Γεννημένος στις 6 Αυγούστου του 1945 στο Bradford, ο Allan Holdsworth ήταν από τους σημαντικότερους jazz/rock κιθαρίστες που έβγαλε η Γηραιά Αλβιόνα. Ήταν γνωστός για την εσωτερική και ιδιοσυγκρασιακή χρήση προηγμένων εννοιών της μουσικής θεωρίας, ειδικά σε σχέση με τη μελωδία και την αρμονία, με τη μουσική του να ενσωματώνει μια τεράστια γκάμα σύνθετων συγχορδιών, χρησιμοποιώντας ασυνήθιστα σχήματα συγχορδιών με αφηρημένο τρόπο, βασισμένη στην κατανόησή του για τις «κλίμακες συγχορδιών», και περίπλοκα αυτοσχέδια σόλο, συχνά σε μεταβαλλόμενα τονικά κέντρα (wikipedia). Η μοναδική τεχνική σόλο legato που χρησιμοποιούσε προέκυψε από την αρχική του επιθυμία να παίζει σαξόφωνο αλλά τελικά έμαθε κιθάρα και βιολί, καταφέρνοντας να παίξει μια πρώιμη μορφή συνθεσάιζερ κιθάρας που ονομάζεται SynthAxe. Το παίξιμό του δεν είχε επιρροές από την κλασική μουσική αλλά από το Blues και ήταν πραγματικός πολύ καλός στην τεχνική και στις μελωδίες.
Απέκτησε την πρώτη του κιθάρα σε ηλικία 17 ετών και έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής από τον παππού του. Η επαγγελματική του καριέρα ξεκίνησε όταν έγινε μέλος των Glen South Band, με τους οποίους έπαιξε σε όλη τη Βόρεια Αγγλία. Την πρώτη ηχογράφηση την έκανε το 1969 με το συγκρότημα Igginbottom, στη μοναδική τους κυκλοφορία με τίτλο Igginbottom's Wrench (που αργότερα επανεκδόθηκε με το όνομα Allan Holdsworth & Friends). Το 1971 έγινε μέλος των Sunship, στους οποίους έπαιζε και ο Jamie Muir, μετέπειτα μέλος των King Crimson. Με τους Sunslip δεν κυκλοφόρησε κάποιο άλμπουμ, ή τραγούδι, για να συνεχίσει την καριέρα του στο jazz rock συγκρότημα Nucleus, με τους οποίους ηχογράφησε το άλμπουμ Belladonna(1972). Το 1973 τον βρίσκουμε στους Tempest, όπου έπαιξε στο πρώτο ομώνυμο άλμπουμ τους και στην ουσία με αυτήν την ηχογράφηση τον μάθαμε στην Ευρώπη.
Στα μέσα της δεκαετίας του 70, έχοντας πλέον αναγνωρίσει το ταλέντο του, τον βρίσκουμε να παίζει σε διάφορα άλμπουμ των Soft Machine (Bundles και Land of Cockayne), The New Tony Williams Lifetime (Believe It και Million Dollar Legs), Pierre Moerlen's Gong (Gazeuse!, Expresso II και Time is the Key) και Jean-Luc Ponty (Enigmatic Ocean). Το 1976 συνέβη κάτι που τον ενόχλησε αφού η CTI Records κυκλοφόρησε μια ηχογράφηση αυτού που ο Holdsworth θεωρούσε πρόβα ως επίσημο άλμπουμ στούντιο, Velvet Darkness. Αυτό εξόργισε τον Holdsworth, ο οποίος δεκαετίες αργότερα δήλωσε ότι εξακολουθούσε να το απεχθάνεται, ευχόμενος να μην είχε κυκλοφορήσει ποτέ. Το 1977, συνέχισε τις συμμετοχές του, αυτή τη φορά σε 2 άλμπουμ του ντράμερ Bill Bruford, στο Feels Good to Me (1978) και One of A Kind (1979), με τον Άγγλο κιθαρίστα να θεωρεί το παίξιμό του πολύ καλό.
Η συμμετοχή του στους U.K. με Eddie Jobson, John Wetton και Bill Bruford, τον κάνει ακόμα πιο γνωστό, αλλά και πάλι δεν στεριώνει αφού λόγω προσωπικών κακών σχέσεων με τα άλλα μέλη αποχωρεί. Πάντως το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ τους είναι πολύ καλό. Λίγο μετά την αποχώρησή του, σχημάτισε τους βραχύβιους Allan Holdsworth Quartet, με τους Pat Smythe πιάνο, Darryl Runswick μπάσο και Harold Fisher ντραμς.
Πραγματικά ατελείωτος ο κατάλογος με τις συμμετοχές του, με σημαντική τη συνεργασία του με τον τζαζ πιανίστα Gordon Beck στο άλμπουμ Sunbird (1979). Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80 τον βρίσκουμε στους False Alarm που μετά τη συμμετοχή του πρώην τραγουδιστή των Tempest, Paul Williams, μετονομάστηκαν σε I.O.U όπου το 1982 κυκλοφόρησαν το ομώνυμο άλμπουμ τους. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του, ο Eddie Van Halen τον έφερε σε επαφή με τον Προέδρο της Warner Bros. Records, Mo Ostin όπου κυκλοφόρησε το EP Road Games (1983), όπου φωνητικά σε 2 τραγούδια κάνει ο Jack Bruce< ενώ η παραγωγή του έγινε από τον Ted Templeman. Παρ΄όλα αυτά, δεν του άρεσε το Road Games, λόγω δημιουργικών διαφορών με τον Templeman.
Δεν άργησε να φύγει κι από την Warner, αφού πήρε το master του Ep. Σ τη συνέχεια, υπέγραψε στην Enigma Records όπου κυκλοφόρησε το Metal Fatigue (1985) αλλά και την επανέκδοση του άλμπουμ των I.O.U.
Το άλμπουμ Atavachron(1986) ήταν μια κυκλοφορία-ορόσημο, καθώς ήταν το πρώτο που έπαιζε με ένα ολοκαίνουργιο όργανο που ονομαζόταν SynthAxe. Αυτός ο ασυνήθιστα σχεδιασμένος ελεγκτής MIDI (διαφορετικός από ένα συνθεσάιζερ κιθάρας) θα γινόταν βασικό στοιχείο του Holdsworth για το υπόλοιπο της καριέρας του, καθώς ήταν ο μόνος που το έπαιζε. Έχοντας πλέον μετακομίσει στην Καλοφόρνια, συνεχίζει να κυκλοφορεί δίσκους όπως τα Sand(1987), που δεν περιείχε φωνητικά και παρουσίαζε πειραματισμούς με το SynthAxe, With a Heart in My Song(1988), για να μπει η καινούργια δεκαετία με την κυκλοφορία του άλμπουμ Truth in Shredding, ενός φιλόδοξου project που έστησε ο Mark Varney (αδελφός του ιδρυτή της Shrapnel Records, Mike Varney), μέσω της δισκογραφικής του εταιρείας Legato Records, μαζί με τον κιθαρίστα Frank Gambale. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, μετά τον θάνατο του κιθαρίστα των Level 42, Alan Murphy, το 1989, ο Holdsworth τον αντικαθιστά, με τον πρώην συνεργάτη των I.O.U., Gary Husband, να είναι ο ντράμερ των Level 42. Καθόλου τυχαίο ότι ο Holdsworth συνείσφερε κιθαριστικά σε πέντε κομμάτια για το άλμπουμ τους Guaranteed (1991). Το προσωπικό του άλμπουμ για τη δεκαετία του 90, ήταν το Wardenclyffe Tower(1992), ενώ ένα ξεχωριστό άλμπουμ του ήταν και το Heavy Machinery που έπαιξε με τους αδελφούς Anders και Jens Johansson, που τούς οδήγησε στο ένα άλμπουμ με πιο σκληρό παίξιμο απ΄ότι τον είχαμε συνηθίσει.
Έως και το 1999, είχε κυκλοφορήσει 10 προσωπικά άλμπουμ, αλλά από το 2000 και μετά περιόρισε την …παραγωγή τους, λόγω προσωπικών προβλημάτων. Έτσι έως το 2016 κυκλοφόρησε μόνο τρία, Sixteen Men of Tain (2000), Flat Tire: Music for a Non-Existent Movie (2001), τα live, All Night Wrong και Then! (2002 και το 2003 αντίστοιχα), ενώ ένα προγραμματισμένο άλμπουμ με τίτλο Snakes and Ladders που θα κυκλοφορούσε από την Favored Nations του κιθαρίστα Steve Vai, δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Τελευταίο του άλμπουμ ήταν το Tales from the Vault(2016), για να φύγει από τη ζωή το 2017, μάλλον λόγω εμφράγματος. Και γράφω μάλλον, γιατί δεν ανακοινώθηκε η επίσημη αιτία θανάτου του. Ήταν 71 ετών. Η τελευταία του συναυλία στο ήταν στο San Diego στις 10 Απριλίου 2017.
ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΤΟΥ
Ήδη έχετε διαβάσει μερικές από τις πολλές συμμετοχές του. Κάποιες που χρήζουν αναφοράς είναι αυτή στο άλμπουμ Mythology(2004) του Derek Sherinian, στο άλμπουμ Quantum (2007) των Planet X, στο Dreams Nightmares and Improvisations (2012) του Chad Wackerman, στο A Question of Time (1989) του Jack Bruce, Attack of the Neon Sharkg(1989) του Alex Masi, στο Lone Ranger (1992) του Jeff Watson, στο Stare (1996) των Gorky Park, στο Change of Address (1986) των Krokus, στο Radio Free Albemuth (1988) του Stu Hamm, στο If This Bass Could Only Talk (1988) του Stanley Clarke κ.α.
ΜΗΤΗΡ ΜΑΘΗΣΕΩΣ
Σύμφωνα με τον Donovan, ο Holdsworth έπαιξε το σόλο fuzztone στην επιτυχία το Hurdy Gurdy Man(1968), αλλά το σόλο στην πραγματικότητα έπαιξε ο Alan Parker.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Το παίξιμό του εκτός από επιδραστικό ήταν σχεδόν άριστο και ιδιαίτερα ξεχωριστό, εκφράζοντας τη μουσική με ένα δικό του τρόπο. Παρ όλο το καλό παίξιμό του, το όνομά του δεν έγινε ευρέως γνωστό, ίσως γιατί δεν συμμετείχε σε μεγάλο διάστημα σε κάποιο συγκρότημα.
Μετά τον θάνατο του, το The Pods & Sods Network κυκλοφόρησε ένα podcast αφιερωμένο σε τρία μέρη με πολλούς από τους συγχρόνους του, φίλους και θαυμαστές του που μοιράζονται προσωπικές ιστορίες, αναμνήσεις και αφιερώματα. Οι συμμετέχοντες ήταν οι Satriani, Gambale, Tabor, Steve Lukather, Jeff Watson, Chad Wackerman, Jean-Luc Ponty, Vernon Reid, Jennifer Batten, Dweezil Zappa και Mike Keneally.
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Velvet Darkness (1976)
I.O.U. (1982)
Road Games (EP) (1983)
Metal Fatigue (1985)
Atavachron (1986)
Sand (1987)
Secrets (1989)
Wardenclyffe Tower (1992)
Hard Hat Area (1993)
None Too Soon (1996)
The Sixteen Men of Tain (2000)
Flat Tire: Music for a Non-Existent Movie (2001)
Tales from the Vault(2016)
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
11/5/26



Δημοσίευση σχολίου