FIGHT – WAR OF WORDS(1993): ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΝΕΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΕΔΙΑ

 

Η δεκαετία του 1990, εκτός από τις αλλαγές και την αναστάτωση που έφερε στο status quo του σκληρού ήχου, προκάλεσε και κρίσεις στους κόλπους ηγετικών συγκροτημάτων του heavy metal. Η πιο σημαντική ήταν το «σχίσμα» μεταξύ Bruce Dickinson και των υπόλοιπων Iron Maiden (Αύγουστος του 1993) αλλά εξίσου σημαντική κρίση ήταν και η αποχώρηση του Rob Halford από τους Judas Priest, που προηγήθηκε αυτής του Bruce.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ HALFORD ΑΠΟ ΤΟΥΣ JUDAS PRIEST
   Για την ιστορία, υπάρχουν δυο αφηγήματα σχετικά με την αποχώρηση του Halford: To πρώτο λέει ότι οι Priest γνώριζαν ότι ήθελε να κάνει ένα δικό του project - παραμένοντας στη μπάντα – και δεν είχαν κανένα πρόβλημα με αυτό (έχει κάνει και σχετική δήλωση ο Glenn Tipton) - όμως ο Rob αφιέρωνε υπερβολικό χρόνο με στις προσωπικές του μουσικές αναζητήσεις παραμελώντας την κύρια μπάντα του, με αποτέλεσμα οι Priest να του ζητήσουν τελικά να αποχωρήσει.
Το δεύτερο αφήγημα υποστηρίζει ότι το management της μπάντας και οι υπεύθυνοι της Columbia, της δισκογραφικής τους εταιρείας, δεν ήθελαν να ασχολείται ο Halford με άλλα μουσικά projects και έτσι του δήλωσαν πως, αν ήθελε να κάνει κάτι δικό του, θα έπρεπε να αποχωρήσει από το συγκρότημα γνωστοποιώντας το μάλιστα και με επιστολή, όπως και τελικά έγινε, οδηγώντας τον εμβληματικό τραγουδιστή επισήμως εκτός Judas Priest τον Σεπτέμβριο του 1992.

ΟΙ FIGHT ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ

    Ελεύθερος πλέον από κάθε περιορισμό, ο Rob Halford προχώρησε στο σχηματισμό του προσωπικού του συγκροτήματος, τους Fight, στρατολογώντας πιτσιρικάδες μουσικούς, εκτός από την θέση στα τύμπανα την οποία ανέλαβε ο φίλος του και ντράμερ των Judas Priest, Scott Travis (ο τελευταίος δεν αποχώρησε από τη μπάντα). Τα υπόλοιπα μέλη ήταν ο Jay Jay στο μπάσο και οι Russell Parrish και Brian Tilse στις κιθάρες. ΄
    Με όχημα αυτό το προσωπικό σχήμα, ο Halford θέλησε να πειραματιστεί μουσικά, εξερευνώντας καινούργια και πιο «ακραία» μουσικά πεδία, όπως το groove metal (ή neo-thrash/post-thrash) και το industrial,  που εκείνη την εποχή άρχισαν να έχουν ιδιαίτερη απήχηση στο metal κοινό. Ο νέος αυτός ήχος τον είχε ήδη εντυπωσιάσει από την εποχή της περιοδείας των Judas Priest για το Painkiller, όταν σε κάποιο κομμάτι της, είχαν ως support μπάντα τους Pantera οι οποίοι είχαν μόλις κυκλοφορήσει το άλμπουμ-θεμέλιο λίθο του groove metal, Cowboys from Hell, ενώ, λίγο καιρό μετά, κυκλοφόρησαν το επίσης κλασικό και επιδραστικό, Vulgar Display of Power.
    Το ντεμπούτο των Fight με τίτλο War of Words κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1993 και αποτελεί μια ιδανική μίξη του νέου metal ιδιώματος με αρκετά στοιχεία του κλασικού heavy metal. Τα κομμάτια του – τα οποία είναι συνθέσεις αποκλειστικά του Halford – έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του groove/neo-thrash metal, δηλαδή βαριά riffs, χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες, χαμηλότερες ταχύτητες και κοφτούς ρυθμούς, αλλά η χρήση «καθαρών» φωνητικών όπως και οι επιρροές από τους Judas Priest, δίνουν περισσότερη μελωδικότητα στις συνθέσεις, τις «λειαίνουν» και τις κάνουν περισσότερο «φιλικές» και αποδεκτές στους κλασικούς metal οπαδούς.
    Όσον αφορά την απόδοση των μελών, οι «βετεράνοι» του χώρου, Halford και Travis είναι άψογοι, ενώ εντυπωσιακή είναι και η δουλειά των δυο κιθαριστών, Parish και Tilse. Στην περίπτωσή τους, ο Rob έκανε έξυπνη επιλογή, φέρνοντας στο σχήμα του δυο πολύ καλούς παίκτες με διαφορετικό στυλ ο καθένας, που συνδυάζονται όμως ιδανικά: ο Tilse αναλαμβάνει τα πιο αιχμηρά και thrash solo, ενώ ο Parrish ειδικεύεται στα πιο μελωδικά και παραδοσιακά. Τέλειος είναι και ο μπασίστας Jay-Jay, ο οποίος αναλαμβάνει και τα δεύτερα, παραμορφωμένα φωνητικά καθώς και 1-2 γρυλίσματα (growls) σε ορισμένα τραγούδια.


ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

    Το άλμπουμ ανοίγουν δύο πολύ δυνατά κομμάτια: πρώτο έρχεται το “Into the Pit”, μια σχετικά γρήγορη σύνθεση που θυμίζει αρκετά Judas Priest και συγκεκριμένα το Painkiller και δεύτερο το “Nailed to the Gun”, αρκετά πωρωτικό, με φανταστικά εναλλασσόμενα σόλο και παραμορφωμένα δεύτερα φωνητικά από τον μπασίστα. Και τα δυο αυτά κομμάτια είναι από τα καλύτερα και πιο γνωστά του δίσκου και μάλιστα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο setlist των συναυλιών του Rob ακόμα και στη φάση που είχε διαλύσει τους Fight και είχε φτιάξει τους Halford. Ακολουθεί το αργό και πιο σκοτεινό “Life in Black”, με ένα εξαιρετικά μελωδικό σόλο και μετά το “Immortal Sin”, με βαρύ κουπλέ και ωραίο, μελωδικό ρεφρέν.
Σειρά για το ομώνυμο, “War of Words” του οποίου οι στίχοι περιέχουν και κάποια άρθρα του Συντάγματος των ΗΠΑ σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης, του τύπου και των συναθροίσεων, με το θέμα του κομματιού να είναι σαφώς επηρεασμένο από την δικαστική περιπέτεια που είχαν οι Priest λίγα χρόνια πριν, όταν είχαν κατηγορηθεί ότι το τραγούδι τους “Better by you, better than me” περιείχε υποσυνείδητο μήνυμα (“do it”) που οδήγησε δυο νέους στην αυτοκτονία μετά την ακρόασή του. Αρκετά αιχμηρό κομμάτι, με βαρύ, Panter-ικό riff και με τσιριχτά φωνητικά από τον Halford, που «φτύνει» με οργή τους στίχους.
Η ένταση πέφτει λίγο με τo ατμοσφαιρικό, μυστηριακό και με ανατολίτικη μελωδία, “Laid to Rest” το οποίο διαδέχεται η πιο Judas Priest στιγμή του δίσκου, η power μπαλάντα “For all Eternity”, που θυμίζει το κλασικό “Touch of Evil” από το Painkiller. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον  κομμάτι  - και πρώτο single του άλμπουμ - είναι το επόμενο, “Little Crazy”, με slide κιθάρες και heavy-blues ύφος ενώ στη συνέχεια έχουμε μια τριπλέτα-«θάνατο», τα “Contortion”, “Kill it” και “Vicious”, τρία, απλά στη δομή τους τραγούδια, εξαιρετικά βίαια, με επιθετικούς στίχους, ανελέητο drumming, λιγότερη μελωδία, αλλά περισσότερη ένταση και πώρωση. Ιδανικά για «ξύλο» σε metal club ή συναυλίες. Το άλμπουμ κλείνει με το “Reality – A New beginning”, έναν συνδυασμό της επιθετικότητας των Fight και της κλασικο-μεταλλικής, πιο μελωδικής πλευράς του Rob και με στίχους, κατά πάσα πιθανότητα, αυτοβιογραφικούς.
ΕΚΤΙΜΗΣΗ
To War of Words έκανε αξιοπρεπή πορεία, πουλώντας στις ΗΠΑ 200.000 κομμάτια και φτάνοντας μέχρι την θέση 83 του Billboard, ενώ το διάστημα 1993-1996, οι Fight έκαναν και κάμποσες εμφανίσεις, 130 τον αριθμό, σε αρκετές χώρες, με τις περισσότερες βέβαια να γίνονται στην Αμερική. Οι προσδοκίες για την εμπορική απήχηση των Fight ήταν μεγαλύτερες αλλά η μέτρια αποδοχή του άλμπουμ- παρότι ήταν το σχήμα ενός θεσμού του metal - ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι η πλειοψηφία των οπαδών των Judas Priest ξενέρωσε με την αποχώρηση του Halford από τη μπάντα και παράλληλα δεν ήταν ιδιαίτερα θερμοί να αποδεχτούν τους πειραματισμούς του Rob με καινούργια παρακλάδια του metal.
    Παρόλα αυτά, το War of Words δεν είναι κακό άλμπουμ, αντιθέτως είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα δουλειά , που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον σε όλη της τη διάρκεια, αρκεί ο ακροατής – κυρίως ο πιο «παραδοσιακός» - να του δώσει 2-3 προσεκτικά ακούσματα χωρίς προκαταλήψεις ώστε να μπει στο κλίμα του. Άπαξ και γίνει αυτό, το άλμπουμ ρολάρει μια χαρά και ακούγεται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος καθώς, κατά τη γνώμη μου , δεν έχει κάποιο αδύναμο σημείο ή κάποιο filler.
    Με αυτόν τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, ο Rob Halford, μπόρεσε να αποδεσμευτεί από τις διάφορες συμβατικές υποχρεώσεις που περιόριζαν την προσωπική του έκφραση και να πειραματιστεί μουσικά, όπως άλλωστε κάθε καλλιτέχνης δικαιούται να κάνει, αν το επιθυμεί.
Το War of Words αποτέλεσε γι’ αυτόν την αρχή μιας μουσικής εξερεύνησης σε νέα μουσικά πεδία, που ήταν απαραίτητη προκειμένου να εκτονώσει τις όποιες μουσικές του ανησυχίες και να μπορέσει να επιστρέψει μετά από μια δεκαετία, ήρεμος και ολοκληρωμένος μουσικά, στο συγκρότημα που τον ανέδειξε, τους Judas Priest.

ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

    Κυκλοφόρησαν το EP Mutations(1994) που περιλαμβάνει τέσσερα live κομμάτια και μερικά remixes τραγουδιών του War of Words.
To 1995, έβγαλαν το δεύτερο άλμπουμ τους, A small deadly Space το οποίο είναι βαρύτερο από το ντεμπούτο, πιο τραχύ, πιο σκοτεινό και με λιγότερη μελωδία. Το τελευταίο πιθανόν να οφείλεται και στο γεγονός ότι ο κιθαρίστας Russell Parish, υπεύθυνος για τις μελωδικές γραμμές στις κιθάρες του WoW, αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από τον Mark Chaussee. Το άλμπουμ είναι ελαφρώς πιο «δύσκολο» από το πρώτο, θέλει 1-2 επιπλέον ακροάσεις για να μπεις στο κλίμα, αλλά σε τελική ανάλυση, είναι αρκετά καλό, χωρίς να φτάνει βέβαια στο επίπεδο του ντεμπούτου. Οι Fight, ετοίμαζαν και τρίτο άλμπουμ, όμως η Epic έλυσε το συμβόλαιο μαζί τους, πιθανόν λόγω της εμπορικής αποτυχίας του A small deadly space και έτσι η μπάντα διαλύθηκε.


TRIVIA
- Ο κιθαρίστας Russell Parish, παίζει πλέον, με το όνομα Satchel, στην σατιρική glam metal μπάντα, Steel Panther. Παρεμπιπτόντως, πρόκειται για ένα αρκετά καλό συγκρότημα, που θα το απολαύσει δεόντως όποιος δεν έχει political correct και woke κολλήματα λόγω των σεξουαλικών του, σχεδόν πορνό, στίχων.






ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ



29/11/23

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου