Τα 90’s ξεκίνησαν ιδανικά για τους Scorpions, που με το άλμπουμ Crazy World (στο οποίο περιλαμβάνεται το Wind of change) γνώρισαν παγκόσμια επιτυχία. Δυστυχώς η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, καθώς τα Face the heat (1993) και Pure instinct (1996) δεν είχαν την ίδια αποδοχή από το κοινό τους. Η κατάσταση έγινε χειρότερη με το επόμενο άλμπουμ Eye to Eye (1999) που κυριολεκτικά σόκαρε πολλούς οπαδούς. Θυμάμαι ο ραδιοφωνικός σταθμός Jeronimo Groovy (που είχε εξασφαλίσει την πρώτη μετάδοση) ανά μία ώρα έπαιζε ένα κομμάτι του άλμπουμ και περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε κάτι που να θυμίζει τους Scorpions που ξέραμε. Τελικά οι στιγμές αυτές υπήρχαν, αλλά ήταν λίγες και τελικά η απογοήτευση κυριάρχησε. Έτσι μια δεκαετία που ξεκίνησε με θρίαμβο ολοκληρώθηκε με πανωλεθρία. Με την κυκλοφορία του ορχηστρικού άλμπουμ Moment of glory και του unplugged Acoustica πέτυχαν να αμβλύνουν τις αρνητικές εντυπώσεις, αλλά όλοι ανυπομονούσαν για το επόμενο studio άλμπουμ. Είχαν ακόμη έμπνευση; Είχαν τα κότσια να παίξουν όπως για χρόνια μάς είχαν συνηθίσει; Οι απαντήσεις ήρθαν με το 15ο τους άλμπουμ Unbreakable (2004) και ήταν αποστομωτικές!
Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Με την ολοκλήρωση ατέλειωτων περιοδειών, που συνδυάζονται με την κυκλοφορία των: Moment of glory και Acoustica, μπαίνουν στο στούντιο στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 2003 και ηχογραφούν 16 demos. Το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό και αποφασίζουν να ξεκινήσουν από την αρχή. Προσπαθούν ξανά τον Ιούνιο του 2003 χωρίς αποτέλεσμα και πάλι. Τελικά, μετά από άλλη μια σύντομη περιοδεία, επιστέφουν στο στούντιο για τρίτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2003 και ηχογραφούν 20 τραγούδια, που πιστεύουν ότι είναι ικανά να στηρίξουν ένα νέο άλμπουμ αντάξιο της φήμης τους. Το επόμενο βήμα είναι η αναζήτηση παραγωγού. Στέλνουν demos σε κορυφαίους παραγωγούς (Bob Rock, Max Martin, Rick Parasher), αλλά και στον παλιό τους γνώριμο Dieter Dierks. Στο τέλος καταλήγουν στον Erwin Musper, μια επιλογή που αποδείχθηκε εύστοχη. Το επόμενο ανοιχτό μέτωπο ήταν ο νέος μπασίστας. Φλερτάρουν με τον Jeff Pilson (Dokken) και τον Jimmy Bain (Rainbow/Dio), αλλά καταλήγουν στον άσημο, όμως ικανότατο, Paweł Maciwoda. O James Kottak έχει μονιμοποιηθεί στα ντραμς και η «Αγία Τριάδα»: Klaus Meine- Rudolf Schenker – Matthias Jabs συνεχίζει ακάθεκτη. Η ηχογράφηση ολοκληρώνεται τον Ιανουάριο του 2004 και το άλμπουμ κυκλοφορεί επίσημα στις 3 Μαΐου 2004.
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Όλα ξεκινούν με το δολοφονικό εναρκτήριο κομμάτι New Generation. Μια αργή εισαγωγή, ένα υπνωτικό riff και η σταδιακή εξέλιξη σε ένα επιβλητικό τραγούδι, ένα κομμάτι 6 περίπου λεπτών που κλείνει με το ρεφρέν τραγουδισμένο από παιδική χορωδία! Μια άμεση πρόσκληση προς τους νέους να βγουν μπροστά και να ηγηθούν της παγκόσμιας αλλαγής. Στη συνέχεια, έχουμε το uptempo rocker Love 'Em or Leave 'Em που θυμίζει λίγο Scorpions από τα 70s. Ακούγεται λίγο σκληρό, λίγο βρώμικο με πιασάρικο ρεφρέν, ένα υπέροχο σόλο κιθάρας και είναι μια τολμηρή, ροκ δήλωση σχετικά με τη λήψη σαφών αποφάσεων και την άρνηση να παραμείνουμε παθητικοί. Ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια στο άλμπουμ είναι το Deep and Dark. Το τραγούδι είναι κυκλοθυμικό, σκοτεινό και μερικές φορές πολύ βαρύ. Υπάρχoυν background φωνητικά που θυμίζουν τους Def Leppard, αλλά το τραγούδι είναι ξεκάθαρα Scorpions. Ο Klaus τραγουδά ψιθυριστά με ένταση πριν αφεθεί πραγματικά στο ρεφρέν. Το κομμάτι εξερευνά βαθύτερα συναισθηματικά θέματα και είναι εξαιρετικό παράδειγμα πώς οι Scorpions ισορροπούν το hard rock με ενδοσκοπικά, σχεδόν gothic θέματα προσφέροντας στους ακροατές μια πιο περίπλοκη πλευρά της τραγουδοποιίας του συγκροτήματος. Το Borderline ανοίγει με δυνατά κρουστά και ο βαρύς ρυθμός κυριαρχεί καθ 'όλη του κομματιού. Το ρεφρέν είναι γεμάτο αρμονίες και μερικές υπέροχες μελωδίες για να αντισταθμίσουν τη βαρύτητα. Το τραγούδι δεν ενθουσιάζει, αλλά έχει τις στιγμές του. Το Blood Too Hot εκρήγνυται με ένα riff που βρυχάται και τα ντραμς να οργιάζουν. Είναι μελωδικό και ο γρήγορος ρυθμός του δίνει την αίσθηση ότι τρέχετε στο δρόμο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο Mathias «σκοτώνει» με το σόλο και αποδεικνύει ότι οι pop rock πειραματισμοί των δύο τελευταίων άλμπουμ ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Στη συνέχεια ακούμε την πρώτη, και καλύτερη κατά τη γνώμη μου, από τις μπαλάντες και αυτή είναι το Maybe I Maybe You. Η απαλή, συναισθηματική φωνή του Klaus σε αγκαλιάζει. Ανοίγει τρυφερά με πιάνο και σταδιακά ανεβάζει την ένταση. Είναι η καλύτερη φωνητική απόδοση του Klaus στο άλμπουμ, καθώς τα φωνητικά του πραγματικά ανεβαίνουν στα ύψη. Η ενορχήστρωση που συνοδεύει το πιάνο αυξάνει το δράμα και την ένταση που κορυφώνεται μετά από περίπου 2 1/2 λεπτά. Πραγματικά δολοφονικό τραγούδι.
Το Someday is Now φέρνει πίσω τον διασκεδαστικό rock ρυθμό. Η ενέργεια ξεχειλίζει και τα glam στοιχεία σε παγιδεύουν στον ενθουσιασμό του τραγουδιού. Με το My City My Town επιστρέφουν σε έναν βαρύτερο κιθαριστικό τόνο και επιβραδύνουν λίγο τον ρυθμό. Έχει μια πιο ανάλαφρη αίσθηση, πιο χαρούμενη, ενώ οι στίχοι ακούγονται πιο σκοτεινοί και μελαγχολικοί. Ένα περίεργο δίπολο που όμως λειτουργεί. Πίσω στις μπαλάντες με το Through My Eyes με τη δομή του να θυμίζει το No One Like You, ενώ ακούγεται περισσότερο σαν να έρχεται από την εποχή του Virgin Killer. Το ρεφρέν μοιάζει με ισχυρή γροθιά καθώς τα riffs γίνονται πιο δυνατά, το μπάσο και τα τύμπανα σε σφυροκοπούν και στη συνέχεια όλα γίνονται πιο ήρεμα ακολουθώντας το πνεύμα των στίχων. Το Through My Eyes είναι ένα βαθιά συναισθηματικό τραγούδι που αγγίζει θέματα προσωπικής εμπειρίας, προβληματισμού και αναζήτησης νοήματος στη ζωή. Can You Feel It μάς ρωτά το επόμενο κομμάτι, με στίχους που αγγίζουν μεταφυσικά θέματα: «On the last day that I walked the earth
I found the answer to the question that we all search
Where do we go from here».
Παρά τα στοιχεία πειραματισμού στον ήχο της κιθάρας, δεν ξεπερνά τη μετριότητα, αλλά η συμμετοχή στη σύνθεση του αδικοχαμένου James Kottak το κάνει να ακούγεται προφητικό. Στη συνέχεια ένα ακόμη σκοτεινό, βαρύ riff ακούγεται, που δίνει τη θέση του σε ένα άλλο πιο γρήγορο. Οι κιθάρες κυριαρχούν, αλλά η δομή των στίχων και το αδύναμο ρεφρέν τού This Time (σύνθεση του Jabs) δεν το βοηθούν να ξεχωρίσει. Το She Said είναι η τελευταία και πιο απαλή μπαλάντα, αποτέλεσμα της συνεργασίας του Klaus με τον Christian Kolonovits . Αν και ο κιθαριστικός τόνος ακούγεται οικείος, έχεις την αίσθηση ότι δεν ακούς Scorpions, ίσως περισσότερο Clapton ή Michael Bolton. Το τραγούδι μοιάζει γλυκανάλατο και σίγουρα δε συγκρίνεται με τις γνωστές μπαλάντες του γκρουπ. Το παράδοξο είναι ότι προτιμήθηκε το συγκεκριμένο τραγούδι, αντί για το σαφώς ανώτερο Miracle, που κυκλοφόρησε σαν single στις 5/7/2004. Τελειώνουν το άλμπουμ όχι με ένα ολοκληρωμένο τραγούδι, αλλά με ένα demo το Remember the Good Times, για το οποίο συνεργάστηκαν με τον Eric Bazillian των Hooters. Ο χαρακτηρισμός «Retro Garage Mix» δείχνει ότι επέλεξαν μια πρώιμη μίξη του τραγουδιού κι όχι την τελική και πιο καλογυαλισμένη. Λατρεύω την ωμότητά του, ένα τραγούδι πάρτι, που για να είμαι ειλικρινής θυμίζει έντονα καλοκαίρι. Οι στίχοι ανατρέχουν στις ευχάριστες αναμνήσεις από όλα τα χρόνια που πέρασαν. Νοσταλγικό, πραγματικά διασκεδαστικό και ευχάριστο, ιδανικό φινάλε για το άλμπουμ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το Unbreakable είναι ένα συμπαγές, τίμιο άλμπουμ hard rock, που αποδεικνύει ότι οι Scorpions έχουν ακόμα ενέργεια και δύναμη. Αν και δεν διακρίνεται για την καινοτομία του, σηματοδοτεί την επιστροφή των Scorpions σε έναν δυναμικό, ηλεκτρικό ήχο, με έντονα riff και δυναμικά solo. Η παραγωγή του Erwin Musper είναι καθαρή και στιβαρή, δίνοντας έμφαση στις κιθάρες και στα φωνητικά του Klaus Meine, ο οποίος παραμένει σε άριστη φωνητική κατάσταση. Το Unbreakable έτυχε θετικής υποδοχής τόσο από το κοινό όσο και από τους περισσότερους κριτικούς, κυρίως για την επιστροφή τού συγκροτήματος στον παραδοσιακό hard rock/heavy metal ήχο που τους χαρακτήριζε τις δεκαετίες του '70 και '80.
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
16/7/25




Δημοσίευση σχολίου