Τίποτα δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να ταράξει τη ραστώνη εκείνου του Κυριακάτικου απογεύματος στο Memphis, τον Ιούνιο του 1962. Κι όμως, τέσσερεις νεαροί session μουσικοί, αψηφούν το νωχελικό σκηνικό και κατευθύνονται στο τοπικό στούντιο, το περιβόητο Stax Studio, για να ηχογραφήσουν ένα διαφημιστικό jingle για κάποιο αναψυκτικό. Όμως, η ηχογράφηση αυτή δεν μπόρεσε να γίνει, διότι ο συμβεβλημένος τραγουδιστής, ένας ροκαμπιλάς ονόματι Billy Lee Riley, ήρθε στο στούντιο πολύ βραχνιασμένος. Οι τέσσερεις μουσικοί μας, αντί να απογοητευτούν και να φύγουν, βολεύτηκαν στο άνετο στούντιο (πρώην κινηματογραφική αίθουσα) και βάλθηκαν να αυτοσχεδιάζουν πάνω στις παραδοσιακές γραμμές του δωδεκάμετρου. Και, μέσα απ’ αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς, αναδύθηκε ένα απ΄ τα πιο δημοφιλή κομμάτια του RnB και της soul, το περίφημο ορχηστρικό Green Onions.
https://www.youtube.com/watch?v=iFQEsUjI0U8
ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ
Είναι στ’ αλήθεια παράξενο, πώς λειτουργεί η μοίρα! Και το έχουμε συναντήσει αρκετά συχνά αυτό το φαινόμενο, μέσα απ’ αυτές τις γραμμές, όπου παρουσιάζουμε το πώς γεννήθηκαν κάποιες σπουδαίες μουσικές επιτυχίες. Να, ας δούμε, για παράδειγμα, τις ευτυχείς συγκυρίες, που οδήγησαν στο μνημειώδες Green Onions. Πρώτα απ’ όλα, ας δούμε από πιο κοντά αυτούς τους τέσσερεις μουσικούς, που αναφέραμε πιο πάνω. Περίεργη σύνθεση συγκροτήματος, ειδικά για εκείνη την εποχή, και μάλιστα στην καρδιά του Αμερικάνικου Νότου. Τρεις μουσικοί μαύροι και ένας λευκός (ο Cropper), στο Μέμφις του 1962 είναι πολύ παράξενο. Απορώ πώς δεν έσπευσε η Κου-Κλουξ-Καν να «διορθώσει» αυτή την «ανωμαλία»! Ήταν όμως, βλέπεις, περιζήτητοι, ειδικά στο χώρο της soul! Όλα τα αστέρια της Stax Records, όπως ο Wilson Pickett, o Otis Redding, o Bill Withers, oι Sam & Dave, ο Albert King, o Isaac Hayes, απαιτούσαν να τους συνοδεύει αυτό το κουαρτέτο στις ηχογραφήσεις τους. Όχι τυχαία! Ήταν εξαιρετικοί μουσικοί αυτοί οι τέσσερεις: Ο Steve Cropper, πρώτος-πρώτος, συγκαταλέγεται στους κορυφαίους κιθαρίστες, αλλά η σεμνότητά του δεν του επέτρεψε να δείξει το μέγεθος του ταλέντου του. Ο μπασίστας Lewie Steinberg και ο ντράμερ Al Jackson σχημάτιζαν ένα απόρθητο ρυθμικό τείχος, πάνω στο οποίο μπορούσε να δημιουργήσει απερίσπαστος κάθε καλλιτέχνης. Όσο για τον τέταρτο της παρέας, τον οργανίστα/ πιανίστα Booker T. Jones, τι να πούμε; Μόλις 17 χρονών σ’ εκείνη τη φάση, με εξαιρετικές κλασικές σπουδές και με περγαμηνές μεγάλου σολίστα. Ήταν βέβαιο, λοιπόν, ότι τέτοια συσσώρευση ταλέντου, κάπου καλά θα κατέληγε. Ποιος θα φανταζόταν όμως, ότι αυτό θα συνέβαινε, επειδή ένας τραγουδιστής φάνηκε απρόσεκτος και … βράχνιασε! Και ότι τα τέσσερα παλληκάρια, αντί να αξιοποιήσουν αυτή την ουρανοκατέβατη ευκαιρία σε κάποιο γειτονικό μπαρ, έκατσαν μέσα στο στούντιο και άρχισαν το jamming!
ΜΙΑ ΑΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Κάθονται, που λέτε, οι τέσσερείς τους και αρχίζουν να παίζουν ένα 12μετρο, τι άλλο; Και, νότα τη νότα, χτίζουν ένα πολύ όμορφο μπλουζ. Με τη διαφορά, ότι δεν στηρίζουν το κομμάτι σε ένα κιθαριστικό riff, αλλά πάνω σε έναν υπέροχο αυτοσχεδιασμό του Booker T. με το αρμόνιό του, ένα Hammond M3, που έμεινε και αυτό από τότε στην Ιστορία. Έτυχε τώρα (η μοίρα, που λέγαμε νωρίτερα), να είναι στο στούντιο (Κυριακή βράδυ!) ο ιδιοκτήτης της Stax Records, ο Jim Stewart, ο οποίος, ακούγοντας τι συντελείται εκείνη τη στιγμή, αποφάσισε να μην το αφήσει ανεκμετάλλευτο και έκατσε και το ηχογράφησε. Μόλις τελείωσαν λοιπόν οι τέσσερεις και ετοιμάζονταν πια να φύγουν, ο Stewart τους έπαιξε αυτό που είχε -εν αγνοία τους- ηχογραφήσει και τους έπεισε να το κυκλοφορήσουν σε δίσκο, έδωσαν μάλιστα στο κομμάτι τον τίτλο “Behave Yourself”. Απέμενε μόνο να ηχογραφήσουν ένα ακόμα κομμάτι, για τη 2η πλευρά του δίσκου.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΟΡΟΣΗΜΟ
Έτσι, οι τέσσερεις φίλοι, δείχνοντας σεβασμό στο μουσικό ένστικτο του Jim Stewart, μαζεύονται στο στούντιο για να βρουν κάτι να παίξουν στο B-side του “Behave Yourself”. O Steve Cropper σκέφτηκε να βασιστούν σ’ ένα πιανιστικό riff, που είχε παίξει ο Booker T. Jones, κατά τη διάρκεια μιας εμφάνισής τους. «Πού να θυμάμαι εγώ, σε ποιο riff αναφερόταν ο Cropper», θυμόταν αργότερα ο Booker, «έπαιζα τόσα και τόσα! Του είπα λοιπόν να κάτσει δίπλα μου, ενόσω εγώ θα έπαιζα ό,τι μπορούσα να θυμηθώ, μέχρις ότου αναγνωρίσει εκείνο, που είχε στο νου του. Έτσι κι έγινε! Έπαιζα εγώ, άκουγε ο Steve, ώσπου κάποια στιγμή, μου φωνάζει: ‘Στοπ! Αυτό είναι’! Ξαφνικά, είχαμε το εισαγωγικό riff του κομματιού, που θα άκουγε στο όνομα ‘Green Onions’. Από κει και πέρα, όλα κύλησαν σαν νεράκι. Το κομμάτι ετοιμάστηκε επί τόπου». Η μόνη διαφορά ήταν, ότι ο Booker προτίμησε τελικά να παίξει το riff στο Hammond M3, αντί του αρχικού πιάνου, ώστε να είναι ταιριαστά τα δύο κομμάτια του νέου δίσκου, να έχουν δηλαδή και τα δύο αρμόνιο. Όσο για τον Steve Cropper, του οποίου η συμβολή στο κομμάτι είναι εξίσου σημαντική, χρησιμοποίησε την αγαπημένη του ηλεκτρική κιθάρα, μια Fender Telecaster. Η ηχογράφηση δεν πήρε παραπάνω από 15-20 λεπτά. Όλοι έμειναν ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα, αλλά ιδιαίτερα ο Cropper, ο οποίος πίστεψε ότι το κομμάτι αυτό δεν θα έπρεπε να είναι B-side, ήταν πολύ καλύτερο. Οπότε, το επόμενο πρωί, πήρε ένα αντίγραφο της ηχογράφησης και το πήγε σ’ έναν τοπικό ραδιοσταθμό και παρακάλεσε τον DJ να παίξει το κομμάτι, που θα γινόταν γνωστό ως ‘Green Onions’. O DJ, πριν το βγάλει στον αέρα, το άκουσε για λίγο μόνος του και τρελάθηκε! Διέκοψε απότομα ό,τι έπαιζε εκείνη τη στιγμή και έπαιξε το ‘Green Onions’ πέντε φορές απανωτά. Τα τηλεφώνα του ραδιοσταθμού πήραν φωτιά! Ο κόσμος που άκουγε, λάτρεψε το κομμάτι. Όπως λοιπόν ήταν φυσικό, ο δίσκος κυκλοφόρησε με το ‘Green Onions’ ως A-side, με B-side το Behave Yourself.
ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΙΠΑΝ GREEN ONIONS
Να πούμε, πρώτα απ’ όλα, ότι οι τέσσερεις session μουσικοί της ιστορίας μας προβιβάστηκαν σε κανονικό γκρουπ, ενόψει της κυκλοφορίας του δίσκου τους. Το όνομά τους: Booker T. and the MGs. Με αυτό το όνομα μεγαλούργησαν! Υπήρχε όμως μία ακόμα εκκρεμότητα. Πώς θα ονομαζόταν το νέο κομμάτι. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές, για το πώς πήρε αυτό το όνομα. Σύμφωνα με τον Cropper, Green Onions ονομαζόταν ένας γάτος, που το περπάτημά του αποτέλεσε την έμπνευση για το riff. Κατά τον Booker T. Jones, ήταν ο μπασίστας Lewie Steinberg, που βρήκε το κομμάτι τόσο funky, που «βρωμούσε φανκίλα» και θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχει τη λέξη ‘funky’ στον τίτλο του. Αλλά funky τι; «Funky Onions», απάντησε ο Booker T, «γιατί, τι άλλο βρωμάει περισσότερο από τα φρέσκα κρεμμύδια;». Συμφώνησαν, λοιπόν, να πούνε το κομμάτι ‘Funky Onions’. Εκεί όμως έβαλε βέτο η Estelle Axton, αδελφή του Jim Stewart και συνιδιοκτήτρια της Stax Records, διότι θεώρησε ότι αυτό το όνομα υπαινισσόταν κάτι χυδαίο (υποθέτω, F@@@ing Onions) και δεν θα είχαν καλά ξεμπερδέματα, αν επέμεναν σ’ αυτό. «Ε, ας το πούμε Green Onions λοιπόν» είπε ο ντράμερ Al Jackson Jr. Και έτσι έκαναν. Και από τότε, ονομάτισαν ένα σερί από κομμάτια, εμπνεόμενοι από … τρόφιμα: Green Onions, Jellybread, Soul Dressing, My Sweet Potato, Red Beans and Rice, που ήταν όλα ιδέες του Al Jackson Jr. «Έτσι ήταν ο Al», εξηγεί ο Booker T Jones, «του άρεσε να παρομοιάζει τα κομμάτια μας με κάτι φαγώσιμο, ανάλογα με το πόσο γλυκά ή πόσο funky τα έβρισκε. Σπουδαίος ντράμερ και ωραίος τύπος! Μας έφτιαχνε πάντα τη διάθεση με το χιούμορ του».
ΑΠΗΧΗΣΗ
Ιούλιο του 1962 κυκλοφόρησε ο δίσκος, Αύγουστο μπήκε στα charts, Σεπτέμβριο πήγε Νο 3 στο Billboard Hot 100, ενώ παράλληλα χτύπησε Νο 1 στο RnB singles chart. Χάρη στη μεγάλη του δημοτικότητα, ακολούθησαν αμέσως δεκάδες διασκευές, με πιο σημαντικές βεβαίως αυτές των Surfaris, Ventures, Shadows, Al Kooper, Blues Brothers και Deep Purple! Ήταν πάντως Αμερικάνικη υπόθεση. Στον υπόλοιπο κόσμο, παρόλο που η μελωδία του ήταν πασίγνωστη, δεν ανέβηκε στα charts. Στην Αγγλία, το πήραν χαμπάρι το 1979, γιατί ήταν μέρος του soundtrack του Quadrophenia, οπότε έφτασε μέχρι το Νο 7 των charts και έμεινε στο top 10 για 12 εβδομάδες! Στην Ελλάδα, το μάθαμε χάρη στη διασκευή των Blue Brothers, το 1980. Παρεμπιπτόντως, μιλώντας για διασκευές, μην νομίζετε ότι πρόκειται για εύκολο κομμάτι, παρόλο που παίζεται στον πιο απλό ρυθμό που υπάρχει, τα 2/4. Το σόλο του είναι πολύ απαιτητικό. «Μοιάζει να είναι εύκολο κομμάτι», λέει ο Booker T, «αλλά δεν είναι. Κάθε φορά που το παίζω, πρέπει να προσέχω πολύ, να υπενθυμίζω στον εαυτό μου πώς πάνε οι νότες. Δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται». Όμως, και το κιθαριστικό μέρος είναι πολύ ιδιαίτερο και ο τρόπος παιξίματος του Cropper δεν αποκρυπτογραφείται εύκολα. Θέλοντας να εξηγήσει πώς πέτυχε αυτό το χαρακτηριστικό του παίξιμο, ο Steve Cropper είπε: «Έμαθα να κάνω κάτι, που κανείς άλλος δεν κάνει. Να κάνω bend δύο χορδές ταυτόχρονα με το ίδιο δάκτυλο. Υπέθεσα, ότι ο κόσμος δεν είχε ανάγκη από έναν δεύτερον Chet Atkins, ή έναν δεύτερο Les Paul ή B.B. King. Και έτσι, έγινα ο Steve Cropper”.
TI EKANAN META
Οι Booker T and the MGs συνέχισαν να υπάρχουν, αδιάλειπτα, έως σήμερα, έχοντας το ίδιο line-up, για όσο ήταν βεβαίως στη ζωή τα αρχικά μέλη, με μοναδική εξαίρεση την αντικατάσταση του Steinberg με τον Donald “Duck” Dunn, μια πραγματικά πολύτιμη μεταγραφή. Δυστυχώς, το 1975, ο ντράμερ τους Al Jackson Jr. δολοφονήθηκε. Ως προς τους υπόλοιπους, ο Dunn πέθανε το 2012, ενώ ο Cropper το 2025. Ο Booker T έκλεισε τα 81 του και είναι μια χαρά. Του ευχόμαστε να τα εκατοστήσει.
Το συγκρότημα έχει κάνει πάνω από 10 studio album ως τώρα και αμέτρητα singles, τίποτα όμως δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στο Green Onions, το οποίο είχε πάρει τη θέση 181 στην περίφημη λίστα των 500 καλύτερων τραγουδιών του περιoδικού Rolling Stone. Σήμερα, ύστερα από την πιο πρόσφατη αναθεώρηση, έχει πέσει στη θέση 418.
Το 1992, οι Booker T εντάχθηκαν στο Rock and Roll Hall of Fame. Στη διάρκεια της τελετής ένταξης, κλήθηκαν στη σκηνή να παίξουν το Green Onions, με τη συμμετοχή διαφόρων εκλεκτών προσωπικοτήτων, όπως ο Keith Richards, o Neil Young, o Edge και πολλοί ακόμα. Αν θέλετε να τους δείτε όλους μαζί, τους έχουμε εδώ
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ
18/4/26

Δημοσίευση σχολίου