ΚΙ ΟΜΩΣ ΟΙ DEEP PUPRLE ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΟΥΝ ΤΟ MADE IN JAPAN!!!!!!!!!


Το καλοκαίρι του 1972, οι Deep Purple βρίσκονταν στο απόγειο της καριέρας τους. Με τη θρυλική και απαράμιλλη Mk II(Ian Gillan, Roger Glover, Ritchie Blackmore, Jon Lord και Ian Paice) κι έχοντας ηχογραφήσει 3 μοναδικά studio άλμπουμ, τα In Rock, Fireball και Machine Head, αποτελούσαν μαζί με τους Led Zeppelin, Black Sabbath και Uriah Heep, την Αγία Τετράδα του βρετανικού hard rock. Παρ΄όλη τη μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, είχαν μόνο μια επιτυχία στους μικρούς δίσκους με το Hush(Νο4), ενώ τα Kentucky Woman (No38), River Deep – Mountain High (No 53), Black Night(No66),  αλλά και Woman from Tokyo (No60), δεν μπορούν να υπολογιστούν ούτε σαν «μικρές επιτυχίες»».
Θα χρειαζόντουσαν το αθάνατο Smoke on the Water(Νο4) για να καταλάβουν οι Αμερικάνοι/νίδες, τι εστί hard rock.
 Το απίστευτο ήταν ότι το συγκρότημα αντιδρούσε στην ιδέα να κυκλοφορήσουν ένα live άλμπουμ, παρ΄όλη την καλή φήμη που είχαν για τις σκηνικές τους παρουσίες, θεωρώντας μάταιες τέτοιες προσπάθειες να αιχμαλωτίσουν τη σκηνική τους δύναμη. «Μισούσαμε την ιδέα των ζωντανών άλμπουμ για ένα συγκρότημα που ήταν τόσο καλό live», παραδέχτηκε ο Lord στην εκπομπή Behind the Music του VH1. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την κυκλοφορία μιας σειράς από bootlegs (τότε άρχισαν να γίνονται γνωστά!), συμπεριλαμβανομένου του H Bomb από μια συναυλία του 1970 στη Γερμανία, που βέβαια είχε κακό ήχο. Γνωστή είναι η ιστορία όπου τα καταστήματα η Virgin Records του Richard Branson, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση όταν διαπίστωσαν ότι τα ράφια τους ήταν γεμάτα από το το δίσκο, που δεν ήταν επίσημος και αντιμετώπιζαν σοβαρό νομικό πρόβλημα.


Η εκπληκτική ανταπόκριση των γιαπωνέζων στα τραγούδια τους, τούς ώθησε να προγραμματίσουν ημερομηνίες τον Αύγουστο του 1972 και να δώσουν τρεις συναυλίες στο Festival Hall της Οσάκα και στο Nippon Budokan στο Τόκιο, με τα εισιτήρια να εξαντλούνται γρήγορα. Η Warner Bros Records, που είχε τα δικαιώματα στην Ιαπωνία και Αμερική (σ.σ. για πολλά χρόνια, συγκροτήματα και καλλιτέχνες μπορούσαν να υπογράφουν σε διαφορετικές δισκογραφικές εταιρείες σε Ευρώπη και Αμερική, κάτι που σταμάτησε στα τέλη της δεκαετίας του 70), ηχογράφησε τις  συναυλίες, αφού συγκρότημα και εταιρεία έκαναν μια συμφωνία, με όρους, όπου οι Deep Purple έπρεπε να ελέγξουν προσωπικά τον εξοπλισμό, να χρησιμοποιήσουν τον δικό τους μηχανικό ηχογράφησης και να έχουν τον τελευταίο λόγο για την κυκλοφορία, κάνοντας όσο μπορούσαν τη ζωή της εταιρείας δύσκολη, για να μην ηχογραφήσουν! Προιστάμενος σε όλη την ηχογράφηση ήταν ο Martin Birch, ο οποίος χειριζόταν την 8κάναλη κονσόλα, έκανε την μίξη, με το συγκρότημα να επιτρέπει να καταγραφούν οι τρεις συναυλίες τους, με τη δεύτερη συναυλία στην Οσάκα να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που τελικά χρησιμοποιήθηκε. «Τελικά το ακούσαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε κάτι μάλλον υπέροχο», ομολόγησε ο Lord. Το Made in Japan κυκλοφόρησε στην Αμερική στις 30 Μαρτίου 1973, παρά την επιμονή του συγκροτήματος να κυκλοφορήσει για 2 μήνες αποκλειστικά στην Ιαπωνία και σταμάτησε στο Νο 6 στο αμερικάνικο chart του Billboard, κατακτώντας τον άτυπο τίτλο του άλμπουμ με την υχηλότερη θέση στο αμερικάνικο chart. Για την ιστορία, το Machine Head σταμάτησε στο Νο7καιτ ο Perfect Strangers στο Νο 17.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

23/3/26
 

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment
  1. Το αστείο είναι ότι το πρώτο σημαντικό άλμπουμ τους ήταν live από το Royal Albert Hall!

    ΑπάντησηΔιαγραφή