O Chris Rea λάτρευε την οδήγηση και είχε πάθος με τα παλιά αυτοκίνητα, μάλιστα κάποτε αγωνίστηκε σε αγώνα ράλι. Ένας οδηγός σαν αυτόν δεν αντέχει το μποτιλιάρισμα ή οτιδήποτε αναγκάζει το αυτοκίνητό του να κινείται με ρυθμό χελώνας. Έτσι το να βρεθεί βαλτωμένος στον αυτοκινητόδρομο M4 στην Αγγλία, ανάμεσα σε αμέτρητα αυτοκίνητα, είναι κάτι που δε χωνεύεται εύκολα. Η κατάσταση γίνεται αφόρητη σε σημείο που φαντάζεται το φάντασμα της μητέρας του, που είχε πεθάνει το 1983, να πλησιάζει το αυτοκίνητό του για να τον προειδοποιήσει ότι βρίσκεται στον «Δρόμο προς την Κόλαση». Μια διαδρομή που σίγουρα δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα και στο μυαλό του Rea μεταφορικά αντιστοιχεί σε όλα τα δεινά της κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του '80 στη Βρετανία.
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Με ένα αριστοτεχνικό μείγμα ροκ και μπλουζ που αποτυπώνει τη ζοφερότητα και το άγχος της σύγχρονης ζωής στα τέλη της δεκαετίας του '80, το δέκατο στούντιο άλμπουμ του Chris Rea, The Road To Hell, είναι μια μνημειώδης κυκλοφορία, που δεν είναι μόνο ο καλύτερος δίσκος του, αλλά και ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 1989. Σε μεγάλο βαθμό η γοητεία του The Road To Hell οφείλεται στη συνοχή του, καθώς κάθε τραγούδι συνδυάζεται άψογα και συμπληρώνει αυτό που προηγήθηκε με μια προσέγγιση που μοιάζει με concept άλμπουμ. Η αρχή γίνεται με το The Road To Hell, Pt. 1 που ανοίγει το άλμπουμ με ένα ατμοσφαιρικό, σχεδόν απόκοσμο ηχητικό τοπίο, που δίνει τον τόνο για τη μουσική που πρόκειται να ακολουθήσει. Η υπερβολικά μεγάλη εισαγωγή είναι τόσο φιλόδοξη όσο και περιττή, αλλά μόλις τα φωνητικά του Rea ακουστούν, σε πλημμυρίζουν με συναισθήματα.
Το The Road To Hell, Pt. 2 παίρνει τη σκυτάλη απρόσκοπτα από το Pt.1 και είναι πιο ρυθμικό και rock. Διαθέτει ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα κιθαριστικά riff του Rea, ένα riff που συναγωνίζεται μόνο κορυφαίους κιθαρίστες όπως ο Mark Knopfler (Dire Straits) και ο Eric Clapton. Δεν πρόκειται για ένα απλό hit, αλλά για μια σύγχρονη κοινωνική παραβολή. Ο αυτοκινητόδρομος γίνεται σύμβολο μιας κοινωνίας που κινείται γρήγορα προς την πρόοδο, αλλά αργά προς την ανθρωπιά. Ο Rea δεν φωνάζει, μόνο παρατηρεί. Και αυτή ακριβώς η ψύχραιμη αφήγηση κάνει το μήνυμα πιο ανησυχητικό. Το You Must Be Evil συνεχίζει την πλούσια blues ενορχήστρωση που υποστηρίζει τέλεια τα φωνητικά του Rea. Ενώ τα δεύτερα φωνητικά δεν είναι τόσο εμφανή στη σύγχρονη μουσική όσο ήταν κάποτε, στην περίπτωση του You Must Be Evil ανεβάζουν το τραγούδι σε ένα εντελώς άλλο επίπεδο, με αποτέλεσμα μια μελωδία που σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας νότα. Το τραγούδι έχει ειρωνική και σαρκαστική διάθεση. Ο Rea ασκεί κριτική στην εξουσία, στην υποκρισία, στη δαιμονοποίηση όσων «δεν ταιριάζουν» στο σύστημα. Οι στίχοι δείχνουν πώς η κοινωνία συχνά χαρακτηρίζει ως κακούς όσους απλώς σκέφτονται διαφορετικά. Το Texas δεν πρέπει να συγχέεται με το ομώνυμο τραγούδι από το άλμπουμ του Rea του 1983, Water Sign, αφού είναι εντελώς διαφορετικές μελωδίες. Αυτό το τραγούδι συγκρατεί ελαφρώς το ρυθμό, σε σύγκριση με τα προηγούμενα, αλλά η χαλαρή προσέγγισή του επιτρέπει στην αφήγηση της Rea να λάμψει καλύτερα από ποτέ. Εδώ ο κεντρικός χαρακτήρας στο άλμπουμ σκέφτεται το Τέξας και φαντάζεται πόσο υπέροχο θα ήταν να ζεις εκεί, μακριά από τα πλήθη και την κίνηση.
Το Texas λειτουργεί συμβολικά ως τόπος διαφυγής και εσωτερικό καταφύγιο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και απλότητα Το Looking for a Rainbow εξερευνά τα θέματα της ελπίδας και της επιδίωξης μιας καλύτερης ζωής. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενός ουράνιου τόξου χρησιμεύει ως σύμβολο της φιλοδοξίας για ένα καλύτερο μέλλον. Παρότι το άλμπουμ έχει σκοτεινή θεματολογία, το τραγούδι αυτό μιλά για την ανάγκη να πιστέψεις σε κάτι καλύτερο, την ελπίδα που γεννιέται μετά τη δυσκολία. Το Your Warm And Tender Love είναι μια υπέροχη μελωδία σε στυλ μπαλάντας, που δείχνει πόσο εξαιρετικός είναι ο φωνητικός έλεγχος του Rea, καθώς η στιχουργική του απόδοση είναι τόσο ξεκάθαρη που θα ορκιστείς ότι ο Chris είναι στο δωμάτιο μαζί σου. Το Daytona, με το χαρακτηριστικό σόλο είναι από τα πιο δυναμικά και κομμάτια του άλμπουμ. Το That's What They Always Say, αν και έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός τραγουδιού που προορίζεται να γίνει επιτυχία, δεν κατάφερε να βάλει φωτιά στα charts, όταν κυκλοφόρησε ως το δεύτερο σινγκλ από το άλμπουμ. Ένα τραγούδι για τα κοινωνικά στερεότυπα και τις εύκολες απαντήσεις. Ο Rea σχολιάζει πώς οι άνθρωποι συχνά, αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν την αλήθεια, κρύβονται πίσω από φράσεις-κλισέ και επαναλαμβάνουν ό,τι πάντα λέγεται. Η ερμηνεία του Rea ενισχύει το μήνυμα απογοήτευσης και σκεπτικισμού που εκπέμπει το τραγούδι. Το I Just Wanna Be With You έχει έναν αισιόδοξο και πιασάρικο ρυθμό που σε παρακινεί να τον ακολουθήσεις. Το Tell Me There's A Heaven είναι ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια τού άλμπουμ. Τα γεμάτα συναίσθημα φωνητικά του Rea υποστηρίζονται από μια πλούσια ενορχήστρωση που δημιουργεί ένα δυνατό και συγκινητικό φινάλε στο άλμπουμ.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Το εξώφυλλο του άλμπουμ The Road to Hell είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και ουσιαστικά στην καριέρα του Chris Rea, καθώς δεν λειτουργεί απλώς διακοσμητικά, αλλά ως οπτική προέκταση του περιεχομένου του δίσκου. Απόκοσμο εξώφυλλο με έναν κύβο που αιωρείται στο διάστημα. Στο οπισθόφυλλο και στο εσώφυλλο παρατηρούμε εικόνες στις οποίες κυριαρχεί η παρουσία του ουράνιου τόξου, βλέπουμε τη νυχτερινή όψη ενός αυτοκινητοδρόμου να φωτίζεται από τα αναμμένα φώτα ενός αυτοκινήτου. Εικόνες που δημιουργούν αίσθηση νυχτερινής ασφυξίας. Δεν εμφανίζεται ο ίδιος ο Chris Rea στο εξώφυλλο — μια συνειδητή επιλογή που ενισχύει τον απρόσωπο χαρακτήρα της εικόνας. Ο Adrian Chesterman είναι ο δημιουργός του εξωφύλλου, όπως και για αρκετά άλλα μεταξύ των οποίων και το άλμπουμ Bomber των Motörhead.
ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΜΕΤΑ
Το The Road to Hell έγινε το πρώτο Νο. 1 άλμπουμ του Chris Rea στη Μεγάλη Βρετανία και παρέμεινε στην κορυφή για τρεις εβδομάδες. Στις ΗΠΑ είχε μέτρια παρουσία, φτάνοντας περίπου στο No. 107 του Billboard 200. Πολύ ισχυρή ήταν η απήχηση σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη (π.χ. Αυστρία, Γερμανία, Ελβετία και Σκανδιναβία), όπου βρισκόταν ψηλά στους πίνακες πωλήσεων και airplay – γεγονός που συνέβαλε σημαντικά στις συνολικές πωλήσεις του. Το άλμπουμ τελικά έγινε 6 φορές πλατινένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο, με πωλήσεις που ξεπερνούν το 1,8 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο εκεί. Μετά το The Road to Hell ο Chris Rea βρέθηκε στο απόλυτο δημιουργικό και εμπορικό του αποκορύφωμα, αλλά η πορεία του πήρε μια ενδιαφέρουσα και όχι προφανή κατεύθυνση. Δεν προσπάθησε απλώς να επαναλάβει την επιτυχία, αλλά εξελίχθηκε. Δύο χρόνια μετά, κυκλοφορεί το Auberge, ένα άλμπουμ που θεωρείται το αδελφό έργο του The Road to Hell, καθώς κινείται στο ίδιο blues-rock ύφος, το οποίο σημειώνει τεράστια εμπορική επιτυχία (No.1 στο Ηνωμένο Βασίλειο).
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Υπάρχουν άλμπουμ που απλώς καταγράφουν την εποχή τους και άλλα που εμβαθύνουν σ’ αυτή και δε φοβούνται να ξεσκεπάσουν τις σκοτεινές πλευρές της. Το The Road to Hell του Chris Rea ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για τον δίσκο που όχι μόνο καθιέρωσε εμπορικά τον Βρετανό τραγουδοποιό, αλλά αποκάλυψε στο ευρύ κοινό έναν δημιουργό με βαθιά κοινωνική συνείδηση και σπάνια αφηγηματική δύναμη. Μουσικά, ο Rea πατά γερά στο blues rock, με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή του και την καπνισμένη slide κιθάρα να λειτουργούν ως αφηγητές μιας σκοτεινής ιστορίας. Η παραγωγή είναι στιβαρή, αλλά όχι υπερβολική, αφήνοντας χώρο στη μελωδία και στους στίχους να αναπνεύσουν, κάτι που σπανίζει για τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Εκεί που το The Road to Hell ξεχωρίζει πραγματικά είναι στη συναισθηματική του ειλικρίνεια. Ο Chris Rea δεν προσποιείται τον επαναστάτη ούτε τον ποιητή του περιθωρίου. Γράφει ως ένας άνθρωπος της καθημερινότητας που βλέπει τον κόσμο να αλλάζει και νιώθει ότι κάτι ουσιαστικό χάνεται στη διαδρομή. Τριάντα και πλέον χρόνια μετά, το άλμπουμ ακούγεται τρομακτικά επίκαιρο. Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, ταχύτητας και κοινωνικής απομόνωσης, το The Road to Hell παραμένει ένας μουσικός καθρέφτης που δεν χαρίζεται στον ακροατή.
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
21/1/26



Δημοσίευση σχολίου