Το Σεπτέμβριο του 1977 κυκλοφόρησε το δεύτερο σόλο άλμπουμ του Iggy Pop, με τίτλο Lust for Life, μέσα από το οποίο αναδείχτηκε το The Passenger, ένα ήρεμο,
ταξιδιάρικο τραγουδάκι, που έμελλε να αναδειχτεί σε ένα από τα καλύτερα του και ένα αντιπροσωπευτικό στοιχείο της ροκ δισκογραφίας. Ένα τραγούδι, που χάρη στον υπνωτιστικό ρυθμό του και τους καλογραμμένους στίχους του, έγινε κλασικό, αλλά αποτέλεσε και σημείο καμπής για την καριέρα του Iggy Pop, απομακρύνοντάς τον από το στερεότυπο της πανκ περσόνας και βοηθώντας τον να επιζήσει μετά τη καταστροφική περιδίνησή του στον κόσμο των ναρκωτικών. Και
ποιος τον βοήθησε να τα καταφέρει όλα αυτά; Μα, ο David Bowie, ποιος άλλος;
IGGY POP – DAVID BOWIE: ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ
Κάπου στα μισά της δεκαετίας του ’70, ο Iggy Pop βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Έχοντας χωρίσει από το συγκρότημά του, τους Stooges, είχε βρεθεί ξαφνικά σε ένα κενό έμπνευσης και δημιουργικότητας και προσπαθούσε να βρει (;) την απάντηση
στα ναρκωτικά. Ενώ λοιπόν βρισκόταν στο Λος Άντζελες, συναντάει τον David Bowie, ο οποίος -παρόλο που βρισκόταν λίγο-πολύ στην ίδια κατάσταση, εκείνη την εποχή- κατόρθωσε να διακρίνει έστω και λίγη από την φλόγα και το ταλέντο του Iggy Pop και ξεκίνησε να τον κάνει πιο στενή παρέα. Και όχι μόνο αυτό! Τον κάλεσε να πάει να συγκατοικήσει μαζί του στο Βερολίνο, όπου ο Bowie είχε κανονίσει να
πάει με τους συνεργάτες του, είχε μάλιστα κλείσει και το περίφημο στούντιο Hansa για ηχογραφήσεις. Ήταν, ξέρετε, περιζήτητο το Hansa Studio δίπλα στο Τείχος, όλοι οι δημοφιλείς καλλιτέχνες της εποχής προσπαθούσαν να βρουν διαθέσιμες ημερομηνίες για ηχογράφηση, ήταν λοιπόν μια σπουδαία ευκαιρία ανάκαμψης για τους δυο παραστρατημένους φίλους. Έπιασαν όλοι μαζί ένα διαμέρισμα στο Δυτικό
Βερολίνο (η πόλη τότε ήταν ακόμα διχασμένη) και ξεκίνησαν την κοινοβιακή τους ζωή. Τι δεν θα δίναμε, να παίρναμε μια ιδέα πώς ζούσαν όλοι τους μέσα στο ίδιο διαμέρισμα! Ποιος ασχολείτο με το νοικοκυριό, για παράδειγμα. «Δεν θυμάμαι», αποκρίνεται ο Iggy Pop, «να, εγώ έβαζα, πού και πού, σκούπα. Δεν ξέρω για τα υπόλοιπα. Αυτό που σίγουρα θυμάμαι είναι, ότι κάθε Πέμπτη βράδυ υπήρχε μια ινητικότητα στο σπίτι. Όποιος μπορούσε να συρθεί ως το σαλόνι, καθόταν στην τηλεόραση να δει Starsky & Huts (αμερικάνικη αστυνομική σειρά 1974-1979)». Γενικά πάντως, αυτή η ιδέα της «αυτοεξορίας» τους στο Βερολίνο δεν φάνηκε και πολύ αποδοτική. Ίσως θα έπρεπε να είχαν διαλέξει κάποια μικρότερη πόλη, όχι το Δυτικό Βερολίνο, που φημιζόταν για την φιλήδονη νυχτερινή ζωή του. Τέλος πάντων! Είχαν τουλάχιστον το Hansa Studio!
Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Πραγματικά, το Hansa Studio αποδείχτηκε γουρλίδικο και για τους δυο τους: Ο David Bowie ετοίμασε δύο πολύ καλά άλμπουμ, το Low και το Heroes (που, μαζί με ο Lodger, αποτέλεσαν την Τριλογία του Βερολίνου), ενώ ο Iggy Pop βάλθηκε -με πολλή όρεξη- να ηχογραφήσει το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ, το Lust for Life. Την παραγωγή του άλμπουμ ανέλαβαν ο Iggy και ο Bowie, μαζί με τον Collin
Thurston. Οι τρεις τους αναφέρονται με το ψευδώνυμο Bewlay Bros (από τον ομώνυμο τίτλο ενός τραγουδιού του Bowie). Όλα καλά, λοιπόν, μόνο που σύντομα διαπίστωσαν ότι δεν είχαν αρκετό υλικό για το άλμπουμ, οπότε άρχισαν να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Έτσι, απευθύνθηκαν και στον session κιθαρίστα, που είχαν τότε στο στούντιο, τον Ricky Gardiner, που ήταν μέλος του prog rock συγκροτήματος Beggar’s Opera. O Gardiner αιφνιδιάστηκε! «Ήμουν εντελώς απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο», διηγείτο ο ίδιος αργότερα, «οπότε, μην έχοντας κάποια καλύτερη ιδέα, τους έπαιξα -σε μια σβηστή Stratocaster- την αλληλουχία τεσσάρων ακόρντων, που μου είχαν καρφωθεί στο μυαλό: Am – F – C – G (Σ.Σ. λα μινόρε, φα ματζόρε, ντο ματζόρε, σολ ματζόρε). Ο Iggy ενθουσιάστηκε! Σκάρωσε
κάτι στίχους στο φτερό και αρχίσαμε την ηχογράφηση». Όπως μάθαμε αργότερα, ο Gardiner σύνθεσε αυτό το τόσο κολλητικό riff, ενώ ήταν ξάπλα σ’ ένα περιβόλι, κάτω από μια ανθισμένη μηλιά. Πώς να μην είναι laid back αυτό το τραγούδι;
I AM THE PASSENGER
Πώς σκέφτηκε όμως ο Iggy αυτούς τους τόσο όμορφους στίχους; Πρώτα απ’ όλα, ευθύνεται το ότι δεν είχε αυτοκίνητο, δεν είχε καν δίπλωμα οδήγησης. Όλες του τις διαδρομές, τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη, τις έκανε σαν συνοδηγός του David Bowie, σε μια κάμπριο Mercedes του 1960. Έτσι, είχε όλη την άνεση να βλέπει την πόλη μέσα από το τζάμι, να βλέπει τον έναστρο ουρανό και να ρεμβάζει
(σε αντίθεση με τον Bowie, που -ελπίζουμε ότι- ήταν προσηλωμένος στην οδήγηση). Πάντως, σύμφωνα με τον ίδιο τον Iggy, η έμπνευσή του οφείλεται και σ’ ένα ποίημα του Jim Morrison.
Η ηχογράφηση του τραγουδιού δεν είχε δυσκολίες. Πρόκειται για μια μελωδία απλή, χωρίς ρεφρέν, κάτι που ταιριάζει απόλυτα στον ταξιδιάρικο ρυθμό του τραγουδιού, σ’ αυτό το μονότονο τσαφ-τσουφ του τρένου, καθώς διασχίζει τις απέραντες πεδιάδες. Αυτό υπηρετεί ιδανικά τους στίχους του Iggy Pop, που
περιγράφουν μια ατέρμονη διαδρομή, μια αέναη κίνηση που αναπαριστά τη σύγχρονη καθημερινή ζωή. Εννοείται, ότι τον πρώτο ρόλο στην εκτέλεση του τραγουδιού παίζει η τόσο χαρακτηριστική φωνή του Iggy Pop (μελωδική με γρέζι), ενώ και το riff της κιθάρας μένει χαραγμένο στη μνήμη. Πολλά οφείλει επίσης το τραγούδι στο ενδιάμεσο λα-λα-λα, που πρόσθεσε εντελώς αυθόρμητα ο Iggy Pop, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης και που το τραγουδάει μαζί με τον David Bowie.Πέρα απ’ αυτούς τους δύο και τον κιθαρίστα/συνθέτη Ricky Gardiner, στην ηχογράφηση συμμετείχαν και οι Carlos Alomar (ρυθμική κιθάρα), Tony Sales (μπάσο) και ο αδελφός του Hunt Sales (ντραμς).
ΑΠΗΧΗΣΗ
Δεν μπορούμε να πούμε ότι η RCA Records, που κυκλοφόρησε το άλμπουμ Lust for
Life, εντυπωσιάστηκε από το The Passenger. Το τοποθέτησαν στην (ξενέρωτη) 4 η θέση της Α’ πλευράς, ακυρώνοντας το ουσιαστικά. Και όταν, ύστερα από πίεση του Iggy Pop, δέχτηκαν να το κυκλοφορήσουν ως σινγκλ, το έβαλαν flip-side στο ατυχές Success, ούτε καν ως πρώτη πλευρά δεν το δέχτηκαν! Οπότε, μην ψάχνετε για τη θέση του στα charts, το κατάπιε η λησμονιά το καημένο το τραγούδι. Έπρεπε να περάσουν 20 χρόνια για να εκτιμηθεί η αξία του! Πρώτα, συμμετέχοντας στο soundtrack της μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας Trainspotting (1997) και στη συνέχεια, όταν έντυσε μουσικά την τηλεοπτική διαφήμιση του Toyota Avensis, το 1998. Η επιτυχία της διαφήμισης ήταν τόσο μεγάλη, που -επιτέλους- η εταιρία Virgin Records το κυκλοφόρησε ως Α-side single, φέρνοντάς το έτσι στο Νο 22 των
βρετανικών charts. Από τότε άλλαξε η τύχη του τραγουδιού, αφού πλέον συγκαταλέγεται στα κλασικά rock anthems και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των set lists του Iggy Pop. Πάντως,
για να μην προδώσουν -φαίνεται- την παράδοση της περιφρόνησης, που
επεφύλαξαν προς το κομμάτι, οι υπεύθυνοι της εταιρίας παρουσίασαν το σχετικό official music video μόλις το 2020, 43 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία!!
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ
27/6/26



Δημοσίευση σχολίου