Σε παλιότερο άρθρο είχαμε δει την πορεία των Savatage, από τη δημιουργία τους μέχρι και την κυκλοφορία του έκτου άλμπουμ τους, Streets: A Rock Opera (1991), το οποίο κλείνει την πρώτη φάση της μπάντας, αυτήν που χαρακτηρίζεται από την παρουσία του Jon Oliva στα φωνητικά. Στο παρόν άρθρο θα φρεσκάρουμε τη μνήμη μας παρακολουθώντας την πορεία του συγκροτήματος στη δεύτερη φάση του, από την ολοκλήρωση, δηλαδή, της περιοδείας για το Strreets έως και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Διαβάστε εδώ το Α! Μέρος
Γράφει ο Χρήστος Ζερβός.
1. EDGE OF THORNS (1993)
Μετά τη λήξη της περιοδείας για το Streets, ο Jon Oliva αποφάσισε να αποχωρήσει από το συγκρότημα και να παραμείνει στο παρασκήνιο, έχοντας πλέον ρόλο μόνο ως συνθέτης. Στη θέση του τραγουδιστή ήρθε ο Zachary (Zak) Stevens ο οποίος προτάθηκε στη μπάντα από έναν φίλο και τεχνικό κιθάρας του Criss Oliva. Μέχρι τότε, ο Zak τραγουδούσε στους Wicked Witch, ένα άσημο σχήμα από τη Βοστόνη. Ο ερχομός του νέου τραγουδιστή στη μπάντα αρχικά αντιμετωπίστηκε με κάποιο προβληματισμό από τους φίλους της όταν όμως κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ, Edge of Thorns, o Stevens τούς κέρδισε γρήγορα, αφού τα πιο τεχνικά, μελωδικά και ζεστά φωνητικά του, έδωσαν μια νέα διάσταση στη μουσική του συγκροτήματος. Σ΄ αυτό συνέβαλε, βέβαια, σε μεγάλο βαθμό και ο Criss Oliva που στο νέο άλμπουμ έχει ανέβει επίπεδο σε εντυπωσιακό βαθμό, τόσο από πλευράς κιθαριστικής δεινότητας όσο και από πλευράς συνθετικής ικανότητας. Ως ο μοναδικός πλέον από τους αδελφούς Oliva που έχει παραμείνει στο σχήμα, περνάει τη μουσική από το δικό του φίλτρο και έτσι οι συνθέσεις του Edge of Thorns είναι βασισμένες περισσότερο στην κιθάρα, ενώ τα ορχηστρικά/συμφωνικά μέρη που υπήρχαν στα προηγούμενα άλμπουμ, Streets και Gutter Ballet, είναι πλέον ελάχιστα, όπως και τα σημεία που βασίζονται στο πιάνο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο δίσκος να ακούγεται σαν μια επιστροφή στις ρίζες της μπάντας, στις εποχές που έπαιζαν το κλασικό heavy/power metal, εξελιγμένο βέβαια και προσαρμοσμένο στη δεκαετία του 1990.
Το Edge of Thorns παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία περιλαμβάνοντας δυναμικά και επιθετικά κομμάτια, power μπαλάντες , instrumentals με ατμοσφαιρικές κιθαριστικές μελωδίες και δυναμικά σημεία στο πιάνο, εισαγωγές με εντυπωσιακά πλήκτρα και τραγούδια με χαρακτηριστικά ρεφρέν που μένουν στο μυαλό. Να αναφερθεί για μια ακόμη φορά η ποιοτική δουλειά του Criss Oliva στις κιθάρες – από τα riffs και τα leads μέχρι τα εντυπωσιακά σόλο – αλλά και η δυναμική συνεισφορά του rhythm section, του μπασίστα Johnny Lee Middleton και του ντράμερ Steve ‘Doc” Wackolz. Τέλος, το όλο αποτέλεσμα ενισχύεται από την άψογη παραγωγή του Paul O’ Neil που έχει επίσης, όπως και στα προηγούμενα άλμπουμ, και τον ρόλο του συνθέτη μαζί με τους αδελφούς Oliva. Από τα τραγούδια του δίσκου, ιδιαίτερα ξεχωρίζουν το ομώνυμο και κλασικό πλέον, Edge of Thorns, με την χαρακτηριστική εισαγωγή των πλήκτρων, τα δυναμικά Conversation Piece, Degrees of Sanity, He Carves His Stone και οι πολύ καλές μπαλάντες All that I Bleed και Sleep.
Με το εξαιρετικό αυτό άλμπουμ, οι Savatage άρχισαν να γνωρίζουν μεγαλύτερη αναγνώριση, απέκτησαν περισσότερο airplay, ενώ η παγκόσμια περιοδεία που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη. Οι προοπτικές για την μπάντα ήταν ιδιαίτερα θετικές και νέοι ορίζοντες φάνηκαν να ανοίγουν. Όλα αυτά όμως τέθηκαν σε αμφισβήτηση, όταν έξι μήνες μετά την κυκλοφορία του Edge of Thorns, στις 17/10/1993, ο κιθαρίστας, βασικός συνθέτης και εκ των ιδρυτών της μπάντας, Criss Oliva, σκοτώθηκε σε τροχαίο πηγαίνοντας σε κάποιο μουσικό φεστιβάλ, σοκάροντας και προκαλώντας θλίψη στους οπαδούς των Savatage και αφήνοντας πολλά ερωτηματικά ως προς το μέλλον τους.
2. HANDFUL OF RAIN (1994)
Ενώ οι πρώτες σκέψεις του Jon Oliva μετά το θάνατο του αδελφού του ήταν να διαλύσει τους Savatage, τελικά αποφάσισε να συνεχίσει για χάρη του Criss, αν και παραδέχτηκε ότι μετά το θάνατό του το συγκρότημα δεν θα ήταν πια το ίδιο. Φυσικά, στην απόφαση να συνεχίσει την μπάντα, σίγουρα έβαλε το χεράκι του και ο Paul O’ Neill καθώς οι Savatage ήταν το όχημα με το οποίο εκπλήρωνε και τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες. Έτσι, τον Αύγουστο του 1994, ένα χρόνο σχεδόν μετά το θάνατο του Criss Oliva , οι Savatage προχωρούν στην κυκλοφορία του όγδοου άλμπουμ τους, Handful of Rain, χωρίς πλέον κανένα από τα αδέλφια Oliva στη σύνθεσή τους. Το άλμπουμ, που οι αρχικές σκέψεις ήταν να αποτελέσει προσωπική δουλειά του Jon, γράφτηκε και ηχογραφήθηκε από αυτόν και τον Paul O’ Neill αφού τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας ήταν ακόμη επηρεασμένα ψυχολογικά από το θάνατο του Criss και δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στη διαδικασία. Ο Jon έγραψε το μπάσο και τα ντραμς και ο Paul O’ Neill τις ρυθμικές κιθάρες και τα keyboard, ενώ για τα solo έφεραν στο στούντιο τον πρώην κιθαρίστα των thrashers Testamen , Alex Skolnick. Τελικά, μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων, η τυπική σύνθεση των Savatage και αυτή που αναγράφεται στο άλμπουμ ήταν η ακόλουθη: Zachary Stevens-φωνή, Alex Skolnick-κιθάρες, Johnny Lee Middleton-μπάσο και Steve Wacholz-ντραμς. Στα live, τη θέση του Wacholz στα ντραμς είχε ο Jeff Plate (πρώην μέλος των Wicked Witch στους οποίους τραγουδούσε ο Stevens πριν έρθει στους Savatage) και τα keyboards, όπως και τη ρυθμική κιθάρα, αναλάμβανε ο Jon Oliva.
To Handful of Rain, δεδομένων των συνθηκών μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε, είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ αν και σχετικά παραγνωρισμένο. Κινείται πάνω-κάτω στο ίδιο ύφος με το Edge of Thorns, αν και σε αρκετά σημεία ακούγεται πιο «σκοτεινό» λόγω του βάρους που κουβαλάει. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η απόδοση του Skolnick στην κιθάρα, όπου αποδεικνύει πόσο μεγάλος παίκτης είναι, όχι μόνο με τα riffs και τα καταιγιστικά του σόλο, αλλά και με τα blues και jazz στοιχεία που περνάει με ταιριαστό τρόπο σε κάποια σημεία ορισμένων κομματιών. Από τα τραγούδια, αυτό που ξεχωρίζει είναι το Chance, ένα μεγαλειώδες και επιβλητικό στην εξέλιξή του κομμάτι και το πρώτο στο οποίο εμφανίζονται τα πολυεπίπεδα φωνητικά , με διαφορετικούς στίχους να επικαλύπτουν ο ένας τον άλλον σε σημείο που να ακούγονται πέντε διαφορετικές φωνητικές γραμμές ταυτόχρονα! Στο συγκεκριμένο κομμάτι, οι Savatage εγκαινιάζουν αυτή την τεχνική που θα τη συναντήσουμε περισσότερο στα επόμενα άλμπουμ τους. Εκτός του Chance, πολύ καλά κομμάτια είναι το ομώνυμο, με δομή που παραπέμπει στο Edge of Thorns, το Stare into the Sun με blues περάσματα, το επικό Castles Burning και η μπαλάντα Alone you Breathe, αφιερωμένη στον Criss Οliva. H συγκεκριμένη δουλειά, αν και λειτουργεί σε ένα σχετικά ασφαλές πλαίσιο, χωρίς ιδιαίτερους πειραματισμούς και νεωτερισμούς, αποτελεί ένα αξιοπρεπέστατο άλμπουμ και ιδιαίτερο σταθμό για το συγκρότημα, καθώς μέσα σ’ αυτό αλλά και στην περιοδεία που ακολούθησε, διοχετεύθηκε όλη η ένταση και η πίκρα της απώλειας του Criss Oliva ώστε να μπορέσει η μπάντα να αποσυμπιεστεί, να συμβιβαστεί με το τραγικό γεγονός και να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της.
JAPAN LIVE ’94 (1995)
Μετά το τέλος της περιοδείας για το Handful of Rain, οι Savatage κυκλοφόρησαν το live άλμπουμ Japan Live’94, το οποίο περιλαμβάνει την τελευταία συναυλία του tour, στην πόλη Kawasaki της Ιαπωνίας. Το setlist περιλαμβάνει τραγούδια από τα δυο τελευταία, κυρίως, άλμπουμ τους (Edge of Thorns και Handful of Rain) συν δυο-τρία παλιά κλασικά κομμάτια τους και αποτελεί μια ενδιαφέρουσα κυκλοφορία στην οποία μπορούμε να έχουμε μια ιδέα για το πώς απέδιδε ζωντανά η μπάντα εκείνη τη χρονική περίοδο.
3. DEAD WINTER DEAD (1995)
Δυο χρόνια μετά την απώλεια του Criss Oliva και ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του μεταβατικού Handful of Rain, οι Savatage επανέρχονται τον Οκτώβριο του 1995 και κυκλοφορούν το ένατο και ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους, το Dead Winter Dead. Εδώ πλέον έχουμε μια επιστροφή στο συμφωνικό hard rock/metal , κάτι που είχαμε να δούμε από το Gutter Ballet και κυρίως από το Streets. Το άλμπουμ είναι ουσιαστικά μια Rock Opera με ενιαίο στιχουργικό περιεχόμενο, κοινώς ένα concept άλμπουμ. Πριν προχωρήσουμε στο περιεχόμενο του δίσκου, ας μείνουμε λίγο στα τυπικά και συγκεκριμένα στη σύνθεση της μπάντας, η οποία έχει αλλαγές. Ο ντράμερ Steve Wacholz αποχωρεί και ουσιαστικά από το συγκρότημα (μέχρι τότε παρέμενε ως στούντιο μέλος) και αντικαθίσταται και επισήμως από τον Jeff Plate. Ο κιθαρίστας Alex Skolnick φεύγει επίσης και την θέση του παίρνει ο Αl Pitrelli, ενώ ως δεύτερος κιθαρίστας έρχεται ο Chris Caffery. Επομένως, η σύνθεση των Savatage έχει ως εξής: Zachary Stevens-φωνητικά, Chris Cafferyκαι Al Pitrelli-κιθάρες, Johnny Lee Middleton-μπάσο, Jeff Plate-ντραμς και Jon Oliva-πλήκτρα/πιάνο και δεύτερα φωνητικά. Το θέμα του άλμπουμ (σε παρένθεση, τα τραγούδια που αντιστοιχούν στα σημεία της ιστορίας).Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο μεγαλύτερο μέρος της, στην πολιορκία του Σεράγεβο της Βοσνίας Ερζεγοβίνης (1992-1995), ένα «επεισόδιο» του ευρύτερου γιουγκοσλαβικού εμφυλίου πολέμου. Οι πρωταγωνιστές είναι τρεις, ο Σερβοβόσνιος Serdjan Alescovic, η Βόσνια μουσουλμάνα Katrina Brasic και ένας γέρος τσελίστας που επιστρέφει στην πόλη μετά από χρόνια.
Κατά τη διάρκεια του άλμπουμ και μέσω των κομματιών, παρακολουθούμε τις ελπίδες που γεννιούνται μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου (1990) για καλύτερες μέρες (Sarajevo, This is the Time), την διχόνοια που αρχίζουν να σπέρνουν κάποιοι μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων της πόλης (I Am), τους βομβαρδισμούς της πόλης με όλμους από τους Σέρβους στους οποίους συμμετέχει και ο Serdjan, (Starlight), τον εξοπλισμό, αντίστοιχα, των μουσουλμανικών δυνάμεων στις οποίες συμμετέχει και η Katrina (Doesn’t Matter Anyway),την θλίψη του γέρου τσελίστα για την καταστροφή που εξελίσσεται στην πόλη του και την απόφασή του να παίζει Mozart στα συντρίμμια του σιντριβανιού της κεντρικής πλατείας κάθε βράδυ με το τσέλο του (This Isn’t What We Meant, Mozart and Madness, Memory), την συνέχιση των εχθροπραξιών (Dead Winter Dead), τον βομβαρδισμό ενός σχολείου με όλμους και τον θάνατο των παιδιών (One Child), ένα γεγονός που οδηγεί τον Serdjan να αποφασίσει να εγκαταλείψει αυτή την ανούσια διαμάχη, τον θάνατο του γέρου τσελίστα από βομβαρδισμό την ώρα που έπαιζε τσέλο την παραμονή των Χριστουγέννων (Christmas Eve/Sarajevo 12/24) και τέλος, την τυχαία συνάντηση του Serdjan και της Katrina, όταν πηγαίνουν στην πλατεία να μάθουν γιατί σταμάτησε να παίζει η μουσική και την απόφασή τους να αφήσουν πίσω την αντιπαλότητά τους και να φύγουν από την πόλη για να ζήσουν την ζωή τους μακριά από το μίσος και τον θάνατο (Not What You See). Το συγκεκριμένο άλμπουμ, αν και διατηρεί πολλά από τα στοιχεία των δυο προηγούμενων, είναι πιο συμφωνικό, πιο «θεατρικό» και ένα σκαλί πιο ελαφρύ, προφανώς για να εξυπηρετήσει το συγκεκριμένο concept. Τα πλήκτρα έχουν σημαντικό ρόλο για την δημιουργία της ατμόσφαιρας που χρειάζεται, οι κιθάρες προσφέρουν καταπληκτικές μελωδίες και τα συμφωνικά σημεία, όπου εμφανίζονται δίνουν μια μεγαλειώδη αίσθηση στα κομμάτια.
Όσον αφορά τα τραγούδια, ιδιαίτερα ξεχωρίζουν το This is the Time (1990), με το εντυπωσιακό ρεφρέν του και το τριπλό μελωδικό του σόλο, το Doesn’t matter Anyway με τον funky ρυθμό και σόλο του και φωνητικά από τον Jon Oliva, τα One Child και Not what you see, όπου έχουμε τα πολυεπίπεδα και επικαλυπτόμενα φωνητικά που πρωτοσυνατήσαμε στο Chance από το προηγούμενο άλμπουμ και το instrumental Mozart and Madness με το συμφωνικό σημείο στην μέση του που σε συνδυασμό με τις metal κιθάρες και τα τύμπανα ανεβάζουν το κομμάτι σε άλλο επίπεδο. Να σημειωθεί ότι το instrumental κομμάτι Christmas Eve (Sarajevo 12/24) εμφανίζεται και στο πρώτο άλμπουμ του project Trans-Siberian Orchestra που κυκλοφόρησε το επόμενο έτος (1996). Τέλος, ο Jon τραγουδάει σε ένα ακόμη τραγούδι, το «διαβολικό» I am και κάνει δεύτερα φωνητικά στο «σκοτεινό» Starlight. Το Dead Winter Dead αποτέλεσε ένα σημαντικό στοίχημα για την μπάντα προς την κατεύθυνση του συμφωνικού metal, το οποίο, σύμφωνα με την θετικότατη υποδοχή που είχε το άλμπουμ, κερδίθηκε και έστρωσε τον δρόμο πάνω στον οποίο θα κινούνταν στο εξής το συγκρότημα.
GHOST IN THE RUINS - A TRIBUTE TO CRISS OLIVA (1995)
Δυο μήνες μετά την κυκλοφορία του Dead Winter Dead, τον Δεκέμβριο του 1995, βγήκε στην κυκλοφορία και ένα δεύτερο live άλμπουμ, με τίτλο Ghost in the Ruins A Tribute to Criss Oliva, αφιερωμένο στον Criss Oliva, που περιλαμβάνει κομμάτια μέχρι και το GutterBallet, ηχογραφημένα από διαφορετικές εμφανίσεις μέσα στο χρονικό διάστημα 1988-1990. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κυκλοφορία που μας δίνει την δυνατότητα να ακούσουμε την απόδοση του Criss στη σκηνή.
4. THE WAKE OF MAGELLAN (1997)
Τον Σεπτέμβριο του 1997, οι Savatage επανέρχονται με το δέκατο άλμπουμ τους με τίτλο The Wake of Magellan το οποίο, μάλιστα, έχει και ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα της συνολικής τους δισκογραφίας. Επίσης, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το συγκρότημα έχει την ίδια σύνθεση με τον Jon Oliva να τραγουδάει ξανά σε δύο κομμάτια.
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΟΥΜ
Το άλμπουμ ακολουθεί το μοτίβο του προηγούμενου, είναι δηλαδή μια rock opera με ενιαίο στιχουργικό περιεχόμενο. Το θέμα του είναι εμπνευσμένο από δυο πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν το 1996, ένα χρόνο πριν τη κυκλοφορία του δίσκου. Το πρώτο αφορά το περιστατικό στο φορτηγό πλοίο Maerk-Dubai, στο οποίο ανακαλύφθηκαν τρεις Ρουμάνοι λαθρεπιβάτες και αντί ο Φιλιππινέζος καπετάνιος να τους παραδώσει στο πλησιέστερο λιμάνι, όπως προβλέπεται, τους δυο τους άφησε στην θάλασσα, 70 μίλια από το Γιβραλτάρ, σε μια αυτοσχέδια σχεδία, δίνοντάς τους σωσίβια από φελιζόλ, με αποτέλεσμα να πνιγούν και τον τρίτο τον πέταξε στη θάλασσα αφού πρώτα τον μαχαίρωσαν. Το δεύτερο γεγονός αφορά την Ιρλανδή δημοσιογράφο Veronica Guerin, η οποία δολοφονήθηκε ερευνώντας τα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών στη χώρα της.
Τα δυο αυτά περιστατικά ενέπνευσαν τον Paul O’ Neill να γράψει μια ιστορία σχετικά με έναν γεροναυτικό, τον Ferdinand Magellan (απόγονο και καλά του γνωστού συνώνυμου θαλασσοπόρου), ο οποίος απογοητευμένος και ζώντας μοναχικά, αποφασίζει να βάλει ένα τέλος στη ζωή του βγαίνοντας με την βάρκα του στον ωκεανό και πλέοντας προς μια θύελλα που βλέπει στον ορίζοντα. Πριν βγει στη θάλασσα, βρίσκει στην παραλία έναν νεαρό, νεκρό από χρήση ναρκωτικών και δίπλα του το κύμα φέρνει ένα φύλλο εφημερίδας όπου αναφέρεται η δολοφονία της Guerin ενώ, στην συνέχεια, μέσα στη θάλασσα πλέον και κατευθυνόμενος προς τη θύελλα, βλέπει στα κύματα έναν άνθρωπο έτοιμο να πνιγεί, ο οποίος προκύπτει ότι είναι λαθρεπιβάτης που τον πέταξαν από το πλοίο και τον σώζει. Όλα αυτά τον κάνουν να αναθεωρήσει την απόφασή του και να επιστρέψει σώος στην ακτή. Γενικά, το θέμα, συγκρινόμενο και με αυτό του Dead Winter Dead αλλά και με του Streets, είναι καλό μεν αλλά λίγο υπερβολικό και καταλήγει κουραστικό, αν θες να το παρακολουθήσεις μέσα από τους στίχους αλλά και τις επιπλέον σημειώσεις στο εσώφυλλο του δίσκου (ή στο βιβλιαράκι του CD).
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Ηχητικά, το The Wake of Magellan, δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα από το Dead Winter Dead, απλά έχει κάποια πιο τεχνικά σημεία σε κάποια κομμάτια και επίσης είναι ένα σκαλί πιο βαρύ όσον αφορά τα δυνατά σημεία των συνθέσεων. Δυο είναι τα τραγούδια που ξεχωρίζουν ιδιαίτερα, με πρώτο το ομώνυμο, The Wake of Magellan, που ξεκινάει αργά και ρυθμικά, με το μπάσο να πρωταγωνιστεί, αλλά στη συνέχεια κλιμακώνεται σε ένταση και καταλήγει σε ένα μεγαλειώδες ρεφρέν, για να οδηγηθεί μετά στην κορυφαία στιγμή, όπου μετά το σόλο έχουμε τα χαρακτηριστικά επάλληλα φωνητικά, με τέσσερις διαφορετικές φωνητικές γραμμές να ακούγονται ταυτόχρονα. Πραγματικά ένα επικό κομμάτι. Ακριβώς στο ίδιο στυλ, με τα πολυεπίπεδα φωνητικά και την επική ατμόσφαιρα, κινείται και το δεύτερο κομμάτι που ξεχωρίζει, το The Hourglass, το οποίο κλείνει και το άλμπουμ. Φυσικά, οι υπόλοιπες συνθέσεις δεν υστερούν, με πολύ καλές τις δύο που τραγουδάει ο Jon Oliva (Another Way και Paragons of Innocence) αλλά και το ιδιαίτερο Complaint in the System, με τον κοφτό ρυθμό του και τα «ρομποτικά» φωνητικά στο κουπλέ. Στο The Wake of Magellan, οι Savatage μετά από αρκετό καιρό, ακούγονται πιο στιβαροί και πιο δεμένοι και δείχνουν να έχουν ξεπεράσει τις άσχημες στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος προχωρώντας με μεγαλύτερη αισιοδοξία στο νέο μουσικό δρόμο που εγκαινίασαν ήδη από την προηγούμενη δουλειά τους.
5. POETS AND MADMEN (2000)
Οι Savatage φαίνεται να μην τα πηγαίνουν καλά με την ηρεμία και έτσι, ενώ όλα έδειχναν να βαίνουν ομαλά, παρουσιάστηκε νέα αναταραχή στο σχήμα. Ο Zachary Stevens αποχώρησε για προσωπικούς λόγους (απ’ ότι μαθεύτηκε κυκλοφόρησε, απέκτησε παιδί και ήθελε να αφοσιωθεί περισσότερο στην οικογένειά του) και μάλιστα το έκανε εν μέσω της σύνθεσης του νέου άλμπουμ, αναγκάζοντας τον Jon Oliva να αναλάβει ξανά, μετά από 10 χρόνια τα φωνητικά του σχήματος, κάτι βέβαια που δεν χάλασε κανέναν από τους οπαδούς των Savatage. Επιπλέον, αποχώρησε και ο κιθαρίστας Al Pitrelli για να ενταχθεί στους Megadeth και έτσι τις κιθάρες ανέλαβε αποκλειστικά ο Chris Caffery. To νέο άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2001 με τον τίτλο Poets and Madmen και είναι το μοναδικό στη συνολική τους δισκογραφία που δεν έχει ομότιτλο τραγούδι, απλά ο τίτλος του αναφέρεται στους στίχους του κομματιού Symmetry από το άλμπουμ Handful of Rain. Αξίζει να αναφερθεί το πολύ ωραίο εξώφυλλο, που σε ένα βαθμό θυμίζει αυτό του Them των King Diamond. To Poets and Madmen είναι επίσης concept και το θέμα του έχει να κάνει με τον νοτιοαφρικανό φωτορεπόρτερ Kevin Carter, βραβευμένο με Πούλιτζερ το 1994 για τις φωτογραφίες του από τον λιμό στο Σουδαν το 1993 και ο οποίος αυτοκτόνησε λίγους μήνες μετά. Όσον αφορά το ύφος του, είναι σαφώς πιο επιθετικό και βαρύτερο από τα δύο προηγούμενα και τα τραχιά, παρανοϊκά αλλά και μελωδικά, όπου χρειάζεται, φωνητικά του Jon Oliva, ενισχύουν αυτή την αίσθηση. Φυσικά, δεν λείπουν και τα γνωστά συμφωνικά μέρη, όπως και τα μελωδικό σημεία με συνοδεία πλήκτρων, όμως σε γενικές γραμμές, ο δίσκος είναι λιγότερο ορχηστρικός από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του σχήματος, χωρίς αυτό βέβαια να θεωρείται αρνητικό.
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Τα κομμάτια του δίσκου είναι πολύ καλά, με μεγαλύτερη ποικιλία και έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να σταθούν άνετα και ανεξάρτητα, όχι αποκλειστικά ως μέρη ενός ενιαίου συνόλου όπως είναι οι rock όπερες. Δύο από αυτά ξεχωρίζουν άμεσα: το Commissar, single του άλμπουμ, ένα τραγούδι με ιδανική κλιμάκωση και εντυπωσιακό σόλο και το επικό Morphine Child, μια μικρή rock όπερα στο ευρύτερο πλαίσιο του άλμπουμ, με διαφορετικά μέρη κατά την ανάπτυξή του και με τις κλασικές πλέον επικαλυπτόμενες φωνητικές γραμμές. Πραγματικό διαμάντι, άνετα το καλύτερο του δίσκου και ένα από τα καλύτερα της συνολικής δισκογραφίας των Savatage. Αξίζουν να αναφερθούν επίσης το εναρκτήριο Stay with me a While, που μας δίνει μια ιδέα του πώς θα ξεδιπλωθεί το άλμπουμ, το επιβλητικό There in the Silence, το The Rumor, με την εναλλαγή μεταξύ ακουστικού/μελωδικού κουπλέ και επιθετικού ρεφρέν και τέλος η όμορφη μπαλάντα Back to a Reason. Το Poets and Madmen είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ που έχει φυσικά το πλεονέκτημα να έχει πάλι στα φωνητικά τον μεγάλο Jon Oliva. Δυστυχώς, την εποχή που κυκλοφόρησε, αν κι έλαβε καλές κριτικές, δεν προωθήθηκε περισσότερο από τον μουσικό metal τύπο και τα λοιπά μέσα με αποτέλεσμα να είναι σχετικά αγνοημένο σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες. Επιπλέον, έχει και το «μειονέκτημα» να είναι η τελευταία στούντιο κυκλοφορία των Savatage, οι οποίοι, μετά την ολοκλήρωση της περιοδείας για την κυκλοφορία του, μπήκαν στον πάγο και, πέρα από κάποιες σποραδικές εμφανίσεις σε διάφορα φεστιβάλ, μόνο πολύ πρόσφατα, το 2024 -2025 αποφάσισαν να ενεργοποιηθούν ξανά, με σκοπό να ηχογραφήσουν νέο άλμπουμ, 25 χρόνια μετά το τελευταίο και με πιθανό τίτλο Curtain Falls.
TI EKANAN METAΞΥ 2002 ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ (2025)
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όταν τελείωσε η περιοδεία για το Poets and Madmen, οι Savatage μπήκαν στον πάγο καθώς οι βασικοί συνθέτες της μπάντας, Jon Oliva και Paul O’ Neill, αποφάσισαν να επικεντρωθούν στο project Trans-Siberian Orchestra που ήταν ενεργό από το 1996, είχε τεράστια απήχηση στις ΗΠΑ και, όπως είχε δηλώσει εκείνη την εποχή ο Jon, με αυτό κατάφερναν να έχουν χρηματικές απολαβές και να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους ενώ με τους Savatage έμπαιναν μέσα. Για την προσωπική του ευχαρίστηση, ο Jon δημιούργησε το 2003 την μπάντα Jon Oliva’s Pain που έμεινε ενεργή έως το 2019 και κυκλοφόρησε τέσσερα άλμπουμ. Επίσης, o Jon κυκλοφόρησε ένα ακόμη προσωπικό άλμπουμ το 2013 με τίτλο Raise the Curtain κάτω από το όνομα Oliva. Από την ευρύτερη οικογένεια των Savatage, ο Zachary Stevens, μετά την αποχώρησή του από το σχήμα δημιούργησε την προσωπική του μπάντα Circle II Circle η οποία είναι ενεργή έως σήμερα και έχει κυκλοφορήσει εφτά άλμπουμ. O κιθαρίστας Chris Caffery έχει συμμετάσχει – είτε ενεργά είτε ως συνθέτης - στους Trans-Siberian Orchestra, Jon Oliva’s Pain, Circle II Circle ενώ έχει κυκλοφορήσει και έξι προσωπικά άλμπουμ. Όσον αφορά τους Trans-Siberian Orchestra, στις συναυλίες που έδιναν ακούγονταν όλο και περισσότερα τραγούδια των Savatage, ενώ στο project αυτό έχουν συμμετάσχει κατά καιρούς όλα τα μέλη που έχουν περάσει από τους τελευταίους. Μόνο ο ντράμερ Steve Wacholz δεν είχε ποτέ ανάμειξη στους TSO, αλλά το 2010 έφτιαξε μια μπάντα, τους Reverence,
Γενικά, σε όλο αυτό το διάστημα αδράνειας των Savatage, υπήρχαν φήμες για επανένωση αλλά αυτό έγινε μόνο μια φορά, το 2015 και για μία μόνο εμφάνιση, στο φεστιβάλ του Wacken. Αυτά μέχρι το 2023, όπου ο Jon Oliva ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ξαναβάλει μπροστά το συγκρότημα και να προχωρήσει στη δημιουργία νέου άλμπουμ. Ήδη, την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι Savatage έχουν ξεκινήσει τις ζωντανές τους εμφανίσεις με τη σύνθεση Oliva/Stevens/Pitrelli/Caffery/Middleton/Plate και αναμένονται να παίξουν και στη χώρα μας στις 28/6/2025 στο πλαίσιο του Rockwave Festival, ενώ το νέο άλμπουμ, όπως γράφτηκε και πιο πάνω, αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του 2026.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1993-2001
- Edge of Thorns
- Conversation Piece
- All that I Bleed
- Handful of Rain
- Chance
- Alone You Breathe
- This is the Time (1990)
- Not what you See
- The Wake of Magellan
- The Hourglass
- There in the Silence
- Commissar
- Morphine Child
Την άλλη Κυριακή: Mike Portnoy ξέρω τι έκανες όταν δεν έπαιζες στους Dream Theater
ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ
13/7/25


Δημοσίευση σχολίου