GENESIS – THE STORY OF THE PETER GABRIEL ERA

Σπάνια και δύσκολα  γράφονται κείμενα για τους Genesis της πρώτης περιόδου. Και οι λόγοι είναι δύο και σημαντικοί:  Ο πρώτος πρέπει να τους έχεις ζήσει στην εποχή τους για να μπορείς να αισθανθείς το μεγαλείο και τη δύναμη των στίχων τους και ο δεύτερος να ασχολείσαι με το κλασικό progressive rock, πράγμα (εξαιρετικά) σπάνιο για την εποχή μας. Από τα δύο προηγούμενα, στον αρθρογράφο του κειμένου που έχετε ξεκινήσει να διαβάζεται, συμβαίνει μόνο το δεύτερο. Ηλικιακά ο Κώστας Τσιρανίδης δεν έζησε εκείνη τη δημιουργική εποχή, αλλά εκτίμησε την προσφορά των Genesis, των οποίων η ιστορία της δημιουργικότερη και σημαντικότερη υπεροχής τους, αυτής με τον Peter Gabriel πίσω από το μικρόφωνο και τους στίχους, ξεκίνησε. Απολαύστε την…
Το περίφημο Charterhouse School στο Godalming του Surrey αποτελούσε για αιώνες ένα από τα σχολεία-πρότυπα του βρετανικού εκπαιδευτικού συστήματος, με τα χαρακτηριστικά οικοτροφείου, που διακρίνουν τέτοιου είδους ιδρύματα. Ένα ιδιωτικό σχολείο (ένα από τα επτά βασικά που επισήμως φέρουν τον τίτλο σε Αγγλία και Ουαλία), το οποίο ιστορικά είχε ισχυρούς δεσμούς με τις άρχουσες τάξεις. Ιστορικά, οι άρρενες μαθητές ήταν οι γιοι των αξιωματικών και των ανώτερων διοικητών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που εκπαιδευόντουσαν στην Αγγλία, ενώ οι πατέρες τους βρίσκονταν σε αποστολές στο εξωτερικό. Το πελατολόγιο ακριβό (ενδεικτικά να αναφέρω ότι το ύψος των διδάκτρων την πιο πρόσφατη σχολική χρονιά ανέρχονται σε ποσό άνω των 40 χιλ. βρετανικών λιρών στερλίνων, ήτοι άνω των 46 χιλ. Ευρώ), και ο θρησκευτικός προσανατολισμός ξεκάθαρα προς την Αγγλικανική Εκκλησία. Φημολογείται ότι ήταν και ο πρώτος χώρος, όπου παίχτηκε για πρώτη φορά ποδόσφαιρο, με την μορφή κοντά σε αυτή που γνωρίζουμε σήμερα.
Οι μαθητές εσώκλειστοι για τις διδακτικές ημέρες της εβδομάδας, ίδια στολή για όλους, ιδιαίτερα αυστηρό περιβάλλον, τυφλή προσκόλληση στις παραδόσεις, μερικά σκάνδαλα από εδώ κι απο κει (συμπεριλαμβανομένων και σεξουαλικής φύσης), και μία μεγάλη λίστα από κάθε λογής αξιοσημείωτους απόφοιτους. Πολιτικοί, γαλαζοαίματοι, διπλωμάτες, δικαστές και μέλη του αποικιακού μηχανισμού της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Επιχειρηματίες, τραπεζίτες, ακαδημαϊκοί και επιστήμονες, φιλόσοφοι και συγγραφείς. Δημοσιογράφοι και άνθρωποι των media, αθλητές και εξερευνητές.
Και ανάμεσα σε αυτούς, κάποιοι γνώριμοι κύριοι. Ένας από αυτούς ήταν ο Peter Grant, ένας από τους πιο έξυπνους και αδίστακτους μανατζερ στην ιστορία του ροκ, έχοντας υπό την προστασία του, τους Led Zeppelin, καθόλη την καριέρα τους. Αλλά, ακόμα πιο σχετικοί με την δική μας ιστορία, μαθητές στο Charterhouse ήταν και οι Tony Banks, Peter Gabriel, Mike Rutherford, Chris Stewart, και ο κατά ένα έτος μικρότερος τους, Anthony Phillips.
ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΒΑΣΕΙΣ 

Οι Genesis των πρωτων ημερών. Κάτω αριστγερά με τα ξανθά μαλλιά ο Anthony Phillips


Και οι πέντε ήταν μέλη στις δύο μπάντες του σχολείου. Ο Phillips και ο Rutherford έπαιζαν στους Anon, ενώ οι Gabriel, Banks και Stewart αποτελούσαν τους Garden Wall. Τον Ιανουάριο του 1967, όταν τα δύο συγκροτήματα διαλύθηκαν, οι Phillips και Rutherford συνέχισαν να γράφουν μαζί και δημιούργησαν ένα demo στο σπίτι ενός φίλου, καλώντας τους Banks, Gabriel και Stewart να ηχογραφήσουν παρέα μαζί τους ειρήσθω εν παρόδω, με αποτέλεσμα να προκύψουν έξι τραγούδια. Αναζητώντας μία επαγγελματική ηχογράφηση,  απευθύνθηκαν σε έναν άλλο απόφοιτο του Charterhouse, τον Jonathan King, ο οποίος ήταν μία φυσική επιλογή ως παραγωγός, καθότι είχε μία επιτυχία στο βρετανικό top-5 το 1965, με το χαλαρό, απλοϊκό τραγούδι "Everyone's Gone to the Moon".  Ένας φίλος της παρέας έδωσε το demo στον King, που ενθουσιάστηκε, και παρείχε την καθοδήγηση του, προκειμένου το συγκρότημα, με τα μέλη του σε ηλικίες μεταξύ 15 και 17 ετών, να υπογράψει συμβόλαιο ενός έτους με την σημαντικότατη, τότε, Decca Records. Ο King τους προέτρεψε να γράψουν ακουστικά pop τραγούδια, στο ύφος των Bee Gees, και να μην δώσουν σημασία στις πιο προοδευτικές ανησυχίες τους, τις οποίες είχαν ήδη κάνει έκδηλες με τις πρώιμες ηχογραφήσεις τους. Παράλληλα, ήταν υπεύθυνος για την βάπτιση τους, μιας και υπερίσχυσε η πρόταση του να ονομαστούν Genesis, επί των «Angels» (του Peter Gabriel) και «Champagne Meadow» (του Anthony Phillips). Κάπως έτσι προέκυψε η πρώτη μορφή του συγκροτήματος με τους Peter Gabriel (φωνητικά και πνευστά), Tony Banks (πιάνο, πλήκτρα, synthesizers και ακουστική κιθάρα), Mike Rutherford (μπάσο, ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα), Chris Stewart (drums, κρουστά) και Anthony Phillips (ηλκετρική και ακουστική κιθάρα).
Για την ιστορία, να πούμε ότι ο Jonathan King ίδρυσε τη δική του δισκογραφική, UK Records το 1972. Κυκλοφόρησε τραγούδια για τους 10cc και τους Bay City Rollers. Μόνο τον Σεπτέμβριο του 1971 και το 1972 επιμελήθηκε την παραγωγή σε δέκα top-30 singles στην Μεγάλη Βρετανία. Αναμείχθηκε σε show όπως το Top of the Pops και το Entertainment USA του BBC. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έκανε παραγωγή στα Brit Awards, και από το 1995 ήταν υπεύθυνος για την επιλογή και την παραγωγή των βρετανικών συμμετοχών στην Eurovision, συμπεριλαμβανομένων των νικητών του 1997, Katrina and the Waves με το  «Love Shine a Light». Μελανή σελίδα, ωστόσο αποτελεί η καταδίκη του, το 2001, για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και η επακόλουθη φυλάκιση του (δυστυχώς μόνο επταετής) επειδή είχε κακοποιήσει σεξουαλικά πέντε αγόρια, ηλικίας 14 και 15, τη δεκαετία του 1980. Τον Νοέμβριο του 2001 αθωώθηκε από 22 παρόμοιες κατηγορίες. Απελευθερώθηκε με απαλλαγή τον Μάρτιο του 2005. Μια περαιτέρω δίκη για σεξουαλικά αδικήματα εναντίον εφήβων είχε ως αποτέλεσμα αρκετές μη ενοχοποιητικές αποφάσεις και οι δικαστικές διαδικασίες εναντίον του εγκαταλείφθηκαν τον Ιούνιο του 2018.


Επιστρέφοντας στους Genesis, γνωρίζουμε ότι ηχογράφησαν το πρώτο τους single «The Silent Sun» τον Δεκέμβριο του 1967, το οποίο κυκλοφόρησε τον επόμενο Φεβρουάριο. Το «A Winter's Tale» ακολούθησε τρεις μήνες αργότερα. Λίγο μετά την κυκλοφορία του δεύτερου single, ο Stewart αναγκάστηκε να φύγει από το συγκρότημα, όταν οι γονείς του αρνήθηκαν να τον αφήσουν να εγκαταλείψει το σχολείο για να επικεντρωθεί στην μουσική. Αντικαταστάθηκε σύντομα από τον συμμαθητή τους,  John Silver, ο οποίος είχε προσφέρει και το σπίτι των γονιών του για τις πρώτες ηχογραφήσεις. Σε μια περίοδο δέκα ημερών κατά τη διάρκεια των σχολικών καλοκαιρινών διακοπών τους, τον Αύγουστο του 1968, οι Genesis ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ From Genesis to Revelation , το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1969. Την παραγωγή είχε αναλάβει ο King, με μηχανικούς ήχου άλλους δύο απόφοιτους του Charterhouse (είναι χωμένοι παντού!), τον Brian Roberts αλλά ακόμα σημαντικότερο τον...Tom Allom! O γνωστός και μη εξαιρετέος κύριος Allom θα ήταν επίσης μηχανικός ήχου στα τρία πρώτα θρυλικά άλμπουμ των Black Sabbath (Black Sabbath, Paranoid και Master Of Reality), ενώ στην ακόμα πιο πλούσια καριέρα του ως παραγωγός, θα επέβλεπε όλα τα άλμπουμ των Judas Priest από το Unleashed In The East μέχρι το Ram It Down, καθώς A Touch of Evil: Live, Battle Cry και το πιο πρόσφατο τεράστιο comeback του 2018, το Firepower.
Μέχρι τον Αύγουστο, ο John Mayhew είχε αντικαταστήσει τον Silver, ο οποίος είχε μετακομίσει στις Η.Π.Α. για να σπουδάσει στο περίφημο Πανεπιστήμιο Cornell. Τα δύο πρώτα singles των Genesis απέτυχαν παντελώς εμπορικά, όπως και το άλμπουμ τους, το οποίο προσωπικά βρίσκω επίπεδο. Μία τρίτη κυκλοφορία single, το «Where the Sour Turns to Sweet», δεν βοήθησε καθόλου στην προώθηση του άλμπουμ τους, το οποίο δεν μπήκε καν στα charts.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πριν από την κυκλοφορία του ντεμπούτου των Genesis, η Decca ανακάλυψε ότι υπήρχε ένα αμερικανικό συγκρότημα με το ίδιο όνομα, και ζήτησε από τους δικούς μας (και δικούς της) Genesis να αλλάξουν το όνομα τους, προκειμένου να αποφευχθεί η όποια σύγχυση! Ο Jonathan King πέτυχε έναν συμβιβασμό, με το όνομα της μπάντας να παραλειφθεί από το εξώφυλλο του άλμπουμ, αφήνοντας τον τίτλο γραμμένο με χρυσή γοτθικού τύπου γραμματοσειρά, προσθέτοντας λίγο μυστήριο στην εικόνα του. Ωστόσο, η ιδέα του King για το εξώφυλλο απέτυχε αφού τα καταστήματα τοποθετήσαν το άλμπουμ στο τμήμα με τα θρησκευτικά άλμπουμ (σε αυτό βοήθησε κι ο τίτλος!) και βυθίστηκε αύτανδρο. Αργότερα είπε ότι η Decca δεν μπόρεσε να προωθήσει αποτελεσματικά το άλμπουμ για να πάρει την έκθεση που χρειαζόταν για να πετύχει. Κοντολογίς, το άλμπουμ πούλησε 650 αντίτυπα. 

 


Αργότερα, ο Tony Banks θα δήλωνε ότι το υλικό που παρουσιάστηκε στο ντεμπούτο τους ήταν απλά υποδυέστερες ερμηνείες των τραγουδιών τους, ξεχωρίζοντας, ωστόσο, τα «Silent Sun» και «In the Wilderness» ως τις πιο αξιοσημείωτες προσπάθειες. Παραδόξως, ο Noel Gallagher των Oasis είναι οπαδός του άλμπουμ, δηλώνοντας εμμονικός με το «From Genesis To Revelation», και μάλιστα εμπνεύστηκε το δικό του «If Love Ιs Τhe Law» (από το άλμπουμ του «Who Built the Moon» του 2017) από το «The Conqueror» που ανοίγει την δεύτερη πλευρά του πρώτου δίσκου των Genesis.
Όταν το άλμπουμ απέτυχε να κάνει κάποια αίσθηση, το συγκρότημα αποφάσισε να διαλυθεί προσωρινά και να συνεχίσουν την σχολική εκπαίδευση τους. Αυτό σηματοδότησε το τέλος της σχέσης τους με τον King, ο οποίος είχε δυσαρεστηθεί με το γεγονός ότι το συγκρότημα, μουσικά, απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την mainstream pop κατεύθυνση που αυτός επιθυμούσε. Επιπλέον, οι Genesis είχε εκπληρώσει την υποχρέωση τους με τη Decca, με την κυκλοφορία του "Where the Sour Turns to Sweet", και καμία από τις δύο πλευρές δεν ενδιαφέρθηκε να ανανεωθεί η μεταξύ τους συμφωνία. Ο King διατηρεί ακόμα τα δικαιώματα του άλμπουμ και το έχει κυκλοφορήσει αρκετές φορές με διάφορους τίτλους. Ισχυρίστηκε ότι οι Genesis δεν επιχείρησαν να αγοράσουν τα δικαιώματα από αυτόν, ωστόσο ο Banks δήλωσε ότι έγιναν προσεγγίσεις, μόνο που ο King απαιτούσε τεράστια ποσά, για αυτό και αναγκάστηκαν να το αφήσουν κατά μέρος.
 ΤΟΥΣ ΒΛΕΠΕΙ Ο TONY STRATTON-SMITH ΚΑΙ ΑΛΛΑΖΕΙ Η ΤΥΧΗ ΤΟΥΣ

Τον Σεπτέμβριο του 1969, οι Gabriel, Banks, Rutherford και Phillips αποφάσισαν να κάνουν τους Genesis μια μπάντα πλήρους απασχόλησης και να γράψουν με τους δικούς τους μουσικούς όρους, «πρωτότυπους και δραματικούς» όπως τους περιέγραψε ο Phillips. Με νέο ντράμερ τον John Mayhew περιόδεσαν στην Αγγλία για έξι μήνες και οι εμφανίσεις τους στο Ronnie Scott's Jazz Club στο Soho του Λονδίνου τράβηξε την προσοχή του Tony Stratton-Smith (παραγωγός και ιδρυτης της Charisma Records), μέσω του παραγωγού John Anthony, που τους χωρίς να χρονοτριβήσει τους υπέγραψε στην εταιρεία του, Charisma Records. Οι Genesis, σε αυτό το σημείο, άρχισαν να διαμορφώνουν τη μουσική που θα ηχογραφούσαν στο επόμενο άλμπουμ τους, Trespass, το οποίο κυκλοφόρησε το 1970, τρέχοντας παράλληλα και το πρόγραμμα των συναυλιών τους, όπου σταδιακά άρχιζαν να χτίζουν και ένα δικό τους κοινό.
Με πυλώνες την κλασική παιδεία του Tony Banks, τις soul επιρροές του Peter Gabriel (του άρεσε πολύ ο Otis Redding), τις χωρωδιακές τους εμπειρίες από το σχολείο και την folk σκηνή της εποχής, οι Genesis έγραψαν και συγκέντρωσαν ικανοποιητικό υλικό, σε διάρκεια τριών μηνών. Διάλεξαν τα πιο δυνατά τους κομμάτια, και τα ηχογράφησαν εντός ενός μηνός στα Trident Studios του Λονδίνου, με τον ίδιο τον John Anthony στην καρέκλα του παραγωγού. Σημειώνεται ότι ο Anthony, στην καριέρα του, και πέρα από τους Genesis, έχει συνεργαστεί με συγκροτήματα όπως οι Van der Graaf Generator (παραγωγός στο εξαιρετικά σημαντικό, μεταξύ άλλων, άλμπουμ τους H to He, Who Am the Only One), οι Queen (στο ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1973), ο Al Stewart, και οι Roxy Music. Το συγκρότημα βοηθήθηκε σημαντικά από την συνεισφορά του Anthony, κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων, αν και ο ντράμερ τους John Mayhew, προερχόμενος και από ένα διαφορετικό background σε σχέση με τους υπόλοιπους, δεν είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση με το υλικό που είχε να βγάλει εις πέρας, στο νέο πλαίσιο πουτο συγκρότημα έθετε την μουσική του. Παρολαυτά ήταν επαγγελματίας, ευχάριστος χαρακτήρας και βοήθησε αρκετά με την μέχρι τότε σκηνική του εμπειρία τους νεαρούς συναδέλφους του. Έφυγε από το συγκρότημα τον Ιούλιο του 1970, και μετά τα ίχνη του ψιλοχάθηκαν. Σημαντική απώλεια για το συγκρότημα, σύμφωνα με τον Tony Banks.
Στο Trespass οι Genesis αποκτούν σώμα και χαρακτήρα. Είναι η πρώτη τους δουλειά, που εμφανίζεται η ηχητική τους υπογραφή, όσον αφορά το progressive rock τους, τουλάχιστον. Με επιρροές από την ψυχεδελία στα τέλη της δεκαετίας του '60 και μπάντες όπως οι Family, οι Procol Harum και οι Fairport Convention, το συγκρότημα να έφερε μαζί την αγάπη του Gabriel για την soul, την κλασική και pop αισθητική του Banks και τον αιθέριο folk ήχο από τις δωδεκάχορδες των Phillips και Rutherford, σε ένα τελικό αποτέλεσμα που παραπέμπει σε παραμύθι, ηχητικά και στιχουργικά. Ο δίσκος αυτός είναι πραγματική αποκάλυψη για ένα συγκρότημα που ένα δίσκο πριν ήταν τελείως αδιάφορο! Αν θέλει κάποιος να δει πως μπορεί να μεταβεί από τις προαναφερθείσες μουσικές σκηνές, σε έναν γνήσιο progressive rock ήχο, το Trespass είναι μία πολύ καλή σπουδή. Τα highlights είναι πάντα υποκειμενικά, αλλά για εμένα αξίζουν πολύ τα Stagnation (ταξιδιάρικο παρά τον τίτλο του!), The Knife (εμπνευσμένο από τους The Nice του Keith Emerson και το κομμάτι τους Rondo) και White Mountain, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κομμάτια όπως το Looking For Someone και Visions Of Angels δεν δίνουν χρώμα και ήχους πρωτοποριακούς, ή με έναν πιο απαλό χαρακτήρα (χαρακτηριστικό είναι το κομμάτι Dusk).
Κάπου εδώ, όμως, ήρθε μία ακόμη απώλεια. 


Ο Phillips, μέχρι τότε de facto αρχηγός του συγκροτήματος, εμφανίζει έντονο άγχος κατά τις live εμφανίσεις τους επί σκηνής. Καθώς η κατάσταση της υγείας του έβαινε διαρκώς επιδεινούμενη, ανακοίνωσε σύντομα την αποχώρησή του, μια δύσκολη απόφαση που όμως ήταν απαραίτητη, γιατί ήξερε ότι θα κρατούσε πίσω τους υπόλοιπους. Ωστόσο, πέρα από τις ανησυχίες τους, οι Genesis, μείον του κιθαρίστα και του ντράμερ τους, ανέκαμψαν δυναμικά, βάζοντας πλώρη για την επόμενη δουλειά τους. Επίσης, το γεγονός ότι το Trespass πήγε στο Nο. 1 του βελγικού chart, ήταν παράξενο και ενθαρρυντικό μαζί, και τους έδωσε πάτημα να βγουν και εκτός βρετανικού εδάφους. Οι αυξανόμενες ανάγκες για live, ωστόσο, σήμαινε ότι οι εναπομείναντες Genesis έπρεπε να βρουν άμεσα αντικαταστάτες για τους Phillips και Mayhew. Επιπλέον, όσο οι μουσικές τους αναζητήσεις άρχισαν να «ξεφεύγουν» από τα συνηθισμένα, χρειαζόντουσαν μουσικούς που θα συνεισέφεραν στην διαδικασία της σύνθεσης, αλλά και θα είχαν αρκετά μεγάλη ικανότητα να αποδώσουν ζωντανά αυτό το νέο μουσικό όραμα του συγκροτήματος. Με ένα μικρό πέρασμα του Mick Barnard (ο οποίος μετά ακολούθησε άλλα μονοπάτια καριέρας ως μηχανικός ήχου και ιδιοκτήτης studio), ως κιθαρίστα, να παρεμβάλλεται, κυκλοφόρησε αγγελία στις μουσικές στήλες για drummer «ευαίσθητο στην ακουστική μουσική» και κιθαρίστα «που να παίζει 12-χορδη ακουστική κιθάρα». 

ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ...Ο PHIL COLLINS

Πρώτη καλύφθηκε η θέση του ντράμερ, με τον μουσικό που θα άλλαζε την μοίρα τους μια για πάντα, και στην πορεία, μετά από αρκετά χρόνια, θα γινόταν ένας από τους πιο επιτυχημένους καλλιτέχνες στον ευρύτερο χώρο της pop και rock. Τον Phil Collins.
Γεννημένος στο Λονδίνο και συνομήλικος με τους υπόλοιπους, ο Collins, σε ένα άλλο σύμπαν, θα μπορούσε να ήταν ασφαλιστής, σαν τον πατέρα του. Άλλωστε για εκεί προοριζόταν, μέχρι που άρχισε να ασχολείται με σοβαρά με το τραγούδι και την μουσική. Περισσότερο στην κατεύθυνση της μητέρας του, δηλαδή, η οποία ήταν θεατρική ατζέντης. Απέκτησε το πρώτο του drum kit στην τρυφερή ηλικία των 5, και έμαθε να παίζει με την βοήθεια του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Αυτοδίδακτος στα πρώτα του βήματα, επηρεάστηκε από το στυλ του Ringo Starr των Beatles, και στην συνέχεια εντρύφησε στην soul και την jazz, έχοντας ως πρότυπο τον μεγάλο Buddy Rich. Επιπλέον, από τα 14 του, είχε πάρει μέρος σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις, ενώ ήταν και κομπάρσος στο A Hard Day’s Night των Beatles. Μετά το 1968, ωστόσο, στράφηκε οριστικά προς την μουσική. Αρχικά, συμμετείχε ως drummer στην ευρωπαϊκή περιοδεία του Αμερικάνου John Walker (των Walker Brothers), που σημείωσαν επιτυχία στην Μεγάλη Βρετανία κατά την δεκαετία του ’60. Το 1969 αποφάσισε μαζί με την υπόλοιπη μπάντα να δημιουργήσουν ένα δικό τους συγκρότημα, τους Flaming Youth, οι οποίοι και κυκλοφόρησαν ένα concept άλμπουμ, το Ark 2 (με θέμα την εκκένωση της Γης, κατά την διάρκεια μίας παγκόσμιας καταστροφής), και το οποίο θα ήταν και το μοναδικό τους. Έχοντας μία σειρά από συναυλίες, οντισιόν, συμμετοχές και ένα credit ως drummer στο κομμάτι Art of Dying του George Harrison (από το άλμπουμ του All Things Must Pass του 1970), βρέθηκε, ένα καλοκαιρινό απόγευμα, με τον πρώην συνάδελφο του Ronnie Caryl, στο πατρικό του Peter Gabriel, στο Chobham του Surrey, για να κάνουν μία ακόμη οντισιόν, για την θέση του ντράμερ (ο Caryl θα περνούσε δοκιμαστικά για κιθαρίστας). Έχοντας άπλετο χρόνο αναμονής μέχρι να μπει να παίξει με τους υπόλοιπους, φάνηκε αρκετά πονηρός, και ενώ φαινομενικά πλατσούριζε αθώα στην πισίνα του σπιτιού των γονεών του Gabriel, είχε στήσει αυτί και άκουγε τους προηγούμενους από αυτόν, απομνημονεύοντας τα κομμάτια. Όπως δήλωσε και ο ίδιος «είχαν βάλει το Trespass, και η αρχική μου εντύπωση ήταν μια απαλή μουσική, όχι νευρική, με φωνητικές αρμονίες, και άρχισα να σκέφτομαι τους Crosby, Stills και Nash». (βλ. : http://www.rockmachine.gr/2018/12/rock-incident-53-phil-collins-genesis.html) Ως εκ τούτου, μπήκε υπέρ-έτοιμος, έπαιξε τα μέρη του ανάλογα, πέρασε το δοκιμαστικό με επιτυχία και πήρε, έτσι, την θέση του ντράμερ. Αντιθέτως, ο Caryl δεν είχε την ίδια επιτυχία και απορρίφθηκε, κυρίως λόγω της αρνητικής ψήφου του Rutherford.
"ΚΙΘΑΡΙΣΤΑΣ ΜΕ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ ΔΕΚΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΧΤΟΥΣ ΣΕ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ" 

Την ίδια εποχή, ένας άλλος μουσικός, είχε ανεβάσει την δική του αγγελία, η οποία έλεγε «Κιθαρίστας-Συνθέτης με φαντασία, αναζητεί μουσικούς, δεκτικούς και ανοιχτούς σε ακούσματα, αποφασισμένους να παίξουν πέρα από τις υπάρχουσες, στάσιμες μορφές μουσικής». Το όνομα αυτού Steve Hackett, κιθαρίστα σε διάφορα μικρά progressive rock συγκροτήματα της εποχής. Γεννημένος ακριβώς μία μέρα πριν τον Peter Gabriel, επίσης αυτοδίδακτος, είχε ως αρχικές επιρροές την κλασική μουσική (Johann Sebastian Bach) και την όπερα (Mario Lanza), αλλά πολύ σύντομα ασχολήθηκε με τα blues, και παίχτες όπως οι Danny Kirwan και Peter Green των Fleetwood Mac, οι John Mayall & The Bluesbreakers, καθώς επίσης και ο Jimi Hendrix, οι Beatles και οι King Crimson. Ο Gabriel ήρθε σε επαφή μαζί του, του πρότεινε να ακούσει το Trespass, πέρασε την καθιερωμένη οντισιόν και, τελικά, μεταξύ Δεκέμβρη 1970 και Γενάρη 1971, έγινε ο μόνιμος κιθαρίστας του συγκροτήματος.
Τα δύο νέα μέλη του συγκροτήματος έφεραν πληθώρα νέων μουσικών ιδεών και ενέργεια στους Genesis, αλλά χρειαζόντουσαν ακόμα χρόνο για να δέσουν σαν σύνολο. Μία πρώτη γεύση πήρε το κοινό στον δίσκο που κυκλοφόρησαν το 1971, το Nursery Cryme, όπου πολλοί θεωρούν ως την αφετηρία των πραγματικών Genesis, σίγουρα της κλασικής τους σύνθεσης. Ένα άλμπουμ που χαρακτηρίζεται από την θεατρικότητα του Gabriel, την μουσική προόδο και ικανότητα των υπόλοιπων, την εκκεντρική αγγλική φυσιογνωμία του έργου τους, κάτι που θα μπορούσε να είναι το soundtrack σε ένα ψυχεδελικό παιδικό παραμύθι.
 Οι ικανότητες του Phil Collins ως εξαιρετικού drummer έγιναν γρήγορα αντιληπτές, με τον ίδιο τον Gabriel να παραδέχεται ότι το κατάλαβε, από τον τρόπο που καθόταν πίσω από τα ντραμς, ως ένας πραγματικά καταρτισμένος ντράμερ. Από την πλευρά του, ο Hackett βρήκε τελικά κοινό δημιουργικό πεδίο με τον Tony Banks, με τα αποτελέσματα να είναι πολλοί και διαφορετικοί ήχοι, χρήσιμοι για την συνέχεια αλλά και πολύ χαρακτηριστικοί στην μουσική των Genesis. Στο «The Return of the Giant Hogweed» o Hackett (θεωρητικά) άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για πολλούς που θα ακολουθούσαν, με πρώτο και καλύτερο τον Eddie Van Halen!Ίσως να είναι η πρώτη φορά που ακούμε tapping σε rock κομμάτι (αντικείμενο μεγάλης συζήτησης αυτό), και η πλάκα είναι ότι το έκανε πιο πολύ για να εντυπωσιάσει τους νέους του συνάδελφους. Είναι γνωστή η εξέλιξη αυτής της τεχνικής την οποία αφού υιοθέτησε πλήρως ο Eddie Van Halen, την μετέδωσε σε λεγεώνες από νέους κιθαρίστες που τον μιμήθηκαν. Ο Hackett σκέφτηκε πολύ απλά να παίξει και με τα δύο χέρια στην ταστιέρα, για περισσότερη ταχύτητα. Το αριστουργηματικό «The Musical Box» ήταν ήδη γραμμένο, μία μικρή βικτωριανή ιστορία από τον Gabriel, με μακάβριο θέμα, παρόλαυτα, που απεικονίζεται και στο εξώφυλλο του άλμπουμ (μερικά κομμένα κεφάλια που είναι δύσκολο να τα αγνοήσει κάποιος) και αφορούσε δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι σε ένα εξοχικό (βλ. : http://www.rockmachine.gr/2017/10/genesis-musical-box.html). Κλασικό τραγούδι τους που θα παιζόταν σε όλες τις περιοδείες τους μέχρι και αυτή του Wind And Wuthering (1977) και σε κάποιες εμφανίσεις πιο μετά. Ο Hackett ηχογράφησε τα περισσότερα μέρη της κιθάρας ξανά, επίσης χρησιμοποιώντας, και μία επιθετική νότα από τους The Who πέρασε με κάποιο τρόπο μέσα στο τραγούδι, μετά από αίτημα του Gabriel, ο οποίος ήταν fan τους, ενώ ο Collins, εμπνευσμένος από το “The Weaver’s Answer» των Family, έδωσε κι αυτός με την σειρά του κάτι αντίστοιχο στα drums. Στο άλμπουμ υπάρχουν επίσης τα «For Absent Friends» (πρώτη συνθετική συνεισφορά του Hackett και πρώτο τραγούδι με τον Collins στα φωνητικά), το ιδιότυπα μελαγχολικό «Seven Stones» που υποννοεί ότι το μυστικό της επιτυχίας είναι αποκλειστική συνάρτηση τυχαίων γεγονότων, το «Harold The Barrel» με το μαύρο χιούμορ του εμπνευσμένο από το βιβλίο «In His Own Write» του John Lennon, και το «Harlequin» του Rutherford, o οποίος παρόλαυτα δεν έμεινε και πολύ ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα, όπως δήλωσε χρόνια αργότερα. Το άλμπουμ κλείνει με το «αρχαιοελληνικό» «The Fountain Of Salmacis», που λέει την ιστορία της πανέμορφης Νύμφης (συγκεκριμένα Ναϊάδα, ήτοι Νύμφη των γλυκών νερών) Σαλμακίδας, από την Καρία της Μ. Ασίας, και του Ερμαφρόδιτου, γιο του Ερμή και της Αφροδίτης (εξ’ου και το όνομα), τον ομορφότερο νέο στον κόσμο, τον οποίο και ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Εδώ, τα Mellotron πλήκτρα του Tony Banks είναι χαλαρά βασισμένα στα αντίστοιχα περάσματα του In The Court Of The Crimson King, των King Crimson.ως ενδιαφέρουσα εξέλιξη με την ιστορία των Genesis, τους ωφέλησε όλους. Μπορεί η δεκαετία του ’80 να ήταν αυτή που όλοι έλαμψαν σε πωλήσεις, σε τιτάνιες περιοδείες, σε ιστορικές εμφανίσεις και περίτεχνα vieo clip. Αλλά η εποχή της δημιουργίας τους βρίσκεται εδώ!

 


Το άλμπουμ, που δεν είναι και από τα αγαπημένα του Phil Collins, αλλά το εξήρε ο Keith Emerson (των Emerson,Lake and Palmer τότε), έτυχε χλιαρής προώθησης από την εταιρεία τους, η οποία είχε ρίξει περισσότερο βάρος στο Fog On The Tyne των folk rockers Lindisfarne. Αυτός ήταν κι ένας λόγος που δεν έκανε την αναμενόμενη επιτυχία. Το 1974, ωστόσο, με την επιτυχία του The Lamb Lies Down On Broadway, το Nursery Cryme βρέθηκε να βολοδέρνει στο βρετανικό top-40 (στο νο. 39 για την ακρίβεια). Τουλάχιστον ένα ενθαρρυντικό σημάδι ήταν ότι διατήρησαν το μικρό αλλά ιδιαίτερο κοινό τους στην πατρίδα τους, και παράλληλα μεγάλωναν σαν όνομα στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπου μετά το Βέλγιο, βρέθηκαν ψηλά και στο ιταλικό chart (Νο. 4), και συνεπώς μετέβησαν για ζωντανές εμφανίσεις και εκεί, όπου έπαιξαν μπροστά σε ενθουσιώδη ακροατήρια. Μία μισάωρη εμφάνιση τους στην βελγική τηλεόραση από εκείνη την εποχή, είναι και η πρώτη τους μαγνητοσκοπημένη εμφάνιση, με τον Gabriel να μην έχει υιοθετήσει ακόμα τις πιο ακραίες ενδυματολογικές και στιλιστικές επιλογές του ως frontman, που θα βλέπαμε στα επόμενα τρία άλμπουμ. Ο Peter Gabriel μεταμφιεζόταν επί σκηνής, σε ηλικιωμένο άντρα (κατά την διάρκεια του Musical Box)
Το 1972, το συγκρότημα ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις για το τέταρτο άλμπουμ του, το οποίο θα κυκλοφορούσε τον Οκτώβριο, και έφερε τον τίτλο Foxtrot. Η ηχογράφηση ξεκίνησε τον Αύγουστο με παραγωγό τον John Anthony, αλλά οι συνεδρίες ήταν γεμάτες ένταση, διαφωνίες και γενναία δόση…δράματος, κάτι το οποίο είχε κάνει εντύπωση στον Collins, και στην προηγούμενη δουλειά τους. Τελικά την πλήρωσε ο Anthony, ο οποίος έδωσε την θέση του στον  Dave Hitchcock για την παραγωγή του άλμπουμ. 

Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ FOXTROT ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΟΥΣ
Το ιδιαίτερο εξώφυλλο ήταν το τελευταίο που σχεδιάστηκε από τον Paul Whitehead, ο οποίος είχε αναλάβει τα εξώφυλλα και στις δύο προηγούμενες κυκλοφορίες, με επίκεντρο μια αλεπού που φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα. Μάλιστα, για τους σκοπούς της ερχόμενης περιοδείας, ο Peter Gabriel φόρεσε το φόρεμα και το κεφάλι μιας αλεπούς στη σκηνή, εικόνα η οποία τράβηξε σημαντικά την προσοχή του μουσικού τύπου και βελτίωσε σημαντικά το προφίλ του συγκροτήματος. Το  Foxtrot ήταν και το πρώτο άλμπουμ των Genesis που μπήκε στο βρετανικό chart κατά την κυκλοφορία του, φθάνοντας στο εντυπωσιακό Νo. 12, συνοδευόμενο σε μεγάλο βαθμό από θετικές κριτικές.
Όταν μιλάμε για τους Genesis της εποχής του Peter Gabriel, λίγες στιγμές ξεπερνούν την ιδιοφυία του Foxtrot. Ένα εκθαμβωτικό 23-λεπτο κομμάτι, στο ύφος του Stagnation και του Musical Box από τα προηγούμενα άλμπουμ, με τίτλο «Supper’s Ready», καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την δεύτερη πλευρά του δίσκου, με το instrumental «Horizons» (το οποίο ο Hackett δούλευε έναν ολόκληρο χρόνο) να το προλογίζει. Ένα αριστούργημα που μουσικά μεταλλάσσεται διαρκώς, περιγράφοντας ένα προσωπικό ταξίδι του Peter Gabriel ανάμεσα στην πνευματική αφύπνιση και στο όνειρο, μέσα από το τοπίο της Αποκάλυψης, παρατηρώντας την μάχη του καλού και του κακού, γεμάτο χρώματα και συναισθήματα. Στην πρώτη πλευρά, υπάρχει το «Watcher Of The Skies» με το εντυπωσιακό (α λα King Crimson) Mellotron να κλέβει την παράσταση. Τόσο πολύ, που η κατασκευάστρια εταιρεία του Mellotron, Steely Electronics, πρόσθεσε αργότερα μία προρύθμιση με όνομα Watcher Of The Skies, που αναπαράγει απόλυτα τις ρυθμίσεις του Tony Banks. Το τραγούδι μιλάει για την εικόνα που έχει ένας εξωγήινος επισκέπτης πάνω από μία άδεια και έρημη Γη. Μερικώς εμπνευσμένο από το βιβλίο «Childhood’s End» του  Arthur C. Clarke, και την εξωγήινη φυλή των Watchers (της Marvel Comics), που παρακολουθεί τα πολλαπλά σύμπαντα. To «Time Table» που ακολουθεί, φέρνει στο μυαλό μια εποχή όπου η παράδοση, η ευγένεια, και μια εποχή βασιλιάδων και βασίλισσών που έχουν χαθεί δια παντός, λόγω των πόλεμων και των συγκρούσεων. Ίσως ένα από τα πιο άγνωστα χαλαρά τραγουδάκια των Genesis. Για την συνέχεια, ο κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός, σε μορφή μίας κωμικής μίνι-όπερας, με τίτλο «Get ‘Em Out By Friday». Προέκυψε εν μέρει από τα προβλήματα που δημιουργούσε στον Gabriel ο σπιτονοικοκύρης του στο Campden Hill Road, καθώς και ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για τη στέγαση στο δήμο του Islington. Μιλάει για την φανταστική μεταστέγαση πληθυσμού από το Λονδίνο στην πόλη του Harlow New Town. Για το τέλος, έχουμε το «Can-Utility and the Coastliners», το οποίο αναφέρεται στον Βασιλιά Κνούτο (ή Κανούτο Β΄ τον Μέγα), ο οποίος ήταν ένας περίφημος Βίκινγκ Δανός βασιλιάς της Αγγλίας (1016-1035) της Δανίας (1018 - 1035), της Νορβηγίας (1026 - 1035) και εν μέρει της Σουηδίας. Σύμφωνα με την παράδοση, τοποθέτησε τον θρόνο του στην ακτή της θάλασσας και διέταξε την εισερχόμενη παλίρροια να σταματήσει και να μην βρέξει τα πόδια και τις ρόμπες του. Ωστόσο, το νερό συνέχιζε να ανεβαίνει ως παλίρροια, και τον έβρεξε χωρίς να σέβεται το βασιλικό του πρόσωπο. Τότε ο βασιλιάς αναφώνησε «Αφήστε όλους τους ανθρώπους να γνωρίζουν πόσο άδεια και άχρηστη είναι η δύναμη των βασιλιάδων, γιατί κανένας δεν υπάρχει άξιος του Ονόματος Του, αλλά μόνο Εκείνος, που ο ουρανός, η γη και η θάλασσα υπακούν στους αιώνιους νόμους Του.» Στη συνέχεια κρέμασε το χρυσό του στέμμα σε έναν σταυρό και δεν το φόρεσε ξανά «προς τιμήν του Θεού του παντοδύναμου Βασιλιά».
Από τον Σεπτέμβριο του 1972, μέχρι τον Αύγουστο του 1973 περιόδευσαν κυρίως σε Βρετανία και ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες χώρες όπως Καναδάς, Ιρλανδία, Γαλλία, Ιταλία και Βέλγιο. Με την εταιρεία τους στην Αμερική να τους στηρίζει πλήρως, οι Genesis εμφανίστηκαν στο Πανεπιστήμιο Brandeis για ζέσταμα πριν την μεγάλη, πρώτη εμφάνιση τους στο Philharmonic Hall της Νέας Υόρκης. Οι εμφανίσεις εκείνης της εποχής είχαν τον Gabriel να αλλάζει make-up και κοστούμια σε κάθε τραγούδι του σετ. Απέκτησαν ακόμα μεγαλύτερη έκθεση στο κοινό, με τον Gabriel να υποβάλλει κυριολεκτικά το ακροατήριο με την απόλυτα θεατρική του ερμηνεία, και τα περίεργα κοστούμια του, που συμπεριελάμβαναν ένα κομμάτι για το κεφάλι που έμοιαζε με λουλούδι (στο κομμάτι του Supper’s Ready που έκανε αναφορά στον αρχαιοελληνικό μύθο του Νάρκισσου), την γνωστή αλεπού με το κόκκινο φόρεμα, φτερά νυχτερίδας στο «Watcher Of The Skies», ένα πυθαγόρειο γεωμετρικό κράνος (κι αυτό στο Supper’s Ready, στον ρόλο του Magog που θα φέρει την Αποκάλυψη). Πέρα από την καλλιτεχνική τους χρήση, τα κοστούμια βοηθούσαν τους Genesis να βρίσκονται συχνά στα πρωτοσέλιδα των μουσικών εντύπων ανά τον κόσμο. Ωστόσο, το αποκορύφωμα του σόου ήταν η «ανάληψη» του Gabriel στους «Ουρανούς», στο τέλος του Supper’s Ready, μέσω ενός συστήματος καλωδίων.


Αποτέλεσμα αυτής της περιοδείας ήταν το επιτυχημένο Genesis Live, από τις εμφανίσεις τους στο Manchester και το Leicester της Αγγλίας, και σε από κοινού παραγωγή του John Burns με τους Genesis. O Burns είχε διατελέσει μηχανικός ήχου στο Aqualung των Jethro Tull, ενώ είχε συνεργαστεί και με άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής όπως οι Traffic, οι Mott the Hoople, οι Fairport Convention, οι Free, οι Deep Purple, και ο Marc Bolan με τους T. Rex, μεταξύ άλλων.
Το Genesis Live κοστολογήθηκε επίτηδες χαμηλά από την εταιρεία τους, προκειμένου να πουληθεί και σε εμπορικές αλυσίδες, εκτός από τα δισκοπωλεία. Ήταν το πρώτο τους Top-10 άλμπουμ στην Μεγάλη Βρετανία, φτάνοντας μέχρι το Νο. 9, ενώ, όταν κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά στις ΗΠΑ, πλησίασε τα πρώτα 100 του Billboard, αγγίζοντας το Νο. 105. Επιπλέον, τους έδωσε χρόνο και τους εξασφάλισε την απαραίτητη συγκέντρωση για να ηχογραφήσουν το επερχόμενο άλμπουμ τους.
Δεν είναι μόνο ο τραγουδιστής, αλλά όλοι λάμπουν εδώ. Δεν χωράει αμφιβολία ότι κανείς δεν πήρε ποτέ έναν πλουσιότερο ήχο από ένα Mellotron στη σκηνή από ό,τι κάνει ο  Banks σε αυτό το άλμπουμ, και το παίξιμο των Hackett, Rutherford και Collins είναι συνολικά εντυπωσιακό. Οι ζωντανές αποδόσεις στο «Watcher of the Skies», «Get 'Em Out By Friday», «Return of the Giant Hogweed», «The Knife» και ειδικά το «Musical Box», ξεπερνούν τις πρωτότυπες studio εκτελέσεις (όσο υυπέροχες κι αν είναι) και είναι τεκμήριο της θεατρικότητας και της έντασης που έφεραν ο Gabriel και οι υπόλοιποι στο έργο τους επί σκηνής. Επιπλέον, το ίδιο το γεγονός ότι το συγκρότημα θα μπορούσε να βγάλει μερικά από αυτά που κάνουν στη σκηνή είναι εντυπωσιακό. Αυτό που ακούμε σε αυτό το άλμπουμ είναι οι οριστικές ερμηνείες αυτών των κομματιών από αυτήν την έκδοση του συγκροτήματος, περισσότερο από τα πρωτότυπα του στούντιο.
Το μόνο μείον ήταν ότι παρουσιάστηκε η ανάγκη να μείνει εκτός άλμπουμ το επικό «Supper's Ready», το οποίο ο Stratton-Smith προτίμησε από το να αντιμετωπίσει την οικονομική πρόκληση της κυκλοφορίας ενός τριπλού live album. Γενικότερα, πάντως, πρόκειται για την καλύτερη απόδειξη του τι μπορούσε να κάνει αυτή η μπάντα επί σκηνής, και προς έκπληξη πολλών, τους κέρδισε πολλούς νέους θαυμαστές. Πετυχαίνουν, σε αυτό το σημείο, να αποκρυσταλλώσουν την δύναμη και τον μυστικισμό της μουσικής τους ζωντανά, κάτι που ανάγκασε πολλούς να χαρακτηρίσουν τους Genesis ως «τη μεγαλύτερη ζωντανή μπάντα όλων των εποχών» (βέβαια η χρονιά ήταν ακόμα 1973!). Από εκείνη την περιοδεία και έπειτα, οι Genesis τελικά έγιναν μία πρώτης τάξεως συναυλιακή ατραξιόν, στα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του '70. Ηχητικά βέβαια, παραπέμπει στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70.  Ίσως αυτός ήταν και ένας από τους λόγους, που προσωπικά επέλεξα το Seconds Out για τους σκοπούς αυτής της στήλης.
Από το αδιάφορο ντεμπούτο στο εξαιρετικό Foxtrot, οι Genesis έμπαιναν σε διαρκώς ανοδική τροχιά, τόσο από δημιουργική όσο και από εμπορική άποψη. Ωστόσο, οι συναυλιακές τους υποχρεώσεις δεν τους άφηναν χρόνο να γράψουν νέο υλικό. Με το που τελείωσε η περιοδεία, και με την πίστωση χρόνου που τους εξασφάλισε το Genesis Live, η δισκογραφική εταιρεία θεώρησε πως ένα τρίμηνο ήταν αρκετό για να έρθουν με νέες συνθέσεις, προκειμένου να μην χάσουν και την ώθηση από το Foxtrot.
Οι πρώτες πρόβες πραγματοποιήθηκαν σε ένα παλιό αρχοντικό σπίτι, στο Chessington, στα περίχωρα του Λονδίνου, όπου προκάλεσαν τις διαμαρτυρίες των γειτόνων με τις πρόβες τους, ενώ μετά μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο. Ο Collins άρχισε να ενσωματώνει ένα πιο περίπλοκο τρόπο στο παίξιμο του, επηρεασμένος από την μουσική των jazz rock πρωτοπόρων Mahavishnu Orchestra και τοντεράστιο ντράμερ τους Billy Cobham, με τον οποίο είχαν ήδη κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ (τα «The Inner Mounting Flame» και «Birds of Fire»). Ως εκ τούτου, το άλμπουμ πήρε και μερικά jazz στοιχεία, χωρίς όμως να χάσει τον παραδοσιακό, βρετανικό, ποιμαντικό του χαρακτήρα. Άλλωστε, ο στόχος ήταν να συνδυαστεί αυτός ο χαρακτήρας των πρώτων τους άλμπουμ με την περισσότερο rock προσέγγιση του Foxtrot.
 ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΒΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ SELLING ENGLAND BY THE POUND

Νοηματικά, μία θεώρηση της «αγγλικότητας» με διαφορετικό τρόπο ήταν μία από τις ιδέες που ο Gabriel ήθελε να μεταφέρει με το άλμπουμ. Έτσι προέκυψε και μία πρότασή του για τον τίτλο του άλμπουμ, το οποίο ήταν ένα σλόγκαν που υιοθετήθηκε από το μανιφέστο του Εργατικού Κόμματος, για να διασφαλίσει ότι ο βρετανικός Τύπος δεν θα κατηγορούσε το συγκρότημα ότι «ξεπουλήθηκε» στην Αμερική (φοβία που ταλάνιζε για δεκαετίες τα βρετανικά συγκροτήματα!). Συνολικά, αναδείκνυε την παρακμή της αγγλικής λαϊκής κουλτούρας και μια διαρκώς αυξανόμενη «αμερικανικοποίηση». Ο Banks δήλωσε ότι το «αγγλικό» θέμα σε ολόκληρο το άλμπουμ δεν ήταν αρχικά αυτοσκοπός, αλλά ήρθε ως τελικό αποτέλεσμα. Και ο ευφυέστατος Gabriel κατάφερε να γράψει όλους τους στίχους σε μόλις δύο ημέρες.
Έχοντας προβάρει και γράψει αρκετό υλικό για ένα άλμπουμ, το συγκρότημα μπήκε στο Island Studios του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1973. Όπως και με το Genesis Live, έτσι κι εδώ ο John Burns βοήθησε στην παραγωγή. Οι τεχνικές δεξιότητες του είχαν ως αποτέλεσμα έναν πιο ποιοτικό ήχο στο studio, και αυτό παρακίνησε κάθε μέλος του συγκροτήματος να παίξει καλύτερα, προσέχοντας παράλληλα να μην γίνουν βαρετοί με υπερβολική χρήση μεγάλων ορχηστρικών κομματιών μέσα στα τραγούδια


Το επιθυμητό αποτέλεσμα το πέτυχαν ακριβώς με αυτό το άλμπουμ, το θρυλικό Selling England By The Pound του 1973. Όποιος έχει δει την ταινία «Ο Ασυμβίβαστος» του 1979, με πρωταγωνιστή τον Παύλο Σιδηρόπουλο, υπάρχει μία σκηνή όπου ο Σιδηρόπουλος παίζει το «Κάποτε θα 'ρθουν» μετά το πρώτο τρίτο της ταινίας. Το επόμενο πλάνο, δείχνει το εξώφυλλο του «Selling England By The Pound». Είναι η στιγμή που μου έχει μείνει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σε ολόκληρη την ταινία! Ένας πίνακας της Betty Swanwick, η οποία σχεδίαζε πόστερ για τον οργανισμό συγκοινωνιών του Λονδίνου, και φέρει τον τίτλο «The Dream». Η προσθήκη της χορτοκοπτικής μηχανής έγινε από την ίδια την καλλιτέχνιδα, και παρέπεμπε σε ένα από τα τραγούδια, το «I Know What I Like (In Your Wardrobe)». Δεν είχε χρόνο να φτιάξει ένα καινούριο εξώφυλλο από την αρχή, οπότε και τους έδωσε αυτό τον πίνακα με αυτή την μικρή προσθήκη. Η ερμηνεία του πίνακα από τον Gabriel περιγράφεται στο προαναφερθέν κομμάτι.
Με σταθερή αξία τον ποιμαντικό (σχεδόν θρησκευτικό) χαρακτήρα, περισσότερο rock προσέγγιση, και έμμεσες αναφορές στον T.S. Elliott (στο «The Cinema Show») και τον Tolkien (στο «The Battle of Epping Forest»), αλλά και πιο pop συνθέσεις [βλ. «I Know What I Like (In Your Wardrobe) »], οι Genesis πηγαίνουν το έργο ένα βήμα πιο πέρα. Άψογα παιγμένη μουσική επενδύει μία συλλογή από μικρές ιστορίες, όλες πλήρως εμβαπτισμένες στο αγγλικό πνεύμα, την βρετανική καθημερινότητα. Ξεκινώντας από το «Dancing With The Moonlit Knight», με χαρακτηριστικές πινελιές «αγγλικότητας», εν μέρει και επειδή ήθελαν να αποφύγουν το στίγμα ότι απομακρύνονται από τον πολιτισμική βάση της χώρας τους (φόβος και τρόμος για πολλά συγκροτήματα η ταύτιση με τα αμερικάνικα πρότυπα, τότε!). Εμμέσως, και με φανταστικές αναφορές, σχολιάζει τις επιπτώσεις που είχε η βρετανική οικονομία στις καθημερινές ζωές των Άγγλων, την πολιτιστική κρίση που υφίσταντο και την πρώτη κρίση πετρελαίου που συνέβη εκείνη την εποχή. Ένας μικρός επιτάφιος και κοινωνική σάτιρα του βρετανικού πολιτισμού καθώς οι μεγάλες εταιρείες κατέστρεφαν την κληρονομιά του.
Ακολουθεί το πρώτο εμπορικό hit τους, με τίτλο «I Know What I Like (In Your Wardrobe)», επηρεασμένο από τους Beatles. Φέρεται να γράφτηκε για έναν από τους roadies των Genesis, τον Jacob Finster, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να μείνει σταθερά σε μία δουλειά. Κούρευε γκαζόν, δούλευε σε ενεχυροδανειστήρια, έκανε ταμίας ενώ μέχρι τη στιγμή που πέθανε, δούλευε σε ένα κατάστημα με ντόνατς όπου πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης. Στο πλαίσιο του τραγουδιού, και παρά την αποδοκιμασία των γύρω του, ο πρωταγωνιστής κρίνει και επιπλήττει την κοινωνία και όλες τα φτηνά της χαρακτηριστικά όπως ο καταναλωτισμός και το αέναο κυνήγι της καριέρας, σε βάρος μίας απλούστερης ζωής. Μπορεί να θεωρείται κατώτερος των περιστάσεων αλλά είναι ικανοποιημένος γνωρίζοντας ότι δημιουργεί κάτι όμορφο κουρεύοντας το γκαζόν.
Επόμενη έρχεται μία από τις δυνατότερες (αν όχι η δυνατότερη) στιγμές τoυ άλμπουμ, το υπέρ-επικό «Fifth Of Firth». Στήνοντας το σκηνικό με γεωγραφικό προσδιορισμό, το Firth of Forth, (Κόλπος του Forth) στην Σκωτία, που είναι η εκβολή πολλών ποταμών (και του ομώνυμου ποταμού Forth) μεταξύ Fyfe και Lothian, οι Genesis υμνούν την φύση, τους υδάτινους όγκους που κυβερνούν τις ζωές των ανθρώπων και την ομορφιά τους, καθώς και την τελική τους πορεία προς την θάλασσα, όπου «παραδίδουν την ψυχή τους». Και όπως τα νερά ξεκινούν από κάπου μακριά και καταλήγουν στην θάλασσα, έτσι και οι ζωές τον ανθρώπων ξεκινούν μακριά στην γέννηση και τελειώνουν στην θάλασσα των ψυχών. Προσωπικά είναι το αγαπημένο μου τραγούδι από τους Genesis, άποψη που μοιράζονται και πολλοί άλλοι, ενώ αρκετοί δεν διστάζουν να τον χαρακτηρίσουν ως το καλύτερο τους τραγούδι. Τα solo των Banks και Hackett είναι απερίγραπτα, ενώ προλογίζονται από το γλυκό φλάουτο του Gabriel. Πραγματικά, είναι το πετράδι στο στέμμα, τόσο συνολικά σαν σύνθεση, όσο για τους Banks και πολύ περισσότερο για τον Hackett.



Με την χαλαρή μπαλάντα «More Fool Me», και τον Phil Collins για πρώτη φορά σε φιλική ανάληψη των φωνητικών, στην ιστορία των Genesis, κλείνει η πρώτη πλευρά του άλμπουμ. Σε κάθε περίπτωση μιλάει για ερωτική απογοήτευση. Είτε αυτή προέρχεται από χωρισμό, είτε από τον ανεκπλήρωτο έρωτα απέναντι σε πρόσωπο, το οποίο προτιμά να μείνει σε φιλικό επίπεδο. Πρόδρομος μελλοντικών επιτυχιών όπως το «In The Air Tonight» και του «In Too Deep»; Δεν είναι παράλογο σαν σκέψη.
Το τραγούδι που υποδέχεται τον ακροατή στην δεύτερη πλευρά, το «The Battle Of Epping Forest», είναι εμπνευσμένο από μία αληθινή σύγκρουση μεταξύ δύο αντίπαλων συμμοριών στο Ανατολικό Λονδίνο, στο Epping Forest, με στόχο την οριστική κατοχύρωση της κυριαρχίας για τα δικαιώματα προστασίας προς «προσφορά», στην περιοχή. Λόγω του ότι δεν μπόρεσε να βρει περαιτέρω πληροφορίες, ο Gabriel δημιούργησε τους δικούς του φανταστικούς χαρακτήρες (όπως θα λέγαμε Μπάμπης ο Σουγιάς, Τάκης ο Πεταλούδας κλπ). Το κωμικό της υπόθεσης είναι ότι αυτοί οι χαρακτήρες μπορεί να μην είναι τόσο φανταστικοί τελικά. Εικάζεται ότι π.χ. ο Georgie είναι ο ποδοσφαιριστής George Best, το ίδιο και ο Billy Wright ενώ το ίδιο όνομα είχε κι ένας πειρατής! Ο Bethnal Green Butcher  είναι ο Jack  ο Αντεροβγάλτης, ο Sweetmeal Sam ίσως αναφέρεται στον χρονικογράφο και αξιωματούχο του 17ου αιώνα, Samuel Pepys που σύχναζε στην ταβέρνα Bluebell του Λονδίνου. Τέλος, ο Liquid Len (ή Jonathan Smeeton όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) ήταν ένας υπεύθυνος παραγωγής και φωτισμού για τις συναυλίες πολλών rock συγκροτημάτων την δεκαετία του ’70.
 Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΤΕΙΡΕΣΙΑ

Το ορχηστρικό «After The Ordeal» προλογίζει ένα ακόμα μακροσκελές αριστουργηματικό κομμάτι, το διάσημο «The Cinema Show». Αρχικά παρουσιάζει δύο παράλληλες σκηνές με τους Σεξπηρικούς ήρωες, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, οι οποίοι ξεχωριστά προετοιμάζονται για το ραντεβού τους, με την προσμονή του Ρωμαίο για σεξουαλική ολοκλήρωση στο τέλος της βραδιάς. Κάπου εκεί ο Banks επικαλείται τον τυφλό μάντη Τειρεσία, και την μεγάλη σοφία του. Σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, ο Τειρεσίας σε ένα περίπατό του στο όρος Κυλλήνη παρακολούθησε δύο φίδια που ζευγάρωναν. Όταν τα φίδια του επιτέθηκαν εκείνος τα χτύπησε με το ραβδί του σκοτώνοντας το θηλυκό. Τότε μεταμορφώθηκε ο ίδιος σε γυναίκα και έγινε ξακουστή εταίρα. Επτά χρόνια αργότερα όμως, στο ίδιο μέρος, είδε πάλι δυο φίδια που ζευγάρωναν και επειδή αυτή τη φορά σκότωσε το αρσενικό, ξανάγινε άνδρας. Όταν η Αφροδίτη και οι τρεις Χάριτες - η Πασιθέα, η Καλή και η Ευφροσύνη - διαφώνησαν για το ποια από όλες ήταν η πιο όμορφη, η Αφροδίτη τον μεταμόρφωσε σε γριά. Η Καλή όμως τον πήγε στην Κρήτη όπου του χάρισε υπέροχους βοστρύχους. Μετά από μερικές ημέρες, η Ήρα άρχισε να κατηγορεί τον Δία για τις πολυάριθμες απιστίες του. Εκείνος απολογήθηκε λέγοντας ότι έτσι κι αλλιώς όταν πλαγιάζει μαζί της, αυτή απολαμβάνει περισσότερο.
Κλήθηκε λοιπόν ο Τειρεσίας, να λύσει τη διαφωνία που είχαν ο Δίας με τη σύζυγό του, την Ήρα, αφού οι δύο θεοί γνώριζαν ότι είχε υπάρξει διαδοχικά και άνδρας και γυναίκα. Το ερώτημα που του έθεσαν ήταν: «Ποιος ηδονίζεται περισσότερο κατά την ερωτική πράξη, ο άνδρας ή η γυναίκα;». Τότε, ο Τειρεσίας απάντησε αδίστακτα: «Αν διαιρούσαμε την ηδονή σε μέρη δέκα, ένα θα έπαιρνε ο άντρας και εννιά η γυναίκα". Η Ήρα θύμωσε τόσο πολύ με το σαρκαστικό χαμόγελο του Δία, ώστε τύφλωσε τον Τειρεσία. Ο Δίας τότε, για να τον αποζημιώσει, του έδωσε το χάρισμα της μαντικής και διάρκεια ζωής εφτά γενεών.
Το άλμπουμ κλείνει με το «Aisle Of Plenty», μία κριτική στον καταναλωτισμό, και στο πως οι μεγάλες αλυσίδες εξαφάνισαν τα μικρομάγαζα. Η συγκαλυμμένη επίθεση στον καταναλωτικό χαρακτήρα της νέας εποχής που αντικαθιστά και ξεριζώνει τις παλιές κοινωνικές συνήθειες του μέσου Άγγλου, ήταν μία ιδέα γύρω από την οποία στηρίζεται χαλαρά μεγάλο νοηματικό μέρος του Selling England By The Pound.
Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα άλμπουμ, όχι μόνο των Genesis (σίγουρα πάντως μέσα στα 3 κορυφαία τους), όχι μόνο του progressive rock, αλλά του rock ιδιώματος, γενικότερα. Ο ίδιος ο Steve Hackett έχει δηλώσει πως είναι το αγαπημένο του άλμπουμ. ‘Αλλοι διάσημοι fans του Selling England By The Pound ήταν ο Neil Peart των Rush (λάτρεψε τα ντραμς του Collins), o John Lennon, ενώ επηρέασε καλλιτέχνες όπως ο Derek Dick (κατά κόσμον Fish), frontman των Marillion (πρακτικά η 80s μετενσάρκωση των «προοδευτικών» Genesis), και τον Σουηδό ημίθεο κιθαρίστα Yngwie Malmsteen.  Ήταν η πρώτη κυκλοφορία τους που μπήκε στο βρετανικό top-10 ( και μάλιστα στο Νο. 3). Με νέες ιδέες από jazz και ethnic μουσικές, αλλά και σταθερά σημεία αναφοράς την folk, την θεατρικότητα τους, και το μοναδικό progressive rock τους, οι Genesis είναι πολύπλοκοι αλλά ταυτόχρονα προσιτοί, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο το μουσικό και στιχουργικό βάθος που όλες οι επιμέρους μονάδες έφεραν στο συγκρότημα. Στο σημείο αυτό να πω ότι είναι και το αγαπημένο μου από αυτή την περίοδο των Genesis.
Όσον αφορά το κομμάτι των ζωντανών εμφανίσεων, η περιοδεία που ακολούθησε ήταν αρκετά επιτυχημένη, για να τους ξεχωρίσουν οι αναγνώστες της New Musical Express ως την κορυφαίο συναυλιακό συγκρότημα, ενώ ζητήθηκε και η συμμετοχή τους στο περίφημο Top Of The Pops του BBC, μιας και το «I Know What I Like (In Your Wardrobe)», που είχε κυκλοφορήσει σαν single, έφτασε μέχρι το Νο. 19 τον Φλεβάρη του ’74. Ωστόσο, το συγκρότημα αρνήθηκε να εμφανιστεί, θεωρώντας πως το συγκεκριμένο τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν αντικατόπτριζε το καλλιτεχνικό επίπεδο και βάθος τους.
ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 


 

Μαζί με την επιτυχία, ωστόσο, άρχισαν να αυξάνονται και οι απαιτήσεις. Η περίοδος που ακολούθησε ήταν ενδεικτική όλο και πιο τεταμένης σχέσης του Gabriel με την υπόλοιπη ομάδα. Τον Ιούνιο του 1974, οι Genesis ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω σε ένα διπλό concept άλμπουμ, κάτι που σύμφωνα με τον Banks το διαπραγματευόντουσαν από την εποχή του Foxtrot (με το 23 λεπτών «Supper’s Ready»). Η αρχική ιδέα για την ιστορία πίσω από το  album προτάθηκε από τον Rutherford και είχε ως βάση την πασίγνωστη νουβέλα «Ο Μικρός Πρίγκηπας» του Antoine de Saint-Exupéry. O Gabriel αντιστάθηκε σθεναρά στην πρόταση αυτή, λέγοντας ότι μία τέτοια ιστορία θα ήταν πολύ παιδική και τύπου παραμυθάκι, και αντέτεινε ένα δικό του story, με πιο «ενήλικες» προεκτάσεις, που θα εξελισσόταν ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και τον κόσμο της φαντασίας και των συμβολισμών. Ήρωας της ιστορίας του Gabriel ήταν ο Rael, ένας νεαρός Πορτορικανός που ζει στη Νέα Υόρκη, ο οποίος ξεκινά ένα προσωπικό ταξίδι πνευματικής αναζήτησης προς την ελευθερία του και την ανακάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας, ενώ ταυτόχρονα, όπως κάθε ήρωας σε περιπλάνηση, συναντά πολλούς και ποικίλους, περίεργους χαρακτήρες στη διαδρομή. Όλη η διήγηση γράφτηκε με έμπνευση από το μιούζικαλ του 1961 (και βιβλίο)  «West Side Story», το αλληγορικό «Α Pilgrim’s Progress» του John Bunyan (σε μία πιο σύγχρονη και ελαφρώς διεστραμμένη εκδοχή), τις θεωρίες του γνωστού ψυχολόγου Carl Jung και το μεξικάνικο γουέστερν «El Topo» (1970) του Alejandro Jodorowsky.
Κατά τον προγραμματισμό και την ανάθεση των εργασιών, ο Gabriel επέμεινε να γράψει τους στίχους μόνος του, τόσο επειδή επιθυμούσε να έχει τον έλεγχο της ιστορίας από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά και επειδή επιθυμούσε να γράψει με βάση τα δικά του συναισθήματα, χωρίς να παρέμβει κάποιος άλλος στον ψυχικό κόσμο των ηρώων της ιστορίας του. Αυτό δεν έκατσε καλά με τους υπόλοιπους, που είχαν συνηθίσει σε δημοκρατικότερο διαμοιρασμό της γραφής των στίχων. Παρόλαυτα, οι υπόλοιποι τέσσερις έδωσαν το ΟΚ, προκειμένου να προχωρήσει το project, και θα επικεντρωνόντουσαν περισσότερο στην μουσική επένδυση της ιστορίας του Gabriel. Με το συγκρότημα μοιρασμένο 1:4, το Headley Grange, γνωστό και για την ηχογράφηση του τέταρτου και πιο επιτυχημένου άλμπουμ των Led Zeppelin 2 χρόνια νωρίτερα, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του για να ξεκινήσει η δημιουργία του έκτου άλμπουμ των Genesis. Ενώ οι Banks, Rutherford, Collins και Hackett έγραφαν μουσικά θέματα και κομμάτια χωρίς στίχους σε έναν από τους χώρους του studio, υποβοηθούμενοι και από την «στοιχειωμένη» ατμόσφαιρα του μέρους, ο Gabriel απομονώθηκε σε ένα άλλο δωμάτιο, προσπαθώντας να αποτυπώσει την πολύπλοκη ιστορία που είχε στο μυαλό του σε χαρτί. Το χάσμα μεταξύ του χαρισματικού και εκφραστικού frontman και των μουσικών ηρώων του συγκροτήματος είχε αρχίσει να διευρύνεται, άνοιγε μέρα με την μέρα. Αυτό που στην αρχή φαινόταν σαν απλή διαδικασία, άρχισε να βαραίνει καθώς περνούσε ο χρόνος, με όλους να προσπαθούν να συνθέσουν, να προβάρουν, να τελειοποιήσουν, και όλα αυτά ενώ υπήρχαν και οικογενειακά θέματα στην μέση. Ο Hackett ήταν στα χωρίσματα με την πρώτη σύζυγο του, ο Gabriel σύντομα θα γινόταν πατέρας και ο χρόνος προχωρούσε αμείλικτα σε βάρος τους. Ο τελευταίος, μάλιστα, δέχτηκε, εκείνη την εποχή, πρόσκληση από τον σκηνοθέτη William Friedkin («Ο Άνθρωπος από την Γαλλία» του 1971 και το ιστορικό πλέον θρίλερ «Ο Εξορκιστής» του 1973 είναι οι δύο διασημότερες δουλειές του) να γράψει το σενάριο για μία ιστορία επιστημονικής φαντασίας που ήθελε να ανεβάσει στην μεγάλη οθόνη. Ο Gabriel ένιωσε ιδιαίτερα κολακευμένος από την πρόταση του Friedkin και θέλησε να εμπλακεί σε αυτό το project άμεσα (μιλούσαν σχεδόν καθημερινά σε υπερατλαντικές κλήσεις με ατελείωτα κέρματα να ξοδεύονται σε κοντινούς τηλεφωνικούς θαλάμους), μόνο που οι υποχρεώσεις του με τους Genesis δεν του το επέτρεπαν την δεδομένη χρονική περίοδο. Όταν ζήτησε τρεις μήνες από τους υπόλοιπους για να δουλέψει με τον Friedkin, αυτοί, με πρώτο και καλύτερο τον Banks, εξέφρασαν την δυσαρέσκεια τους, με αποτέλεσμα η απόσταση μεταξύ του Gabriel και των υπόλοιπων να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Έφτασαν μέχρι και στο σημείο, σαν έσχατη λύση, να σκεφτούν την αντικατάσταση του Gabriel από κάποιον άλλο τραγουδιστή.



Όλη αυτή η ιστορία δημιούργησε πανδαιμόνιο στις οργανισμού Genesis, με το management τους να προσπαθεί να λειτουργήσει στον ρόλο του μεσάζοντα προκειμένου να τα ξαναβρούν οι δύο πλευρές. Προς το παρόν ο Gabriel φαινόταν να είχε κερδίσει αυτό που ήθελε, ελευθερία, δηλαδή, να δουλεύει και σε κάποια δικά του project αυτόνομα. Καθώς ο χρόνος τους στο Headley Grange τελείωνε, αποφάσισαν να μεταφερθούν σε άλλη τοποθεσία, στο Glaspant Manor της Ουαλίας, με πιο προβληματικές ηχητικές προδιαγραφές στο mobile studio της Island Records. Ωστόσο, ξανά σε εκείνο το σημείο, ο Gabriel αναχώρησε εσπευσμένα για το Λονδίνο, προκειμένου να βρεθεί στο πλευρό της γυναίκας του. Η σύζυγος του είχε μόλις γεννήσει την πρώτη τους κόρη, σε μία επίπονη και δύσκολη γέννα, με την κατάσταση του νεογέννητου να είναι εξαιρετικά κρίσιμη τις πρώτες εβδομάδες. Και ενώ εκ πρώτης οι υπόλοιποι σεβάστηκαν την κρισιμότητα της κατάστασης, συνέχισαν να καταστρώνουν την επερχόμενη περιοδεία και να προγραμματίζουν εμφανίσεις στις ΗΠΑ. Όπως δήλωσε και ο Hackett, θα μπορούσαν να είχαν σταματήσει σε εκείνο το σημείο, μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση, να μιλήσουν και να επαναπρογραμματίσουν την δουλειά τους. Μόνο που δεν είχαν την «ωριμότητα» να κάνουν ακριβώς αυτό. Συνέχισαν να δουλεύουν πάνω στο άλμπουμ, προσπαθώντας να ταιριάξουν λόγια και μουσική στην πορεία. Η τελική πράξη της ηχογράφησης παίχτηκε στα στούντιο της Island Records, όπου ανέλαβαν εκ περιτροπής το μιξάρισμα και με συνεισφορές και από τον Brian Eno, που βοήθησε με τα synthesizer και τα εφέ του. Στα credits τα εν λόγω εφέ χαρακτηρίζονται ως «Enossification». Όταν ο Gabriel ρώτησε τον Eno πώς θα μπορούσε να τον ξεπληρώσει το συγκρότημα, ο Eno είπε ότι χρειαζόταν έναν ντράμερ για το τραγούδι του «Mother Whale Eyeless» (από το «Taking Tiger Mountain (By Strategy), του 1974), οπότε ο Collins ανέβηκε στον επάνω όροφο και ξεχρέωσε το γραμμάτιο!
Με όλες αυτές τις περιπέτειες ολοκλήρωσαν την ηχογράφηση του άλμπουμ που έέμελλε να αλλάξει την πορεία τους για πάντα. Το νέο άλμπουμ, που ονομάστηκε The Lamb Lies Down On Broadway, σύντομα μετά από την κυκλοφορία του, και φυσικά μέχρι και σήμερα, θεωρείται ένα από τα κορυφαία concept άλμπουμ όλων των εποχών. Κάποιος θα το συνέκρινε με άλμπουμ της εμβέλειας των Tommy (The Who), Thick As A Brick (Jethro Tull), ή του The Wall (Pink Floyd). Και ακόμα περισσότερο, είναι ασφαλές να πούμε ότι η μουσική και θεματική σφραγίδα αυτού του δίσκου εντυπώθηκε στο μουσικό υποσυνείδητο πολλών μεγάλων συγκροτημάτων που ακολούθησαν, όπως οι Rush και οι Styx, οι Iron Maiden και οι Queensryche, προφανέστατα οι Marillion, και άλλοι που δεν θα το περίμενε κανείς όπως ο Marilyn Manson και οι … Radiohead! Αν και μπήκε οριακά στο βρετανικό top-10 (Nο. 10), πήγε πιο ψηλά στις ΗΠΑ από την προηγούμενη κυκλοφορία, στο Nο. 41 (από το Nο. 70 του Selling England By The Pound), και έγινε χρυσό και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Δεν ξέρω αν είναι δόκιμο να κάνουμε ανάλυση του άλμπουμ, τραγούδι με κομμάτι. Ένα concept άλμπουμ σαν το «The Lamb Lies Down On Broadway» αναλύεται ακόμα και σε site αφιερωμένα στην αποκωδικοποίηση του περιεχομένου του, της ιστορίας του και της σημασίας που αυτή κρύβει από πίσω. Πλέον οι ερμηνείες είναι πολλές και ποικίλες. Αλλά εδώ θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα μικρό walkthrough, και ο αναγνώστης ας αποφασίσει τι θα κρατήσει!
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

Ένα πρωί στη Νέα Υόρκη, ο Rael (ο κεντρικός χαρακτήρας μας) κρατά ένα σπρέι με βαφή, εχθρικά διακείμενος και εκνευρισμένος απέναντι σε όσους τον περιβάλλουν και τον προσπερνούν. Ξαφνικά, βλέπει ένα αρνί ξαπλωμένο στο Μπρόντγουεϊ, κάτι το οποίο τον επηρεάζει βαθιά («The Lamb Lies Down On Broadway»). Περπατώντας κατά μήκος του δρόμου, παρακολουθεί ένα σκοτεινό σύννεφο να παίρνει αργά και σταθερά το σχήμα μιας οθόνης κινηματογράφου και να κινείται αργά προς αυτόν, ώσπου στο τέλος τον απορροφά ολοκληρωτικά («Fly on a Windshield»), ενώ αποκοιμάται βλέποντας ένα συνονθύλευμα εικόνων εκείνης της ημέρας («Broadway Melody του 1974»), προτού ξυπνήσει σε μια σπηλιά και ξαναπέσει σε ύπνο («Cuckoo Cocoon»). 


Όταν ο Rael ξυπνήσει ξανά, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα κλουβί φτιαγμένο από σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που τον ζυγώνουν και τον περιορίζουν αργά και βασανιστικά. Καθώς προσπαθεί να δραπετεύσει, βλέπει τον αδερφό του Τζον, και του φωνάζει, αλλά ο Τζον περπατά μακριά και το κλουβί ξαφνικά εξαφανίζεται («In The Cage»). Στο κλείσιμο της πρώτης πλευράς, ο Rael βρίσκεται τώρα στο πάτωμα ενός εργοστασίου και μια γυναίκα τον ξεναγεί, τρόπον τινά, ενώ παρακολουθεί ανθρώπους να υποβάλλονται σε επεξεργασία σαν προϊόντα. Βλέπει παλιά μέλη της συμμορίας του στη Νέα Υόρκη, καθώς και τον Τζον με τον αριθμό «9» σε σφραγίδα στο μέτωπό του. Φοβούμενος για τη ζωή του, ο Rael δραπετεύει τρέχοντας μέσα σε ένα διάδρομο («The Grand Parade of Lifeless Packaging»)
Ακολουθεί μία εκτεταμένη αναδρομή σε μία φάση που επέστρεφε από μία εκ των επιδρομών της συμμορίας του στη Νέα Υόρκη («Back in N.Y.C.»), ονειρεύεται ότι η τριχωτή (!) καρδιά του αφαιρείται και ξυρίζεται με ξυράφι («Hairless Heart») και έχει την πρώτη σεξουαλική του επαφή («Counting Out Time»). Η αναδρομή του Rael τελειώνει και πλέον βρίσκεται σε έναν μακρύ, κόκκινο χαλί διάδρομο ανθρώπων που σέρνεται προς την έξοδο του μέσω μιας σπειροειδούς σκάλας («Carpet Crawl»). Στην κορυφή της σκάλας, μπαίνει σε έναν τεράστιο θάλαμο με 32 πόρτες, είναι περικυκλωμένος από άλλους ανθρώπους και δεν μπορεί να συγκεντρωθεί («The Chamber of 32 Doors»).
Έχοντας γυρίσει πλέον στην τρίτη πλευρά του άλμπουμ, ακούμε ότι ο Rael συναντάει μία τυφλή γυναίκα που τον οδηγεί έξω από το θάλαμο και σε μια άλλη σπηλιά («Lilywhite Lilith»), όπου παγιδεύεται από πέτρες που πέφτουν («The Waiting Room», «Anyway»). Σε αυτό το σημείο, ο ήρωας μας συναντά τον Θάνατο («Here Comes the Supernatural Anaesthetist») και, εν τέλει, δραπετεύει από το σπήλαιο. Στην συνέχεια καταλήγει σε μια πισίνα με τρεις λάμιες (στην ελληνική μυθολογία η λάμια ήταν ένα τέρας ή θηλυκό πνεύμα που κολλούσε στους νέους και ρουφούσε το αίμα τους), και κάνει σεξ μαζί τους, αλλά πεθαίνουν αφού πίνουν λίγο από το αίμα του («The Lamia»). Φεύγει από την πισίνα των απολαύσεων σε μια βάρκα («Silent Sorrow in Empty Boats»).
Η έναρξη της τέταρτης και τελευταίας πλευράς του άλμπουμ φέρνει τον Rael σε μια αποικία Slippermen («The Colony of Slippermen»), διαστρεβλωμένοι, αλλόκοτοι άνδρες που όλοι είχαν την ίδια εμπειρία με τις λάμιες, και διαπιστώνει ότι έχει γίνει ένας από αυτούς («The Arrival»). Ο Rael βρίσκει τον John ανάμεσα στους Slippermen, ο οποίος αποκαλύπτει ότι ο μόνος τρόπος για να ξαναγίνει άνθρωπος είναι να επισκεφθεί τον μυστηριώδη Doktor Dyper και να ευνουχιστεί («A Visit to the Doktor»)! Και οι δύο ευνουχίζονται από τον γιατρό και διατηρούν τα ευνουχισμένα πέη τους σε δοχεία γύρω από το λαιμό τους! Παρολαυτά το δοχείο του Rael το παίρνει ένα κοράκι. Ο Rael το κυνηγάει, αφήνοντας τον John ξοπίσω του(«The Raven»). Το κοράκι ρίχνει το δοχείο πάνω από ένα φαράγγι και σε ένα ορμητικό υπόγειο ποτάμι («Ravine»). Καθώς περπατάει δίπλα στο ποτάμι, βλέπει ένα παράθυρο στην όχθη πάνω από το κεφάλι του, μέσα από το οποίο φαίνεται το σπίτι του («The Light Dies Down on Broadway»). Αντιμέτωπος με την επιλογή της επιστροφής στο σπίτι, βλέπει τον John σε ένα ποτάμι κάτω από αυτόν, που αγωνίζεται να μείνει πάνω από την επιφάνεια του νερού. Παρόλο που εγκαταλείφθηκε δύο φορές από τον John, ο Rael βυθίστηκε για να τον σώσει και η πύλη προς τη Νέα Υόρκη εξαφανίζεται («Riding the Scree»). Ο Rael διασώζει τον John και σέρνει το σώμα του στις όχθες του ποταμού, τον αναποδογυρίζει για να κοιτάξει το πρόσωπό του, αλλά τελικά βλέπει μόνο το δικό του πρόσωπο («In the Rapids»). Στο τέλος, η συνείδησή του παρασύρεται μεταξύ των δύο σωμάτων και βλέπει το γύρω τοπίο να λιώνει σε μια ομίχλη. Και τα δύο σώματα διαλύονται και το πνεύμα του Rael γίνεται ένα με τα πάντα γύρω του («It».)
Αν αυτή η ιστορία δεν σας έφερε όνειρα, εφιάλτες, φοβίες, εικόνες, μυστήριο και συναισθήματα πάσης φύσεως στο μυαλό, τότε μάλλον δεν είστε τόσο σε επαφή με τον εσωτερικό σας κόσμο και το εξ’ ορισμού απρόσιτο υποσυνείδητο σας! Σαν ιστορία αποτελεί ένα νοηματικό χωνευτήρι ονείρων του Gabriel, σεξουαλικότητας, καταναλωτισμού, μυθολογίας, ψυχολογίας και λοιπών κοινωνικών θεμάτων. Το εξώφυλλο του άλμπουμ το επιμελήθηκε η Hipgnosis , και σε αντίθεση με άλλα εξώφυλλα άλμπουμ της εταιρείας, που ήταν χρωματιστά, το «The Lamb Lies Down στο Broadway» χρησιμοποιεί μόνο μαύρο και άσπρο. Το λογότυπο του συγκροτήματος, που σχεδιάστηκε αρχικά από τον Paul Whitehead και χρησιμοποιήθηκε στο Nursery Cryme (1971) και στο Foxtrot (1972), αντικαταστάθηκε από ένα νέο σε στιλ «αρτ ντεκό» από τον George Hardie. Η αριστερή εικόνα στο μπροστινό μέρος απεικονίζει τον Rael στην περιοχή όπου εκτυλίσσονται τα «In the Rapids» και «Riding the Scree».
Η περιοδεία που ακολούθησε ήταν και η μεγαλύτερη για το συγκρότημα μέχρι τότε, με 102 ημερομηνίες σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, με μεγαλύτερα και περισσότερα σκηνικά, λέιζερ, και πάσης φύσεως εφέ και μουσικό εξοπλισμό. Ένα σπασμένο ποτήρι στο χέρι του Hackett (αυτό το σπασμένο ποτήρι στο χέρι του κιθαρίστα έχει κλείσει σπίτια, όπως και στην περίπτωση του Brian Robertson των Thin Lizzy!) καθυστέρησε την έναρξη του βρετανικού σκέλους, με μετάθεση των εμφανίσεων για το 1975. Οι Genesis «μπήκαν μέσα» λόγω αυτού του πισωγυρίσματος, με το τέλος της περιοδείας να τους βρίσκει με χρέη άνω των £200.000. Από την άλλη, οι εμφανίσεις τους ήταν απαιτητικές, διότι από την μία το κοινό δεν ήταν εξοικειωμένο με μία τόσο ιδιαίτερη και δύσκολη θεματικά ιστορία, ενώ από την άλλη η θεατρικότητα που επέβαλλε το νέο show περιλάμβανε καινούργια κοστούμια για τον Gabriel, όπως το ντύσιμο του Rael (με σκούρο make-up, κοντό μαλλί, κάποια γένια, τζιν και κοντομάνικο) και το διαστροφικό outfit των Slippermen, με εξογκώματα με φουσκωτά γεννητικά όργανα που εμφανιζόντουσαν στη σκηνή εκπορευόμενα από έναν σωλήνα σε σχήμα πέους! Για το εντυπωσιακό τέλος, μια έκρηξη άναβε δίδυμα στροβοσκοπικά φώτα που αποκαλύπταν τον Gabriel και μια άλλη ψεύτικη φιγούρα, ντυμένοι πανομοιότυπα σε κάθε πλευρά της σκηνής, αφήνοντας το κοινό ανίδεο ως προς ποιος ήταν ποιος. Η παράσταση τελείωνε με τον Gabriel να εξαφανίζεται από τη σκηνή σε μια λάμψη φωτός και ατελείωτο καπνό.
Αυτή ήταν και μία από τις πιο ξεχωριστές συναυλιακές εμπειρίες που είχαν παρουσιαστεί σε κοινό μέχρι εκείνη την εποχή. Ωστόσο, πολλοί επικεντρωνόντουσαν στην θεατρικότητα και την ερμηνεία του Gabriel, παραβλέποντας την προσφορά των υπολοίπων. Το γεγονός αυτό άρχισε να ενοχλεί το υπόλοιπο συγκρότημα, βλέποντας την συλλογική τους προσπάθεια να μετατρέπεται σε «one-man show», και εαυτούς να εξελίσσονται σε συνοδευτική μπάντα του frontman τους. Παρόλαυτα, αυτή η κατάσταση δεν έμελλε να κρατήσει γγια πολύ ακόμα.
Όταν έφτασαν στο Cleveland των ΗΠΑ το Νοέμβριο του 1974, ο Gabriel ανακοίνωσε στο συγκρότημα ότι θα φύγει στο τέλος της περιοδείας. Η απόφαση του κρατήθηκε μυστική καθ’ 'όλη τη διάρκεια της περιοδείας, και ο Gabriel υποσχέθηκε ότι το συγκρότημα θα μείνει σιωπηλό για αυτό για λίγο μετά το τέλος της περιοδείας, που προβλεπόταν για τον Ιούνιο του 1975, προκειμένου να έχουν και αυτοί λίγο χρόνο για να προετοιμαστούν για το μέλλον χωρίς την δική του παρουσία. Μέχρι τον Αύγουστο, οι ειδήσεις είχαν διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης, και ο Gabriel αποφάσισε να γράψει μια προσωπική δήλωση στον αγγλικό μουσικό τύπο για να εξηγήσει τους λόγους για την αποχώρηση του και την άποψή του για την καριέρα του μέχρι εκείνη την στιγμή. Η δήλωση αυτή, με τίτλο «Out, Angels Out», τυπώθηκε σε πολλά από τα μεγάλα περιοδικά της εποχής, με τον Gabriel να εξηγεί την απογοήτευσή του με τη μουσική βιομηχανία και την επιθυμία του να περάσει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ


Η συνέχεια θα ήταν διαφορετική για τις δύο πλευρές. O Peter Gabriel θα επέστρεφε στην ενεργό δράση, ως solo καλλιτέχνης αυτή την φορά, και με το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, ετοιμασίες για το οποίο έκανε από τα τέλη του 1975 κιόλας! Το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο απλά «Peter Gabriel», κυκλοφόρησε το 1977 και έφτασε μέχρι το Νο.7 των βρετανικών charts και το Νο. 38 των αμερικανικών charts. Την μεγαλύτερη επιτυχία θα την γνώριζε σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, με το άλμπουμ «So», που καρφώθηκε στο βρετανικό νο. 1, και στο νο.2 των ΗΠΑ, όπου έγινε και 5 φορές πλατινένιο (άνω των 5 εκατ. σε πωλήσεις). Αρκετά σε αυτό βοήθησε και το MTV με το single «Sledgehammer» να παίζεται συνέχεια, ενώ το «In Your Eyes» από το ίδιο άλμπουμ αποτελεί πλέον μέρος της αμερικανικής κινηματογραφικής ιστορίας, μιας και είναι το τραγούδι που παίζει με σηκωμένο το boom box στέρεο του o John Cusack έξω από το σπίτι της Ione Skye στην ταινία  Say Anything... (1989).
Όσο για τους υπόλοιπους Genesis, δεν χάθηκαν στην ανυποληψία, όπως ενδεχομένως να φοβήθηκαν στην αρχή, μόλις αποχώρησε ο Gabriel. Μπορεί να έχασαν τον εμβληματικό τους frontman, κινητήριο μοχλό τους πίσω από τις τόσο ιδιαίτερες δημιουργίες τους, αλλά συνέχισαν. Και όχι μόνο συνέχισαν, με τον πιο απίθανο υποψήφιο για την θέση, τον ίδιο τους τον ντράμερ Phil Collins, αλλά θα έβγαζαν μερικές από τις καλύτερες δουλειές τους με τα θαυμάσια A Trick of the Tail και Wind & Wuthering του 1976. Η ακόλουθη φυγή του τεράστιου Hackett από το σχήμα, σηματοδότησε και το άτυπο τέλος της καθαρά προοδευτικής τους περιόδου, και η σταδιακή έλευση τους σε μία πιο απλοποιημένη κατάσταση και μουσική, με τα ...And Then There Were Three... (1978), Duke (1980) και Abacab»(1981). Παράλληλα, ο Phil Collins κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, με τίτλο Face Value το 1981 (νο.1 στη Μ. Βρετανία και σε άλλες χώρες, Νο. 7 ΗΠΑ), που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα του και πουλώντας ποσότητες πέρα και από τα άλμπουμ των Genesis μέχρι τότε (κοντά 10 εκατ. παγκοσμίως, 5 εκ των οποίων στις ΗΠΑ μόνο). Στη δεκαετία του '80, με επικεφαλής τον Collins, το συγκρότημα θα συνέχιζε να είναι συναυλιακά από τα πιο επιτυχημένα στον κόσμο, αλλά πλέον με πολλές pop επιτυχίες στο ρεπερτόριο του, όπως και ο πρώην συνοδοιπόρος τους Peter Gabriel, άλλωστε. Τα άλμπουμ τους Invisible Touch του 1986 και We Can't Dance του 1991 σκαρφάλωσαν αμφότερα στο βρετανικό νο.1. Μέχρι σήμερα, οι συνολικές τους πωλήσεις ανέρχονται στο εύρος από 100 εκ. μέχρι 150 εκ. αντίτυπα.
Συμπερασματικά, φαίνεται ότι όλη αυτή η ιδιαίτερη και άκρως δημιουργική περίοδος τους μέχρι και την φυγή των Gabriel (σε πρώτη φάση) και του Hackett (σε δεύτερη φάση), ήταν αυτή που μας χάρισε τα παντοτινά, κλασικά διαμάντια του progressive rock, που κοσμούν όχι μόνο τις δισκοθήκες μας αλλά και την καρδιά μας.
ΥΓ: Ενδιαφέρον έχει να τσεκάρετε και το σχετικό άρθρο μας στην στήλη με τα καλύτερα live albums όλων των εποχών, για το πραγματικά αριστουργηματικό τους live «Seconds Out» του 1977. Μπορείτε να το διαβάσετε κλικάροντας εδώ: http://www.rockmachine.gr/2020/05/genesis-seconds-out.html

 ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

29/9/20








Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *