W.A.S.P. – THE LAST COMMAND (1985) ΘΕΜΕΛΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ

Ήδη από την κυκλοφορία του πρώτου, ομώνυμου άλμπουμ τους το 1984, οι W.A.S.P. είχαν δημιουργήσει μεγάλο ντόρο γύρω από το όνομά τους, γεγονός που οφείλεται τόσο στο ακραίο και προκλητικό – για την εποχή -  shock rock image τους, όσο και στο στιχουργικό περιεχόμενο των κομματιών τους το οποίο, μεταξύ άλλων, είχε άμεσες και έμμεσες προκλητικές σεξουαλικές αναφορές. Ιδιαίτερη ώθηση στη φήμη τους έδωσε και το πασίγνωστο πλέον τραγούδι Animal (Fuck like a Beast), το οποίο κυκλοφόρησε ως ξεχωριστό single και μάλιστα εκτός ΗΠΑ, αφού θεωρήθηκε ιδιαίτερα ακραίο για τότε δεδομένα της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας για να περιληφθεί στο ντεμπούτο τους, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο.
    Όλα τα παραπάνω έκαναν τους W.A.S.P. πασίγνωστους από τα πρώτα τους βήματα και περιζήτητους για ζωντανές εμφανίσεις γεγονός που τους έδωσε την ευκαιρία να περιοδεύσουν μαζί με μεγάλα ονόματα του χώρου και αυξήσουν περαιτέρω την δυναμική τους.
Όλη αυτή η γρήγορη αναγνώριση που κέρδισαν έπρεπε όχι μόνο να διατηρηθεί αλλά και να ενισχυθεί περαιτέρω. Γι’ αυτό, η άμεση κυκλοφορία ενός δεύτερου δίσκου ήταν επιτακτική. 
    Έτσι, ένα χρόνο μετά το ντεμπούτο τους, τον Οκτώβριο του 1985, επανέρχονται με το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο The Last Command. Το συγκρότημα, έχοντας ανεβασμένη αυτοπεποίθηση από την επιτυχία του πρώτου άλμπουμ τους και βλέποντας αρκετά συγκροτήματα παρόμοιου ύφους να εκτοξεύουν την καριέρα τους εκμεταλλευόμενα ένα δυνατό hit-single, έκρινε ότι θα ήταν συνετό να συνεργαστούν με κάποιον παραγωγό που θα μπορούσε να τους βοηθήσει να γράψουν έναν δυνατό δίσκο και έτσι επέλεξαν τον Spencer Proffer, ο οποίος ήταν ο παραγωγός του υπερεπιτυχημένου άλμπουμ των Quiet Riot, Metal Health, που έγινε έξι φορές πλατινένιο και περιλάμβανε τα κλασικά, πλέον, κομμάτια Cum on feel the Noise και Metal Health.
    Το The Last Command, βέβαια, δεν είχε την τύχη του Metal Health, καθώς υπήρχαν οι περιορισμοί του προκλητικού image και των στίχων, αλλά σίγουρα αποτέλεσε μια πρόοδο για την μπάντα αφού τους έδωσε ακόμα περισσότερη προβολή αλλά έκανε και αρκετά καλές πωλήσεις. Όσον αφορά τη μουσική του, ο Proffer «γυάλισε» λιγάκι τον ήχο τους σε σχέση με τον πρώτο δίσκο κάνοντάς το πιο «προσβάσιμο» στο ευρύ κοινό, χωρίς όμως να ξεπερνά τα όρια. Τόνισε λίγο παραπάνω το μπάσο και τις κιθάρες και με τη χρήση δεύτερων φωνητικών στα ρεφραίν έδωσε μια πιο εμπορική και πιασάρικη χροιά στα κομμάτια, έτσι ώστε να μπορούν να παιχτούν πιο άνετα στο ραδιόφωνο αλλά και να δημιουργούν την απαραίτητη πώρωση στο κοινό κατά τη διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων.


    Γενικά, σε ολόκληρο το δίσκο ακολουθείται μια «ασφαλής» δομή στα κομμάτια, τα οποία ακολουθούν το χαρακτηριστικό μοτίβο «στροφή – πιασάρικο ρεφραίν, σόλο, γέφυρα», χωρίς να υπάρχουν μουσικές εκπλήξεις ή πειραματισμοί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το The Last Command να ακούγεται σαν το λιγάκι πιο «ήρεμο», πιο συνειδητοποιημένο και πιο ώριμο «αδερφάκι» του ντεμπούτου, χωρίς αυτό να σημαίνει κάποια έκπτωση στην ποιότητα των κομματιών, από τα οποία, όλα σχεδόν είναι άψογα.
    Από τα τραγούδια του δίσκου, προσωπικό αγαπημένο αλλά ίσως και κορυφαίο όλων, είναι το Blind in Texas, που αποτέλεσε και πρώτο single του The Last Command. Το πιο rock, χαβαλετζίδικο και πωρωτικό κομμάτι απ’ όλα, αφιερωμένο σε τρελές βραδιές πιώματος στον αμερικανικό νότο και συγκεκριμένα στο «ηρωικό» Τέξας. Σε παρόμοιο ξεσηκωτικό στυλ ακολουθούν τo Fistful of Diamonds, κομματάρα για την ηδονή του χρήματος, το Ballcrusher, μια ιδιαίτερα προκλητική σύνθεση για μια λεσβία voodoo queen (lesbo nymphomaniac, she’s got a girlfriend that is seventeen, σύμφωνα με τους στίχους), το ομώνυμο, Τhe Last Command, με ωραίο ρεφρέν, το Running Wild in the Streets, με την συμμετοχή στα δεύτερα φωνητικά των Carlos Cavazo και Chuck Wright από τους Quiet Riot και το ιδιαίτερα δυνατό, Sex Drive, που όμως είναι σχετικά παραγνωρισμένο ως τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ.
    Σε άλλους, πιο μέτριους τόνους, κινούνται το Wild Child που ανοίγει τον δίσκο, δεύτερο single και από τα πιο γνωστά κομμάτια των W.A.S.P, με εξασφαλισμένη θέση σε κάθε setlist τους, το ατμοσφαιρικό Widowmaker, με ύφος που προσεγγίζει το Sleeping in the fire του ντεμπούτου και το μπαλαντοειδές, αλλά όχι και κάτι το ιδιαίτερο, Cries in the Night. Τέλος , υπάρχει και το Jack Action, ένα τραγούδι εκδίκησης, που όμως το θεωρώ ως το μόνο μέτριο του άλμπουμ.


Η REMASTERED ΕΚΔΟΣΗ  

  Να σημειωθεί ότι στη Remastered κυκλοφορία του δίσκου το 1997, περιλαμβάνονται και το κομμάτι Mississippi Queen, πολύ καλή διασκευή στους Mountain και B-side του single Wild Child, και το Savage, Β-side του single Blind in Texas, ένα πολύ δυνατό και πωρωτικό τραγούδι που θα του άξιζε να περιλαμβάνεται στο κανονικό άλμπουμ. Η συγκεκριμένη έκδοση περιλαμβάνει επίσης και 4 live τραγούδια του πρώτου άλμπουμ όπως και το Animal (Fuck like a Beast) σε ζωντανή εκτέλεση.
    Το The Last Command, όπως αναφέρθηκε και πριν, έκανε πολύ καλές πωλήσεις για το είδος και ύφος του και έφτασε να πουλήσει συνολικά πάνω από 1.000.000 κομμάτια, από τα οποία τα μισά στις ΗΠΑ όπου έγινε χρυσό και έφτασε μέχρι τη θέση 49 του Billboard. Αν και δεν έδωσε κάτι καινούργιο και πάτησε στα ασφαλή βήματα του ντεμπούτου, με την ποιότητα των κομματιών του κράτησε τους W.A.S.P. στην επικαιρότητα, θεμελίωσε την παρουσία τους στον χώρο του Heavy Metal και τους κατέταξε δίκαια στην κατηγορία των πιο ιδιαίτερων σχημάτων του είδους.









ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

17/9/25

 

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου