O Ανδρέας Οικονόμου εκτός από εκδότης και συγγραφέας είναι και φανατικός φίλος των Savatage. Κι όταν λέμε φίλος δεν εννοούμε, δεν περιορίζεται στην έννοια του fan αλλά έχει και ισχυρή φιλική σχέση με όλα τα μέλη. Ο πιο κατάλληλος για να μάς μεταφέρει την ανταπόκριση από τη συναυλία των Savatage στην Πομπήϊα, που έμεινε στην ιστορία. Η διήγηση ξεκινάει...
Στερηθήκαμε για πολλά χρόνια τους Savatage, οπότε η ισορροπία του σύμπαντος μάς χάρισε μαζεμένες τις συγκινήσεις. Την αρχή έκανε ο Johnny Lee Middleton, που φρόντισε να περάσει ολιγοήμερες διακοπές στην Ελλάδα στις αρχές Ιουλίου. Ένας περίπατος στον Ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο, ήταν η προθέρμανση για όσα μαγικά θα ακολουθούσαν μέσα στον ίδιο μήνα.
Στις 17 Ιουλίου βρεθήκαμε για άλλη μια φορά στο Temple Athens, όπου το Greek Legion και η Savatage tribute band, αποτελούμενη από τον πρόεδρο του fan club Γιάννη Βογιαντζή και τους Χάρη Αναγνώστου, Άγγελο Αγγελόπουλο, Χριστόφορο Ραζή και Γιάννη Βάρβα, ξεσήκωσαν το κοινό. Είχαμε ανακοινώσει εκ των προτέρων πως στο event θα υπήρχε μια μεγάλη έκπληξη, ωστόσο λίγοι περίμεναν ότι στη σκηνή θα ανέβαιναν για δύο κομμάτια… οι ίδιοι οι Savatage! Για την ακρίβεια, ο Chris Caffery, ο Jeff Plate και ο Johnny Lee Middleton. Χαμός!
![]() |
| φωτό ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΛΑΣ |
Το γκρουπ βρέθηκε για δέκα μέρες στην Αθήνα, ώστε να προετοιμαστεί και να κάνει τις πρόβες του ενόψει της ευρωπαϊκής περιοδείας και, κυρίως, του special show στην Πομπηία. Στις 25 Ιουλίου τους απολαύσαμε στο κύκνειο άσμα του Release Festival στην Πλατεία Νερού και σχεδόν αμέσως μετά κατευθυνθήκαμε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Με ελάχιστες ώρες ύπνου και το κορμί να κρατιέται όρθιο από την αδρεναλίνη, βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο με προορισμό τη Νάπολη. Εκεί συνειδητοποιούμε ότι μας περιμένει μια νέα έκπληξη: στην ίδια πτήση επιβαίνουν οι Savatage! Προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο διακριτικοί γίνεται, αφού και οι ίδιοι είναι άυπνοι και κουρασμένοι, αλλά είναι αδύνατον. Σχεδόν από μόνοι τους πλησιάζουν για δυο κουβέντες και μερικές φωτογραφίες. Πόσο κουλ και φιλικό είναι αυτό το γκρουπ! Από τους μουσικούς μέχρι τους μάνατζερ και το crew, όλοι τους διακατέχονται από ευγένεια και δεν έχουν ίχνος βεντετισμού.
Λίγα λόγια για την πόλη προτού μεταφερθούμε στην Πομπηία. Είναι η δεύτερη φορά που επισκέπτομαι τη Νάπολη. Η πρώτη ήταν στα 20 μου, σε μια φοιτητική εκδρομή με τη σχολή της Γεωλογίας. Η δεύτερη, τώρα, στα 45 μου. Σε αυτά τα δύο ταξίδια, αισθάνθηκα πως βλέπω δυο διαφορετικές πόλεις. Είναι μια υπέροχη εξόρμηση για έναν νέο άνθρωπο με αντοχές, που θέλει να εξερευνήσει τα σοκάκια, να θαυμάσει την απέραντη λατρεία για το ποδόσφαιρο και για τον Μαραντόνα, να περπατήσει στην υπόγεια πόλη. Είναι, ωστόσο, ένα κουραστικό τρελοκομείο, αν δεν έχεις ως εφόδιο τις απαραίτητες αντοχές. Το σώμα νιώθει πολλαπλάσια τη ζέστη εξαιτίας της υπερβολικής υγρασίας τους καλοκαιρινούς μήνες. Προκαλεί αλγεινή εντύπωση η παντελής έλλειψη καθαριότητας στους δρόμους – σχεδόν όλοι πετούν, με τρομακτική άνεση, τα σκουπίδια τους κάτω, ακόμη και στις πιο γραφικές γειτονιές. Οι μαγαζάτορες και τα ταξί μοιάζουν με αρπακτικά έτοιμα να ορμήσουν σε κάθε τουρίστα και να του ρουφήξουν το πορτοφόλι. Όλοι οι οδηγοί –πραγματικά όλοι– απολαμβάνουν να τρέχουν σαν να βρίσκονται στα συγκρουόμενα, κορνάροντας ασταμάτητα και κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς.
Ίσως η κούραση να ήταν αυτή που μας έκανε να εστιάζουμε στα –όχι λίγα– αρνητικά στοιχεία της πόλης. Ωστόσο, όλα αυτά εξατμίστηκαν τη Δευτέρα 27 Ιουλίου. Από νωρίς φτάσαμε στην Πομπηία, η οποία απέχει περίπου μία ώρα από το κέντρο της Νάπολης. Είναι μια πόλη βγαλμένη από καρτ ποστάλ. Πετρόστρωτοι δρόμοι με εστιατόρια και μαγαζάκια (που, στα δικά μας μάτια, ομόρφαιναν ακόμη περισσότερο από την παρουσία χιλιάδων οπαδών των Savatage) καταλήγουν στην αρχαία πόλη.
Στην είσοδο δεσπόζει το Teatro Grande, χτισμένο τον 2ο αιώνα π.Χ. και ενταγμένο στο εντυπωσιακό συγκρότημα των θεάτρων της αρχαίας πόλης. Προχωρώντας στο εσωτερικό της Πομπηίας, οι δρόμοι και τα ερείπια σχηματίζουν έναν πραγματικό λαβύρινθο, ανάμεσα σε σπίτια, ναούς και καταστήματα μιας άλλης εποχής. Γρήγορα αντιλαμβάνεσαι και το μέγεθος της πόλης, που προστατευόταν από περισσότερα από 3,2 χιλιόμετρα τειχών, επτά πύλες και σειρά αμυντικών πύργων. Ωστόσο, όλη αυτή η οχύρωση δεν μπορούσε να ανακόψει τη μήνι της φύσης, η οποία πριν από σχεδόν δύο χιλιετίες έβαλε βίαιο τέλος στη ζωή της πόλης.
Το θέαμα των εκμαγείων των θυμάτων είναι εντυπωσιακό. Νιώθεις σχεδόν στο πετσί σου την απόγνωση αυτών των ανθρώπων, που εγκλωβίστηκαν στη μανία της έκρηξης και δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από τα θανατηφόρα αέρια, την τέφρα και τις πυροκλαστικές ροές.
Ο καύσωνας δεν μας επέτρεψε να περιηγηθούμε όσο θα θέλαμε. Ήταν πιο δελεαστική η pub Mericano, που βρίσκεται σχεδόν δίπλα από το αρχαίο θέατρο. Μέσω των social media, το μαγαζί μετατράπηκε σε Sava-στέκι οπαδών, που ταξίδεψαν για τη συναυλία από κάθε γωνιά της γης. Τα ηχεία έπαιζαν μελωδίες των Savatage και ζέσταιναν το κοινό, ενώ εκεί είχαμε την ευκαιρία να πιούμε μια μπύρα με διαδικτυακούς φίλους από Γερμανία, Ιταλία, Δανία, Βραζιλία και ΗΠΑ.
Αργά το απόγευμα αποφασίσαμε να διαβούμε τις πύλες του θεάτρου και να βρούμε τις θέσεις μας. Αφήσαμε στην άκρη την ουρά του merch, το οποίο, για να πω την αμαρτία μου, δεν με ενθουσίασε. Όταν έχεις συνεργαστεί με έναν καλλιτέχνη που άφησε ιστορία, τον Gary Smith, μου φαίνεται περιττή η υπερβολική χρήση ai πάνω σε αυτά τα υπέροχα έργα –αλλά γούστα είναι αυτά. Διαβήκαμε την επιβλητική πάροδο που οδηγεί στα ενδότερα του θεάτρου. Έπειτα από περίπου εκατό μέτρα, καθώς αντικρίζεις ξανά το φως του ήλιου, σε κυριεύει το δέος: περιμετρικά, οι αρχαίες αμφιθεατρικές κερκίδες και, μπροστά σου, η σύγχρονη συναυλιακή σκηνή μπλέκουν με μαγευτικό τρόπο το χθες με το σήμερα. Στα αριστερά, μια ακόμη πάροδος που οδηγεί στις εξέδρες έχει μεταμορφωθεί σε μουσειακό χώρο, όπου εκτίθενται φωτογραφίες από το ιστορικό “Live at Pompeii” των Pink Floyd.
Είχαμε μεριμνήσει να κλείσουμε εισιτήρια από το πρώτο δευτερόλεπτο που έγιναν διαθέσιμα, οπότε οι θέσεις μας ήταν μπροστινές και πρόσφεραν εξαιρετική οπτική σε όλη τη σκηνή. Εντελώς συμπτωματικά, ακριβώς δίπλα μας είχαν κλείσει εισιτήρια κι άλλα μέλη του Greek Legion, οπότε μια μικρή ελληνική παροικία στήθηκε σε εκείνο το σημείο. Γενικότερα, πολλά μέλη του fan club, τα οποία ύστερα από 25 χρόνια γνωριμίας νιώθουμε ως κοντινούς μας ανθρώπους, βρίσκονταν διάσπαρτα στο θέατρο. Ήταν απολαυστικό να τους συναντάς και να συζητάς μαζί τους για το αγαπημένο μας συγκρότημα.
Στις 21:10, η μουσική από τα ηχεία χαμηλώνει και όλα τα βλέμματα στρέφονται στη σκηνή. Ένα ένα ανεβαίνουν τα μέλη της ορχήστρας, με διευθυντή τον Vincenzo Sorrentino, συνθέτη και ενορχηστρωτή από την Καμπανία. Η γνώριμη μελωδία του Overture φέρνει θύελλα ενθουσιασμού. Έχουν περάσει 30 χρόνια από την κυκλοφορία του “Dead Winter Dead” και περίπου άλλα τόσα από τότε που ακούστηκε ζωντανά το συγκεκριμένο κομμάτι. Όπως και στην Αθήνα, το γκρουπ εμφανίζεται στη σκηνή παίζοντας το intro του Morphine Child –μελωδία που αν κολλήσει στο μυαλό σου, δεν λέει να ξεκολλήσει– και από εκεί επιστρέφει στο “DWD” και στο ομώνυμο τραγούδι.
Σε αυτό το σημείο, θα ομολογήσω την αμαρτία μου: η απουσία οθόνης, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του χώρου, ήταν για μένα μεγάλη ανακούφιση. Όταν είσαι ένα συγκρότημα 45 ετών, με τη δυναμική και τη δισκογραφία των Savatage, δεν χρειάζεσαι ai γραφιστικά σε γιγαντοοθόνες. Δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό· ίσα ίσα αποσπούν το βλέμμα από τη μαγεία της σκηνής.
Χωρίς περιττά γραφιστικά, λοιπόν, είχαμε την ευκαιρία να χτυπηθούμε… καθιστοί στο Jesus Saves και να τραγουδήσουμε παρέα με την μπάντα τους στίχους του Wake of Magellan. Πόσο υπέροχες επιλογές κομματιών για να ακουστούν για πρώτη φορά με τη συνοδεία συμφωνικής ορχήστρας! Αυτή απαρτιζόταν από έγχορδα (βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα και κοντραμπάσα), πνευστά και κρουστά, ενώ, εκτός από τον Sorrentino, ρόλο ενορχηστρωτή είχε και ο σπουδαίος Al Pitrelli. Σε μια σύντομη συνομιλία που είχαμε με τον Johnny Lee Middleton, ο μπασίστας ισχυρίστηκε πως κανένας άλλος κιθαρίστας στη metal σκηνή δεν γνωρίζει τη μουσική θεωρία –και, κυρίως, την εφαρμογή της στην πράξη– καλύτερα από τον Al. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στο βιογραφικό του Pitrelli, αντιλαμβάνεται ότι μάλλον κάπως έτσι έχουν τα πράγματα.
Ο Jon Oliva είναι ο μεγάλος απών από τις περιοδείες της σύγχρονης εποχής. Ωστόσο, παραμένει ενεργός στα του γκρουπ. Όπως μάθαμε, συμμετείχε στην επιλογή των κομματιών και κατηύθυνε την μπάντα ως προς το πώς θα κινηθεί σε αυτό το special show. Πληροφορηθήκαμε επίσης ότι αρχική επιθυμία των ’Tage ήταν το συγκεκριμένο live να πραγματοποιηθεί είτε στην Αθήνα είτε στην Πομπηία. Άλλωστε, βαθύτερη επιθυμία του αείμνηστου Paul O’Neill ήταν να παρουσιάσει ένα τέτοιο συμφωνικό live στο Ηρώδειο. Οπότε, ποιος ξέρει; Ίσως σε λίγα χρόνια να ζήσουμε και στα μέρη μας μια αντίστοιχη εμπειρία.
Το συγκρότημα επιχείρησε να μοιράσει δίκαια το set ανάμεσα σε όλες τις περιόδους του, δίνοντας βέβαια μεγαλύτερη βαρύτητα στους δίσκους της εποχής Stevens. Έτσι, την καθήλωση του Miles Away διαδέχθηκε η πώρωση του Sirens και από εκεί ήρθε η επιστροφή στα πιο «σύγχρονα» Another Way και This Is the Time. Ανατριχίλα! Το “Dead Winter Dead” πρωτίστως και το “The Wake of Magellan” δευτερευόντως ήταν άλμπουμ που προκάλεσαν μουσική επανάσταση στον σκληρό ήχο, συνδυάζοντας με απόλυτη αρμονία την κλασική ορχηστρική προσέγγιση με το heavy metal. Ήταν, λοιπόν, συγκινητικό για όσους γαλουχήθηκαν και μεγάλωσαν με αυτούς τους δίσκους να παρακολουθούν ζωντανά τη συναυλιακή ενσάρκωσή τους.
Κι εκεί που λέγαμε «υπέροχα όλα αυτά τα τραγούδια, αλλά τα περισσότερα τα ακούσαμε σε Κατερίνη και Φάληρο», να σου το Unusual! Ένας ξεχασμένος ύμνος αποκτά νέα υπόσταση, με την ορχήστρα να συνοδεύει τον μανιασμένο Jeff Plate και τον αλάνθαστο Chris Caffery. Για τον τελευταίο επιβάλλονται δύο λόγια. Έχω παρακολουθήσει εννιά φορές το γκρουπ από το 2001, άλλοτε με έναν κιθαρίστα και συνήθως με δύο (Al Pitrelli, Jack Frost, Jeff Waters). Ο Caffery εντάχθηκε στην οικογένεια των Savatage στην περιοδεία του 1987-1988, επέστρεψε στο γκρουπ το 1990, ενώ από τα μέσα του ’90 μέχρι σήμερα παραμένει σταθερό μέλος του συγκροτήματος. Πιστεύω πως πλέον ζει τις μέρες της απόλυτης δόξας του. Έχει δουλέψει πάρα πολύ, βελτιώνεται συνεχώς, χαρίζει ενέργεια και ένταση στο γκρουπ και αποδίδει με εντυπωσιακή πιστότητα τα leads του Criss. Είναι να υποκλίνεσαι!
Στη συγκεκριμένη συναυλία υπάρχουν κομμάτια που ξέρεις ότι θα ακούσεις. Οι δύο πληκτράδες, Shawn McNair και Paulo Cuevas, που μπορεί να είναι touring members αλλά πλέον αντιμετωπίζονται από το κοινό ως ισότιμα μέλη του γκρουπ, δίνουν το σύνθημα με τη γνώριμη εισαγωγή του Chance. Και για τα επόμενα οκτώ λεπτά, η τρίχα σηκώνεται… κάγκελο! Η ορχήστρα, ο «μαέστρος» Pitrelli να κατευθύνει τα πάντα, ο συγχρονισμός των πολυφωνικών. Μια πραγματική πανδαισία, που οδηγεί τον Γιάννη δίπλα μου να φωνάζει προς το καθηλωμένο στις καρέκλες κοινό, σαν άλλος Κούρκουλος: «Τι κάνετε μωρέ; Σηκωθείτε όρθιοι!»
Το rhythm section των Savatage παραμένει δεμένο και τεχνικά άρτιο. Το υπερυψωμένο κιτ του Jeff Plate ήταν περικυκλωμένο από τους μουσικούς της ορχήστρας, ενώ ο ίδιος έπαιζε με μανία και έδειχνε να απολαμβάνει κάθε στιγμή. Από την άλλη, ο Johnny Lee Middleton υπενθύμισε (όχι πως το είχε ξεχάσει κανείς) πόσο σπουδαίος μπασίστας είναι, όταν ηγήθηκε της φιλαρμονικής στο κλασικό Adagio in G Minor. Αμέσως μετά, η ορχήστρα μάς ταξίδεψε στα καράβια του Μαγγελάνου, με μια εκτέλεση του The Storm που ξεπέρασε και τις μεγαλύτερες προσδοκίες μας. Το Christmas Eve είναι το κομμάτι που εκτόξευσε τη δημοφιλία των Savatage μέσα από τη δισκογραφία και τις συναυλίες των Trans-Siberian Orchestra. Είναι επίσης το τραγούδι που τα μέλη του γκρουπ έχουν παίξει ζωντανά περισσότερες φορές από οποιοδήποτε άλλο. Οπότε η άψογη εκτέλεσή του δεν προκάλεσε ουδεμία έκπληξη στους θεατές.
Ο Zak διανύει μια δεύτερη νιότη. Η φωνή του διατηρείται σε εξαιρετικό επίπεδο και συναυλιακά είναι άψογος. Ωστόσο, αυτό που μας χάρισε στο Not What You See ήταν απερίγραπτο. Σχεδόν ακαπέλα, με την ορχήστρα να αχνοπαίζει στο βάθος, τραγούδησε το κομμάτι για πρώτη φορά μετά το 1999. Προσωπικά, τη θεωρώ μία από τις πιο μαγικές στιγμές της βραδιάς.
Το θερμό χειροκρότημα ήταν μια δικαίωση για τον Stevens, που χαμογέλασε και συνέχισε να είναι εκπληκτικός στους ύμνους που ακολούθησαν: Handful of Rain, Lights Out, Tonight He Grins Again. Τα κομμάτια αυτά προέρχονται από τρεις διαδοχικούς –και τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους– δίσκους, που κυκλοφόρησαν σε διάστημα μόλις τριών ετών. Πάντα με συνάρπαζε η εξής σκέψη: πώς κατόρθωσε το γκρουπ να περάσει μέσα από τόσο μεγάλες και σοκαριστικές μεταβάσεις, να αλλάξει ριζικά τον ήχο του και, παράλληλα, να μη χάσει τον δρόμο και την ταυτότητά του;
Το οκτάλεπτο έπος Hourglass ήταν μια καλή ευκαιρία να επιστρέψουν τα βλέμματα στην ορχήστρα, που του χάριζε μια νέα διάσταση. Αμέσως μετά, και καθώς απουσίαζαν οι οθόνες, ο Pitrelli ζήτησε από το κοινό να κλείσει τα μάτια και να φανταστεί τον Jon Oliva κάπου εκεί κοντά μας. Ένα μικρόφωνο μπλεγμένο με τριαντάφυλλα, ως παραλλαγή της ζωγραφιάς σήμα-κατατεθέν του Gary Smith, δέσποζε στη σκηνή, ενώ η φωνή του ιδρυτή του γκρουπ χάιδευε τα αυτιά μας με το Believe.
Για την πρώτη μιάμιση περίπου ώρα της συναυλίας υπήρχε διάχυτη μια κοινή αίσθηση: σχεδόν κανείς δεν ήθελε να παραμείνει καθηλωμένος στην καρέκλα του. Και όλοι περίμεναν ποιος θα έκανε την αρχή. Τη στιγμή που η μπαλάντα κορυφωνόταν, με την παρουσία πλέον του γκρουπ και της ορχήστρας, έφτασε η στιγμή που όλοι περιμέναμε. Σχεδόν με μια αυτόματη κίνηση, οι θεατές πετάχτηκαν σαν ελατήριο από τις θέσεις τους και έγιναν ένα σώμα. Το μέχρι τότε άδειο κάγκελο μπροστά από τη σκηνή γέμισε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Με λίγο σπρώξιμο, βρεθήκαμε κι εμείς κάπου εκεί μπροστά.
Τα διαχρονικά masterpieces Gutter Ballet και Edge of Thorns έσπασαν τον αυχένα μας. Η στιγμή ήταν φοβερή. Τα μέλη της ορχήστρας το απολάμβαναν, με ορισμένους να μοιάζουν λες και είχαν μεγαλώσει με αυτή τη μουσική, ενώ το κοινό τραγουδούσε ασταμάτητα. Στο encore, το Temptation Revelation έδωσε την ευκαιρία στον Caffery να «παλέψει με την ορχήστρα», όπως χαρακτηριστικά έλεγε στις συνεντεύξεις του ο Criss Oliva. O συνωνόματoς του τελευταίου απέδειξε για άλλη μια φορά πως είναι άξιος διάδοχος του μέντορά του.
Με την απόλυτη ωδή στο heavy metal, Power of the Night, συνειδητοποιήσαμε πως το τέλος πλησίαζε. Και όταν έπεσαν οι τελευταίες νότες του Hall of the Mountain King, μείναμε για ώρα αποσβολωμένοι, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς είχαμε ζήσει.
Για το Greek Legion, οι εκπλήξεις δεν τελείωναν εκεί. Το management είχε φροντίσει να μας εξασφαλίσει προσκλήσεις για το after party στα παρασκήνια, ώστε να δώσουμε στην μπάντα την αγγλική έκδοση του βιβλίου A Thousand Tales Untold. Εκεί, όλοι τους μουσκίδι στον ιδρώτα, απολάμβαναν τους καρπούς της σκληρής δουλειάς. Η ικανοποίηση πως «όλα πήγαν καλά» ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Οι Savatage έφτασαν πολλές φορές στο χείλος της διάλυσης. Συνέβη το 1986, μετά το φιάσκο του Fight for the Rock, το 1992, ύστερα από την αποχώρηση του Jon, και το 1993, έπειτα από τον θάνατο του Criss. Συνέβη και άλλες φορές στο μεσοδιάστημα, όταν δίσκοι-σταθμοί δεν τους χάρισαν την εμπορική επιτυχία που τους αναλογούσε. Συνέβη και τα τελευταία χρόνια, καθώς οι Trans-Siberian Orchestra εξελίχθηκαν σε συναυλιακό κολοσσό στις ΗΠΑ και αναπόφευκτα το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε προς τα εκεί. Ωστόσο, όπως λέει και το τραγούδι, “still the orchestra plays”. Πλέον, και κυριολεκτικά.
Στη φωτογραφία, ο Ανδρέας Οικονόμου κι ο Zak Stevens. Ο λόγος που παραμένουν εδώ, ενεργοί και δραστήριοι, είναι ένας: η αγάπη τους για το συγκρότημα και για αυτή τη μουσική. Με σχεδόν αμετάβλητη σύνθεση τα τελευταία τριάντα χρόνια, εξακολουθούν να ροκάρουν με τρόπο που μόνο αυτοί ξέρουν. Αν κάποιος πιστεύει πως είναι απλώς οικονομικοί οι λόγοι που τους ωθούν να βγαίνουν στον δρόμο με τους Savatage, μάλλον δεν γνωρίζει τι αποκομίζουν από τους TSO.
Παραμείναμε στη Νάπολη για πέντε ακόμη ημέρες. Απολαύσαμε τη μεγαλειώδη πορεία που πραγματοποίησαν –με τη συμμετοχή σχεδόν ολόκληρης της πόλης– οι οργανωμένοι οπαδοί της τοπικής ομάδας για τον εορτασμό ενός αιώνα από την ίδρυσή της. Δοκιμάσαμε την καλύτερη πίτσα στον κόσμο, στο 50 Kalò. Και τρομοκρατηθήκαμε από τον ισχυρό σεισμό που ταρακούνησε το Ποτσουόλι –μια κωμόπολη χτισμένη πάνω σε μια τεράστια ηφαιστειακή ζώνη. Το ξενοδοχείο μας βρισκόταν ακριβώς στο επίκεντρο του Εγκέλαδου. Όμως τι να καταλάβει κανείς από λίγα Ρίχτερ, όταν μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα είχε παρακολουθήσει τους Savatage να… ξυπνούν τον Βεζούβιο!
Ο Ανδρέας Οικονόμου είναι ο συγγραφέας του βιβλίου A Thousand Tales Untold της ιστορίας των Savatage. Για να το προμηθευτείτε επικοινωνήστε με το https://b-e.gr/savatage/
ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
30/8/26
Την άλλη Κυριακή: Ο Δημήτρης Σειρηνάκης συγκέντρωσε 40 ερωτήσεις που αφορούν απλά καθημερινά θέματα της δισκογραφίας, αλλά ποτέ δεν σκεφτήκαμε να κάνουμε πόσο μάλλον να απαντήσουμε. Για παράδειγμα: Γιατί ονομάζουμε έναν δίσκο άλμπουμ;
Ποιο ήταν το πρώτο LP στην ιστορία;Γιατί το CD χωράει 74 λεπτά μουσικής; και 37 άλλες ακόμα πιο ενδιαφέρουσες.



Δημοσίευση σχολίου