JUDAS PRIEST – PAINKILLER(1990): ΕΝΑΣ ΜΕΤΑΛΛΙΚΟΣ ΥΠΕΡΗΡΩΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (ΚΑΙ ΤΟ METAL)

Λίγα άλμπουμ έχουν προκαλέσει τόση αίσθηση στο σύμπαν του heavy metal, όσο το Painkiller, υπ’ αριθμό 12 άλμπουμ των Judas Priest.
Δεν θα ήταν τελείως αναπάντεχο, βέβαια, να περιμένουμε κάτι τέτοιο από το συγκεκριμένο συγκρότημα. Οι Priest είναι ένα από τα σχήματα που πάντα άνοιγαν τον δρόμο για τους υπόλοιπους με σχεδόν κάθε νέα δουλειά τους. Αν και στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, κάτι τέτοιο δεν φαινόταν να ισχύει και πολύ.
Με την κυκλοφορία του Turbo το 1986, το συγκρότημα εναρμονίστηκε με τις απαιτήσεις της εποχής για εντυπωσιακές κομμώσεις, πιο γυαλισμένη εικόνα και … πλήκτρα. Η περιοδεία Fuel for Life που ακολούθησε ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη και αν δεν έπαιζε το φιάσκο με την ταινία Top Gun, όπου αρνήθηκαν να δώσουν το Reckless για το soundtrack της ταινίας, χάνοντας την ευκαιρία να ταιριάξουν το Reckless με μια blockbuster ταινία, η οποία θα μπορούσε να είχε ενισχύσει την εμπορική απόδοση του Turbo και να διευρύνει το κοινό τους! Το συγκρότημα αρνήθηκε, απερίσκεπτα, να δώσει το τραγούδι, αφενός επειδή πίστευαν ότι η ταινία δεν θα είχε επιτυχία και αφετέρου επειδή η συμπερίληψη του τραγουδιού στο soundtrack θα σήμαινε την εξαίρεσή του από το Turbo. Επιλέγοντας να μην δώσουν κάτι στο Top Gun, οι Judas Priest Το soundtrack του Top Gun, έγινε μια πολυπλατινένια επιτυχία, ενώ και οι ίδιοι αναγνώρισαν εκ των υστέρων το λάθος τους.
Μία άλλη παράμετρος ήταν η ματαίωση της κυκλοφορίας ενός υποθετικού διπλού άλμπουμ με τίτλο Twin Turbos μετά το Defenders of the Faith (1984). Η ιδέα ήταν το μισό να περιλαμβάνει εμπορικά, ραδιοφωνικά κομμάτια και το άλλο μισό να παρουσιάζει βαρύτερα, πιο heavy τραγούδια. Ωστόσο, η δισκογραφική τους εταιρεία, CBS Records, απέρριψε την ιδέα του διπλού άλμπουμ, κυρίως λόγω του προβλεπόμενου κόστους. Ως αποτέλεσμα, το υλικό χωρίστηκε σε δύο ξεχωριστά άλμπουμ: το πιο εμπορικό Turbo (1986) και το βαρύτερο Ram It Down (1988). Όλη αυτή η παρέμβαση, αποσυντόνισε τους Priest ως προς την μουσική τους κατεύθυνση, με το “Turbo” να καταγράφει εμπορική επιυχία, παρά την αποξένωση λόγω εμπορικότητας που έφερε σε μερίδα των fans, ενώ από πολλούς, το Ram It Down θεωρήθηκε ως μερική επιστροφή στο καθαρό metal, αλλά επικρίθηκε τόσο επειδή έμοιαζε με μια συλλογή απομειναριών από προηγούμενα sessions όσο και για τη χρήση drum machines, η οποία δεν έκατσε πολύ καλά και με τον ντράμερ τους, Dave Holland. Τον Οκτώβριο του 1988, μετά το τέλος της περιοδείας του Ram it down, ο μακροβιότερος, έως τότε, ντράμερ του συγκροτήματος, αποχώρησε, με την αιτιολογία κούραση από τις συνεχόμενες περιοδείες και οικογενειακά προβλήματα. 20 χρόνια αργότερα, ο πρώην ντράμερ των ιστορικών Trapeze και των Judas Priest πέθανε, αφού εξέτισε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών, μεταξύ 2004-2012, λόγω καταδίκης σε μία υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, παρ’ όλο που το αρνήθηκε σθεναρά και συνέχισε να το αρνείται μέχρι το τέλος της ζωής του.
Οι Priest βρέθηκαν στο κατώφλι της νέας δεκαετίας λειψοί και σίγουρα υπήρχε ανάγκη για αλλαγή και επαναπροσδιορισμό πορείας. Και αρχικά η αλλαγή ήρθε στο πρόσωπο του καταιγιστικού Αμερικανού ντράμερ Scott Travis.

«Οι Priest έπαιζαν στο Hampton της Virginia, στην περιοδεία του Screaming For Vengeance. Πήγα να τους δω και όπως συνηθίζεται με πολλούς fans μέχρι και σήμερα, τους αναζήτησα στην πόλη, οπότε και εντόπισα τον (κιθαρίστα) Glenn Tipton στο μπαρ του ξενοδοχείου δίπλα στον χώρο της συναυλίας, όπου μιλούσε με την σερβιτόρα. Κάθισα δίπλα του και του ζήτησα ένα αυτόγραφο. Γενικά δεν ζητάω αυτόγραφα, αλλά ήταν ένας τρόπος για να σπάσω τον πάγο. Και είχα μαζί μου φωτογραφίες από τα ντραμς μου. Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε πόσο γραφική ήταν η φάση. Δεν είχα καν κάποια κασέτα, είχα μόνο τις φωτογραφίες και πίστευα πως έπρεπε να παίζω στους Priest. Για αυτό και τον ρώτησα αν του άρεσε να παίζει με τον Dave Holland. (O Tipton) Είπε πως είναι μια χαρά».
Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ SCOTT TRAVIS

Μετά από εκείνη την … υπεραισιόδοξη προσέγγιση του Travis, όπου ουσιαστικά περίμενε από τον Tipton να του πει πως δεν είναι ευχαριστημένοι με τον Holland και να κάνει ένα δοκιμαστικό αν θέλει, ο νεαρός μουσικός πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μέσα σε λίγα χρόνια μετακόμισε στο Los Angeles και έγινε μέλος των τεχνικότατων speed metallers Racer-X, μέλος των οποίων ήταν και ο shredder Paul Gilbert. Το 1989, ο τραγουδιστής τους Jeff Martin πρότεινε τον Travis στον Rob Halford. Και τον Νοέμβριο της αυτής χρονιάς πήγε για οντισιόν στην Ισπανία, καλά προετοιμασμένος αυτή την φορά, έχοντας στο ρεπερτόριο του πολλά τραγούδια των Priest, κάποια απροσδόκητα και για το ίδιο το συγκρότημα, όπως τα Exciter και Tyrant. Του δόθηκαν κάποια κλασικά τραγούδια από την μπάντα, όπως το Green Manalishi, You’ve Got Another Thing Coming και The Ripper. Μαζί, έλαβε και μία κασέτα με νέο υλικό από το επερχόμενο τους άλμπουμ, που είχαν επιμεληθεί κυρίως ο κιθαρίστας K.K. Downing και ο μπασίστας Ian Hill, με την βοήθεια drum machine. Ουσιαστικά, αναλάμβανε την θέση πίσω από τα τύμπανα και του πρότειναν να ακούσει το υλικό, να πάρει τον χρόνο του και αφού επιστρέψει να δουλέψουν πάνω σε αυτό.
Το άλλο πρόσωπο που θα άλλαζε δια παντός τον ήχο τους ήταν ο Ελληνοκύπριος στην καταγωγή, Chris Tsangarides, που πήρε την θέση του επί δεκαετίας παραγωγού τους, Tom Allom. Ο Tsangarides, που είχε συνεργαστεί πρώτη φορά με τους Priest στο θρυλικό τους άλμπουμ, Sad Wings of Destiny (1976), είχε δουλέψει με καλλιτέχνες όπως ο Gary Moore, οι Tygers of Pan Tang, οι Thin Lizzy, οι Anvil, οι Black Sabbath, οι Anthem και ο King Diamond. Όντας καταξιωμένος στα τέλη των 80s, δεν προσεγγίστηκε από τους Priest λόγω των πιο γνωστών παραγωγών του, αλλά εξαιτίας κάποιων … Slave Raider! Οι Priest εντυπωσιάστηκαν από τον ήχο του μπάσου σε ένα βιντεοκλίπ των Slave Raider στο MTV, και ψάχνοντας και ρωτώντας διαπίστωσαν πως ήταν «ο δικός τους Chris»!
Με νέα άτομα στο προσκήνιο, οι Priest έστησαν το αρχηγείο τους στο στούντιο Miraval, στην Νίκαια της Γαλλίας, με σχεδόν έτοιμες κιθάρες, μπάσο και ντραμς. Εκτός από τον νέο ντράμερ και νέο παραγωγό, οι Priest ζήτησαν και τις υπηρεσίες του βετεράνου πληκτρά Don Airey, που συνεισέφερε όχι μόνο στον δικό του τομέα αλλά και αντικαθιστώντας τον μπασίστα Ian Hill στις στούντιο ηχογραφήσεις, λόγω ασθένειας του τελευταίου. «Όλα τα μέρη του μπάσου είναι από εμένα στο (synthesizer) Minimoog … ο Ian δεν ήταν πολύ καλά εκείνο τον καιρό και για αυτό απουσίαζε από το στούντιο. Έτσι, κατέληξα να παίξω εγώ όλο το μπάσο και αποφάσισαν να το κρατήσουν», δήλωσε ο πολυπράγμων νυν πληκτράς των Deep Purple. Τελικά, οι πολύ προφανείς του συνεισφορές στα πλήκτρα θα ήταν στο βασανιστικά στοιχειωτικό Touch of Evil και στο ατμοσφαιρικό ορχηστρικό Battle Hymn. Ίσως φοβούμενοι μην δημιουργήσουν θέμα με την απουσία του Hill, οι Priest δεν ανέφεραν τον Airey στα credits, αλλά, τουλάχιστον, τον πλήρωσαν.

Καθώς ο Tsangarides με τον μηχανικό ήχου Patrick Roullion έστηναν τα μικρόφωνα στο στούντιο, ο Travis άρχισε να σκαρφίζεται διάφορα στα ντραμς του, λίγο παιχνίδι, λίγο εξάσκηση, λίγο απ’ όλα. Ήξερε ότι για το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ, Painkiller, η μπάντα ήταν διατεθειμένη να πάρει κεφάλια, με την ταχύτητα στα κόκκινα. Κάπως έτσι, από ένα απλό ζέσταμα και μια πρωτογενή ιδέα, ξεκίνησε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες drum εισαγωγές στην ιστορία του metal, μία δήλωση παρουσίας του νεαρού ντράμερ που μέχρι και σήμερα ξεσηκώνει τον κόσμο όπου και να παίξουν οι Priest.
Αφού ολοκλήρωσαν τον βασικό κορμό της δουλειάς τους, η συνέχεια βρήκε τους Priest στα Wisseloord Studios, στο Hilversum της Ολλανδίας, όπου ο μηχανικός ήχου Attie Bauw βοήθησε να ηχογραφηθούν τα φωνητικά, τα κιθαριστικά σόλο και οι προσθήκες των special effects. Ο Bauw δούλεψε για πρώτη φορά σε metal άλμπουμ αλλά όχι και τελευταία, αφού συντρόφευσε τον Halford στους Fight και στο προσωπικό του σχήμα, τους Halford, ενώ με το συγκρότημα επανασυνδέθηκε στο διπλό άλμπουμ Nostradamus(2008). O μηχανικός εντυπωσιάστηκε από την εργασιακή στοχοπροσήλωση του συγκροτήματος, οι οποίοι ήταν επικεντρωμένοι στην δουλειά τους 100%, υπό την στιβαρή καθοδήγηση του Chris Tsangarides. Όσο για τα φωνητικά, δήλωσε σε συνέντευξη του πως ο Rob Halford τραγουδούσε πάντα μασώντας τσίχλα, καθώς και ότι κατέστρεψε κάποια μικρόφωνα κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων! Γενικά, θυμάται πως ήταν μία αρκετά ομαδική δουλειά, με τον Glenn Tipton, πάντως, να είναι ο «πρώτος μεταξύ ίσων».
Chris Tsagarides

Και ενώ όλα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, μία απρόβλεπτη εξέλιξη έφερε τα πάνω-κάτω. Καθώς το άλμπουμ βρισκόταν στο στάδιο του τελικού μιξαρίσματος, τον Μάρτιο του 1990, έσκασε μία εξωφρενική μήνυση από τους γονείς δύο Αμερικανών εφήβων που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν (με τον ένα εξ’ αυτών να το πετυχαίνει), με την κατηγορία ότι ήταν ένα τραγούδι– των Judas Priest, και συγκεκριμένα το Better By You, Better Than Me (μία διασκευή στους Spooky Tooth, από το Stained Class του 1978), που τους ώθησε σε απόπειρες αυτοκτονίας, τον Δεκέμβριου του 1985 στο Reno της Νεβάδα.
Συγκλονισμένοι και εμφανώς αναστατωμένοι, οι Priest μετέβησαν στο Reno για να δικαστούν, σε μία τραγελαφική δίκη που διήρκησε τρεις εβδομάδες και αρχικά έπαιξε πολύ στα δελτία του CNN, μέχρι που … ξέσπασε ο πόλεμος στο Κουβέιτ τον Αύγουστο του 1990 – ο πρώτος πόλεμος των ΗΠΑ μετά το Βιετνάμ - και έκλεψε τα φώτα της δημοσιότητας. Για την ιστορία, πέρα από τις μεγάλες στιγμές στο δικαστήριο, όπου στήθηκε ολόκληρο … στούντιο, προκειμένου να πεισθούν οι ένορκοι από τους ενάγοντες ότι ο Halford έδινε την εντολή “do it” σε ανάποδο μήνυμα, το συγκρότημα αθωώθηκε. 
Αφήνοντας πίσω τους και αυτό τον ύφαλο, οι Judas Priest εξαπέλυσαν το μεταλλικό θηρίο του Painkiller σε ένα ανυποψίαστο κοινό, την 17 Σεπτέμβρη 1990. Δεν ήταν μόνο το φοβερό εξώφυλλο του μεγάλου Mark Wilkinson που κέντρισε το ενδιαφέρον των fans, αλλά κυρίως ο νέος ήχος που λάνσαρε το συγκρότημα, σε μία περίοδο που το metal άλλαζε σελίδα, με ταχύτητα, σκληρότητα και επιθετικότητα. Είναι απλά εντυπωσιακό πως οι Priest μετουσίωσαν τα ακούσματα της εποχής μέσα από το δικό τους καλλιτεχνικό φίλτρο, προσφέροντας μας ένα άλμπουμ που έσπαγε τα πάντα στο άκουσμα του και δείχνοντας πως ένα πραγματικά μεγάλο συγκρότημα μπορεί να προσαρμόζεται στις σύγχρονές του απαιτήσεις, παίζοντας υποδειγματικό, ατόφιο heavy/speed metal και, ταυτόχρονα, ανοίγοντας ένα τεράστιο μονοπάτι όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για πολλούς άλλους.
Το εναρκτήριο, ομώνυμο τραγούδι που ξεκινάει με την μυθική, πλέον, εισαγωγή του Scott Travis στα ντραμς, αποτελεί την πρώτη έκρηξη σε ένα κλασικό, όπως εξελίχθηκε, metal άλμπουμ. Ουσιαστικά, είναι το τραγούδι που επανασυστήνει τους Priest στο ακροατήριο των 90s, με απαράμιλλη ενέργεια και με το αφήγημα αυτού του υπερήρωα ονόματι “Painkiller” που έρχεται να σώσει τον κόσμο καβαλώντας πάνω στην φτερωτή, φονική του μοτοσυκλέτα, αντικατοπτρίζοντας την αναγέννηση των Priest. Halford, Tipton και Travis κλέβουν την παράσταση αναγγέλλοντας έναν ύμνο που δίκαια ξανάφερε το συγκρότημα στην φυσική τους θέση, που είναι η κορυφή, και διαμορφώνοντας το υπόδειγμα για τις γενιές μεταλλάδων που θα ακολουθούσαν. Το Painkiller αποτέλεσε το πρώτο single του άλμπουμ, που βγήκε πριν την κυκλοφορία του δίσκου, και έφτασε μέχρι το Nο74 των βρετανικών charts.
Χωρίς να χαθεί η ορμητικότητα, έρχεται το Hell Patrol, το οποίο, αν και λίγο πιο αργό σε ταχύτητα, εξακολουθεί να μας σφυροκοπάει αδιάκοπα. O Halford, με την απόλυτα ελεγχόμενη και άνετη ερμηνεία του, ζωγραφίζει εικόνες πιλότων που μάχονται με δαιμονικά όντα από την Κόλαση, ενώ ο Travis με το ασταμάτητο παίξιμο του προσφέρει στους Tipton και Downing την ιδανική πλατφόρμα προκειμένου να ξεδιπλώσουν τα κοφτερά τους riff. 

Η επίθεση είναι συνεχής, καθώς στο εμφατικό All Guns Blazing που ακολουθεί, να ξεκινάει με τις χαρακτηριστικές στριγκλιές του Rob. Όπως και με ένα πραγματικό οπλοπολυβόλο, η ταχύτητα συνδυάζεται ιδανικά με το επαναλαμβανόμενο ρεφραίν, διανθιζόμενο με τα αντικριστά κιθαριστικά σόλο των Tipton και Downing, σε ένα τραγούδι που το λες και ξέσπασμα, και προφανώς εντυπωσίασε αρκετά και τους Σουηδούς Power metallers Sabaton, που το διασκεύασαν στο άλμπουμ τους “he Last Stand (2016). 
Λίγο πριν κλείσει η πρώτη πλευρά του δίσκου έρχεται το “Leather Rebel” με γρήγορο riff και ρυθμό, όπου φαίνεται πως πλέον η μπάντα είναι ασυγκράτητη, σε ένα εγκωμιαστικό για τους heavy metal fans τραγούδι. Τέλος, το “Metal Meltdown”, με φρενήρη φόρα, αποτελεί τον επίλογο σε μία μεγαλειώδη πρώτη πλευρά, με riff που παραπέμπουν σε thrash, αλληλοκαλυπτόμενα, επιθετικά σόλο, για να καταδείξει, με έναν ξέφρενο Halford να τραγουδάει στο … ταβάνι των ανθρωπίνων δυνατοτήτων, την φρίκη του πυρηνικού ολοκαυτώματος. Σίγουρα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του άλμπουμ.
Το εξώφυλλο του single

Με creepy ατμόσφαιρα και αίσθηση που μόνο θρίλερ μπορεί να αποδώσει, η δεύτερη πλευρά ξεκινάει με το Night Crawler. Εδώ μπαίνουμε στο μυαλό ενός θηρευτή που τρομοκρατεί μία πόλη, θεματικά κοντά στο Sentinel, αλλά και σκοτεινότερο υπόβαθρο. Κολλητικά riffs, δραματικότητα που ενισχύεται από την διπλή κιθαριστική επίθεση και τον καλπάζοντα ρυθμό, μας μεταφέρει με θεατρικό τρόπο σε έναν κόσμο που ξεχειλίζει από απειλή και απελπισία. Το Night Crawler είναι από τα πιο ατμοσφαιρικά κομμάτια στο Painkiller.
Εν συνεχεία, ακούμε ένα από τα αγαπημένα τραγούδια των Priest, το «φορτωμένο» Between the Hammer and the Anvil, που συχνά θεωρείται η μουσική αποτύπωση των όσων ζούσαν στο συγκρότημα κατά την ταραχώδη περίοδο που προηγήθηκε. Από την μια ο Halford φωνάζει για την ανάγκη να διαπομπευτούν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι στο δικαστήριο, ενώ από την άλλη, το rhythm section, με εμβατηριακό τρόπο, αφήνει αχαλίνωτους τους Tipton και Downing να ξεσαλώσουν με τις κιθάρες τους. Ο ρυθμός αλλάζει αλλά κι εδώ, όπως άλλωστε σε όλη την διάρκεια του άλμπουμ, δεν χάνει σε ένταση, σε ένα «κατηγορώ» των Judas Priest ενάντια στους κατήγορους τους.
Tο A Touch of Evil επιλέχθηκε να είναι η δεύτερη single κυκλοφορία της μπάντας από αυτή την δουλειά. Σαδιστικά γοητευτικό, μπορείς να γευτείς την διαβολική γεύση του πειρασμού και της επιθυμίας, καθώς ο Halford βασανίζεται στο μικρόφωνο, σε ένα τραγούδι που συνέγραψε μαζί με τον Chris Tsangarides. Τα  πλήκτρα των Don Airey βοηθούν στην διαμόρφωση μιας σαγηνευτικής μελωδίας, την οποία ενισχύει ο Tipton με το κλασικότροπο σόλο του, σε μία διαφορετική αλλά εξίσου δυνατή πρόταση από το συγκρότημα. Για την ιστορία, το εν λόγω single έφτασε στο Νο58 των charts του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ στα αμερικάνικα Mainstream Rock Charts ανέβηκε μέχρι το Νο29.
Με διάρκεια μικρότερη του ενός λεπτού, το επικό instrumental Battle Hymn λειτουργεί ως το κινηματογραφικό πρελούδιο του θριαμβευτικού One Shot at Glory που κλείνει το άλμπουμ. Έτσι επέλεξαν να κλείσουν το Painkiller οι Priest, με μία ζαριά για την δόξα, κόντρα στην μοίρα, ανεβαστικό και ορμητικό ταυτόχρονα. To One Shot at Glory είναι το απόσταγμα των κεντρικών θεμάτων του Painkiller, της δύναμης και της αντοχής, που καταφέρνει, εκεί στο τέλος του άλμπουμ, όχι μόνο να διασφαλίσει την σχετικότητα των Priest με την εποχή τους αλλά και να θυμίσει πως υπάρχει ένας δρόμος που οδηγεί στο μέλλον για το heavy metal, τον οποίο ανοίγουν οι Metal Gods αντέχοντας τα χτυπήματα, τις αλλαγές και φτάνοντας στην τελική δικαίωση του σκοπού τους.
Η αίσθηση που προκάλεσε το “Painkiller” με την κυκλοφορία του, ήταν τεράστια. Καταρχήν, πολύ σύντομα, έγινε το αγαπημένο άλμπουμ πολλών fans τους, κυρίως των νεότερων γενιών. Στα charts, το συγκρότημα επανήλθε με κρότο στο προσκήνιο, φτάνοντας στο Νο26 τόσο των βρετανικών όσο και των αμερικάνικων charts. Μάλιστα, έγινε χρυσό στις ΗΠΑ, πουλώντας πάνω από 500 χιλ. δίσκους, ενώ το ίδιο συνέβη και με τον Καναδά και την Ιαπωνία, όπου κέρδισε την ίδια διάκριση. Κατέγραψε την υψηλότερη επίδοση του στην Γερμανία (Nο7), ενώ μπήκε στο top-20 της Φινλανδίας, της Ιαπωνίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και της Ελβετίας. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, τόσο εμπορικά αλλά και πολύ περισσότερο μουσικά, το Painkiller θεωρείται απόλυτα επιτυχημένο.
Η περιοδεία που ακολούθησε για την προώθηση του άλμπουμ ήταν μία από τις μεγαλύτερες που έκανε ποτέ το συγκρότημα, ξεκινώντας με εμφανίσεις στον Καναδά, τον Οκτώβρη του 1990 και κάνοντας ένα μνημειώδες πέρασμα από το δεύτερο Rock In Rio στην Βραζιλία τον Γενάρη του 1991, έκλεισε στην Ιαπωνία τον Απρίλιο του 1991, περνώντας στην διάρκεια της από ΗΠΑ, Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την διάρκεια των προβών για την περιοδεία στον Καναδά, ο Halford είδε μία συνέντευξη ενός ανερχόμενου metal συγκροτήματος από το Texas, των Pantera, σε ένα τοπικό κανάλι, όπου μιλούσαν με διθυράμβους και πολλή αγάπη για τους Judas Priest. Αυτή ήταν και η αφορμή για να τους δώσουν το opening spot σε μία εμφάνιση τους εκεί, και στην ουσία, την πρώτη τους μεγάλη ευκαιρία να εκτεθούν σε ένα μεγάλο κοινό. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.
Το οπισθόφυλλο

Θα περίμενε κανείς τα πράγματα να εκτοξευτούν σε νέα επίπεδα επιτυχίας, όμως, ενώ το συγκρότημα φαινόταν να είναι σε καλύτερη φόρμα από ποτέ, ήρθε μία εξέλιξη που ανέτρεψε τα πάντα. O εμβληματικός Rob Halford, εγκατέλειψε τους Priest, ανακοινώνοντας τόσο στην μπάντα όσο και στο management πως ήθελε να ακολουθήσει διαφορετική μουσική πορεία. Ήταν ένα σύνολο συνθηκών είχαν διαμορφωθεί βαθμιαία, οι οποίες ώθησαν τον τραγουδιστή να υποβάλλει την παραίτηση του. Οι συνεχόμενες περιοδείες και η δικαστική περιπέτεια πριν το Painkiller είχαν δημιουργήσει αρκετή ένταση και κούραση, ενώ παράλληλα ένιωθε μεγάλη πίεση μέσα του, τόσο για τις καλλιτεχνικές του επιθυμίες, όσο και για την ιδιωτική του ζωή (έπρεπε να περάσουν 6 ακόμα χρόνια για να δηλώσει δημόσια πως είναι ομοφυλόφιλος). Επίσης, είχε μιλήσει με το management σχετικά με την ηχογράφηση νέας μουσικής, πιο heavy και πιο μοντέρνας, ίσως, υπό το σχήμα ενός προσωπικού project, χωρίς όμως να αφήσει το συγκρότημα. Παρεξηγήσεις και νομικές επιπλοκές δεν του επέτρεψαν να εκφράσει το προσωπικό του όραμα, εγκλωβίζοντας τον (φαινομενικά) στον αποκλειστικό ρόλο που του είχαν αναθέσει: τον τραγουδιστή των  Judas Priest. Ο Halford δημιούργησε τους Fight (1993 – 1995), στην συνέχεια προχώρησε με τους 2wo (1998), ενώ τελικά επέστρεψε στο κλασικό του στυλ με τους Halford, μπαίνοντας δυναμικά στην δεκαετία των 00s.  Οι, δε, Priest μπήκαν στον πάγο για όλη σχεδόν την δεκαετία του ’90, μέχρι την έλευση του εξαιρετικού Tim “Ripper” Owens, με τον οποίο ηχογράφησαν όλα κι όλα δύο άλμπουμ, τα Jugulator (1997) και Demolition (2001). Έπρεπε να περάσουν, λοιπόν πολλά χρόνια για κλείσει ο κύκλος, και αυτό έγινε όταν ο Rob Halford επέστρεψε στο συγκρότημα, ηχογραφώντας, μέχρι σήμερα, πέντε άλμπουμ από το 2005 έως και το 2024 και φτάνοντας σε νέα ύψη επιτυχίας, σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τις μέρες δόξας του Painkiller.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
19/9/25

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ PAINKILLER
Twisting the strangle grip, won’t give no mercy! Ο Rob είναι έξαλλος. Εγκλωβισμένος για χρόνια σε έναν τρόπο ζωής που δεν του επέτρεπε ακόμα να εκφράσει την αλήθεια της ζωής του, αποφάσισε να τα δώσει όλα στις ερμηνείες της ζωής του. Ένας Δίας του heavy metal την ώρα που ρίχνει τους πιο τρανταχτούς κεραυνούς του. Ο κατακλυσμός του “Painkiller” δεν είναι ότι έσωσε το heavy metal ως άλλον Νώε. Έτσι κι αλλιώς, το thrash που ηγεμόνευε στις εξελίξεις στα 90s, τα νέα ακραία είδη που άνθιζαν ως ρυπαρά άνθη (death, black, grind), αλλά και τα θεμέλια που έμπαιναν από το US power στην Αμερική, εξασφάλιζαν τη
σωτηρία του είδους. Όμως, το Painkiller ήταν η γροθιά που ένα συγκρότημα βιτρίνας έπρεπε να ρίξει, όπως οι ίδιοι οι Judas Priest μας έταξαν στο εξώφυλλο του ακριβώς προηγούμενου album “Ram it Down”. Τότε όμως δεν είχαν τις δύο μεταγραφάρες. Με Tsangarides για τον στιλπνό όγκο στις κιθάρες, με Travis για το νέο Stargazer και όχι μόνο, αλλά και με τέτοια θεία έμπνευση στα κομμάτια από τους Tipton/Downing, αυτή τη γροθιά την τρώμε ακόμα κάθε φορά που το ακούμε.
 
Ο Λεωνίδας Αρβανίτης είναι συντάκτης του Metal Hammer. 


Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου