GENESIS – SECONDS OUT: ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ

…ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, θερινών νυκτών. Την 23η Ιουνίου του 1976 και κυρίως τις τέσσερις βραδιές από 11 έως 14 Ιουνίου του 1977, όλες στο Παρίσι. Στο Pavillon de Paris, στην πρώτη περίπτωση, και στο  Palais des Sports στην δεύτερη. Πέντε καλοκαιρινές βραδιές, που οι Genesis έγραψαν ιστορία, αποδεικνύοντας ότι είναι μία από τις σημαντικότερες live μπάντες των 70s, με ένα εντυπωσιακό playlist, και ένα ακόμα πιο εντυπωσιακό stage show. Προϊόν των εμφανίσεων αυτών ήταν το live album «Seconds Out», περί ου ο λόγος, που αποτελεί το θέμα του σημερινού μας αφιερώματος. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή (μία εύλογη αρχή!).
Κατά την προσφιλή μου τακτική, όταν ξεκινάω να γράφω για ένα live album (έχω παρουσιάσει τέσσερα συγκεκριμένα), κάνω μία αρκετά αναλυτική επισκόπηση της ιστορίας και της μουσικής του εκάστοτε συγκροτήματος μέχρι την κυκλοφορία της προς παρουσίαση live κυκλοφορίας.
Αυτή θα ήταν και η προσέγγιση μου στο «Seconds Out» των Genesis που πρόκειται να σας παρουσιάσω παρακάτω, αν δεν συνειδητοποιούσα ότι θα έπρεπε να αφιερώσω μία ιστορία αρκετά μεγάλη, μόνο και μόνο για να καταγραφεί επαρκώς (κατά την γνώμη μου) η λεγόμενη progressive περίοδος των Genesis, την οποία εγώ οριοθετώ στο σημείο που ο Steve Hackett αποχώρησε από το συγκρότημα. Εκεί κάπου στο 1977, όταν κατά το μιξάρισμα του «Seconds Out», μετά την περιοδεία για το 8ο album τους «Wind & Wuthering», ο ευφυέστατος και μειλίχιος κιθαρίστας αποφάσισε να συνεχίσει μόνος το μουσικό του ταξίδι. Ένιωθε ολοένα και πιο περιορισμένος από την έλλειψη ελευθερίας και το επίπεδο της συνεισφοράς που του επιτρεπόταν, ενώ επέμενε να συμπεριληφθεί περισσότερο από το υλικό του στο album, αλλά απορρίφθηκε σε αρκετές περιπτώσεις. Όταν το κομμάτι του «Please Don't Touch» αντικαταστάθηκε από το instrumental «Wot Gorilla?», ενώ ένα άλλο, το «Inside And Out» (που παρεμπιπτόντως πιστώθηκε σε ολόκληρη την μπάντα), παραπέμφθηκε στο πρώτο EP τους «Spot the Pigeon» (1977), ήταν πλέον φανερό ότι πολλά θα άλλαζαν μουσικά στο συγκρότημα, και κατά πάσα πιθανότητα το όραμα των νέων Genesis, δεν τον περιλάμβανε στον ρόλο που ο ίδιος επιθυμούσε. Εν κατακλείδι, και εμμέσως πλην σαφώς, δεσμεύομαι δημόσια να παρουσιάσω σε άλλη προσφιλή στήλη του site μας την θεόπνευστη progressive rock φάση των Genesis.
Σε δεύτερη φάση, θεωρώ ότι φυσικό είναι να αναρωτηθεί κανείς γιατί επιλέχθηκε το δεύτερο live album των Genesis, αντί του πρώτου, ιστορικού «Genesis Live» (1973) που για αρκετούς είναι το πλέον κλασικό δείγμα της επί σκηνής παρουσίας τους.
Ο λόγος δεν είναι μόνο ένας. Για αρχή περιέχει τραγούδια από τα κομβικά για τους Genesis (και για το progressive rock, γενικότερα) album, τα «Selling England By The Pound» και «The Lamb Lies Down On Broadway», τα οποία εδραίωσαν τους πρώτους Genesis στις καρδιές και στο μυαλά του παγκόσμιου κοινού. Σίγουρα, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει χωρίς τα «Trespass», «Foxtrot» και «Nursery Cryme», που καθόρισαν το ιδιαίτερο progressive στυλ τους, αλλά και πάλι, η προστιθέμενη αξία των δύο προαναφερθέντων τελευταίων τους album με τον Gabriel, ανέδειξε το πλήρες δυναμικό του συγκροτήματος, χώρια το γεγονός ότι τους εδραίωσε και εμπορικά. To «Selling England By The Pound» καρφώθηκε στο Nο. 3 των βρετανικών charts, ήταν το πρώτο album τους που μπήκε στα αμερικάνικα charts (αν και στο νο. 70) και έγινε χρυσό στις ΗΠΑ, ενώ ήταν και η πρώτη τους είσοδος στα αυστραλιανά charts. Το δε «The Lamb Lies Down On Broadway» βρίσκεται μονίμως στις λίστες με τα καλύτερα concept albums, με τα καλύτερα progressive rock albums, και μπορεί να πει κανείς ότι έχει πλέον το δικό του κοινό.

Σε αυτό θα ήθελα να προσθέσω και το set list. Στο μεν πρώτο live υπάρχουν τα μνημειώδη «Watcher Of The Skies», «Musical Box», «The Return Of The Giant Hogweed» και «The Knife». Παρόλαυτα, θεωρώ πως τα τραγούδια που βρίσκονται στο live που θα παρουσιάσουμε παρακάτω είναι πραγματικά το κάτι άλλο.
Ένας άλλος λόγος που επέλεξα το συγκεκριμένο live είναι ο ήχος του. Αυτός ο γλυκός, ζεστός και νοσταλγικός ήχος του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’70. Τον αντίστοιχο ήχο του «Genesis Live» τον βρίσκω λίγο πιο «παλιακό», αν μου επιτρέπεται η οξύμωρη έκφραση, μιας και ασχολούμαι γενικά με μουσική από 4 και 5 δεκαετίες πίσω! Είναι καθαρά υποκειμενικό νομίζω, και το «Seconds Out» φέρνει την μαγεία πιο κοντά μου από αυτή την άποψη. Στην αντιπαραβολή των δύο αυτών άλμπουμ, θεωρώ πως λειτουργεί περισσότερο η κατάσταση με το «Seconds Out».
Οι ίδιοι οι Genesis έχουν πει ότι δεν έκαναν ποτέ ένα «Dark Side Of The Moon», αλλά ήρθαν πολύ κοντά με το «Seconds Out». Διότι εδώ μιλάμε αναμφίβολα για ένα κλασικό live album, το οποίο δείχνει δύο πράγματα: αισθητική ωριμότητα και μια εξαιρετικά δομημένη live συνοχή. Είναι επίσης επίδειξη των υψηλών σημείων της μουσικά σύνθετης εποχής της μπάντας μέχρι το 1977. Τα τραγούδια βρίσκονται σε υψηλό μουσικό επίπεδο και αποδίδονται με τις πιο καλαίσθητες ερμηνείες. Ο μουσικοί παίζουν τόσο έντονα ο ένας πλάι στον άλλο, που ο ακροατής δύσκολα αντιλαμβάνεται το ακραίο επίπεδο στο οποίο οι Genesis λειτουργούν ως σύνολο. Αυτή είναι μια από τις προφανείς διαφορές μεταξύ του «Seconds Out» και των άλλων δύο μεγάλων progressive rock live album της δεκαετίας του ’70, του «Welcome Back My Friends To The Show That Never Ends» των Emerson, Lake & Palmer και το «Yessongs» των Yes, όπου προσφερόταν στα μέλη τους μια σκηνή για να κάνουν επίδειξη των ικανοτήτων τους. Στο «Seconds Out» δεν υπάρχουν φθηνά εφέ, ξεπερασμένα ηχητικά παιχνίδια, υπερβολή για χάρη της υπερβολής, ακραία τέμπο, ή υπερβολικά, περιττά σόλο. Γι 'αυτό η μουσική σε αυτό το άλμπουμ φαίνεται διαχρονική. Ως εκ τούτου, το άλμπουμ είναι σημείο αναφοράς όχι μόνο για τους Genesis της δεκαετίας του ‘70 αλλά και για όλο το progressive rock της εν λόγω δεκαετίας, που πρωτοστάτησε και επέκτεινε τις καλλιτεχνικές και συνθετικές επιλογές του είδους.
Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ PETER GABRIEL ΚΑΙ ΤΟ COMEBACK ΤΩΝ GENESIS

Η ισχυρότερη καλλιτεχνική δήλωση, το θρυλικό πλέον «The Lamb Lies Down On Broadway» του 1974, από τους Genesis, ένα συγκρότημα που διαρκώς εξελισσόταν άλμπουμ με άλμπουμ, ήταν τόσο μεγάλη που το συγκρότημα διαλύθηκε στη διαδικασία επίτευξής της. Ο Peter Gabriel εγκατέλειψε τους Genesis για να συνεχίσει με σόλο καριέρα.
Οι εντάσεις αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του «The Lamb Lies Down On Broadway». Ο Gabriel ήθελε να γράψει ο ίδιος όλους τους στίχους, ενώ σε δεύτερη φάση παραμέρισε το συγκρότημα όταν ο σκηνοθέτης William Friedkin («Ο άνθρωπος από τη Γαλλία», «Ο Εξορκιστής») τον προσκάλεσε να συνεργαστούν σε ένα σενάριο! Όταν αυτό το project φαλίρισε, ο Gabriel επέστρεψε στους Genesis. Τα πράγματα περιπλέχθηκαν περισσότερο με τη δύσκολη γέννηση της πρώτης κόρης του Gabriel, που είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται μεγάλα χρονικά διαστήματα μακριά από τους συναδέλφους του. Στο τέλος, δεν κατάφερε να παραδώσει τους στίχους σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και προστέθηκαν, εκτάκτως, στιχουργικές συνεισφορές από τους Banks και Rutherford.
Πριν από την εμφάνιση τους στο Cleveland του Ohio, στις αρχές της περιοδείας για την προώθηση του άλμπουμ, ο Gabriel ενημέρωσε το συγκρότημα για την πρόθεσή του να φύγει με την ολοκλήρωση της περιοδείας. Οι υπόλοιποι Genesis ήλπιζαν ότι θα επανεξέταζε την προοπτική να μείνει, καθώς εξακολουθούσαν να έχουν οικονομικά χρέη και ένιωθαν ότι η αποχώρησή του Gabriel θα μπορούσε να καταστρέψει το συγκρότημα, αλλά τελικά το αποδέχτηκαν ως φυσικό και μη αποφευκτό. Η τελευταία συναυλία με τον Gabriel ως frontman ήταν την 22η Μαΐου 1975, στην πόλη Besançon της Γαλλίας.
Η περιοδεία τελείωσε και ο Gabriel, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, έγραψε άρθρο προς δημοσίευση στον Τύπο, με τίτλο «Out, Angels Out», σχετικά με την αναχώρησή του, την απογοήτευσή του με την μουσική βιομηχανία και την επιθυμία του να περάσει χρόνο με την οικογένειά του. Τα νέα έσκασαν σαν βόμβα στους οπαδούς των Genesis και όλοι πλέον αναρωτιόντουσαν αν το συγκρότημα θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς τον Gabriel. Άλλωστε, οι κριτικοί της εποχής εστίαζαν συχνά στην θεατρική ερμηνεία του τραγουδιστή τους, θεωρώντας, κατά κάποιο τρόπο, το υπόλοιπο συγκρότημα ως συνοδευτική μπάντα του, τοποθετώντας την δική τους συνεισφορά σε δεύτερη μοίρα.
Ωστόσο, οι αυξημένες απαιτήσεις της νεότευκτης επιτυχίας κατέβαλλαν ψυχολογικά (κυρίως) αλλά και σωματικά τον φρεσκοπαντρεμένο και νέο γονέα Gabriel, ο οποίος είχε μοιράσει, με πολλές προσωπικές θυσίες, την ζωή του ανάμεσα στο συγκρότημα και την οικογένεια του.
Μετά την αποχώρηση του Peter Gabriel πάνω στην καλύτερη στιγμή τους, οι Genesis βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Χάνοντας έναν τόσο ιδιαίτερο performer και τον κατ’ εξοχήν στιχουργό τους, ο οποίος ήταν και ιδρυτικό μέλος τους, θα πρέπει να ήταν ένα σοκ για τους εναπομείναντες «παλιούς» Tony Banks (πλήκτρα) και Mike Rutherford (μπάσο και, ενίοτε, κιθάρα) – οι οποίοι τρεις μάλιστα είχαν δημιουργήσει το συγκρότημα όντας ακόμα συμμαθητές στο Charterhouse School στο Godalming του Surrey - και τους «νέους» Steve Hackett (κιθάρα) και Phil Collins (drums).
Για τον Tony Banks θα ήταν πολύ σκληρό να σταματήσει να δουλεύει με τους υπόλοιπους στο συγκρότημα, μετά την φυγή του κολλητού του φίλου. Είχε ήδη ετοιμάσει υλικό για ένα πιθανό solo album, προκειμένου να καλύψει όλα τα ενδεχόμενα. Ο Hackett, με την σειρά του, μετά το τέλος της περιοδείας, ηχογράφησε ένα solo album, το πολύ καλό και πληθωρικό progressive «Voyage of the Acolyte» με μπασίστα τον Mike Rutherford και ντράμερ τον Phil Collins. Αυτή η κίνηση του Hackett, παραδόξως, ενδυνάμωσε τους δεσμούς μεταξύ των εναπομεινάντων Genesis, δίνοντας τους αυτοπεποίθηση, εκ του αποτελέσματος, ότι μπορούν να παίζουν εξαιρετική μουσική ακόμα και χωρίς τον Gabriel.
Ήδη, από τον Ιούλιο του 1975, οι υπόλοιποι Genesis έγραφαν, συνέθεταν και ηχογραφούσαν το επερχόμενο τους album. Οι Banks και Rutherford, ιδιαίτερα, έπεσαν με τα μούτρα στην δουλειά, με σκοπό να αποδείξουν σε κοινό και κριτικούς ότι μπορούν όλοι να αποδεχτούν και να ζήσουν με την αποχώρηση του Gabriel. Βέβαια, κανείς έξω από τον στενό κύκλο του συγκροτήματος δεν είχε ενημερωθεί, σε εκείνη την φάση, για την εν λόγω εξέλιξη.

Ακόμα και στο στάδιο των προβών, ωστόσο, σε ένα υπόγειο στούντιο στο Acton, στο δυτικό Λονδίνο, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια του Τύπου, και έχοντας γράψει επαρκές και ικανοποιητικό υλικό, δεν είχαν βρει ακόμη αντικαταστάτη-τραγουδιστή για την θέση του Gabriel. Έτσι αναγκάστηκαν να βάλουν μία ανώνυμη διαφήμιση στην μουσική εφημερίδα Melody Maker για «έναν τραγουδιστή που ΘΑ ταίριαζε σε ένα συγκρότημα ΤΥΠΟΥ Genesis». Στο κάλεσμα απάντησαν περίπου 400 υποψήφιοι, εκ των οποίων κάποιοι, έστειλαν μέχρι και φωτογραφίες, με αυτοσχέδια κοστούμια και μάσκες, όπως αυτά που φορούσε ο Gabriel επί σκηνής.
Όπως λένε και στην Αγγλία, «τα φασόλια χύθηκαν» (τα νέα διέρρευσαν) λίγες εβδομάδες μέσα στο στάδιο των προβών, καθώς η ίδια η Melody Maker κατάφερε να ανακαλύψει ότι ο Gabriel παράτησε το συγκρότημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα πηχυαίο πρωτοσέλιδο στο τεύχος της 16ης Αυγούστου 1975, όπου ο δημοσιογράφος Chris Welch (ο οποίος παραδόξως έμελλε να είναι ο μουσικός δημοσιογράφος που έχει συνδέσει το όνομα του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον με τους Genesis) κήρυξε τους Genesis «νεκρούς» (λίγο δραματικές οι διακηρύξεις αυτές). Ευτυχώς, οι υπόλοιποι βγήκαν μπροστά και έκαναν δηλώσεις πως δεν έχουν χωρίσει, ότι έχουν γράψει ένα ολοκαίνουριο άλμπουμ και περιμένουν με ανυπομονησία να το ηχογραφήσουν.
Σε μία ακόμη, ευχάριστη αυτή την φορά εξέλιξη, την θέση του frontman ανέλαβε ο πιο απίθανος εκ των υποψηφίων τραγουδιστών.
Ο ντράμερ του συγκροτήματος, ο ταλαντούχος κύριος Phil Collins! Μετά από μια μακρές και χρονοβόρες οντισιόν, κατά τις οποίες ο Collins έκανε τα δεύτερα φωνητικά για τους υποψήφιους, οι υπόλοιποι διαπίστωσαν αυτό που τόσο καιρό είχαν μπροστά τους και δεν το είχαν πάρει χαμπάρι, ενώ ήταν κάτω από την ίδια τους τη μύτη. Μπήκαν στα Trident Studios τον Οκτώβριο του 1975, με τον νέο παραγωγό τους David Hentschel για να ηχογραφήσουν το άλμπουμ, χωρίς μια οριστική λύση στο κομμάτι των φωνητικών. Αφού η αναζήτηση ενός τραγουδιστή είχε αποδειχθεί άκαρπη, ο Collins πείστηκε να τραγουδήσει το νέο κομμάτι «Squonk» και το απέδωσε τόσο καλά, που κατέληξε να τραγουδήσει και σε όλο το υπόλοιπο album. Ξεκάθαρα, λοιπόν, ο Collins ήταν ιδανικός για την θέση, και κάπως έτσι έγινε ο κύριος τραγουδιστής της μπάντας κατά την ηχογράφηση του νέου άλμπουμ τους, στην μετά –Gabriel εποχή, που θα ονομαζόταν «A Trick of the Tail».
Η επιτυχία του «Trick Of The Tail» ήταν αναπάντεχη. Μία κυκλοφορία που γεννήθηκε κάπως αποπροσανατολισμένα, μιας και ο ιθύνων νους τους Peter Gabriel είχε φύγει, όχι μόνο διατήρησε τους Genesis σε υψηλό επίπεδο μουσικό και εμπορικό, αλλά τους γέμισε αυτοπεποίθηση και άρχισε να τους δίνει ένα νέο, πιο «προσιτό» χαρακτήρα. Μάλιστα, κατάφεραν να ξεκαθαρίσουν όποιες οφειλές είχαν σε τρίτους. Λίγο η νέα προσέγγιση του Hentschel, λίγο η άμεση χημεία και αυξημένη ενέργεια του συγκροτήματος, δεν ήθελε και πολύ να κάνει αίσθηση το τελικό προϊόν.
Στα βρετανικά charts, οι Genesis σκαρφάλωσαν ξανά στο Nο. 3, ενώ μπήκαν και για πρώτη φορά στο αμερικάνικο Top-40 (συγκεκριμένα στο Nο. 31), με το άλμπουμ να γίνεται χρυσό και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, όπως επίσης και στην Γαλλία, όπου από χρόνια είχαν πολύ δυνατό κοινό. To συγκρότημα βγήκε σε περιοδεία με τον Collins ως frontman και τον τεράστιο Bill Bruford ως προσωρινό ντράμερ (που σε κάποια σημεία έπαιζε ντραμς μαζί με τον Collins), ενώ οι συναυλίες που έδωσαν στις ΗΠΑ αύξησαν το προφίλ τους σε μεγάλο βαθμό. O Bruford είχε σταματήσει με τους King Crimson από το 1974, όταν οι τελευταίοι διαλύθηκαν προσωρινά από τον δημιουργό τους Robert Fripp μετά την κυκλοφορία του album τους «Red». Τεκμήρια της παρουσίας του Bill Bruford στους Genesis υπάρχουν στο βιντεοσκοπημένο «Genesis: In Concert» (1977), καθώς και στο τρίτο live album τους «Three Sides Live» (1982), εκτός από το «Seconds Out» που παρουσιάζουμε εδώ. Η εκτέλεση του «The Cinema Show» στο Seconds Out είναι με τον Bill Bruford στα drums.
Η κυκλοφορία του πρώτου album μετά την αποχώρηση του Peter Gabriel και η ακόλουθη περιοδεία στέφθηκαν με καλλιτεχνική και με εμπορική επιτυχία. Και χωρίς να χάσουν χρόνο, επειδή στην βράση κολλάει το σίδερο, ξεκίνησαν να καταστρώνουν τα σχέδια τους για το επόμενο album τους. Για το επόμενο τους album, οι Genesis βγήκαν για πρώτη φορά εκτός Αγγλίας, με προορισμό τα Relight Studios στην μικρή πόλη Hilvarenbeek της Ολλανδίας, κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο. Όχι μόνο γιατί ανακάλυψαν ότι θα εξοικονομούσαν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό εάν ηχογραφούσαν στο εξωτερικό (λόγω της εξοντωτικής φορολογίας στην χώρα τους) αλλά χωρίς πολλές αποσπάσεις τριγύρω, κατάφεραν να δουλέψουν γρήγορα και αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα να επιστρέψουν σύντομα στο Λονδίνο για το τελικό μιξάρισμα.
Ωστόσο, το δεύτερο άλμπουμ τους στην εποχή μετά τον Peter Gabriel, με τον τίτλο «Wind & Wuthering» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1976, δεν ήρθε χωρίς προβλήματα. Οι διαφωνίες μεταξύ του κιθαρίστα Steve Hackett και του συνιδρυτή της μπάντας Tony Banks έφτασαν στο ζενίθ τους. Μέλος από το 1971, ο Hackett δυσαρεστούνταν όλο και περισσότερο με το δημιουργικό σχήμα των τεσσάρων ατόμων. Σύμφωνα με αυτόν, όπως δήλωσε μετά την αποχώρηση του το 1977, με τόσους πολλούς συνθέτες στο συγκρότημα, ήταν δύσκολο να διασφαλιστεί ότι θα υπήρχε μία δίκαιη μοιρασιά στα τραγούδια.  Θεωρούσε ότι η διαδικασία επιλογής της μπάντας ήταν μάλλον αυθαίρετη. Ήταν σχετικά ικανοποιημένος με τη συμβολή του στο album, αλλά είχε πολύ περισσότερες ιδέες για να δώσει. Από την άλλη, ο Banks θα λάμβανε credits στα έξι από τα εννέα τραγούδια του «Wind & Wuthering». Σχεδόν 30 χρόνια μετά ο Banks ομολόγησε ότι όντως ασκούσε περισσότερο έλεγχο επί της διαδικασίας επιλογής του υλικού, κάτι που μάλλον δεν απέβει σε όφελος του Hackett έναντι των υπολοίπων.

Το «Wind & Wuthering» ήρθε σαν φυσική συνέχεια του «Trick Of The Tail», και έγινε δεκτό με διθυραμβικές κριτικές (ως επί το πλείστο) και εμπορική καταξίωση από τους οπαδούς. Ξανά οι Genesis στο βρετανικό top-10, αν και λίγο πιο χαμηλά (στο Nο. 7), αλλά ακόμα πιο ψηλά στις ΗΠΑ, στο Nο. 26, όπου φαινόταν να αυξάνεται σημαντικά η δημοφιλία τους. Η περιοδεία που ακολούθησε τους βρήκε σε γνώριμες περιοχές (Ευρώπη και Β. Αμερική) αλλά και σε νέες διαδρομές, όπως π.χ. στη Ν. Αμερική. Με αφορμή την εν λόγω περιοδεία, ήρθε και ένα νέο μέλος στο συγκρότημα, ο εντυπωσιακότατος ντράμερ Chester Thompson. Ο Thompson ανέβαλε ουσιαστικά τα χρέη του Bill Bruford, ο οποίος παραδόξως είχε εκφράσει παράπονα ως προς το γεγονός ότι δεν του επετράπη να συμμετέχει στην συνθετική διαδικασία. Μάλλον για το «μαρούλι» έγινε και αυτό, αλλά τι να πει και ο Hackett!
Ο μπαρουτοκαπνισμένος Thompson είχε θητεύσει στο μεγάλο σχολείο του Frank Zappa και των Mothers Of Invention, απ’ όπου έχει περάσει όλος ο καλός ο κόσμος, μεταξύ αυτών οι Aynsley Dunbar και Terry Bozzio, πραγματικά τεράστιοι drummer. Ακολούθησαν οι περίφημοι jazz rockers Weather Report, και με ένα μικρό πέρασμα από τις Pointer Sisters (!) κατέληξε να κάνει πρόβες με τους Santana προκειμένου να ενταχθεί στο συγκρότημα. Δεν περνούν δύο εβδομάδες, και τον αρπάζουν οι Genesis, μέσω του Phil Collins, ο οποίος τον είχε ακούσει στο live «Roxy & Elsewhere» του Frank Zappa. Από τότε, και για τα επόμενα 15 χρόνια, ο Chester Thompson θα συνόδευε τους Genesis (και τον ίδιο τον Phil Collins, στις προσωπικές του δουλειές, αργότερα) στις περιοδείες τους, πάντα όμως σαν drummer περιοδείας και όχι σαν μόνιμο μέλος, κάτι το οποίο δεν έγινε ακόμα και όταν ο Collins απουσίαζε από το συγκρότημα στο κακό «Calling All Stations» του 1997, όπου θα μπορούσε να πάρει επίσημα θέση drummer. Κατά την ταπεινή μου άποψη, αυτό δεν τιμά καθόλου τους Banks και Rutherford.
Ας επιστρέψουμε, ωστόσο, στο 1976, όπου η περιοδεία των Genesis είναι σε παγκόσμια υπερπτήση. Στην χώρα τους, όλες οι ημερομηνίες είναι sold-out, ενώ χαρακτηριστικά, στο Λονδίνο, περίπου 80 χιλιάδες θεατές παλεύουν για 8 χιλιάδες εισιτήρια. Ταυτόχρονα, στην κινηματογραφική πρεμιέρα του «Genesis:Live» στο West End του Λονδίνου, παρίστανται μέλη της βασιλικής οικογένειας. Στις ΗΠΑ το κοινό αυξήθηκε σημαντικά κατά τόπους, σε σχέση με τις παλιότερες επισκέψεις τους, ενώ έπαιξαν για πρώτη φορά σε ένα κατάμεστο Madison Square Garden στην Νέα Υόρκη. Σημειώνεται, δε, ότι κατά τις εμφανίσεις τους στην Βραζιλία, αναγκάστηκαν να ακυρώσουν μία προγραμματισμένη εμφάνιση μπροστά σε 100.000 κόσμου, με τον φόβο των επεισοδίων!
 TO STAGE SHOW
Για αρχή, παρουσιάζεται ένα εντυπωσιακό stage set. Τα laser και ο φωτισμός είναι τοποθετημένα και σκηνοθετημένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσδίδουν μία θεατρική, σχεδόν αρχαία δραματική αισθητική στο show των Genesis. Συγκεκριμένα, τα φώτα ήταν στην πραγματικότητα 50 (ή 64) προβολείς που χρησιμοποιούνταν για την προσγείωση αεροπλάνων τύπου Jumbo Jet, οι οποίοι συγχρονιζόντουσαν ή άναβαν ταυτόχρονα σε συνδυασμό με την μουσική, με αποτέλεσμα το κοινό να μένει τελείως άναυδο, μπροστά σε όλο αυτό το οπτικό, υποβλητικό μεγαλείο. Τα laser ήταν ολόδικα τους, πατενταρισμένα και «customized», πάνω στις προδιαγραφές που έδωσε το ίδιο το συγκρότημα. Και δεν ήταν μόνο το οπτικό κομμάτι.
 Ίσως λόγω της φωνής του Collins, και των ενορχηστρώσεων, τα τραγούδια στην αρχή της συναυλίας είχαν αυτή την χαρακτηριστική «ποιμαντική» αίσθηση, οδηγώντας σε αποκορύφωση τραγούδι με τραγούδι. Η εντυπωσιακή και εμπνευσμένη κιθάρα του Steve Hackett, μαζί με το μελωδικό υφαντό που έστηνε υπομονετικά στα πλήκτρα ο Banks, και το παιχνίδι του rhythm section, καταδείκνυε ότι το συγκρότημα δεν είχε εξαντληθεί μουσικά και ότι είχε πολλά παραπάνω να δώσει, με την νέα σύνθεση του. Το συγκρότημα προσέγγιζε τις ζωντανές εμφανίσεις του ως αναπαραγωγή του «στουντιακού» ήχου τους, σε βαθμό που να εντυπωσιάζουν με την μουσική τους ακρίβεια και την ηχητική τους τελειότητα. Ο Collins πλασάρει με επιδεξιότητα μία πιο κωμική και ανάλαφρη διάθεση, σε σχέση με την σοβαρή θεατρικότητα του προκατόχου του Gabriel, η οποία φαίνεται να βρίσκει ανταπόκριση στο κοινό, με αρκετές jazz πινελιές στο μουσικό παρασκήνιο από τους υπόλοιπους στο συγκρότημα. Επίσης, να πούμε ότι ένα από τα highlights των εμφανίσεων τους εκείνη την περίοδο, όπως και στην περιοδεία του «Trick Of The Tail», ήταν το ταυτόχρονο jamming των δύο drummer, ένας εκ των οποίων ήταν σταθερά ο Phil Collins (που άφηνε το μικρόφωνο και καθόταν πίσω από ένα δικό του drum set) και ο άλλος ήταν ο Chester Thompson ή ο Bill Bruford (ανάλογα με την περιοδεία).
Κοντά στην ολοκλήρωση της περιοδείας, όταν το συγκρότημα περνούσε από το São Paulo της Βραζιλίας, κυκλοφόρησε το EP «Spot The Pigeon», με το πολύ ωραίο «Inside And Out» του Steve Hackett, το οποίο είχε μείνει έξω από το «Wind & Wuthering», όπως και τα άλλα δύο τραγούδια του. Το συγκεκριμένο κομμάτι, που συνδυάζει εύστοχα folk και progressive, ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του Steve Hackett στους Genesis.
Ο τόσο σημαντικός για τους Genesis κιθαρίστας έφυγε από το συγκρότημα με το τέλος της περιοδείας. Η αποχώρηση του ανακοινώθηκε στην συνέντευξη τύπου που έδωσε το συγκρότημα για την κυκλοφορία του νέου, δεύτερου live album του, το κορυφαίο «Seconds Out».
Στην γλώσσα του μποξ, «Seconds Out» είναι η εντολή που δίνεται στο τέλος των παύσεων μεταξύ των γύρων, για να περάσουν εκτός ρινγκ οι «δεύτεροι» του μποξέρ, η ομάδα του δηλαδή. Ωστόσο, στην περίπτωση μας, μπορεί απλά να σημαίνει ότι κυκλοφόρησε το «δεύτερο» άλμπουμ τους εκτός studio, δηλαδή live!
Η σειρά εκτέλεσης και το περιεχόμενο του «Seconds Out» δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το πραγματικό setlist που έπαιξε η μπάντα τις νύχτες που ηχογράφησαν. Κάποια τραγούδια έμειναν εκτός του άλμπουμ, κυρίως (και παραδόξως) από το «Wind & Wuthering» που ήταν το νέο άλμπουμ που προωθούσαν σε αυτήν την περιοδεία, και συγκεκριμένα τα «One For The Vine» και «…In That Quiet Earth», καθώς και το «Inside And Out» από το «Spot The Pigeon».
Η «αρχαιοελληνική», λιτή και υποβλητική γραμματοσειρά με το όνομα του συγκροτήματος και τον τίτλο του album, τραβάει το βλέμμα ακαριαία, και κάνει την μισή δουλειά, να σε κάνει να αναρωτιέσαι τι θα ακούσεις. Ανοίγοντας το εσώφυλλο του διπλού δίσκου (ή το βιβλιαράκι του CD), δεν μπορεί κάποιος παρά να πάρει τον χρόνο του και να χαζέψει τα στιγμιότυπα από το έργο επί σκηνής, με όλους τους εμπλεκόμενους συντελεστές παρόντες. Με τις πρώτες νότες του «Squonk» να ξεπηδούν από τα ηχεία, γίνεται αντιληπτή η ηχητική ευφορία που σας ανέφερα και στην αρχή. Ο ήχος των Genesis είναι καθαρός, διακριτικά δυναμικός, με βάθος, και τοποθετεί τον ακροατή ακριβώς σε αυτά τα καλοκαιρινά βράδια. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σου προσδίδει η χροιά του ήχου ακόμα και την ώρα (!) που παίζει το συγκρότημα. Αυτές οι ιδιότητες βελτιώθηκαν με τις επανακυκλοφορίες του album, όπου οι εκάστοτε μηχανικοί ήχου είχαν πιο σύγχρονα μέσα στην διάθεση τους. Σημειώνεται πως υπήρχαν φήμες (ή ενδείξεις για άλλους) ότι τα κιθαριστικά μέρη του Hackett «χαμηλώθηκαν» επίτηδες και μπήκαν λίγο πιο πίσω στο background, μετά την απόφαση του να φύγει από το συγκρότημα, η οποία χρονικά συνέπεσε με το μιξάρισμα του album.
Από τα δώδεκα τραγούδια που καταλαμβάνουν τις τέσσερις πλευρές βινυλίου, τέσσερα προέρχονται από το «Trick Of The Tail», τρία από το «Selling England By The Pound», δύο από το «The Lamb Lies Down On Broadway» και ένα από το «Nursery Cryme», το «Foxtrot» και παραδόξως το «Wind & Wuthering», που ήταν το προς περιοδεία album τους! Προφανώς η κυκλοφορία αυτή, όπως άλλωστε και πολλά άλλα live album της εποχής, χρησίμευε ως ένα άτυπο «best of» του συγκροτήματος, συμπληρώνοντας και το πρώτο τους live. Το «Musical Box» από το «Nursery Cryme» είναι το μόνο κοινό τραγούδι και στα δύο live.
Το album ξεκινάει με το «Squonk», από το «Trick Of The Tail», το τραγούδι που στάθηκε αφορμή για να πάρει την θέση του στο μικρόφωνο ο Phil Collins. Το «Squonk» είναι παρμένο από το βιβλίο «Fearsome Creatures of the Lumberwoods, With a Few Desert and Mountain Beasts» (ενός φανταστικού οδηγού για την φύση) του Αμερικάνου δασοκόμου William Thomas Cox. Είναι πλάσμα από τα δάση της Pennsylvania, που ντρέπεται τόσο πολύ για την άσχημη εμφάνιση του, που κλαίει συνεχώς. Μάλιστα, Οι κυνηγοί που προσπάθησαν να πιάσουν κάποιο Squonk διαπίστωσαν ότι το πλάσμα είναι ικανό να αποφύγει τη σύλληψη διαλύοντας εντελώς το σώμα του σε δάκρυα και φυσαλίδες όταν στριμώχνεται.

Ξεκινάει σιγά και χτίζεται στην διάρκεια του με αρμονικό τρόπο, με καθαρό και σταθερό ρυθμό, εξίσου έξυπνο riff,και την μελωδία από τα πλήκτρα να μας παίρνουν από το χέρι και να μας βάζουν στην συναυλία. Ίσως το «Eleventh Earl Of Mar» που ανοίγει το «Wind & Wuthering» να λειτουργούσε το ίδιο καλά (αν όχι καλύτερα) ως opening, αλλά επιλέγεται η γαλήνια βόλτα με το «Squonk», προκειμένου να αγκιστρωθεί ο ακροατής. Που μας φέρνει με φυσικό τρόπο σε ένα μικρό αριστούργημα από «The Lamb Lies Down On Broadway», το πολυαγαπημένο «The Carpet Crawl».
Το συγκεκριμένο τραγούδι έχει δεχθεί πληθώρα ερμηνειών. Από τις βιωματικές εμπειρίες ενός ηρωινομανή, μέχρι την πορεία του ανθρώπου στη ζωή (από την γονιμοποίηση του ωαρίου μέχρι τον θάνατο), μέχρι την εξέλιξη ενός πνευματικού, μεταφυσικού ταξιδιού. Στην αρχική του studio εκτέλεση, με τίτλο «The Carpet Crawlers», ο Gabriel ξεκινάει λέγοντας «There is lambs' wool under my naked feet...», ωστόσο από το 1976 και μετά, ο Phil Collins παράβλεπε αυτή την εισαγωγή και έμπαινε κατευθείαν με τα λόγια «The crawlers cover the floor...». Αυτός είναι και ο λόγος που στο «Seconds Out» το κομμάτι καταγράφεται ως «The Carpet Crawl» και όχι ως «The Carpet Crawlers». Με το απαλό θρόισμα των πλήκτρων του Banks, και την γλυκιά ερμηνεία του Collins, το τραγούδι προχωράει με απαλούς, κατευναστικούς ήχους, δημιουργώντας μία ζεστή, μυστικιστική θα έλεγε κανείς, ατμόσφαιρα. Καμία απότομη εναλλαγή δεν διαταράσσει την γέφυρα της ισορροπίας που έχει δημιουργηθεί με το κοινό, το οποίο δέχεται τα ηλεκτρικά χάδια του Steve Hackett με δέος, μέχρι που αρχίζουν να ανεβάζουν τόνους, με τους Banks και Rutherford να συμμετέχουν στα φωνητικά. Και στο τέλος, ο Collins αφήνει ευγενικά το κομμάτι να ξεθωριάσει σιγά-σιγά, αντίστροφα απ’ ότι ξεκίνησε.
Λίγο χιούμορ δεν βλάπτει ποτέ, ειδικά αν αποδίδεται με ένα παιχνιδιάρικο jazz τρόπο. Όπως γίνεται στο «Robbery, Assault And Battery», που ακολουθεί. Μετά το «δυναμικό» Squonk και το πιο «ευαίσθητο» The Carpet Crawl, το «Robbery, Assault And Battery» προσφέρει στο κοινό μία ακόμη ευχάριστη αλλαγή συναισθημάτων. Μία ελαφριά σάτιρα για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, τους καλούς και τους κακούς, τους διώκτες και τους διωκόμενους. Άκρως διασκεδαστικό, χωρίς να βγάλει το κοινό έξω από τα νερά του, και με περίτεχνους μικρούς αυτοσχεδιασμούς στο ενδιάμεσο από τους μουσικούς της μπάντας.
Σχετικά με το κομμάτι που έρχεται μετά, μπορώ να πω ότι η live εκτέλεση βγάζει πολύ περισσότερο και ισχυρότερο συναίσθημα σε σχέση με την studio εκτέλεση του. Το «Afterglow» είναι μία αιθέρια μπαλάντα, με διαρκώς αυξανόμενη δυναμική, με τον Collins σε μία ειλικρινή και γήινη ερμηνεία που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Μουσικά, το κομμάτι πλαισιώνεται με το αριστοτεχνικό παίξιμο του Banks (του οποίου το τραγούδι είναι ουσιαστικά «παιδί» του), που μαζί με τον Thompson οδηγούν σε δυσθεώρητα ύψη αυτή την ειλικρινή μουσική εξομολόγηση. Επικό και συναισθηματικό, είναι ένα από τα τραγούδια των Genesis, που περνάει απαρατήρητο για κάποιο λόγο. Αυτό το κρεσέντο ευαισθησίας και απόλυτης μουσικής συμβίωσης κλείνει ιδανικά με τα διπλά drums από τους Thompson και Collins να παραδίδουν μαθήματα. Πολλοί μπορούν να πουν ότι δεν τους αγγίζει η φωνή του Phil Collins, αλλά δεν μπορούν παρά να παραδεχτούν ότι πρόκειται για έναν από τους καλύτερους drummer που πέρασαν από το rock, σε όλες του τις παραλλαγές.
Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ανοίγει με το τραγούδι που με έκανε να αγαπήσω τους Genesis. Πραγματικά, όντας χωμένος μέσα σε πιο hard rock και metal παρακλάδια, στα εφηβικά μου χρόνια, δεν μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι κάτι τόσο επικό μπορεί να γραφτεί από ένα συγκρότημα που δεν ανήκει σε κάποιο από τα εν λόγω είδη. Μιλάμε για την εποχή που δεν υπήρχαν applications στα κινητά, δεν υπήρχε internet πρακτικά, και πλην πολύ συγκεκριμένων εντύπων ήταν δύσκολο, για εμάς που ζούσαμε εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων να βρούμε γρήγορα και εύκολα αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με διάφορες κυκλοφορίες. Μου πήρε λίγο καιρό να ανακαλύψω ότι αυτό που άκουγα στην κακογραμμένη κασέτα που είχα ήταν ότι η σαφώς αναγνωρίσιμη φωνή του Phil Collins δεν ήταν από κάποια solo δουλειά του, ότι ήταν από κυκλοφορία των Genesis και μάλιστα ζωντανή και δεν ήταν στο πρώτο live τους! Μιλάω για το αριστούργημα με τίτλο «Firth Of Fifth», από το θεμελιώδες για το progressive rock album τους «Selling England By The Pound».
Χωρίς την εισαγωγή με το πιάνο, όπως στο αντίστοιχο studio κομμάτι, το τραγούδι ξεκινάει λίγο απότομα, αλλά με καθαρότητα και αισθητική, με «ποιμαντική» και ποιητική χροιά. Και αυτό με τους δύο ντράμερ επί τω έργω, ακούγεται δυνατό και γεμάτο, και κάθε κομμάτι των δύο drum set αξιοποιείται στο έπακρο. Το πιο συγκλονιστικό εδώ βέβαια, είναι το μεσαίο κομμάτι του τραγουδιού. Πρώτα με τον Banks, που εκτοξεύει το συναίσθημα κλιμακωτά με την χρήση των πλήκτρων του, που δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις πως πήγες και ήρθες, ενώ, στην συνέχεια, έρχεται ο Steve Hackett να μας στραγγίξει συναισθηματικά, ο οποίος παίζει το υποδειγματικό, το πρότυπο, κατά πάσα πιθανότητα το καλύτερο σόλο κιθάρας που έχει παιχτεί στο progressive rock ιδίωμα, κατά την άποψη μου, και σίγουρα μέσα στα καλύτερα, με κάθε αντικειμενικό μέτρο. Ξέρετε, αυτό που λέμε «guitar god» στο progressive rock, δεν είναι απαραίτητο να αρχίζει και να τελειώνει με τον David Gilmour (με όλο τον σεβασμό). Η δραματική, κιθαριστική ραψωδία του Hackett φέρνει έναν αέρα ανακούφισης προς το τέλος, όπου με δύο απλά και καθαρά λόγια, ο Collins κλείνει το τραγούδι, αφήνοντας το κοινό σε έξαλλη και εκστατική κατάσταση!
Το πιο διασκεδαστικό τραγούδι των Genesis έρχεται να ελαφρύνει λίγο το κλίμα στην συνέχεια. Πρόκειται για το single από το «Selling England By The Pound», με τίτλο «I Know What I Like (In Your Wardrobe)». Με ανεπαίσθητο glam χαρακτήρα (!) είναι και η στιγμή που υπάρχει η αμεσότερη σύνδεση του συγκροτήματος με το κοινό. Να υπενθυμίσω ότι στο πλαίσιο της δικής τους συναυλιακής ρουτίνας, οι Genesis έκλιναν περισσότερα σε αυτό που κάνουν οι ηθοποιοί. Όριζαν τον χώρο τους και τους δικούς τους μουσικούς διαλόγους επί σκηνής, σαν θεατρική παράσταση, χωρίς να παρακινούν το πλήθος κάθε τρεις και λίγο (και πολλές φορές ψυχαναγκαστικά) να τους επευφημήσει. Στο τέλος κάθε πράξης (τραγουδιού) ευχαριστούσαν τον κόσμο και συνέχιζαν το θεόπνευστο έργο τους! Εδώ έχουμε την εξαίρεση στον κανόνα, με τον Collins να έχει ανοίξει μία πόρτα στο κοινό , παίζοντας μαζί τους, με τους υπόλοιπους σε εξίσου παιχνιδιάρικη διάθεση, να συνοδεύουν τις κωμικές εμπνεύσεις του frontman τους. Μέχρι αυτός να πάρει θέση πίσω από τα drums, και να αρχίσουν τις μικρές αναφορές σε άλλα τραγούδια τους όπως τα «Stagnation» και «Visions Of Angels» (από το «Trespass»), το «Dancing With The Moonlit Knight» από το «Selling England By The Pound», και ίσως λίγο από το «Blood On The Rooftops» (από το «Wind & Wuthering») στο μπάσο του Rutherford, ενώ ακούγεται και ένα μικρό δείγμα του τραγουδιού «I Love Paris» του 1953. Και με ένα «Merci Paris», που οδηγεί σε φρενήρη χειροκροτήματα, κλείνει και αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι, αλλά δεν κατεβαίνουν οι τόνοι σε καμία περίπτωση.
Οι μηχανές ξαναπαίρνουν μπρος με το «The Lamb Lies Down On Broadway» από το ομώνυμο album. Αρκετά πιο ανεβασμένο σε τόνους, μουσικά, και με λιγότερη έμφαση στο θεατρικό και περισσότερη στο αυτοσχεδιαστικό κομμάτι, έρχονται να στρώσουν το έδαφος για το κλείσιμο, ουσιαστικά, του «The Musical Box», που ακινητοποιεί τους fans οι οποίοι, για ακόμη μία φορά παρακολουθούν άναυδοι με θαυμασμό, ενώ ο Collins τρέχει ξανά πίσω από τα drums, για να ολοκληρώσουν αυτό το medley, και με τους Γάλλους να παρακαλούν για «Une Autre», για encore, για μία ακόμη γερή δόση από τα ίδια!
Στην τρίτη πλευρά υπάρχει μόνο ένα τραγούδι, προφανώς αρκετά μεγάλο για να την καταλαμβάνει. Εδώ αποδίδεται ολόκληρο το «Supper’s Ready» που εκτελείται σε επτά μικρότερα κομμάτια, σε επτά μικρές πράξεις, με διαφορετική ιστορία στο καθένα. Με την μικρή αναγγελία από τον Collins, αποτελεί μία μυστικιστική και υπερβατική, θα έλεγε κάποιος, εμπειρία, αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής των πρώτων Genesis και της λυρικής θεατρικότητας που εισήγαγαν με πρωταγωνιστή τον Peter Gabriel στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70. Στα όρια του κινηματογραφικού, το «Supper’s Ready» αποδίδει σκηνές, καταστάσεις και σκέψεις της καθημερινότητας, με την χαρακτηριστική «αγγλικότητα» που τις χαρακτηρίζει. Δεν είναι μόνο η πολυδιάστατη ερμηνεία και η γήινη παρουσία του Collins κατά την διάρκεια του τραγουδιού, το ευρηματικό παίξιμο και η ανταλλαγή ρόλων μεταξύ των Banks και Hackett, το σταθερό αλλά και ευφάνταστο παίξιμο των Rutherford και Thompson,αλλά η μετάβαση από πράξη σε πράξη και η συνολική χημεία που χαρακτηρίζει τους Genesis σε αυτή την φάση της καριέρας τους, που αποδίδεται σε άρτια εκτελεσμένα και καλλιτεχνικά εμπνευσμένα 24 και πλέον λεπτά. Ίσως κάποιοι άπιστοι Θωμάδες να μην πίστευαν ποτέ ότι ο Collins μπορεί να φέρει εις πέρας την συγκλονιστική απόδοση του Gabriel, αλλά το πετυχαίνει και με το παραπάνω, επαναδιεκδικώντας το τραγούδι για δικό του. Εδώ να πω, αν και είναι αυτονόητο θεωρώ, ότι οι fans των Marillion θα εκτιμήσουν ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ό,τι θα ακούσουν σε όλη την διάρκεια αυτού του live, και πολύ περισσότερο εδώ, στο «Supper’s Ready».
Η τέταρτη πλευρά ξεκινάει με το μοναδικό τραγούδι που επιλέχθηκε από την περιοδεία του «Trick Of The Tail», με τον τεράστιο Bill Bruford στα drums. Πρόκειται για το «Cinema Show», που ηχογραφήθηκε πάλι στο Παρίσι, και προέρχεται από το «Selling England by the Pound». Ένα περίεργο μοντάζ ελληνικής μυθολογίας (με αναφορές στον μάντη Τειρεσία) και σαιξπηρικού ρομαντισμού (Ρωμαίος και Ιουλιέτα). Όπως και στο «Supper’s Ready» ο Collins επαναπροσδιορίζει το τραγούδι με τις ερμηνευτικές του ικανότητες, ενώ ο Bruford πραγματικά συνεισφέρει με το πηγαίο ταλέντο του, έχοντας τεράστιο ειδικό βάρος ο ίδιος. Μαζί με τον Collins προσφέρουν απολαυστικές στιγμές στα drums, και το τραγούδι ακούγεται αρκετά πιο διαφορετικό από την studio εκτέλεση του. Ξανά, και εδώ, ακούμε ένα συγκρότημα στα υψηλότερα επίπεδα απόδοσης του.
Ακολουθεί το «Dance On A Volcano» (από το «Trick Of The Tail»), ενώ επιστρέφουμε στην περιοδεία του «Wind & Wuthering». Γκρίζα και επική η εισαγωγή του, ειδικότητα του Banks, ο οποίος είναι μαέστρος στο mellotron, βρίσκει τον Collins λίγο πιο πίσω. Ο Hackett με τον Banks ανταλλάσσουν ήχους προσπαθώντας να προσομοιώσουν την λάβα του ηφαιστείου, με τους δύο drummer (Thompson και Collins) να τους συμπληρώνουν και να αναδεικνύονται στους τελικούς πρωταγωνιστές. Εδώ έχουμε το πρώτο οργανωμένο «ντουέτο» στα drums από τους υπερταλαντούχους Collins και Thompson, που θα γίνει σταθερό μέρος της παράστασης για τις επόμενες περιοδείες. Αυτό είναι και το τελικό βήμα που μας φέρνει στην ολοκλήρωση του «Seconds Out».
Δεν νομίζω ότι θα άρμοζε καλύτερο τέλος σε αυτό το live από το προφανές «...Los Endos», που όπως και στην studio εκτέλεση του, αναπαράγει το θέμα του «Squonk» το οποίο ξεκινάει το «Trick Of The Tail», όπως και το «Seconds Out». Ακούμε ξανά το κύριο θέμα του «Squonk» σε μία έκρηξη, μουσική και οπτική. Τα πυροτεχνήματα, αν θέλετε, που κλείνουν το show, όπου εισάγεται και μία ιδέα από το προηγούμενο τραγούδι. Έτσι όχι μόνο διατηρείται μία αρμονική μετάβαση, αλλά επιτυγχάνεται και η ιδανική κορύφωση. Τα χορωδιακά μέρη από το mellotron του Banks πλημμυρίζουν τα ηχεία, και οι μελωδίες από τον Hackett πετάνε από πάνω, προσπαθώντας να ακουστούν δυνατότερα από τους κεραυνούς που εξαπολύουν οι Collins και Thompson στα drums. Κλιμακτική αποκορύφωση, ο φωτισμός και τα ηχητικά σε πλήρη οργασμό, πάρτε κάτι για τον δρόμο, γεια σας, ευχαριστούμε, καληνύχτα. Ξανακούμε παρακάλια για «une autre», αλλά όπως ξέρουμε όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος, και το Seconds Out, όπως αυτές οι βραδιές του Ιούνη στο Παρίσι, έχουν ένα αναπόφευκτο τέλος. Νομοτελειακά. Ίσως μία παρόμοια εμπειρία να ξαναέζησαν οι Παριζιάνοι στην περιοδεία του «Breakfast In America» από τους συμπατριώτες των Genesis, τους εξαιρετικούς Supertramp.


H πίσω πλευρά του εξώφυλλου με τους τίτλους των τραγουδιών

Με την φυγή του Hackett πριν την κυκλοφορία του «Seconds Out», και την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή του Phil Collins στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Genesis θα απέβαλλαν το προοδευτικό «δέρμα» τους σταδιακά, για να κατακτήσουν τα pop charts ανά τον κόσμο. Στη δεκαετία του '80, με επικεφαλής τον Collins, το συγκρότημα θα συνέχιζε να είναι συναυλιακά από τα πιο επιτυχημένα στον κόσμο, αλλά πλέον με έναν τεράστιο κατάλογο από pop επιτυχίες. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ίδιος ο Collins αποτόλμησε μία προσωπική προσπάθεια με το «Face Value», που θα ήταν και ο διάδρομος απογείωσης της υπερεπιτυχημένης προσωπικής του καριέρας. Ωστόσο, αν θέλετε να ακούσετε ένα εκ των πλέον πρωτοποριακών συγκροτημάτων στον χώρο της rock, στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, και να ζήσετε κι εσείς την θρησκευτική εμπειρία της ακρόασης μίας συναυλίας από ένα συγκρότημα, το οποίο αφήνει ένα τεράστιο ερωτηματικό του τι θα μπορούσε να δώσει επιπλέον, αν παρέμενε σε αυτή την τροχιά (σενάριο τύπου What If), κάντε την χάρη στον εαυτό σας και ακούστε (ή ακόμα καλύτερα, αγοράστε) το «Seconds Out» των Genesis. Μόνο κερδισμένοι θα βγείτε.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
31/5/20
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *