Από το Σεπτέμβριο του 1973 που κυκλοφόρησε το Fighting έως και τον Μάρτιο του 1983 που έβαλαν τέλος στη δισκογραφία τους αλλά και καριέρα τους, με την κυκλοφορία του Thunder and Lighting, οι Thin Lizzy είχαν γράψει ένα από τα ομορφότερα κεφάλαια στο βιβλίο του Rock. Το Johnny the Fox (1976, No11 UK, No 52 USA) είναι το 7ο άλμπουμ στη δισκογραφία τους κι ένα από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο, έχοντας όλα έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που το αναδεικνύουν σαν ένα από τα καλύτερα hard rock άλμπουμ της δεκαετίας του 70.
ΤΑ ΠΡΙΝ….
Η κορυφή είχε αρχίζει να διακρίνεται από την επιτυχία του Jailbreak, που το συγκρότημα δούλεψε πολύ για να την πετύχει. Περιόδευσαν 6 εβδομάδες στην Αμερική, ανοίγοντας για τους Aerosmith, ZZ Top, Rush και Styx, με τις πωλήσεις άλμπουμ αλλά και single (The Boys are back in town) να ξεχωρίζουν. Ξαφνικά από 500$ που έπαιρναν σε κάθε συναυλία, εκτοξεύτηκαν στα 5.000$. Επιστρέφουν στην Αμερική για να ανοίξουν την περιοδεία των Ritchie Blackmore’s Rainbow, με τον Phil Lynott από την πρώτη ημέρα της περιοδείας να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας και όταν βρισκόντουσαν στο Ohio συμβουλεύτηκε γιατρό που του συνέστησε άμεσα μεταφορά σε νοσοκομείο, όπου διαγνώστηκε με ηπατίτιδα. Μεγάλη ατυχία για το συγκρότημα που είχε την ευκαιρία να παίζει σε χώρους με πολύ κόσμο με το Jailbreak να πουλάει στην Αμερική, περισσότερο από τη Αγγλία! Το συγκρότημα αποχωρεί από την περιοδεία, με την κατάσταση του Lynott να είναι τέτοια που όταν ο Robertson πήγε να τον επισκεφτεί, ο χώρος του δωματίου του ήταν απομονωμένος, καλυμμένος με κουρτίνα αλουμινίου και δεν του επέτρεψαν να μπει. Όταν καλυτέρευσε και μπόρεσε να πετάξει, επέστρεψε στην Αγγλία όπου έμεινε στο ξενοδοχείο της μητέρας του στο Manchester κι άρχισε να συνθέτει υλικό για το επόμενο άλμπουμ τους που το είχε ονομάσει Son of Jailbreak και τελικά κατέληξε με το όνομα Johnny the Fox που έγινε το άλμπουμ με το οποίο το συγκρότημα καθιερώθηκε σε όλο τον κόσμο.
Το καινούργιο άλμπουμ ήταν η απόλυτη φυσική συνέχεια του Jailbreak, και το πρώτο άλμπουμ που αγόρασα από το συγκρότημα. Ηχογραφήθηκε στο Musicland Studios του Μονάχου με παραγωγό τον John Alcock, αλλά δεν έμειναν ικανοποιημένοι από την ποιότητα και τον απλό τον ήχο των ντραμς, με αποτέλεσμα να απορρίψουν τις ηχογραφήσεις, που τις επανέλαβαν στο Ramport Studios του Λονδίνου, έχοντας πολύ υλικό για να επιλέξουν.
Τα 10 τραγούδια του κυλούν αβιάστα, δεμένα και παρασύρουν τον ακροατή σε ένα 35λεπτο ηχητικό κρεσέντο, μ’ ένα καλό μείγμα συνθέσεων και παιξίματος, καλά φωνητικά του Lynott, στοιχεία που όλα μαζί δένουν, κατατάσσοντας το Johnny the Fox στα καλύτερα άλμπουμ της δεκαετίας του 70. Και στα 10 τραγούδια του άλμπουμ, η βαριά προσωπικότητα του Phil Lynott επικρατεί, αφού συμμετέχει συνθετικά και στα 10, με πρώτα και καλύτερα, τα Johnny που ανοίγει το δίσκο, με τη δυναμική ατμόσφαιρά του να δημιουργεί υψηλές προσδοκίες για τη συνέχεια, προσδοκίες που επαληθεύτηκαν. Το funkιζον, Johnny the Fox meets Jimmy the Weed, που είναι το all time αγαπημένο μου, με τα ντραμς του Brian Downey να δένουν απόλυτα με τον ρυθμό είναι από τις Μεγάλες Στιγμές του άλμπουμ. Οι χαρακτήρες που αναφέρονται στα Johnny the Fox και Jimmy the Weed, ήταν αληθινοί από την περιοχή του Μάντσεστερ, όπου η μητέρα του Phil είχε το ξενοδοχείο της. Μέλη συμμορίας κλεφτών κι όχι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέει στους στίχους.
Στη χώρα μας, ακούστηκε πολύ το Don’t Believe a World(No12 UK, No2 Ireland), που η αρχική του δομή ήταν Blues, με τον Robertson να λέει ότι όταν ο Lynott τούς το παρουσίασε, τού είπε ότι ήταν ανοησία. Ο Lynott ενοχλήθηκε με την αντίδραση του και εξαφανίστηκε για λίγες μέρες. Ο Robertson κατάλαβε ότι ήταν σκληρός απέναντι του και μαζί με τον Brian Downey το ξαναδούλεψαν, με τον Downey να επινοεί έναν πιο γρήγορο ρυθμό shuffle και τον Robertson να γράφει το riff. Όταν άκουσε τις αλλαγές ο Lynott, ικανοποιήθηκε αλλά στα Credits έβαλε μόνο το όνομά του, στερώντας από του;ς άλλους 2 τα όποια δικαιώματα. Η αρχική μπλουζ διασκευή ηχογραφήθηκε στη συνέχεια από τους Lynott και Gary Moore στο άλμπουμ του δεύτερου, Back on the Streets(1978), ενώ οι Thin Lizzy το ηχογράφησαν στο Live and Dangerous (1978) και στην deluxe έκδοση του Thunder and Lightning. Στην εποχή του βινύλιου, το Johnny αποδεικνύει την σημαντικότητα επιλογής του τραγουδιού που θα ανοίγει το δίσκο (σ.σ. τακτική που ήταν απόλυτα χρήσιμη στους πωλητές που επισκεπτόντουσαν τα καταστήματα δίσκων και τους δειγματίσουν, βάζοντας στο πικ απ το πρώτο τραγούδι, για να πείσουν τον καταστηματάρχη να τον παραγγείλει).
Θα κλείσω την παρουσίαση των τραγουδιών με τα Borderline (σύνθεση Lynott/Robertson), γραμμένο για μια κοπέλα με την οποία ο Robertson ήταν ερωτευμένος αλλά αυτή τον μισούσε και το Rocky, σύνθεση των Downey, Gorham και Lynott. Και τα 2 πολύ καλά, αλλά απαραίτητο να γράψω ότι ΔΕΝ υπάρχει έστω ένα μέτριο κομμάτι!
ΜΗΤΗΡ ΜΑΘΗΣΕΩΣ
- Σε κάποια ή κάποιο τραγούδι, ντραμς παίζει ο Phil Collins των Genesis αλλά τόσο ο Robertson όσο κι ο Downey δεν θυμούνται σε ποιο! Γι αυτό και το όνομά του αναφέρεται σαν Additional musician χωρίς διευκρινίσεις.
- Το Johnny the Fox είναι το τελευταίο άλμπουμ με τον Brian Robertson, αφού οι κακές σχέσεις του με τον Lynott είχαν κορυφωθεί.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Το οπισθόφυλλο
Το Johnny the Fox διακοσμείται με το καλύτερο εξώφυλλό τους, φιλοτεχνημένο από τον Ιρλανδό καλλιτέχνη Jim Fitzpatrick του οποίου η τεχνοτροπία είναι επηρεασμένη από την κέλτικη αισθητική.
Η γνωριμία των Fitzpatrick και Lynott έγινε μέσω ενός κοινού γνωστού με τον οποίο ο Lynott έπαιζε μπάλα. Το όνομά του είναι Tim Booth και παρ ολίγο να γίνει μέλος των Thin Lizzy την εποχή που ηχογράφησαν το άλμπουμ Vagabonds of the Western World, αλλά το άλλο συγκρότημα που έπαιζε, οι Dr. Starngely Strange υπέγραψαν συμβόλαιο με διοργανική εταιρεία και έτσι έμεινε απλά φίλος με τον Lynott. ο Johnny the Fox δεν ήταν το πρώτο εξώφυλλο που είχε φιλοτεχνήσει ο Firtzpatrick για τους Thin Lizzy. Ο Lynott είχε δει στο δωμάτιο ενός φίλου του, 2 αφίσες που είχε φιλοτεχνήσει και ζήτησε να τον γνωρίσει για να του “ντύσει” το εξώφυλλο του τρίτου άλμπουμ του συγκροτήματος, Vagabonds of the Western World (1973) μια συνεργασία που συνεχίστηκε και στο Jailbreak (1976).
O Lynott έδωσε πλήρη ελευθερία σκέψης και δημιουργίας στον Fitzpatrick που αρχικά είχε σκεφτεί να παρουσιάσει ένα πολεμιστή μπροστά σε μια πόλη που έχει δεχτεί πυρηνική επίθεση, αλλά επειδή η ιδέα θύμιζε super ήρωα της Marvel, απορρίφθηκε.
Στην περίπτωση του Johnny the Fox το μόνο που του δόθηκε ήταν ο τίτλος του άλμπουμ. Ούτε στίχοι, ούτε ένα demo. Η δισκογραφική εταιρεία του έστειλε μια φωτογραφία κεφαλιού νεκρής αλεπούς(!) το οποίο ο Fitzpatrick δούλεψε κρατώντας το κεφάλι και προσθέτοντας το σώμα του Phil Lynott. Αρχικά αυτό προοριζόταν για το εσώφυλλο του δίσκου αλλά τελικά απορρίφθηκε (σ.σ. ευτυχώς!). Τελικά ο Fitzpatrick, αποφάσισε να κρατήσει την εικόνα της αλεπούς στο κέντρο του εξώφυλλου και να κοιτά μια απομακρυσμένη πόλη. Επειδή η ημερομηνία παράδοσης του έργου πλησίαζε επικίνδυνα, ο Fitzpatrick άρχισε να «ντύνει» την αλεπού με κελτικά σχέδια, τα οποία είχε αρχίσει να ζωγραφίζει από την πρώτη ημέρα που του ανέθεσαν το εξώφυλλο. Το όνομα του συγκροτήματος και ο τίτλος είναι έντονα και σε περίοπτη θέση, όπως τα είχε ζητήσει ο Lynott. Αν προσέξτε καλά, ανάμεσα στα κέλτικη σχέδια γύρω από το εξώφυλλο υπάρχουν μουμιοποιημένες αλεπούδες!
Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Jim Fitzpatrick είναι ο σχεδιασμός σε 2 χρωματικούς τόνους της φωτογραφίας του Che Guevara (η φωτογραφία ανήκει στον Alberto Korda).
Εκτός από τα εξώφυλλα Vagabonds of the Western World και Jailbreak, ο Fitzpatrick σχεδίασε το εξώφυλλο της Sinnead O’Connor, Faith and Courage(2000), The Underground Resistance των Darkthrone και το single των Darkness, Christmas Time (Don't Let the Bells End)(2003).
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Ένα χρόνο αργότερα, το 1977 κυκλοφόρησαν το Bad Reputation με τον
Brian Robertson να αναφέρεται ότι παίζει μόνο σε 3 τραγούδια.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
22/5/26
Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ JOHNNY THE FOX
Το Johnny The Fox είναι το πρώτο από τα τρία αγαπημένα μου studio άλμπουμ των προσωπικών μου ηρώων, Thin Lizzy. Δεν είναι το πιο εμπορικό, ούτε το πιο τεχνικά άψογο. Είναι όμως αυτό που μου μιλάει πιο άμεσα, πιο προσωπικά. Ηχογραφημένο τον Αύγουστο του 1976, μέσα σε κλίμα έντασης μεταξύ του νεαρού Brian Robertson και του Phil Lynott, το άλμπουμ καταφέρνει να μετατρέψει αυτή την ένταση σε καθαρή ενέργεια. Από το διπλό χτύπημα Johnny και Rocky, το γλυκόπικρα αιχμηρό Don’t Believe A Word, τα νοσταλγικά Bordeline, Old Flame και Sweet Marie, μέχρι το σκοτεινό έπος Massacre και το groovy Johnny The Fox Meets Jimmy The Weed, ο δίσκος έχει μια ζωντάνια και μια αυθεντικότητα που λίγα άλμπουμ της εποχής διαθέτουν. Εδώ ο Lynott είναι στο απόγειο της αφηγηματικής του δεινότητας: Κέλτικη μυθολογία, δρόμος, έρωτας, προδοσία και αυτοκαταστροφή μπλέκονται με τον χαρακτηριστικό του λυρισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι χρόνια αργότερα οι Iron Maiden διάλεξαν να διασκευάσουν το Massacre. Το τραγούδι αυτό από μόνο του μιλάει για την ωμότητα και την ομορφιά που μπορεί να έχει η μουσική των Thin Lizzy. Για μένα, το Johnny The Fox είναι το άλμπουμ όπου η μπάντα βρήκε την ισορροπία της. Αρκετά σκληρό αλλά και αρκετά μελωδικό, και, φυσικά, αρκετά προσωπικό για να μένει μέσα σου. Για εμένα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένας δίσκος με ένα εκπληκτικό
εξώφυλλο. Είναι η στιγμή που οι Thin Lizzy έγιναν, για τα καλά, η δική μου μπάντα.

Δημοσίευση σχολίου