι ο δίσκος που αποτυπώνει τη στιγμή όπου το συγκρότημα μεταμόρφωσε την κρίση σε δημιουργία. Σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, παραμένει ένας από τους πιο ολοκληρωμένους δίσκους τους. Γεννημένο μέσα σε συγκρούσεις, αβεβαιότητα και προσωπικές δυσκολίες, κατέληξε να αποτελεί μία από τις πιο ώριμες καλλιτεχνικές καταθέσεις του συγκροτήματος. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία του τίτλου του: δημιουργήθηκε σε μια εποχή όπου οι Thin Lizzy πίστευαν ότι η φήμη τους κατέρρεε, ωστόσο, σήμερα, αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η φήμη τους παραμένει μυθική.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

26/6/26

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΝΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ BAD REPUTATION

Το οπισθόφυλλο


 

Το Bad Reputation έρχεται το 1977 να κλείσει τον κύκλο των Fab 4 , της κλασικής τετράδας των Thin Lizzy. Το πιο σκληρό και το πιο τεχνοκρατικό θα έλεγε κανείς άλμπουμ αυτής της σύνθεσης, χάρη στην τεχνολογική μαεστρία του γκουρού της κονσόλας Tony Visconti και το πρώτο της 3αδας δίσκων που θα κάνουν με τον κορυφαίο Ίταλο-Αμερικανό παραγωγό. Δυστυχώς η αρχή του τέλους της αγαπημένης μπάντας των δημοφιλέστερων μουσικών του πλανήτη, και αυτό γιατί από το Bad Reputation και μετά οι Lizzy ναι μεν απολαμβάνουν δόξα αναγνώριση και σεβασμό αλλά η συνεχής αλλαγή lead κιθαρίστα θα προκαλέσει δημιουργική φθορά κυρίως όσον αφορά την ταυτότητα και τον προσανατολισμό της μπάντας. No fillers, just killers, βάζεις τη βελόνα και απολαμβάνεις Νότο, Ιρλανδία, πρώιμο Heavy Metal, ποίηση, νοσταλγία, έντονο αμερικανικό στοιχείο και συμβουλές για ερωτικές απογοητεύσεις από τον Δάσκαλο του είδους. 1993, Α! Λυκείου αγοράζω το cd από το La Si Do στη Νέα Σμύρνη, και προσπαθώ να μαζέψω το σαγόνι μου από το πάτωμα με το Opium Trail. Μετά κλασικά καβγάδες με φίλους φανατικούς maiden, όταν τους εκραζα για τις επιρροές. Υ.Σ : ο Scott Gorham παίρνει τις τεχνικές του Clapton και τις εξελίσσει αρμονικά σε φόρμες σκληρού ροκ. Άξιος και Τεράστιος.
 


Ο Γιάννης Σίννης είναι κιθαρίστας των Remember Lizzy και φανατικός οπαδός του Μίλωνα!

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου