Το σημερινό μας πέρασμα μέσα από τη σήραγγα του χρόνου θα μας βγάλει -για μία ακόμη φορά- στο έτος 1972, σε μια χρονιά δηλαδή που το ροκ συγκλονίζεται από έναν δημιουργικό κατακλυσμό, από μια κοσμογονία, που μας κληροδότησε ανυπέρβλητες μουσικές δημιουργίες. Μέσα σ’ αυτό τo κλίμα, βρίσκουμε μπροστά μας έναν από τους «μεγάλους προφήτες», έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του «χρυσόδετου τόμου της ροκ», τον μοναδικό Pete Townshend, τον ιθύνοντα νου των Who. Τη χρονιά εκείνη, ο Townshend είναι μόλις 27 χρονών, νιώθει όμως ήδη βετεράνος! Είναι στη σκηνή σχεδόν δέκα χρόνια, έχει φάει με το κουτάλι την αναγνωρισιμότητα, τα πλούτη και τους επαίνους, αλλά -πάνω απ’ όλα- έχει ήδη να παρουσιάσει τη σημαντικότερη ροκ όπερα που γράφτηκε ποτέ, το Tommy (1969), αλλά και ένα αξεπέραστο άλμπουμ, το Who’s Next (1971). Και τώρα; Πώς ξεπερνάς τέτοιου μεγέθους έργα; Τι μπορείς να κάνεις, όταν είσαι ακόμα τόσο νέος και ο πήχης είναι κιόλας τόσο ψηλά; Για ένα μουσικό φαινόμενο, όπως ο Pete Townshend, η απάντηση είναι απλή: Πηδάς ψηλότερα! Το αποτέλεσμα αυτού του νέου άλματος είναι η ροκ όπερα Quadrophenia, που κυκλοφόρησε με τη μορφή διπλού LP το 1973 και εκτόξευσε τη φήμη των Who ακόμα πιο μακριά!
ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ
Πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί η τουρνέ υποστήριξης του Who’s Next, o Pete Townshend παίδευε στο μυαλό του το επόμενο project, που θα ήταν -τι άλλο;- μια ακόμα ροκ όπερα. Μην ξεχνάμε ότι και το Who’s Next για όπερα προοριζόταν (με τίτλο Lighthouse), άσχετο αν ο παραγωγός Kit Lambert τους έπεισε να το παρουσιάσουν ως άλμπουμ. Αυτή τη φορά, ο Pete Townshend ήταν αποφασισμένος να μην υποχωρήσει. Το νέο τους έργο θα είχε την μορφή ροκ όπερας, όπως το Tommy, μόνο που αυτή τη φορά ο ήρωας του έργου θα ήταν ένα πρόσωπο υπαρκτό, καθημερινό και συνηθισμένο, και όχι το προϊόν της φαντασίας του δημιουργού του, όπως ο Tommy. Ο τωρινός ήρωάς μας, ο Jimmy, είναι ένας νεαρός μικροαστός, που δουλεύει σαν κλητήρας σε μια εταιρία, κάπου στο 1965 και είναι οπαδός του κινήματος Mod (modernists). Ο Jimmy απεχθάνεται την ανούσια δουλειά του, είναι σε διαρκή πόλεμο με τους γονείς του και έχει τσακωθεί με όλους τους παλιούς του φίλους.
Το μόνο που δίνει κάποιο νόημα στη ζωή του είναι η συναναστροφή του με τους άλλους mod, που περνάνε την ώρα τους καταπίνοντας χάπια, ακούγοντας μουσική και κοντράροντας με τους ροκάδες. Να διευκρινίσουμε εδώ, ότι οι mod πράγματι υπήρχαν εκείνη την εποχή, δεν είναι δηλαδή δημιούργημα της φαντασίας του Townshend. Επρόκειτο για πιτσιρικάδες (κυρίως), που διακρίνονταν από το προσεγμένο τους μαλλί, το ιδιαίτερο στυλ τους και την προτίμησή τους στα scooter (σήμα κατατεθέν τους). Άκουγαν δυνατή μουσική, κατά προτίμηση Who και Faces, και ήταν σε μόνιμη αντιδικία με τους ροκάδες, με τους οποίους σφαζόντουσαν όπου εύρισκαν την ευκαιρία. Το κίνημα αυτό έσβησε κάτω από την πίεση του επερχόμενου punk. Κάποια στιγμή, κυρίως εξαιτίας του Quadrophenia, πήγε να αναθερμανθεί, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Ο Pete Townshend φαίνεται πάντως ότι συνειδητά επέλεξε για ήρωά του έναν mod, ίσως για να ξαναβρεί την επαφή του με το ξεκίνημα του γκρουπ και τις ιδέες που διαμόρφωσαν την τωρινή τους κατάσταση, μήπως και έτσι ξαναβάλει το συγκρότημα στις ράγες του. Βλέπετε, εκείνο τον καιρό (το 1972), είχαν παρατηρηθεί σοβαρά ξεστρατίσματα των μελών του γκρουπ από την κοινή τους πορεία: Οι Daltrey και Entwistle είχαν μόλις ολοκληρώσει τα προσωπικά τους άλμπουμ, eνώ o Keith Moon παρίστανε τον ηθοποιό. Ο Townshend έβλεπε ότι έπρεπε επειγόντως να τραβήξει τα χαλινάρια.
Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Μπροστά σ’ αυτή τη διάχυτη χαλαρότητα και τον κίνδυνο της διάλυσης, ο Pete Townshend ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει: Να μπει στο στούντιο και να ξεκινήσει την ηχογράφηση του νέου υλικού, που είχε ήδη αρχίσει να συσσωρεύεται, όπως για παράδειγμα τα νέα τραγούδια Is It in My Head και Love Reign O'er Me", που τελικά περιλήφθηκαν στο Quadrophenia. Στο μεταξύ, ο Daltrey και ο Entwistle ολοκλήρωσαν τις δικές τους υποχρεώσεις και ήταν πλέον απόλυτα διαθέσιμοι. Σ’ εκείνη τη χρονική στιγμή λοιπόν, ο Townshend ήρθε σε επαφή με έναν παλιό λάτρη του γκρουπ, που του έδωσε την ιδέα να γράψει για εκείνο το σινάφι των fans της δεκαετίας του ’60. Έτσι δημιουργήθηκε ο χαρακτήρας του Jimmy, που τελικά δεν στηρίχθηκε σε έναν μόνο οπαδό, αλλά σε πέντε-έξι, δημιουργώντας έτσι ένα αμάλγαμα χαρακτήρων, που άξιζε τον κόπο να απαθανατιστεί. Μάλιστα, ο ιδιοφυής Townshend έδωσε στον ήρωά του τέσσερεις διαφορετικές ψυχολογικές ταυτότητες, που αντιστοιχούσαν στις προσωπικότητες των τεσσάρων μελών του γκρουπ. Δεν αρκέστηκε δηλαδή στη «συνήθη» σχιζοφρένεια, αλλά προχώρησε σε μια μοναδική περίπτωση «τετρα-φρένειας», αν θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι.
Ο ίδιος ο Townshend πάντως δεν είχε τους δικούς μας γλωσσολογικούς δισταγμούς και αποφάσισε να βαφτίσει το νέο του έργο Quadrophenia, δημιουργώντας αυτόν τον περίεργο νεολογισμό. Δικαίωμά του! Ούτως ή άλλως, το νέο έργο ήταν, για πρώτη φορά, 100% δικό του, τόσο σε στίχους όσο και στη μουσική. Και όχι μόνον αυτό! Τούτη τη φορά είχε δαμάσει για τα καλά το φοβερό synthesizer ARP 2500 (τον πρωτοακούσαμε στο Who’s Next), ώστε να παρουσιάσει πολύ εντυπωσιακά demos στο στούντιο. Παρά ταύτα, ο έμπειρος Townshend άφησε αρκετό ζωτικό χώρο στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας για να προσθέσουν το δικό τους ηχόχρωμα. Και δεν διαψεύστηκε: Ο John Entwistle μας μαγεύει με το επιβλητικό του μπάσο, το ιστορικό Gibson Thunderbird, αλλά και με την εξαιρετική προσθήκη πνευστών σε διάφορα σημεία του άλμπουμ. Ο Keith Moon απελευθερώνεται και πάλι, ύστερα από την συγκρατημένη παρουσία του στο Who’s Next, και μας υπενθυμίζει γιατί συμπεριλαμβάνεται στους κορυφαίους drummer όλων των εποχών. Και ο Roger Daltrey προσθέτει ωριμότητα και λυγμό στην βροντερή φωνή του, πηγαίνοντας την ερμηνεία του πέρα και από τα δικά του standards (ακούστε τον στο Love Reign O'er Me και θα δείτε ότι δεν υπερβάλλω).
ΤΟ ΝΕΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΤΩΝ WHO
Ένα τόσο μεγαλεπήβολο project απαιτεί και ένα στούντιο αντίστοιχων προδιαγραφών. Έτσι οι Who αποφάσισαν αν φτιάξουν δικό τους στούντιο, το Ramport Studios. Οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν αμέσως, το Νοέμβριο 1972. Δυστυχώς, 5 μήνες αργότερα, δεν είχαν ολοκληρωθεί, οπότε οι Who κατέφυγαν στο mobile studio του Ronnie Lane, μπασίστα των Faces, προκειμένου να τελειώσουν τη δουλειά τους εγκαίρως. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό το πρόβλημα που συνάντησαν στην πορεία. Ένα άλλο, μεγαλύτερο πρόβλημα άκουγε στο όνομα Kit Lambert, ο μέχρι τότε παραγωγός τους, ο οποίος δεν ήθελε καθόλου να φτιάξουν οι Who μια νέα όπερα. Εκείνος ήταν που τους είχε πείσει να μην γίνει όπερα το Who’s Next και δεν φανταζόταν ότι θα ερχόταν πάλι αντιμέτωπος με το ίδιο ζήτημα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να προξενούνται διαρκείς καθυστερήσεις στην ηχογράφηση. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, ο Daltrey διαπίστωσε και έναν αδικαιολόγητο ξαφνικό πλουτισμό του Kit Lambert και αξίωσε την άμεση απόλυσή του, κάτι όμως που ο Townshend απέρριψε, ίσως για χάρη των παλιών καιρών. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν ασχολήθηκε άλλο με αυτό το άλμπουμ. Αν θα θέλαμε να απονείμουμε σε κάποιον τα εύσημα της παραγωγής, αυτός θα έπρεπε σίγουρα να είναι ο Pete Townshend.
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
Μιλήσαμε πιο πάνω για την τετράπλευρη ιδιοσυγκρασία του ήρωα του έργου. Προκειμένου να απεικονίσει την κάθε πλευρά αυτού του σύνθετου χαρακτήρα, ο Townshend έγραψε 4 μουσικά θέματα, ένα για κάθε μέλος του γκρουπ. Έγραψε το Bell Boy για τον Moon, το Is It Me? για τον Entwistle και το Helpless Dancer για τον Daltrey, ενώ για τον εαυτό του κράτησε το Love Reign O'er Me. Τα μουσικά αυτά θέματα εμπεριέχονται και σε δύο ορχηστρικά κομμάτια του έργου, στο The Rock και στο Quadrophenia. Είναι ευκαιρία εδώ να πούμε, ότι τα ορχηστρικά του Quadrophenia δεν είναι τίποτα αμήχανες στιγμές ανάμεσα σε δυο καλά τραγούδια, όπως συχνά συμβαίνει στις όπερες. Αντιθέτως, όπως επισημαίνει ο βιογράφος των Who, ο John Atkins: «Τα ορχηστρικά κομμάτια συγκαταλέγονται στις πιο πολύπλοκες και φιλόδοξες συνθέσεις του γκρουπ». Για να τελειοποιήσει, μάλιστα, το τελικό αποτέλεσμα, ο Townshend ηχογράφησε διάφορους φυσικούς ήχους, που πρόσθεσε στο τελικό mix, καθώς και διάφορα άλλα ηχητικά εφέ, με την βοήθεια του Ron Nevison. Η ηχογράφηση τελείωσε μόνον όταν ο Townshend δήλωσε απόλυτα ικανοποιημένος.
Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΥ
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σαν διπλό LP το Νοέμβριο του 1973 και στη Μεγάλη Βρετανία έφτασε ως το Νο 2 των charts, αδυνατώντας να εκθρονίσει το Pin Ups του David Bowie από την κορυφή. Στις ΗΠΑ έφτασε επίσης ως το Νο 2, αφού το Νο 1 ήταν κατειλημμένο από το Goodbye Yellow Brick Road του Elton John. Όμως και οι κριτικοί ανταποκρίθηκαν πολύ θετικά στο νέο άλμπουμ, χαρακτηρίζοντάς το ως την καλύτερη -ως τότε- δουλειά των Who. Αλλά και ο ίδιος ο Pete Townshend το θεωρεί ως το πιο σημαντικό τους έργο.
Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ
Το 1979, το Quadrophenia μεταφέρθηκε στο σινεμά, σε σκηνοθεσία του Franc Roddam, με τον Phil Daniels στο ρόλο του Jimmy και τον Sting στον δεύτερο σημαντικότερο ρόλο, αυτόν του Ace Face. To φιλμ γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, συντελώντας μάλιστα και στην πρόσκαιρη αναβίωση του κινήματος mod. Εδώ πάντως, σε αντίθεση με το Tommy, τα κομμάτια του έργου δεν εκτελούνται από τους συντελεστές της ταινίας, αλλά ακούγονται στο background, στην original μορφή τους, σαν soundtrack. Μην περιμένετε, δηλαδή, να ακούσετε τον Sting να τραγουδάει Who.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Το Quadrophenia είναι ένα πολύ μεγάλο άλμπουμ, πιθανότατα ό,τι καλύτερο έχουν ποτέ δημιουργήσει οι Who. Άλλωστε, αυτή είναι η γνώμη των περισσότερων μουσικοκριτικών, αλλά και του ίδιου του Townshend. Για κάποιους περίεργους λόγους, δεν απόκτησε ποτέ τη δημοφιλία του Who’s Next, ούτε θα μπορούσε να έχει την πρωτοτυπία του Tommy. Και όμως, τελικά είναι ένα παραγνωρισμένο αριστούργημα, που δικαιωματικά κατέχει την πρώτη θέση στη δισκογραφία των Who. Ας μην ξεχνάμε, ότι είναι γραμμένο ολόκληρο από τον Pete Townshend, οπότε δεν εμφανίζονται εδώ οποιεσδήποτε ανισότητες ή διαφοροποιήσεις του ύφους, διαθέτει εξαιρετικά τραγούδια (κάποια από τα οποία αποτελούν την κορυφή της δουλειάς των Who) και, στο κάτω-κάτω, αναφέρεται σε έναν φυσιολογικό, γήινο ήρωα και όχι σε κάποιον αλλοπαρμένο, δήθεν θεόσταλτο, τύπο όπως ο Tommy. Ζήτω η Quadrophenia λοιπόν, και στις τέσσερεις παραλλαγές της!
LAST BUT NOT LEAST
Πριν ολοκληρώσουμε την αναφορά μας σ’ αυτό το σπουδαίο έργο, θα ήθελα τη γνώμη σας: Κορυφαία στιγμή του άλμπουμ είναι ασφαλώς το Love, Reign o'er Me, το οποίο δεσπόζει στην … τελευταία θέση του διπλού LP! Και αφού είναι εκεί, οι κριτικοί το έχουν ανακηρύξει ως το καλύτερο ακροτελεύτιο κομμάτι της ροκ δισκογραφίας. Δεν λέω! Το κομμάτι είναι καταπληκτικό! Τι το κάνει όμως ανώτερο από το τελευταίο κομμάτι του Tommy (See Me, Feel Me) ή, ακόμα περισσότερο, από το τελευταίο κομμάτι του Who’s Next (We Won’t Get Fooled Again); Και για να πάω και λίγο παραπέρα, σε τι υστερεί -σαν κλείσιμο- το Space Truckin’ του Machine Head ή το Locomotive Breath του Aqualung; Για να μην χρησιμοποιήσω το μεγάλο όπλο, το A Day In The Life που κλείνει ιδανικά το Sgt Pepper’s. Εσείς τι γνώμη έχετε;
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ
29/8/25
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ QUATROPHENIA
Μέσα σε 4 χρόνια, 2 rock όπερες. Και οι 2 γραμμένες από τον ίδιο άνθρωπο, τον Pete Townshend. Η κάθε μια ξεχωριστή, με εντελώς διαφορετική εννοιολογική δομή και δεν περιλαμβάνω το Who’s Next! Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει για το σημερινό νεανικό rock ακροατήριο, το πιθανότερο τίποτε, αλλά άλμπουμ σαν το Quatrophenia άλλαξαν την εξέλιξη του rock. Εκείνα τα χρόνια, οι Who ήταν το κορυφαίο rock συγκρότημα και μάλιστα σ' ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο μουσικό τοπίο. Αναμφισβήτητα, το Quatrophenia είναι στα πρώτα 20 καλύτερα rock άλμπουμ, χωρίς ούτε ένα αδύναμο τραγούδι, κάτι που δεν είναι μικρό κατόρθωμα, καθώς πρόκειται για διπλό άλμπουμ.


Δημοσίευση σχολίου