Η κυκλοφορία του Heaven and Hell (1980), αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές εκπλήξεις στην ιστορία του heavy metal. Οι Black Sabbath, ένα συγκρότημα που είχε ταυτιστεί με τη φωνή και την προσωπικότητα του Ozzy, όχι μόνο επέζησαν της αποχώρησής του, αλλά δημιούργησαν έναν από τους σημαντικότερους δίσκους της καριέρας τους. Έναν χρόνο αργότερα, με το Mob Rules, απέδειξαν ότι το Heaven and Hell δεν ήταν μια παρένθεση.
Το Mob Rules κυκλοφόρησε στις 4 Νοεμβρίου 1981 και ήταν το δέκατο στούντιο άλμπουμ των Sabbath και το δεύτερο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ της κλασικής πρώτης σύνθεσης της εποχής Dio, με τους Ronnie James Dio, Tony Iommi, Geezer Butler και Vinny Appice με τον τελευταίο να έχει αντικαταστήσει τον Bill Ward, ο οποίος είχε αποχωρήσει κατά την περιοδεία του Heaven and Hell. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν απλώς μια αλλαγή προσώπου, αλλά αλλαγή φιλοσοφίας. Ο Ward είχε ένα πιο ελεύθερο, jazz παίξιμο, ο Appice ήταν πιο άμεσος, πιο δυναμικός και πιο επιθετικός. Αυτό ταίριαζε εξαιρετικά με τα γρήγορα riffs και την επική προσέγγιση της νέας σύνθεσης.
Την παραγωγή ανέλαβε ο Martin Birch έχοντας ήδη αποδείξει με το Heaven and Hell ότι μπορούσε να δώσει στους Sabbath έναν καθαρότερο, πιο σύγχρονο και ταυτόχρονα εξαιρετικά βαρύ ήχο. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε από κάθε άποψη καθώς το Mob Rules ακούγεται πιο καθαρό και επιθετικό από τους παλαιότερους δίσκους του συγκροτήματος.
Ας δούμε τα κομμάτια του δίσκου αναλυτικά:
Turn Up The Night: Το άλμπουμ ανοίγει με τρόπο που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας για τις προθέσεις των Black Sabbath. Το συγκρότημα εμφανίζεται πιο επιθετικό και πιο αποφασισμένο από ποτέ. Ο Iommi εξαπολύει ένα από τα πιο γρήγορα και κοφτερά riffs που είχε γράψει μέχρι τότε, ενώ ο Appice με το στιβαρό και γεμάτο δύναμη παίξιμό του εισφέρει στο τραγούδι μια αίσθηση ασταμάτητης κίνησης. Ο ίδιος ο Iommi έχει αναφέρει ότι η συνεργασία με τον Ronnie James Dio έκανε ευκολότερη τη δημιουργία πιο γρήγορων συνθέσεων. Η τεράστια φωνητική του έκταση έδινε στον κιθαρίστα τη δυνατότητα να γράφει riffs και μελωδίες που παλαιότερα ίσως να μην λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο. Ο Dio προσφέρει εδώ μία από τις πιο εντυπωσιακές ερμηνείες του στον δίσκο. Η φωνή του κινείται με ευκολία ανάμεσα σε μελωδικές γραμμές και εκρηκτικά ξεσπάσματα. Από την πρώτη κιόλας κραυγή του γίνεται σαφές ότι δεν λειτουργεί απλώς ως αντικαταστάτης του Ozzy, αλλά ως ισότιμος συνδημιουργός μιας νέας εποχής για το συγκρότημα.
Voodoo: Μετά το εκρηκτικό άνοιγμα οι Black Sabbath χαμηλώνουν ελαφρώς την ταχύτητα, χωρίς όμως να μειώνουν στο παραμικρό το βάρος. Το Voodoo είναι ένα από τα τραγούδια που αποκαλύπτουν μια διαφορετική πλευρά του άλμπουμ: πιο μυστηριακή και περισσότερο βασισμένη στο groove. Ο βασικός πρωταγωνιστής του Voodoo είναι αναμφισβήτητα η κιθάρα του Iommi.
Παρότι το Mob Rules θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα βήματα των Sabbath προς το πιο μοντέρνο heavy metal, το Voodoo θυμίζει ότι ο πυρήνας της μουσικής του Iommi εξακολουθεί να βρίσκεται βαθιά ριζωμένος στα blues. Ο Dio χρησιμοποιεί την εικόνα του αποκρυφισμού και της μαγείας όχι τόσο ως κυριολεκτική αφήγηση, αλλά ως εργαλείο για να δημιουργήσει αίσθηση απειλής και μυστηρίου. Η φωνή του είναι επιβλητική αλλά ελεγχόμενη. Δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς στα ύψη της φωνητικής του έκτασης. Αντίθετα, κινείται με αυτοπεποίθηση πάνω από το riff, αφήνοντας τη μουσική να δημιουργήσει το μεγαλύτερο μέρος της έντασης.
The Sign Of The Southern Cross: Αν υπάρχει μία σύνθεση που συμπυκνώνει την επική, σκοτεινή και μεγαλοπρεπή πλευρά των Black Sabbath της εποχής Dio, αυτό είναι αναμφισβήτητα το The Sign Of The Southern Cross. Με διάρκεια σχεδόν οκτώ λεπτά, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες και πιο φιλόδοξες συνθέσεις του άλμπουμ και για πολλούς την κορυφαία στιγμή του δίσκου.
Οι Sabbath καταφέρνουν εδώ να συνδυάσουν ηρεμία και δύναμη, εσωτερικότητα και μεγαλοπρέπεια. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι που δεν στηρίζεται μόνο στο riff αλλά κυρίως στην εξέλιξη της ατμόσφαιρας.
Δεν ξεκινά με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς καθώς αντί για ένα επιθετικό riff, ο ακροατής συναντά μια αργή, σχεδόν υπνωτική, εισαγωγή. Η κιθάρα του Iommi δημιουργεί έναν ανοιχτό, ατμοσφαιρικό χώρο, ενώ η φωνή του Dio μπαίνει με τρόπο περισσότερο αφηγηματικό παρά επιθετικό. Το The Sign Of The Southern Cross δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει από το πρώτο δευτερόλεπτο. Χτίζει την ένταση καθώς ο Iommi περνά από τις ατμοσφαιρικές φράσεις σε βαρύτερα riffs, ο Butler δίνει στη σύνθεση βάθος και ενισχύει τη σκοτεινή αίσθηση, ενώ ο Appice προσθέτει σταδιακά τη δύναμη όπου απαιτείται. Πρωταγωνιστής για μια ακόμα φορά είναι ο μεγάλος Ronnie James Dio, ο οποίος δεν αντιμετωπίζει το τραγούδι σαν μια απλή επίδειξη φωνητικών δυνατοτήτων. Αντίθετα, τραγουδά σαν να αφηγείται έναν μύθο. Η φωνή του είναι δυνατή, μεγαλοπρεπής και επιβλητική, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί μια αίσθηση μυστηρίου.
Ο τίτλος παραπέμπει στον Σταυρό του Νότου, τον αστερισμό Crux, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του νότιου ουρανού. Στο τραγούδι, όμως, το σύμβολο αποκτά μια ευρύτερη, σχεδόν μυθολογική σημασία. Ο Dio χρησιμοποιεί εικόνες ταξιδιού, νύχτας, ουρανού, φωτός και αναζήτησης, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ανθρώπου που κινείται μέσα σε έναν άγνωστο κόσμο αναζητώντας κάποιο είδος προορισμού ή απάντησης.
E5150: Πρόκειται ίσως για το πιο ιδιαίτερο κομμάτι του άλμπουμ καθώς λειτουργεί περισσότερο ως εισαγωγή παρά ως κανονικό τραγούδι. Η ορχηστρική αυτή σύνθεση δημιουργεί μια σκοτεινή, υποβλητική ατμόσφαιρα, προετοιμάζοντας τον ακροατή για την έκρηξη του The Mob Rules. Ο τίτλος παραπέμπει στον αμερικανικό κωδικό 5150, ο οποίος συνδέεται με την προσωρινή ψυχιατρική κράτηση ενός ατόμου που θεωρείται επικίνδυνο για τον εαυτό του ή για τους άλλους. Η επιλογή του τίτλου ταιριάζει απόλυτα με την ψυχολογική ένταση που χαρακτηρίζει το κομμάτι καθώς δημιουργείται η αίσθηση ότι κάτι παράξενο και απειλητικό βρίσκεται προ των πυλών.
The Mob Rules: Το ομώνυμο τραγούδι είναι η καρδιά του δίσκου καθώς συμπυκνώνει σε λίγα λεπτά ολόκληρη τη φιλοσοφία του άλμπουμ. Η ιστορία της δημιουργίας του το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον: γεννήθηκε στο Tittenhurst Park, την παλιά κατοικία του John Lennon, την οποία είχε αργότερα αποκτήσει ο Ringo Starr και χρησιμοποιούσε ως χώρο για καλλιτέχνες που ήθελαν να γράψουν, να προβάρουν ή να ηχογραφήσουν. Οι Sabbath έφτασαν εκεί μόλις λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Lennon. Το κομμάτι προοριζόταν αρχικά για την ταινία Heavy Metal, ένα φιλόδοξο animation βασισμένο στο ομώνυμο περιοδικό. Οι Sabbath δεν είχαν στη διάθεσή τους ολοκληρωμένη ταινία. Τους έστειλαν απλώς ασπρόμαυρα σχέδια και storyboard. Δεν γνώριζαν ακριβώς τον ρυθμό με τον οποίο θα εξελισσόταν η σκηνή. Τους είχαν δώσει κυρίως τη διάρκεια που έπρεπε να έχει η μουσική και στη συνέχεια η σκηνή προσαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό στη μουσική που έγραψαν. Το συγκρότημα δημιούργησε αρχικά ένα σκοτεινό intro για μια σκηνή στην οποία οι χαρακτήρες μεταμορφώνονται σε τέρατα. Χρησιμοποίησαν εφέ, μπάσο, παράξενους ήχους και ατμοσφαιρικά στοιχεία, πριν περάσουν στο βασικό riff του The Mob Rules. Η πρώτη εκδοχή ηχογραφήθηκε εκεί και στάλθηκε στους παραγωγούς της ταινίας.
Το κομμάτι ξαναηχογραφήθηκε και τελικά αποτέλεσε μία από τις κεντρικές συνθέσεις του νέου άλμπουμ. Οι στίχοι αναφέρονται στη δύναμη της μάζας, την κοινωνική βία και την απώλεια της ατομικότητας. Το riff του Iommi είναι ένα από τα πλέον επιθετικά και αναγνωρίσιμα riffs των Sabbath, ενώ η γεμάτη ένταση, και επιθετικότητα ερμηνεία του Dio απογειώνει την σύνθεση.
Country Girl: Αποκαλύπτεται μια διαφορετική, πιο μελωδική και συναισθηματική πλευρά των Black Sabbath. Στηρίζεται περισσότερο στη μελωδία, στη δραματική αφήγηση και στην ιδιαίτερη ικανότητα του Dio να μετατρέπει μια ιστορία ερωτικής έλξης σε κάτι σκοτεινό και σχεδόν υπερφυσικό. Η γυναίκα που περιγράφει ο Dio είναι σχεδόν μια υπερφυσική μορφή, ταυτόχρονα ελκυστική και επικίνδυνη. Αυτή η αντίθεση ταιριάζει απόλυτα με τον τρόπο με τον οποίο ο Dio χρησιμοποιούσε συχνά συμβολισμούς στα τραγούδια του. Μουσικά, το Country Girl βασίζεται σε ένα χαρακτηριστικό riff του Iommi με τον μεγάλο κιθαρίστα να αφήνει αρκετό χώρο στον Dio, επιτρέποντάς του να χτίσει σταδιακά την ατμόσφαιρα του τραγουδιού.
![]() |
| Το οπισθόφυλλο |
Slipping Away: Είναι ένα από τα τραγούδια του Mob Rules που συχνά μένουν στη σκιά. Κι όμως, πίσω από το προφανές κρύβεται μια σύνθεση που αποτυπώνει εξαιρετικά μια διαφορετική πλευρά των Black Sabbath αποκαλύπτοντας επίσης πόσο καλά δομημένο και πολυδιάστατο ήταν πραγματικά το άλμπουμ. Αν το The Sign Of The Southern Cross αντιπροσωπεύει το επικό μεγαλείο του άλμπουμ και το The Mob Rules την επιθετική του δύναμη, το Slipping Away είναι περισσότερο ένα τραγούδι απώλειας, απομάκρυνσης και συναισθηματικής παραίτησης. Δεν στηρίζεται στη μυστηριακή και επική θεματολογία που συναντάμε σε άλλα τραγούδια του άλμπουμ. Μουσικά ανήκει στις πιο hard rock στιγμές του άλμπουμ.
Falling Off The Edge Of The World: Αν υπάρχει ένα τραγούδι στο Mob Rules που συμπυκνώνει με εντυπωσιακό τρόπο τη μετάβαση από την ευαισθησία στη δύναμη, αυτό είναι το Falling Off The Edge Of The World.
Πρόκειται για μία σύνθεση που χρησιμοποιεί τις αντιθέσεις —ηρεμία και ένταση, μελωδία και παραμόρφωση, ευαισθησία και οργή— για να δημιουργήσει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κομμάτια του Mob Rules. Μετά το πιο άμεσο και γήινο Country Girl και το Slipping Away, οι Sabbath επιστρέφουν εδώ στο μεγαλειώδες, σκοτεινό και δραματικό ύφος που αποτελεί την βασική ταυτότητα του δίσκου. Η πρώτη μεγάλη αρετή του τραγουδιού βρίσκεται στη δομή του. Το Falling Off The Edge Of The World δεν ξεκινά με ένα βαρύ riff. Αντίθετα, ανοίγει με έναν μελαγχολικό τρόπο. Η κιθάρα του Iommi αφήνει χώρο στη φωνή και δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι πρόκειται να συμβεί. Σταδιακά η σύνθεση αποκτά βάρος. Η ένταση αυξάνεται, η ρυθμική βάση γίνεται πιο επιθετική και η κιθάρα αποκτά εκείνο το χαρακτηριστικό τεράστιο βάρος που μόνο ο Iommi μπορούσε να δημιουργήσει. Η μετάβαση αυτή δεν γίνεται απότομα χωρίς λόγο. Είναι σχεδόν αφηγηματική. Σαν να παρακολουθούμε έναν άνθρωπο που στην αρχή προσπαθεί να κρατήσει τον έλεγχο και, καθώς προχωρά το τραγούδι, βλέπει τα πάντα να καταρρέουν. Ο κόσμος που περιγράφεται δεν είναι ένας κόσμος ηρωικής φαντασίας, αλλά ένας κόσμος στον οποίο ο άνθρωπος αισθάνεται απομονωμένος, φοβισμένος και ανήμπορος απέναντι σε δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει. Αντίστοιχα ο Iommi εντυπωσιάζει για μια ακόμα φορά με την ικανότητά του όχι απλώς να γράφει βαριά riffs, αλλά δημιουργώντας μελωδικά riffs που μπορούσαν ξαφνικά να μετατραπούν σε τεράστιες εκρήξεις ήχου. Τα ήρεμα περάσματα μοιάζουν να εκφράζουν την αβεβαιότητα και την εσωτερική αναζήτηση του πρωταγωνιστή, ενώ τα βαριά riffs μετατρέπουν αυτό το συναίσθημα σε οργή και απόγνωση. Εύσημα πρέπει να δοθούν και στους Butler και Appice καθώς εισφέρουν τα μέγιστα δίδοντας βάθος και όγκο στη σύνθεση.
Over And Over: Το κομμάτι που κλείνει το άλμπουμ είναι μια από τις πιο συναισθηματικές στιγμές του δίσκου. Εδώ ο Dio χρησιμοποιεί τη φωνή του για να δημιουργήσει μελαγχολία και δραματικότητα. Ο Iommi απαντά με ένα υπέροχο σόλο που δένει άψογα με την ατμόσφαιρα του κομματιού. Μετά την επιθετικότητα και το επικό ύφος των προηγούμενων τραγουδιών, το Over And Over λειτουργεί σαν ένας σκοτεινός επίλογος.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Το εξώφυλλο του Mob Rules σχεδιάστηκε από τον Greg Hildebrandt. Όταν τα μέλη του συγκροτήματος το είδαν για πρώτη φορά, εντυπωσιάστηκαν. Υπήρχε όμως μία μικρή αλλαγή που ζήτησαν: αφαιρέθηκαν τα πρόσωπα από τις μάσκες των μορφών. Αργότερα δημιουργήθηκε ένας μικρός μύθος γύρω από κάποιους λεκέδες στο πάτωμα της εικόνας καθώς κάποιοι υποστήριξαν ότι οι λεκέδες σχημάτιζαν τη λέξη Ozzy. Ο Iommi απέρριψε την ιστορία ως ανοησία.
Όταν κυκλοφόρησε το Mob Rules, ήταν αναπόφευκτο να μην συγκριθεί με το Heaven And Hell. Και επειδή το Heaven And Hell είχε ήδη αποκτήσει σχεδόν μυθική υπόσταση, το δεύτερο άλμπουμ αντιμετωπίστηκε από ορισμένους ως η συνέχεια μιας ήδη επιτυχημένης συνταγής. Οι περισσότερες κριτικές για το Mob Rules ήταν θετικές, με μόνη ένσταση ότι αποτελούσε απλά το Heaven And Hell Part II (αυτό και από μόνο του θα αποτελούσε άθλο)! Η απάντηση του Iommi είναι αφοπλιστική: Ναι, ήταν η ίδια μπάντα. Ήταν το επόμενο άλμπουμ. Και φυσικά θα είχε κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Το Mob Rules βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη λεπτή ισορροπία. Χωρίς να είναι αντίγραφο του προκατόχου του, είναι ξεκάθαρα ο φυσικός του διάδοχος.
Εντύπωση εκ των υστέρων προκαλεί η αντίθεση ανάμεσα στο δημιουργικό αποτέλεσμα και στην πραγματικότητα που υπήρχε πίσω από αυτό. Ενώ το αποτέλεσμα είναι επιεικώς μεγαλειώδες, η πραγματικότητα για το συγκρότημα μόνο ευνοϊκή δεν είναι καθώς οι Sabbath έπρεπε να διαχειριστούν, την αποχώρηση του Bill Ward, τις καταχρήσεις, τις εσωτερικές εντάσεις και την πίεση της επιτυχίας του προκατόχου του. Ενδεχομένως όλη αυτή η πίεση εισέφερε στο τελικό αποτέλεσμα.
Το Mob Rules είναι το σημείο όπου οι Black Sabbath αποδεικνύουν ότι η αναγέννησή τους δεν ήταν τυχαία. Αν και ο τρόπος που λειτουργεί η μπάντα έχει αλλάξει, ο πυρήνας παραμένει ίδιος. Πάνω στην μουσική ευφυία του Iommi ο Ronnie James Dio εισέφερε στους Black Sabbath κάτι καινούργιο: το επικό μεγαλείο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΓΚΡΑΝΗΣ
2/9/26




Δημοσίευση σχολίου