CAMEL: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ SOUDTRACK ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

 

Το αδυσώπητο ρολόι του χρόνου, γυρνάει πίσω στο 1971 όταν τα αδέλφια  Andrew(κιθάρα) και Ιan Latimer (μπάσο, τραγούδι) από το Guildford του Surrey μαζί με άλλους 2 φίλους τους σχηματίζουν τους Phantom Four. Σύντομα αλλάζουν το όνομά τους σε Strange Brew, με τον Ian Latimer να αποχωρεί λόγω…γάμου. Οι εναπομείναντες, ξεκινούν για ανεύρεση νέων μουσικών που θα τους πλαισιώσουν και τους βρίσκουν στα πρόσωπα των άγνωστων Andy Ward (ντραμς) και Doug Ferguson (μπάσο) με το συγκρότημα να μετονομάζεται σε σκέτο Brew, κάνοντας εμφανίσεις σε τοπικά clubs. O Ferguson βρέθηκε μέσω αγγελίας κι ήταν αυτός που πρότεινε τον 14χρονο(!) Ward για τη θέση του ντράμερ. Το συγκρότημα ηχογραφεί ένα demo που φθάνει στα χέρια του πρώην εκδότη τραγουδιών των Beatles, Dick James, που στο μεταξύ έχει σχηματίσει τη δισκογραφική εταιρεία DJM. Ο James  δείχνει να ενδιαφέρεται, όχι όμως για να τους υπογράψει σαν αυτόνομο συγκρότημα, αλλά σαν back up του τραγουδιστή της εταιρείας Philip Goodhand. Απογοήτευση… περίμεναν κάτι καλύτερο.

Έτσι ξεικινά η ιστορία των Camel, ενός από τα συγκροτήματα που έγραψαν μια από τις ωραιότερες και μελωδικότερες ιστορίες στο Βρετανικό βιβλίο του progressive rock. Και για να πούμε και την πικρή αλήθεια, ποτέ δεν πήραν τα εύσημα που εισέπραξαν οι Genesis, Yes, Emerson Lake and Palmer ακόμα και οι King Crimson. Μέρη από το παρακάτω κείμενο, προέρχονται από την συνέντευξη που είχα με τον Andi Latimer κατά τη διάρκεια του γεύματος πριν τη μοναδική τους συναυλία, στο εστιατόριο Αλεξάνδρα στην Πλτ. Αργεντινής στη Λ.Αλεξάνδρας, το ίδιο βράδυ της συναυλίας.
Χωρίς να έχουν άλλη επιλογή, δέχονται και ηχογραφούν μαζί του το άλμπουμ I Think I’ll write a Song που δεν γνώρισε επιτυχία κι έτσι οι DJM δεν τους ανανέωσε το συμβόλαιο. Απογοητευμένοι από την εξέλιξη, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να προσθέσουν πλήκτρα  στον ήχο τους και βάζουν αγγελία στη μουσική εφημερίδα Melody Maker για πιανίστα. Ο Peter Bardens ήταν αυτός που είχε τα περισσότερα προσόντα (ακόμα κι από τους ίδιους) αφού είχε σοβαρή εμπειρία παίζοντας με τους Shotgun Express (τραγουδούσε ο Rod Stewart), Them (Van Morrison) Pete&Lonners (Peter Green και Mick Fleetwood)αλλά και 2 προσωπικά άλμπουμ!!!!  Με τον Barden στη σύνθεσή τους, οι Latimer, Ward και Ferguson παίζουν στο Μπέλφαστ με το όνομα Peter Bardens On σε ημερομηνίες κλεισμένες από τον Bardens. Γρήγορα κατέληξαν στο Camel χωρίς να θυμούνται πως(!) αν και υπάρχει η φήμη ότι ήταν πρόταση του Bardens, αφού προηγουμένως δοκίμασαν τα Blue Notes and the Dosgy Runs και Brew.
Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΟΥΣ ΣΑΝ CAMEL


Ήταν 4 Δεκεμβρίου 1971 και οι Latimer, Ward, Ferguson και Bardens, πραγματοποιούν την πρώτη συναυλία τους στο Waltham Forrest Technical College, support των Wishbone Ash. Λίγο αργότερα υπογράφουν στην  MCA Records και κυκλοφορούν το πρώτο δίσκο τους με τίτλο το όνομά τους. Απορίας άξιο, πως αυτό το καλό άλμπουμ δεν γνώρισε επιτυχία στην εποχή του, ακόμα κι αν βοηθήθηκε από 9μηνη(!) περιοδεία. Στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του πούλησε 5.000 αντίτυπα, νούμερο πολύ μικρό για να τους ανανεώσει το συμβόλαιο. Πως ένα τόσο ώριμο πρώτο άλμπουμ με πανέμορφα τραγούδια σαν τα "Slow Yourself Down" και "Never Let Go", πέρασε και δεν άγγιξε. Έτσι  το συγκρότημα με τη βοήθεια των manager τους στην Gemini Artists που αργότερα μετονομάστηκε σε Gema Records, τούς βοήθησε να υπογράψουν στην ανερχόμενη Deram και να κυκλοφορήσουν το δεύτερο και πολύ καλό άλμπουμ τους Mirage (1974, Νο 149 Αμερική) που για μια ακόμα φορά αποτυγχάνει εμπορικά στη χώρα τους. Τα "The White Rider", "Lady Fantasy" και"Nimrodel/The Procession/The White Rider" είναι επηρεασμένα από το βιβλίο The Lord of the Rings του Tolkien τα οποία είχε διαβάσει ο Latimer (σ.σ. το οποίο τότε εμείς δεν γνωρίζαμε καν την ύπαρξή του). To "The White Rider" αναφέρεται στον Gandalf, το «Nimrodel» στη λίμνη που βρίσκεται στο δάσος Lorien, ενώ ο Doug Ferguson είχε προτείνει ολόκληρο το άλμπουμ να βασιστεί στα βιβλία του Tolkien καθώς όλα τα μέλη του συγκροτήματος ήταν φανατικοί αναγνώστες του. Παρ όλες τις καλές κριτικές που πήρε ο δίσκος, δεν πήγε καθόλου καλά εμπορικά  και  βοήθησε του Βρετανούς που ήδη έχουν υποδεχτεί το progressive, να ανακαλύψουν αυτό το πολύ καλό άλμπουμ αλλά και συγκρότημα. Όλα τα φώτα πέφτουν στους Yes, Emerson Lake and Palmer, Pink Floyd και King Crimson, με αποτέλεσμα το πολύ καλό Mirage να περάσει απαρατήρητο, παρ΄ όλο που οι μελωδίες τους είναι κατά πολύ ανώτερες. Να σας πω ότι τότε στη μακρινή Ελλάδα, οι Camel είχαν αποκτήσει ένα μικρό αλλά αναπτυσσόμενο κοινό, που με τα χρόνια πολλαπλασιάστηκε.  Η παραγωγή του Mirage έγινε από τον Dave Hitchcock ο οποίος είχε ήδη δουλέψει με τους Genesis και Caravan. Οι περισσότερες συνθέσεις που ανήκουν στους Latimer και Bardens, γραφτήκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης μεγάλης περιοδείας τους και είχαν δοκιμαστεί live μπροστά στο κοινό.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία για το εξώφυλλο που είναι ίδιο με ένα πακέτο τσιγάρων Camel! Αυτό τους δημιούργησε πρόβλημα στην Αμερική, που το εκεί τμήμα της εταιρείας τσιγάρων τους ζήτησε να το αλλάξουν, σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό που ζήτησε να συνεργαστούν. Μια συνεργασία που βρήκε απρόθυμο το συγκρότημα αλλά μετά από συμφωνία του manager του, η καπνοβιομηχανία τύπωσε ειδικά μικρά πακέτα των 5 τσιγάρων όπου στην πίσω πλευρά τους γραφόντουσαν τα τραγούδια και τα διένεμε στις συναυλίες τους! Σύμφωνα με τον Latimer, η ιδέα δεν άρεσε καθόλου στο συγκρότημα αφού είχε συνδεθεί το τσιγάρο με τον καρκίνο του πνεύμονα. Το μόνο ευχάριστο ήταν ότι διένειμαν δωρεάν εκατοντάδες πακέτα στη συναυλία τους στη φυλακή Wandsworth κατά τη διάρκεια συναυλίας τους. Κι επειδή το ένα φέρνει το άλλο, στελέχη της βρετανικής Camel, επεσκέφτηκαν το συγκρότημα στο studio για να ακούσουν πως πάνε οι ηχογραφήσεις!!! Εκεί τους πρότειναν τίτλους για τα κομμάτια τους, με τον Bardes εκνευρισμένο να λέει ότι θα το ονομάσουν Twenty sticks off Cancer! Ακόμα είχαν την φαεινή ιδέα να καλύψουν τους ενισχυτές  με δέρματα για να …φαίνονται σαν καμήλες.

Φυσικά όλα αυτά δεν άρεσαν στο συγκρότημα που σύντομα σταμάτησε τη συνεργασία με την καπνοβιομηχανία. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που οι χορηγίες ήταν …όνειρο. Όσο για το αμερικάνικο εξώφυλλο, δεν γεννάται αμφιβολία είναι εκτός τόπου και χρόνου.
Η ευρωπαϊκή περιοδεία, μετακόμισε στην Αμερική όπου είχε μεγάλη επιτυχία και το συγκρότημα την επέκτεινε για ορισμένες ακόμα ημερομηνίες. Είναι απίστευτο πως το βρετανικό κοινό δεν συγκινήθηκε από τις μελωδίες τους και…συγκινήθηκε το αμερικάνικο που εκείνη την εποχή αγόραζε κατά εκατομμύρια τα Thick as a Brick και Fragile. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιοδείας, το συγκρότημα συνέθεσε αρκετά από τα κομμάτια που θα παρουσίαζε στο επόεμνο άλμπουμ του που θα ήταν concept (με κεντρική ιδέα). Με την κυκλοφορία του Mirage, οι Camel έβαλαν το θεμέλιο λίθο του πρώτου από τα τρία πολύ καλά άλμπουμ που ξεχώρισαν.
ΠΩΣ ΚΑΤΕΛΗΞΑΝ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ PAUL GALLICO
Το επόεμνο άλμπουμ ήταν το Snow Goose(1975, Νο 22 Μ.Βρετανία, Νο 162 Αμερική) και ήταν το concept άλμπουμ που είχε προτείνει ο Ferguson. Η αρχική ιδέα ήταν του Bardens, που πρότεινε να βασιστούν στο βιβλίο του Herman Hesse, Siddhartha και το συγκρότημα μπαίνει στο studio και ηχογραφεί το τραγούδι “Riverman” με παραγωγό τον David Hitchcock που τελικά δεν τους ικανοποιεί και δεν το κυκλοφορούν. Τότε ο Bardens προτείνει ένα άλλο βιβλίο του Hesse, το Steppenwolfαλλά και πάλι δεν τους «βγαίνει και καταλήγουν στην πρόταση του Ferguson. Εξ ολοκλήρου ορχηστρικό, το Snow Goose χωρίζεται σε 16 κομμάτια, όλα συνθέσεις των Bardens/Latimer και είναι το εμπορικότερο της δισκογραφίας τους. Σε ερώτησή μου, ποια είναι τα 3 αγαπημένα του άλμπουμ, ο Latimer μου είχε απαντήσει το Snow Goose, το Dust and Dreams και Monnmadness. Η έμπνευση της μουσικής έχει προέλθει από τη ομώνυμη νουβέλα του Paul Gallico με το συγγραφέα να είναι φανατικός αντικαπνιστής.
Στην αρχή δεν είχε δώσει την ανάλογη βαρύτητα γιατί πίστευε ότι το συγκρότημα ήταν ένα διαφημιστικό τρικ της ομώνυμης κανπνοβιομηχανίας αλλά ξαφνικά άλλαξε θέση και δεν τους έδωσε άδεια για να χρησιμοποιήσουν το νουβέλα του. Έτσι το συγκρότημα για να αποφύγει νομικά προβλήματα, γράφει στο εξώφυλλο Music Inspired by….  . Το Snow Goose, ένα πραγματικό αριστούργημα, "συλλαμβάνει” το συγκρότημα σε μια δημιουργική περίοδο, που τους οδηγεί στις 17Οκτωβρίου 1975 στο Royal Albert Hall όπου μαζί με τον London Symphony Orchestra που τη διεύθυνε ο David Bedford (είχε δουλέψει με τον Mike Oldfield) ερμηνεύουν ολόκληρο το άλμπουμ (ή καλύτερα έργο). Εκείνη η ηχογράφηση παρουσιάστηκε στο πρώτο live άλμπουμ τους με τίτλο A Live Record ( 1978) για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω. Η ιστορία του Snow Goose μιλάει τον Rhayader, ένα μοναχικό άτομο που ζει σε ένα φάρο στους βάλτους, ώσπου μια ημέρα βρίσκει μια τραυματισμένη χήνα. Την περιθάλπτει μαζί με τη βοήθεια ενός μικρού κοριτσιού, της Fred. H χήνα θεραπεύεται και φεύγει με τη Fred να σταματά να επισκέπτεται τον Rhayader, που ξανά βρίσκει τη χήνα(!)  κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Rhayader σκοτώνεται και η χήνα ονομάζεται Perdue. Στην ουσία η νουβέλα του Gallico δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παραμύθι για το κακό και τον πόνο που σκορπάει πόλεμος.
Η ομορφιά του Snow Goose αναγνωρίζεται, και η Melody Maker τους χαρακτηρίζει σαν τη «σημαντικότερη ελπίδα», που συνδυάζεται με μια εμφάνιση στη δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή Old Grey Whistle Test. Βλέποντας την γενικότερη επιτυχία τους, η Decca κυκλοφορεί το single "Flight of the Snow Goose" αν και κατά την άποψή μου, το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ είναι το “Rhayader goes to town”.


Κατ΄εξοχή ορχηστρικό συγκρότημα οι Camel, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Snow Goose είχε πέσει η ιδέα στο κενό μεταξύ των τραγουδιών, να υπάρχει αφηγητής που να διαβάζει μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά την ιδέα την μπλόκαρε η εταιρεία που είχε τα δικαιώματα του βιβλίου. Κρίμα, θα πούλαγαν περισσότερο!  
 Με τους Andrew Latimer και Peter Bardens σε δημιουργικό και συνθετικό οίστρο, οι Camel κυκλοφορούν τον Μάρτιο του 1976 το τέταρτο studio άλμπουμ τους με τίτλο Moonmadness (Νο 15 Μ.Βρετανία, Νο 118 Αμερική) σε παραγωγή του Rhett Davis που πλούτισε τον ήχο τους με λίγα αλλά ενδιαφέροντα jazz και space  στοιχεία. Γενικά, στο θέμα της παραγωγής η βοήθεια που πήραν από τον Davis ήταν σημαντική, γιατί τους βοήθησε και στην εκμετάλλευση των καινούργιων μηχανημάτων ήχου. Η αλήθεια είναι ότι μετά την εμπορική επιτυχία του Snow Goose, το συγκρότημα πιέστηκε για κάτι πιο εμπορικό αλλά δεν ενέδωσε, ακολουθώντας το δρόμο που είχαν στο μυαλό τους.
Για να ξανά γυρίσουμε στο Moonmadness, το άλμπουμ είχε μια πρωτοτυπία για την εποχή του (κι ίσως και για τη σημερινή) όπου 4 κομμάτια, βασίζονται στον χαρακτήρα κάθε μέλους! Το "Another Night"(σύνθεση και των 4) γράφτηκε για τον Doug Ferguson, το “Lunar Sea” για τον Andy Ward, το “Chord Change” για τον Bardens και το “Air Born» για τον Andy Latimer. Ειδικά τα 2 τελευταία που κλείνουν το άλμπουμ , δένουν απόλυτα μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα μοναδικό κύμα εικόνων και συναισθημάτων. Μετά από πρόταση του Ferguson, στο άλμπουμ φιλοξενείται ο σαξοφωνίστας Mel Collins που ξεκίνησε μια μακροχρόνια συνεργασία μαζί τους.
Και μια λεπτομέρεια: Στο “Aristillus” που ανοίγει το άλμπουμ, η φωνή που ακούγεται είναι του ντράμερ Ward, που επαναλαμβάνει τις λέξεις Aristillus Autolycus, αφού οι άλλοι τρεις που δοκίμασαν να τις εκφωνήσουν, μπερδευόντουσαν. Πληροφοριακά, Aristillus Autolycus είναι τα ονόματα 2 κρατήρων στη Σελήνη. Τέλος, το αμερικάνικο εξώφυλλο απέχει από κάθε ρομαντισμό από το ευρωπαϊκό, έχοντας μια καμήλα να …βολτάρει στη Σελήνη! Η επιτυχία, τόσο η εμπορική όσο και η ποιοτική του Moonmadness, οδήγησε πολλούς στο να εκφράσουν σκέψεις για μια συνέχεια του άλμπουμ, αλλά ευτυχώς το συγκρότημα έβαλε φρένο σε αυτές τις σκέψεις, λέγοντας ότι δεν ήθελε να επαναλάβει τον εαυτό του.


Το Φεβρουάριο του 1977 εν μέσω της καταιγίδας του punk, οι Camel με παραγωγό τον Davis, μπαίνουν στο studio και ηχογραφούν το πανέμορφο Rain Dances (1977, No20 M.Νρετανία, No 136 Αμερική) βρίσκοντας το συγκρότημα χωρίς τον αποχωρήσαντα Doug Fergusonκαι στη θέση του τον πρώην μπασίστα των Caravan, Richard Sinclair και με την προσθήκη του σαξοφωνίστα Mel Collins, με θητεία σε συγκροτήματα όπως King Crimson και Bad Company. Επειδή οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει, ο Sinclair δεν προλαβαίνει να μάθε όλα τα κομμάτια και στα “Telle me”, Skyline” παίζει μπάσο ο Latimer! Ακούστε προσεκτικά το παίξιμο του Sinclair και εύκολα θα καταλάβετε ότι το παίξιμό του τους έδωσε όγκο, κάτι που έλειπε από τον ήχο τους! Παρ όλα αυτά, η παρουσία του δημιούργησε προβλήματα γιατί προσπάθησε να αλλάξει το δρόμο τους, που χάραζαν οι Latimer και Bardens, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να ηχογραφήσουν ένα πολύ καλό άλμπουμ, όπου περιέχει το καλύτερο κομμάτι τους, το "First Light"! Η μέχρι στιγμής καριέρα τους, αναπόφευκτα τους οδηγεί στην κυκλοφορία του πρώτου live άλμπουμ τους με τίτλο A Live Record (1978) με τους Ferguson, Sinclair, WardBardens, Collins και Latimerσε πολύ καλή φόρμα. Πάντα θεωρούσα ότι τα progressive συγκροτήματα απέδιδαν καλύτερα στο studio παρά στα live. Όμως οφείλω να παραδεχτών ότι το A Live Record φέρνει τους 6 μουσικούς σε πολύ υψηλό επίπεδο παιξίματος . Οι χρωματισμοί που αποδίδονται στα κομμάτια είναι απίστευτα ζωντανοί όπως και η ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων, χωρίς να ξεφεύγουν από την αρχική συνθετική δομή. Το άλμπουμ είναι διπλό και στον πρώτο δίσκο υπάρχουν ηχογραφήσεις από τις Βρετανικές περιοδείες τους (“Never let go, Song within a song, Lunar Sea, Skylines, Lady Fantasy) ενώ στο δεύτερο δίσκο, εκτός από μιας ανέκδοτης σύνθεσης του Bardens (Ligging at Louis), θα ακούσετε την ηχογράφηση του Snow Goose με τη συνοδεία της London Symphony Orchestra  υπό τη διεύθυνση του David Bedford.
Έξω από το Royal Albert Hall

O Latimer στέκεται στη απόδοση του Snow Goose στο Royal Albert Hall με τη συνοδεία της London Symphony Orchestra, λέγοντας ότι "όλοι ήταν νευρικοί και τελικά καταλήξαμε να κάνουμε μόνο μια πρόβα, κι αυτή δεν πήγε καλά! Δεν ξέρω τι σκέπτεσαι όταν ακούς London Symphony Orchestra, αλλά ανάμεσά τους ήταν μικρά παιδιά και hooligans(αμετάφραστο), με κοστούμια. Όταν άκουσα τις ταινίες της ηχογράφησης, μερικά σημεία μου φάνηκαν πολύ περίεργα. Αν αφαιρέσεις τα πνευστά, ακούγονται καθαρά οι μεταξύ τους συνομιλίες! Άλλοι ρώταγαν «τι ώρα θα τελειώσουμε», «πότε θα πάμε στη pub;”, όλα αυτά την ώρα που παίζαμε!». Η επιτυχία εκείνης της βραδιάς, μας οδήγησε να έχουμε το δικό μας moto”Fuck it, We’re doin’ what we want”. We dint’t care”.  Που να το φανταζόντουσαν ότι 40 χρόνια μετά οι, ηχογραφήσεις με τη συνοδεία ορχήστρας θα γινόντουσαν …μόδα. 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ PETER BARDENS
Έξη μήνες μετά την κυκλοφορία του A Live Record, το συγκρότημα κυκλοφορεί το καινούργιο studio δίσκο του με τίτλο Breathless (1978, Νο 26 Μ.Βρετανία, Νο 134 Αμερική)που είναι το τελευταίο με τον Peter Bardens στα πλήκτρα, αφού έφυγε πριν ξεκινήσουν την περιοδεία προώθησης του άλμπουμ! Το συγκρότημα έχει αφήσει πίσω του τα concept άλμπουμ και παρουσιάζει 9 διαφορετικά κομμάτια, τα οποία μπορεί να μην έχουν το μεταξύ τους δέσιμο, αλλά σαν άλμπουμ το Breathless είναι πολύ καλό. Μπορεί να μην χαρακτηρίζεται από την προοδευτικότητά του, εξ άλλου βρισκόμαστε μέσα στον απόηχο του punk και την κατακερματίση του progressive, αλλά τουλάχιστον για εμένα είναι ένα από τα αγαπημένα μου. Ξεκινήστε την ακρόαση του από τα “Echoes” και το ομώνυμο άλμπουμ και θα αισθανθείτε την ανάγκη να τα ξανά ακούστε κι άλλες φορές. Σίγουρα ο ήχος τους είναι πιο radio-friendly, χωρίς να έχει χάσει την progressive διάθεσή του.



Σε αντικατάσταση του Bardens, ο μπασίστας Richard Sinclair κάλεσε τον ξάδελφό του David Sinclair (Caravan) και προσέθεσαν κι άλλο έναν οργανίστα για την περιοδεία, τον Jan Schelhaas. Η περιοδεία του 1979 τους βρίσκει και με καινούργιο μπασίστα, τον Colin Bass που έχει αντικαταστήσει τον Richard Sinclair. Σε όλες τις παρά πάνω αλλαγές, η σημαντική ήταν η αποχώρηση του συνθέτη Peter Bardens πουδεν έκανε κάτι σημαντικό στην προσωπική καριέρα έκανε και αποδυνάμωσε τη συνθετική ισχύει του συγκροτήματος. Μιλώντας με τον Latimer, κατάλαβα ότι σαν χαρακτήρες δεν ταίριαζαν, αλλά και οι δύο είχαν βάλει στην άκρη τα μεταξύ τους προβλήματα. Σε μια στιγμή, η μεταξύ τους διαφωνίες πολλαπλασιάστηκαν και η αποχώρηση του Bardens ήταν αναπόφευκτη. Με σύνθεση Latimer, Ward, Watkins (πρώην Happy The Man), Bass και Jan Schelhaas αλλά και του Mel Collins, ηχογραφούν το άλμπουμ I Can See Your House from Here (1979, Νο 45 Μ.Βρετανία) όπου ο αρχικός του τίτλος ήταν Endangered Species. Παραγωγός του ήταν ο Rupert Hine για τον οποίο ο Andy Latimer έχει πει τα καλύτερα λόγια. Η δεκαετία του 80 έχει φέρει μαζί της πολλές αλλαγές στη ζωή αλλά και στη μουσική και το I Can See Your House from Here είναι αρκετά καλό . Αλλά και μόνο η παρουσία της λέξης «αρκετά» σ ένα άρθρο για τα άλμπουμ των Camel, δείχνει την ελαφρότητα του άλμπουμ.  


Θα μείνω για λίγο στο εξώφυλλο, που βασίστηκε σε ένα αστείο της εποχής. Όπως βλέπετε, απεικονίζει ένα αστροναύτη σταυρωμένο(!) ο οποίος σύμφωνα με τον τίτλο λέει, "I can see your house from here".
To 1981 βρίσκει το συγκρότημα να κυκλοφορεί ένα πολύ ενδιαφέρον δίσκο, τόσο μουσικά όσο και θεματικά. Το Nude (1981, Νο34 Μ.Βρετανία) βασίζεται στην πραγματική ιστορία του 22χρονου Ιάπωνα ανθυπολοχαγού, Hiro Onoda, που τις ημέρες που η Ιαπωνία συνθηκολογούσε, βρισκόταν μαζί με άλλους τρεις Ιάπωνες στρατιώτες που δεν είχαν παραδοθεί ή σκοτωθεί στο μικρό νησί Λούμπαγκ. Αποτραβήχτηκαν στους λόφους, συνεχίζοντας τη μάχη, ως αντάρτες πλέον και επιβιώνοντας τρεφόμενοι με μπανάνες, γάλα καρύδας και κρέας από βοοειδή που έκλεβαν, ενώ συχνά ερχόντουσαν σε μάχη με αστυνόμους της περιοχής. Ο Onoda αλλά κι πολλοί άλλοι Ιάπωνες στρατιώτες που η συνθηκολόγηση τους βρήκε σε μικρά κι απομονωμένα νησιά, δεν γνώριζαν ότι η χώρα τους είχε συνθηκολογήσει ή δεν ήθελαν να παραδοθούν στους αντιπάλους. Ο Onoda ανήκε στην πρώτη περίπτωση που δεν γνώριζε ότι η χώρα του είχε συνθηκολογήσει καθότι ήταν απομονωμένος σε μικρό νησί μακρά από τον πολιτισμό και τις ρίψεις ενημερωτικών φυλλαδίων από τα αεροπλάνα, τις εξέλαβε σαν πονηριά του εχθρού για να παραδοθεί! Βλέπετε για τους στρατιώτες της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας, της χώρας του Ανατέλλοντος Ήλιου, η σκέψη της παράδοσης ενός στρατιώτη ήταν κάτι αδιανόητο, καθώς η πεποίθηση της ανωτερότητας απέναντι σε οποιονδήποτε εχθρό και της τελικής νίκης ήταν βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα του λαού και του στρατού. Από τους συντρόφους του Onoda, o πρώτος πίστεψε στο περιεχόμενο των φυλλαδίων και παραδόθηκε, κι ο άλλος σκοτώθηκε το 1954. Ο τελευταίος σύντροφος του Onoda, στρατιώτης Kozuka, σκοτώθηκε από την αστυνομία το 1972, σε επιδρομή με σκοπό την καταστροφή αποθεμάτων ρυζιού σε αγρόκτημα. Ο Onoda είχε μείνει μόνος του και πλέον είχε γίνει θρύλος πέρα από το Λουμπάνγκ. Τον εντόπισε το 1974 ο Norio Suzuki, που είχε αποφασίσει να τον επαναφέρει στον σημερινό κόσμο. Ο Suzuki κατάφερε να συναντήσει τον Onoda  στη ζούγκλα, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και του είπε πως η Ιαπωνία ανησυχούσε για αυτόν, αλλά ο Onoda απάντησε ότι δεν θα παραδινόταν εκτός αν λάμβανε εντολή από ανώτερο αξιωματικό. Ο Suzuki γύρισε στην Ιαπωνία, έψαξε και βρήκε τον ανώτερο του Onoda, ταγματάρχη Yosimi Taniguci, που εργαζόταν σε βιβλιοπωλείο και τον έπεισε να πάνε μαζί στο Λουμπάνγκ. Στις 9 Μαρτίου 1974 ο Taniguci τηρώντας κάθε επισημότητα έδωσε την εντολή παράδοσης του Onoda που εκείνος με τη σειρά του την έκανε δεκτή! Ο Onoda παρέδωσε το ξίφος του στον πρόεδρο των Φιλιππίνων (το Λουμπάνγκ ανήκει στις Φιλιππίνες) και έλαβε αμνηστία για τις πράξεις του κατά τις προηγούμενες δεκαετίες (αυτός και οι σύντροφοί του σκότωσαν περίπου 30 άτομα κατά την εκστρατεία ανταρτοπολέμου τους). Επέστρεψε στην Ιαπωνία όπου αντιμετωπίστηκε ως ήρωας, αλλά μετακόμισε στη Βραζιλία(!), όπου έγινε κτηνοτρόφος. Μία δεκαετία μετά γύρισε στην Ιαπωνία και ίδρυσε μια σειρά από σχολές επιβίωσης στην άγρια φύση. Πέθανε το 2014, σε ηλικία 91 ετών.
Η ιστορία του Onoda, συγκίνησε, αλλά έδωσε και τροφή στη δημοσιογράφο και σύντροφο του κιθαρίστα των Camel, Andy Latimer, Susan Hoover να γράψει τους στίχους για το άλμπουμ Nude, εκτός του "Please Come Home" που οι στίχοι ανήκουν στον Latimer. Κατά μεγάλο ποσοστό, το άλμπουμ είναι ορχηστρικό και είναι εκπληκτικά συναρπαστικό πως ο Latimer έχει καταφέρει μέσα από μια σειρά ορχηστικών συνθέσεων κομματιών να περιγράψει τις περιπέτειες του Onoda και το κυριότερο να τις μεταφέρει στον ακροατή.
Το Nude ήταν το τελευταίο άλμπουμ με τη συμμετοχή του Andy Ward, με το συγκρότημα να συνεχίζει τη δισκογραφική του πορεία, κυκλοφορόντας το The Single Factor (1982, Νο57 Μ.Βρετανία) που βγήκε αρκετά βιαστικά αφού λόγοι συμβολαίου ανάγκασαν το συγκρότημα να «πιεστεί»για την κυκλοφορία του. Κορμός των Camel είναι ο Andy Latimer ο οποίος εικονίζεται και στο εξώφυλλο, έχοντας δίπλα του πολλούς session μουσικούς όπως David Paton μπάσο, Chris Rainbow τραγούδι, Anthony Phillips (πρώην Genesis) πλήκτρα, κιθάρα, Peter Bardens πλήκτρα, Duncan Mackay, πλήκτρα (Cockney Rebel), Francis Monkman (μετέπειτα στους Sky) πλήκτρα, Dave Mattacks (Fairport Convention) ντραμς και Simon Phillips ντραμς. Χαρακτηριστικό των 11 συνθέσεων του Single Factor, η σχετική μικρή χρονική διάρκεια των κομματιών. Η επίσημη δικαιολογία απουσίας του Andy Ward ήταν "σοβαρός τραυματισμός στο χέρι" αλλά η πραγματικότητα έλεγε «αλκοόλ και ναρκωτικά».
Οι Camel κινούνται πλέον στον αστερισμό του Latimer που εκτός από βασικός συνθέτης είναι και το μόνο μέλος, που όμως προσπαθεί να κρατήσει το συγκρότημα ζωντανό, προσλαμβάνοντας νέους μουσικούς. Η πρώτη δουλειά του είναι να υπογράψουν στην ξανά στη Decca που στο μεταξύ είχε αγοραστεί από την Polygram και μαζί με τον οργανίστα Ton Scherpenzeel (πρώην Kayak) και τον ντράμερ Paul Burgess (10cc) να επανακινήσει το συγκρότημα. Έτσι τον Απρίλιο του 1984 κυκλοφορούν το άλμπουμ Stationary Traveller (1984, Νο57 Μ.Βρετανία) με κεντρικό θέμα των στίχων το Τοίχος του Βερολίνου αλλά κι άλλα πολιτικά θέματα. Σημειωτέον, ότι το Τοίχος έπεσε, 6 χρόνια αργότερα! Το άλμπουμ είναι από τα καλύτερα εκείνης της περιόδου, βγάζοντας κομμάτια σαν τα "Refugee" και "Cloak and Dagger Man". Από την αρχή της δεκαετίας του 80, σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις των Camel παίζει η γυναίκα του Latimer, Susan Hoover η οποία γράφει και τους στίχους. Γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης και οι πρώτοι στίχοι της παρουσιάστηκαν στο Nude. H  Hoover τους βοηθούσε στις δραστηριότητες της Camel Productions που ιδρύθηκε το 1984, με σκοπό να προωθήσει τις καινούργιες κυκλοφορίες τους.
To 1985 κυκλοφόρησε το δεύτερο live άλμπουμ τους με τίτλο PressurePoints Live in Concert όπου δίνουν μεγάλη έμφαση τα κομμάτια του Stationery Traveller. O Peter Bardens εμφανίζεται σαν guest σε 2 κομμάτια ενώ η ηχογράφησή του έγινε στο Hammersmith Odeon το 1984 και κυκλοφόρησε και σε βιντεοκασέτα.


ΟΙ CAMEL ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
Το 1985 σημαδεύτηκε από τις μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες του Latimer με τον ιδιοκτήτη της πρώτης δισκογραφικής εταιρείας, Gemma Records, Geoff Jukes. Έχοντας έτοιμο το υλικό για το επόμενο άλμπουμ τους, που θα ήταν το Dust and Dreams, αρχίζει μια νομική διαμάχη σχετικά με την είσπραξη περισσότερων δικαιωμάτων από προηγούμενα άλμπουμ που η Gemma δεν είχε παραδώσει, ως όφειλε. Οι 4 κλασικοί Camel, συστρατεύονται και με τη βοήθεια δικηγόρων κερδίζουν την απόδοση παλαιών δικαιωμάτων με τον Latimer να λέει «ίσα που έφθαναν για ένα γεύμα σε bistro”!  
Το συγκρότημα μένει ελεύθερο από την Polygram και το 1991 κυκλοφορεί μετά από κενό 7 χρόνων, στη δική του εταιρεία Camel Production το πρώτο άλμπουμ του με τίτλο Dust and Dreams, με τους στοίχους να είναι επηρεασμένοι από το βιβλίο του  John Steinbeck, Τα Σταφύλια της Οργής.
“ΓΙΑΤΙ ΕΦΥΓΕ Ο PETER FRAMPTON”
Πριν καταλήξουν στη λύση της Camel Productions, o Latimer είχε προχωρημένες συζητήσεις με τη EG Records (Brian Eno, Brian Ferry, Robert Fripp) όταν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, ο υπεύθυνος της εταιρείας τον ρώτησε «γιατί έφυγε ο Peter Frampton”, μπερδεύοντας τους Camel με το προσωπικό συγκρότημα του Peter Frampton, Frampton’s Camel!
 Για να ξανά γυρίσω στο Dust and Dreams, μέρος των εξόδων της παραγωγής καλύπτεται από την πώληση του σπιτιού των Latimer/Hoover στο Λονδίνο. Στο συγκρότημα συμμετέχουν οι Colin Bass μπάσο, Ton Scherpenzeel πλήκτρα και Paul Burgess ντραμς, με τους David Paton και Mae McKenna να μοιράζονται τα φωνητικά. «To Diesel and Dust είναι ένα άλμπουμ στο οποίο αποφάσισα να κάνω μόνος μου την παραγωγή. Ήταν το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησε από την Camel Production και συνάντησε αρκετές δυσκολίες για να το μάθει ο κόσμος» λέει ο Latimer. Παράλληλα κυκλοφορεί το On the Road 1972 (1992)με αρχειακές ηχογραφήσεις από το 1972 με την κλασική σύνθεση και έως εκείνη τη στιγμή, ήταν διαθέσιμες μόνο σε bootleg.  Το 1993 ακολούθησε ακόμα μια live κυκλοφορία με τίτλο Never Let Go, ηχογραφημένο στο Enschede της Ολλανδίας το 1992 με σύνθεση Andrew Latimer κιθάρα, πλήκτρα, φλάουτο, Mickey Simmonds πλήκτρα, Colin Bass μπάσο και Paul Burgess ντραμς, το οποίο κυκλοφόρησε και σε βιντεοκασέτα και περιέχει ολόκληρο το Dust and Dreams. Οι Camel έχουν κυκλοφορήσει πολλά live άλμπουμ τα οποία μπορείτε να παραγγείλετε μέσω του site τους www.camel productions.com.



 Ένα άλλο ενδιαφέρον live, είναι το Greasy Truckers at Digwall’s dance Hall που έγινε το 1973 με τη συμμετοχή των Gong, Henry Cow, Global Village και Camel με τις ηχογραφήσεις τους να μην έχουν καμία στουντιακή παρέμβαση. Η κυκλοφορία αυτού του άλμπουμ συνδυάστηκε με το λεγόμενο ήχο του Canterbury που τότε ήταν στην επικαιρότητα. Πολλά έντυπα θεωρούν τους Camel σαν μέρος αυτής της μουσικής σκηνής (του Canterbury) με τον Latimer να μου λέει “Δεν καταλαβαίνω τι εννοούν με την έκφραση Μουσική του Cantrerbury. Δηλαδή progressive; Κάθε άλμπουμ των Camel είναι διαφορετικό, το καθένα με άλλα ερεθίσματα. Η μουσική μας έχει σαν βάση τη δεκαετία του 70 και ο κόσμος προσπαθεί να μας τοποθετήσει σε μια σχολή, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο». Το 1996 κυκλοφορεί το Harbor of Tears που στιχουργικά αναφέρεται στους ανθρώπους που για διάφορους λόγους κυρίως οικονομικούς έφυγαν από τον τόπο τους για να βρουν καλύτερη τύχη. "Το τραγούδι “The hour candle” είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου Stan”. Σαν ήχος το Harbor of Tears δεν προσφέρει εκπλήξεις, ενώ οι αλλαγές στη σύνθεσή τους είναι ο διαρκείς. Παρ όλο που έχουν περάσει πολλά μέλη από τη σύνθεσή τους, ο Latimer προσπαθεί να μην χαθεί με τους παλαιούς συνεργάτες του. «Τον τελευταίο καιρό οι επαφές μου με παλαιότερα μέλη έχουν αραιώσει. Πριν μερικά χρόνια μιλούσα συχνά με τον Andy και τον Doug, αλλά τελευταία χαθήκαμε» μου λέει (η συζήτηση έγινε στις 14 Οκτωβρίου 2000). To Rajaz (1990) ακούγεται αρκετά υποτονικό αλλά είναι πιο κοντά στον κλασικό ήχο τους και διαθέτει αρκετά ανατολίτικα στοιχεία. Raja λέγεται ο ρυθμός που δίνουν οι καμηλιέρηδες στις καμήλες όταν διασχίζουν την έρημο! Εννοείται ότι τον ρώτησα αν έχει πάει σε αραβική χώρα που χρησιμοποιούν καμήλες και η απάντηση ήταν αρνητική! Απλά δούλεψε η φαντασία του καλλιτέχνη. Τα κομμάτια  "Three Wishes" και “Sahara” ξεχωρίζουν αν και το όλο μουσικό κλίμα είναι μάλλον υποτονικό και σε αυτό παίζει ρόλο ότι ο τρόπος σύνθεσης τους έχει αλλάξει σε σχέση με τη δεκαετία του 70 (σ.σ.σκεφτείται ότι στο εξωτερικό, οι στις περισσότερες κριτικές που πήρε το Rajaj, αναφέρεται ότι ο ήχος τους έχει πολλά κοινά με αυτό της δεκαετίας του 70!). Ο ίδιος ο Latimer λέει σχετικά: Ο ήχος μας παραμένει ο ίδιος, εκείνο που αλλάζει είναι τα μηνύματα και τα ερεθίσματα που παίρνει ο κάθε μουσικός κι ο τρόπος που τα παρουσιάζει. Οι περισσότερες ηχογραφήσεις γίνονται μέσα στο studio που έχω σπίτι μου κι έτσι έχω καλύτερη εικόνα του τι ηχογραφώ. Επειδή πολύ χρόνο περνώ στο δρόμο (σ.σ. εννοεί με τις περιοδείες) έχω μαζί μου ένα μαγνητόφωνο όπου ηχογραφώ τις αρχικές ιδέες και μετά τις επεξεργάζομαι. Σήμερα οι Camel αγγίζουν τα 50 χρόνια καριέρας και οι γενιές που έρχονται στις συναυλίες τους κι αγοράζουν τη μουσική τους έχουν πολλαπλασιαστεί. "Το«κοινό ανανεώνεται και πάντα έρχονται, με το βασικό κοινό μα σαν παραμένει στους παλιούς  fans που ακούνε χρόνια τη μουσική μας και σε αυτούς προστίθενται νέοι. Οι περισσότεροι καινούργιοι fans είναι τα παιδιά των παλιών που έρχονται μαζί στις συναυλίες μας”.



Τελευταίο άλμπουμ τους είναι A Nod and a Wink (2002) που είναι αφιερωμένο στον Peter Bardens που είχε πεθάνει λίγους μήνες νωρίτερα. Το άλμπουμ ξεχωρίζει στη δισκογραφία τους γιατί σε κάθε κομμάτι υπάρχουν φωνητικά κάτι που δεν συνήθιζαν στον παρελθόν.
ΟΙ CAMEL ΣΤΟ ΡΟΔΟΝ
Το ημερολόγιο έδειχνε 13 Οκτωβρίου 2000 όταν οι Camel εμφανίστηκαν στο Μύλο στη Θεσσαλονίκη και την επόμενη 14 Οκτωβρίου στο κατάμεστο (ο κόσμος έφθανε μέχρι έξω) Ρόδον Club, στην Αθήνα. Η σύνθεσή τους ήταν Andy Latimer κιθάρα/φωνητικά, Colin Bass μπάσο, Guy LeBlac πλήκτρα, φωνητικά και Denis Clemet ντραμς. Απλοί κι άνετοι, άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις, παίζοντας κομμάτια σαν τα “Echoes”, Three Wishes”, Watching the Bobbins”, “Ice”, “Another Night”, “The Hour Candle”για να κλείσουν με τα “Refugee” και Fingertrips”. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην έφυγε ικανοποιημένος εκείνο το βράδυ! Δεδομένου ότι η Αθήνα ήταν η τελευταία ημερομηνία της περιοδείας τους, δεν θα ξεχάσω ποτέ, τι έγινε στο πάγκο με τα cd που είχαν φέρει μαζί τους. Εξαφανίστηκαν ΟΛΑ!
Το ίδιο βράδυ πριν τη συναυλία, ο διοργανωτής είχε την καλοσύνη να με καλέσει στο γεύμα που είχε το συγκρότημα σε και αποσπάσματα από τη συζήτηση που είχα μαζί του, διαβάσατε σποραδικά στο κείμενο. Όπου ΠΡΙΝ τη συναυλία, οι αθεόφοβοι έτρωγαν φιλέτο σκαλοπίνι με σάλτσα μαδέρα (ο γράφων είχε πάει φαγωμένος!), σαλάτα Caesar (όλα βαριά), ήπιαν κρασί και στο τέλος παρήγγειλαν τρεις(!) πιατέλες με σιροπιαστά. Μόνο που τους έβλεπα, είχα βαρυστομαχιάσει. Το απίθανο είναι ότι στη συναυλία όλοι ήταν κεφάτοι και δραστήριοι!!!!  
O ANDREW LATIMER
Λίγο μετά τη δημιουργία της Camel Productions, ανακοινώθηκε ότι ο Latimer πάσχει από μια πολυκυτταρική προοδευτική ασθένεια του αίματος η οποία προσέλαβε το μυελό των οστών του. Ασθένεια που γνώριζε από το 1992 ότι έπασχε και το Νοέμβριο του 2007 υποβλήθηκε σε χημειοθεραπεία και εγχείρηση η οποία πέτυχε και σταδιακά επανήλθε. Πριν την εγχείρηση, οι γιατροί του είχαν πει ότι είχε δύο επιλογές: Ή να ζήσει 20 μήνες ή να κάνει την εγχείρηση η οποία ήταν ιδιαίτερα λεπτή. Επέλεξε τη δεύτερη λύση και τα κατάφερε κι λέτσι το 2013 ξανά βγήκαν περιοδεία παίζοντας ολόκληρο το The Snow Goose και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την επαναηχογράφηση του άλμπουμ.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Η μουσική των Camel αν και κατά βάση ορχηστρική είναι πολύ λυρική και μελωδική. Και καθόλου κουραστική. Θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω …παραμυθένια. Πολλοί τους κατατάσσουν σαν symphonic prog rock band αλλά αυτά τα έχουμε ξεπεράσει. Οι Camel είναι ένα συγκρότημα που παίζει υπέροχη μουσική!
TRIVIA

  • Η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του πρώτου άλμπόιυμ ,έγινε στο σπίτι ενός φίλου του Latimer αλλά δεν θυμάται το όνομά του!  Στην audition που έκαναν με τον Bardens, χρησιμοποιήθηκε ένα Hammond δανεικό από ένα φίλο τους που ήλπιζε να πάρει τη θέση!
  • Το 2013 οι »καινούργιοι» Camel επαναηχογράφησαν το Snow Goose με το εξώφυλλο που βλέπετε που δεν έχει τίποτε από την αρχική μαγεία.
  • Το κομμάτι “Eye of the Storm” από το I Can See Your House from Here είχε πρωτοακουστεί στο άλμπουμ Betterate του προηγούμενου συγκροτήματος του οργανίστα Kit Wardens, Happy the Man.


ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Ο Peter Bardens μετά την αποχώρησή του από τους Camel,συνεργάστηκε με τον Van Morrison στο άλμπουμ του Wavelenght, ενώ κυκλοφόρησε το προσωπικό του  Heart to Heart. Όσο και να το κάνουμε, η αποχώρησή του στοίχισε στο συγκρότημα γιατί έχασε ένα πολύ σημαντικό μουσικό με όραμα και συνθετική βάση. Μετά την αποχώρησή του από τους Camel κυκλοφόρησε 7 προσωπικά άλμπουμ, χωρίς κάποιο ενδιαφέρον. Το καλοκαίρι του 2001 έδωσε την τελευταία συναυλία του στο Λος Άντζελες. Πέθανε τον Ιανουάριο του 2002 από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 56 ετών.
Ο Andy Ward μετάτην αποχώρησης του έπαιξε για λίγο με τους Marillion, χωρίς καν να του κάνουν audition, λόγω της προιστορίας του! Έπαιξε με τα συγκροτήματα που είχαν σχηματίσει τα ξαδέλφια Sinclair και το 1994 τον βρίσκουμε στους Mirage, ένα progressive "supergroup" που σχηματίστηκε από μέλη των Camel και Caravan. Η πιο γνωστή συμμετοχή του ήταν στους Bevis Front με τους οποίους και ηχογράφησε και περιόδευσε. Το 2003 προσπάθησε να αναβιώσει τους Brew με την παρουσία των Latimer και Ferguson, αλλά το πρόβλημα υγείας του Latimer τους σταμάτησε. Στο παρελθόν ερχόταν συχνά με τη γυναίκα του για διακοπές στη Σίφνο.  

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

26/9/21

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΙΣΑΤΖΕΚΙΑΝ: ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ CAMEL


Δεν είμαστε λίγοι όσοι προσκυνάμε τα έργα και τις ημέρες των Camel. Για κάποιους από εμάς μάλιστα στέκουν εκεί ψηλά, στην κορυφή της εκτίμησης μας. Εκεί βαθιά, στην πιο ιερή γωνίτσα της καρδιάς μας. Άλλωστε το κέρδισαν με το σπαθί τους! Δίσκοι όπως το ομώνυμο ντεμπούτο τους και τα “Mirage”, “The Snow Goose”, “Moonmadness” και “Harbour Of Tears”, έχουν συνοδέψει και σημαδέψει αρκετές από τις πιο όμορφες στιγμές της ζήσης μας…
 
Το Αγγλικό κουαρτέτο προέκυψε πριν πενήντα ολόκληρα χρόνια, το Σεπτέμβριο του 1971, όταν ο αείμνηστος κημπορντίστας Peter Bardens (Shotgun Express, Them, Peter Green κ.α.) προσχώρησε στους The Brew των Andrew Latimer, Doug Ferguson και Andy Ward. Δεκατέσσερις δίσκους και μπόλικες ζωντανές ηχογραφήσεις μετά, οι Camel συνεχίζουν να περιοδεύουν έστω και με μοναδικό εναπομείναντα από την αρχική τους σύνθεση τον μελιστάλαχτο, πολύπαθο έως και κατακεραυνωμένο αγαθό γίγα. Τον πανύψηλο, εβδομηντατριάχρονο Andrew.

Όσο για το πώς προέκυψε τούτος ο άσβεστος έρωτάς μου, τα έχω ξαναγράψει, μα για τους αναγνώστες του φίλτατου Αλέξανδρου Ριχάρδου, ιδού η ιστορία…

Πέρα από τον αείμνηστο μεγάλο μου αδελφό Βύρωνα που κυριολεκτικά διαμόρφωσε τη Μουσική μου περσόνα, μια ακόμη κρίσιμη στιγμή για τη παγίωση της από τότε ανοιχτόμυαλης προσέγγισης μου στις επιλογές μου ήταν σίγουρα η αντίστοιχη βόλτα μας στο θρυλικό “Music Corner”, Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου γωνία, στο υπόγειο με τον παλαιότερο φίλο μου, το Δημήτρη Γάζελα και τον κοινό παιδικό μας φίλο, τον Φωκίωνα Τσικούρα. Μέντορας νούμερο δύο (λέω δύο αναφερόμενος στο ημερολογιακό του θέματος μα και στη διάρκεια νουθεσίας του καθενός). Η επιρροή του Φωκ στα γούστα μου ήταν εξίσου σημαντική με κείνη του Βύρωνα, αφού αυτός με έβαλε βαθιά στο progressive rock & στο fusion-και όχι μόνο.

Κείνα τα Χριστούγεννα λοιπόν ο Δημήτρης επέλεξε να μου κάνει δώρο δυο από τις προτάσεις του κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερου φίλου μας (σημ: ειδοποιός η διαφορά στην άγουρη εφηβεία!) που καταχαράκωσαν εκ νέου τα γούστα μου:
“Camel” (Camel) & “We Sold Our Soul for Rock’n’Roll” (Black Sabbath)”. Μάλιστα κράτησε για κείνον τα “Rising” (Rainbow) & “A New World Record” (E.L.O.)
Και οι δυο μπάντες (στην πραγματικότητα, και οι τέσσερις!) άνοιξαν τεράστιους μουσικούς ορίζοντες για μένα και έγιναν από τότε από τις πιο αγαπημένες μου, ever…

Τέλος, όσον αφορά τον προσωπικό μου απολογισμό με το κεφάλαιο Camel, ιδού τα πεπραγμένα:

Τρεις οι φορές που τους απόλαυσα μα και απαθανάτισα επί σκηνής. Η πρώτη στο “Café de la Danse” του Παρισιού 12 Απριλίου(1997), η δεύτερη (και ξεχωριστή) στο δικό μας «Ρόδον» της Αθήνας 14 Οκτωβρίου(2000), η τρίτη στο “Barbican Hall” του Λονδίνου την 28η Οκτωβρίου 2013. Σημειωτέον. Και τις τρεις είχε κανονιστεί κατ’ ιδίαν συνάντηση μου με τον λατρεμένο μου Andrew στα εκάστοτε παρασκήνια για κουβεντούλα, αυτόγραφα, και μερικές φωτογραφίες.
Τέλος, δυο είναι (μέχρι στιγμής τουλάχιστον!) οι πολυαγαπημένες τηλεφωνικές μου συνεντεύξεις με τούτο το υπερ-ευαίσθητο πλάσμα. Η πρώτη το 1997 και η δεύτερη το 2013.

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου