Τα τέλη των ‘80s και οι αρχές των ‘90s υπήρξαν κομβική περίοδος για όλους τους καλλιτέχνες του κλασικού metal ήχου καθώς κλήθηκαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Στο μουσικό προσκήνιο κυριαρχούσε το glam metal, ενώ και το thrash βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Λίγο αργότερα βέβαια η επέλαση του grunge θα σάρωνε τα πάντα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κάποιοι θα καταφέρουν να επιβιώσουν με εμφατικό τρόπο (λχ Ozzy), ενώ άλλοι θα προσπαθήσουν να επανασυστήσουν τον εαυτό τους – όχι συνήθως με επιτυχία.
Οι Dio, το προσωπικό σχήμα του Μεγαλειώτατου Ronnie James Dio, υπήρξε ένας από τους απόλυτους εκφραστές του κλασικού heavy metal της δεκαετίας του ΄80 έχοντας κυκλοφορήσει άλμπουμ - σταθμούς όπως τα Holy Diver και The Last in Line. Μέσα στο δύσκολο περιβάλλον που προαναφέραμε ο Ronnie θα κυκλοφορήσει το 1990 το Lock Up The Wolves.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η εσωτερικές εντάσεις οδήγησαν σε αποχώρηση από το σχήμα όλων των μελών του γκρουπ οδηγώντας τον Ronnie στην απόφαση να ανανεώσει δραστικά το συγκρότημα. Κιθαρίστας ανέλαβε ο μόλις 17 ετών Rowan Robertson προκαλώντας έκπληξη σε όλους. Πίσω από τα πλήκτρα βρέθηκε ο Jens Johansson, γνωστός από τη συνεργασία του με τους Yngwie Malmsteen και Stratovarius, ενώ το μπάσο και τα ντραμς ανέλαβαν αντίστοιχα οι Teddy Cook και Simon Wright. Η νέα αυτή σύνθεση έφερε έναν αέρα φρεσκάδας, τεχνικής αρτιότητας και νεανικής ενέργειας. Η χημεία της νέας σύνθεσης είναι εμφανής, αν και είναι φυσικό να μην υπάρχει το δέσιμο μιας μπάντας με πολυετή κοινή πορεία.
Συνθετικά το Lock Up the Wolves είναι πιο «πολύπλοκο» από τα προηγούμενα άλμπουμ του Dio. Πολλές συνθέσεις ξεπερνούν τα έξι λεπτά σε διάρκεια, με πολυεπίπεδη δομή και εναλλαγές στο ρυθμό. Η επιλογή αυτή δίνει χώρο για ανάπτυξη θεμάτων, αλλά ενίοτε οδηγεί σε επαναλήψεις.
Στιχουργικά, ο Dio θα πραγματευτεί περισσότερο κοινωνικά – ψυχολογικά ζητήματα, απομακρυνόμενος από τις φανταστικές, ιπποτικές ιστορίες του ένδοξου παρελθόντος. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ομώνυμο Lock Up The Wolves. Με διάρκεια που ξεπερνά τα 8 λεπτά από την μελαγχολική εισαγωγή οδηγούμαστε στην επική κορύφωση. Οι «λύκοι» εδώ λειτουργούν ως μεταφορά: για τους φόβους, τα πάθη, τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Αυτή τη φορά ο Μεγαλειότατος αντί για εξωτερικούς δαίμονες, κοιτάζει προς τα μέσα. Παράλληλα, κομμάτια όπως το Walk on Water διατηρούν τη μεταφορική, σχεδόν βιβλική διάσταση που χαρακτήριζε πάντα τη γραφή του. Η ισορροπία ανάμεσα στο συμβολικό και στο άμεσο είναι λεπτή, αλλά ο Dio τα καταφέρνει με άνεση.
Από τις πρώτες νότες του Wild One, γίνεται σαφές ότι ο ήχος είναι πιο βαρύς και σύγχρονος σε σχέση με τα ’80s άλμπουμ του Dio. Οι κιθάρες του Robertson είναι πιο heavy, λιγότερο νεοκλασικές και περισσότερο προσανατολισμένες σε groove και δυναμική ένταση. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον Vivian Campbell ή τον Craig Goldy· χτίζει τη δική του ταυτότητα, βασισμένη σε riffs με βάθος.
Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω για τα Born On The Sun και My Eyes, τα κατά την γνώμη μου δύο καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ όπου ο Dio αποδεικνύει εμφατικά ότι η μαγεία δεν έχει χαθεί. Το Born On The Sun με τον αργό, επιβλητικό του ρυθμό θυμίζει έντονα Black Sabbath. Το riff του Robertson σκοτώνει, ενώ η ερμηνεία του Dio είναι μαγική – ειδικά στο ρεφρέν.
Το My Eyes είναι ένα από τα πιο συγκινητικά και προσωπικά τραγούδια που έγραψε ποτέ ο Dio. Αποχαιρετισμός, ανασκόπηση, αυτογνωσία — όλα συμπυκνώνονται σε αυτό το έπος. Οι στίχοι του δανείζονται τίτλους συνθέσεων του από το παρελθόν αποτελώντας μια ανασκόπηση της πορείας του. Η υπέροχη μελωδία συνυπάρχει με την μελαγχολική ερμηνεία του Dio καθώς περιγράφεται ένας κύκλος που κλείνει στην τεράστια μουσική του πορεία. Ο στίχος «My eyes can see, but my heart is blind…» αποτελεί τον επίλογο όχι τόσο του άλμπουμ, αλλά της περιόδου που προηγήθηκε.
Η παραγωγή είναι καθαρή αλλά όχι γυαλιστερή. Αποφεύγει την υπερβολική λάμψη της glam αισθητικής και προσεγγίζει έναν πιο «σκληρό» τόνο, που προμηνύει τη βαρύτερη κατεύθυνση που θα ακολουθήσει ο Dio στα επόμενα χρόνια, κυρίως στο Dehumanizer με τους Black Sabbath (1992) και το Strange Highways (1993).
Τα πλήκτρα του Johansson λειτουργούν διακριτικά, εισφέροντας σε ατμόσφαιρα χωρίς να κυριαρχούν. Αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης σε σχέση με το παρελθόν. Στο Lock Up The Wolves η έμφαση βρίσκεται στη δομή των τραγουδιών και στην αφηγηματική ένταση.
Το 1990, όμως, το όνομα του Dio έφερε βαρύ ιστορικό αποτύπωμα: τη θητεία του στους Rainbow του Ritchie Blackmore, καθώς και τη θρυλική του περίοδο στους Black Sabbath. Ο πήχης ήταν εξαιρετικά ψηλά. Το κοινό περίμενε ένα ακόμη έπος φαντασίας, γεμάτο δράκους, ιππότες και μεταφυσικές αλληγορίες. Το Lock Up The Wolves προσέφερε κάτι πιο γήινο, πιο σκληρό και πιο ώριμο.
Για την φωνή του Ronnie James Dio δεν χρειάζεται να πούμε πολλά! Η ερμηνεία του στο άλμπουμ αποπνέει δύναμη, αλλά και ωριμότητα. Δεν βασίζεται μόνο στις υψηλές νότες – αν και αυτές δεν λείπουν – αλλά κυριότατα στη δραματική απόδοση των στίχων.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Τρεισήμισι δεκαετίες από την κυκλοφορία του Lock Up The Wolves μπορούμε να κάνουμε μια ψύχραιμη αποτίμηση του άλμπουμ δικαιολογώντας εν μέρει και την εμπορική του αποτυχία.
Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι η αίσθηση ανανέωσης. Ο Dio δεν επαναπαύεται στη φόρμουλα που τον καθιέρωσε. Αντίθετα, ρισκάρει δίνοντας χώρο σε έναν άπειρο αλλά ταλαντούχο κιθαρίστα και πειραματίζεται με έναν ήχο μακριά από τα συνηθισμένα. Ας μην ξεχνάμε ότι ένα καλό άλμπουμ όπως το Lock Up The Wolves θα υστερεί πάντα στην σύγκριση με τα άλμπουμ του ένδοξου παρελθόντος. Εξάλλου το Lock Up The Wolves δυστυχώς δεν ανέδειξε ένα ξεκάθαρο «χιτ» επιπέδου Holy Diver ή Rainbow In The Dark. Παρότι περιέχει εξαιρετικές στιγμές, κανένα από τα κομμάτια δεν απέκτησε την εμβληματική διάσταση παλαιότερων επιτυχιών γεγονός που επηρέασε επίσης και την εμπορική του πορεία.
Πλέον το άλμπουμ θεωρείται ως η μετάβαση από τις κλασικές ’80s δουλειές στην σκοτεινότερη περίοδο των αρχών των ’90s. Αν το Holy Diver ήταν η εκρηκτική γέννηση και το Dream Evil η επιβεβαίωση της επιτυχίας, το Lock Up The Wolves είναι η ενηλικίωση.
Αποτελεί επίσης απόδειξη της καλλιτεχνικής ακεραιότητας του Ronnie James Dio, ο οποίος αρνήθηκε να ακολουθήσει την πεπατημένη αλλά και δεν ακολούθησε τυφλά τις μουσικές τάσεις της εποχής. Το Lock Up The Wolves δεν είναι το καλύτερο άλμπουμ του Dio. Αντικατοπτρίζει όμως έναν καλλιτέχνη που, αντί να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, επιλέγει να εξελιχθεί.
Για τον ακροατή που αναζητά μόνο τα κλασικά metal anthems, ίσως να φανεί λιγότερο εντυπωσιακό. Για εκείνον όμως που θέλει να ανακαλύψει τις πιο ώριμες και εσωτερικές πτυχές του Ronnie James Dio, αποτελεί αναγκαίο σταθμό.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΓΚΡΑΝΗΣ
18/3/26



Δημοσίευση σχολίου