ROBERT PLANT: ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ZEPS (1980-1984)


 Robert Plant - I was 32 when John [Bonham] passed away…People used to say to me, ‘Well, you must have done enough now?’ Enough of fucking what? ‘Enough to retire!


Ο Δημήτρης Τσουγκράνης ακολουθεί την πορεία του Robert Plant μετά την διάλυση των Led Zeppelin ως τις αρχές του 1984. Μια κομβική τριετία, όπου ο μεγάλος ερμηνευτής θα διαμορφώσει τον μουσικό χαρακτήρα που θα ακολουθήσει πιστά έκτοτε.
Μετά τον θάνατο του Bonham, ο μάνατζερ των Zeppelin, Peter Grant σχεδιάζοντας την επόμενη μέρα θα προσεγγίσει τους Plant και Page, προτείνοντας την δημιουργία ενός supergroup με τους Chris Squire (μπάσο) και Alan White (ντραμς) και οι δύο πρώην μέλη των Yes. Το σχήμα μάλιστα θα ονομαζόταν XYZ από το Ex – YES και Led Zeppelin. O Page είχε κάποιες επαφές με τους δύο μουσικούς, ενώ ο Plant αγνόησε εντελώς την πρόταση για συνεργασία.
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ HONEYDRIPPERS
Όπως είχε κάνει και λίγο χρόνια πριν με τον  θάνατο του γιού του, ο Plant θα αποσυρθεί σε μια φάρμα στο Jennings προκειμένου να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Τον είχε παροτρύνει ο στενός του φίλος και συνεργάτης (ήταν μηχανικός ήχου) Benjamin 'Benji' Lefevre, ο οποίος είχε αποσυρθεί ήδη στην φάρμα. Εκεί ο Lefevre θα μετατρέψει έναν αχυρώνα   σε mini studio και θα τον πείσει να χρησιμοποιήσει τον χώρο, τζαμάροντας με μουσικούς της περιοχής.
Πρώτοι την είσοδο θα περάσουν οι Andy Silvester (μπάσο/κιθάρα) και ο πολύ καλός κιθαρίστας Robbie Blunt. Και με τους δύο ο Plant γνωριζόταν από τα ‘60s. Σε αυτές τις μουσικές συναντήσεις θα προστεθούν και Jim Hickman (μπάσο), Kevin O’ Neil (ντραμς, Ricky Cool φυσαρμόνικα  και ο Keith Evans στο σαξόφωνο. Αυτοί είναι οι πρώτοι Honeydrippers και χρονικά βρισκόμαστε στις αρχές του 1981.
Κατά το πρότυπο των παλιών blues και rock ‘n roll σχημάτων δημιουργήθηκε έτσι μια κολεκτίβα καλλιτεχνών, όπου όλοι ήταν ίσοι μεταξύ τους με τον Plant να αισθάνεται περισσότερο ελεύθερος από ποτέ! Έχοντας πλέον απαλλαγεί από το βάρος του ονόματος των Led Zeppelin, μπορούσε να παίζει ό,τι μουσική ήθελε. Ονόμασε το συγκρότημα Honeydrippers (No 56 Μ.Βρετανία, Νο 5 Αμερική) προς τιμήν του διάσημου blues πιανίστα, Roosevelt Sykes, του οποίου το παρατσούκλι ήταν Honeydripper.
Μάλιστα ο Plant ήρθε σε επαφή με τον τοπικό promoter Roy Williams ζητώντας του να κλείσει κάποιες ζωντανές εμφανίσεις του σχήματος σε μικρούς χώρους, θέτοντας δύο όρους! Δεν θα έπαιζαν νοτιότερα του Watford, πόλης που ήταν στα περίχωρα του Λονδίνου και δεν επέτρεπε να διαφημίζεται το όνομά του στο promotion των live!
Το σχήμα έκανε την πρώτη του ζωντανή εμφάνιση στο πανεπιστήμιο του Keele και στους επόμενους 4 μήνες ακολούθησαν και άλλες εμφανίσεις σε μικρά club! Η ατμόσφαιρα ήταν οικογενειακή με τα μέλη του συγκροτήματος να μετακινούνται από πόλη σε πόλη με φορτηγό και να μένουν σε όποιο ξενοδοχείο έβρισκαν διαθέσιμο. Ο Plant αισθανόταν ανανεωμένος χωρίς να ενδιαφέρεται για το ότι έως λίγο καιρό πριν κυκλοφορούσε μόνο με λιμουζίνες! Οι Honeydrippers έκαναν συνολικά 15 εμφανίσεις έως τις 15 Ιουνίου του 1981, εξυπηρετώντας ωστόσο τον σκοπό τους! Ο Plant είχε ανασυντάξει τις δυνάμεις του και είχε αποφασίσει για τον καλλιτεχνικό προσανατολισμό που θα ακολουθούσε έκτοτε! Εδώ μπαίνει τελεία στην καριέρα των πρώτων Honeydrippers.
ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΙΣΚΟ



Το 1981 όταν στη μουσική κυριαρχούσε η electro-pop συγκροτημάτων όπως οι New Romantics, οι Depeche Mode, οι Soft Cell κ.α., ο Plant, ήταν μόλις 33 ετών κι ανήκε  μουσικά σε μια παλαιότερη γενιά. Θέλησε να πειραματιστεί εντάσσοντας στοιχεία του νέου ήχου στο επόμενο μουσικό του εγχείρημα και σύντομα άρχισε να δίνει μορφή σε αυτές τις ιδέες συνεργαζόμενος με τον Robbie Blunt, το μόνο μέλος των Honeydrippers, που είχε κρατήσει.
Αν και στην αρχή ήταν δύσκολο για τον Plant να μάθει να συνεργάζεται με άλλους συνεργάτες μετά τους Zeppelin, σύντομα θα επιστρέψει με τους Blunt και LeFevre στο studio στο Jennings Farm εντάσσοντας στην ομάδα και τον οργανίστα  Jazz Woodroffe. Η οικογενειακή αυτή ατμόσφαιρα θα ενισχυθεί και από την έλευση του 15χρονου τότε Jason, γιου του μεγάλου John Bonham. Η πρώτη σύνθεση που ολοκλήρωσαν ήταν το «Fat Lip», ένα κομμάτι βασισμένο στις blues επιρροές του μεγάλου ερμηνευτή με το οποίο θέλησε να αποτίσει φόρο τιμής στον Bonzo!
Ο manager του (Peter Grant) αλλά και η Atlantic αγνοούσαν εντελώς το νέο εγχείρημά του. Ο Plant μάλιστα το καλοκαίρι του 1982 θα μισθώσει τα Rockfield Studios και εν μέσω συνεχών αλλαγών στους μουσικούς που τον πλαισίωναν, με κυριότερη την έλευση του Paul Martinez (μπάσο) και του θεού Cozy Powell στα ντραμς, θα ηχογραφήσει δύο κομμάτια. Πριν από τον Powell είχε περάσει και ο Simon Kirke των Bad Company, ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να δέσει με το σχήμα. Τα υπόλοιπα κομμάτια θα ηχογραφηθούν με τον τεράστιο Phil Collins στα ντραμς, ο οποίος μέσα σε μόλις τρεις μέρες ολοκλήρωσε τα μέρη του. Αν και ο Plant χρηματοδότησε το εγχείρημα, υπήρχε πραγματική ελευθερία έκφρασης για όλους. Οι συνθέσεις βασίστηκαν σε ιδέες κυρίως των Jezz Woodroffe και Robbie Blunt, τις οποίες ο Plant ανέπτυξε δίνοντας την οριστική μορφή στα κομμάτια!


Το άλμπουμ Pictures at Eleven σηματοδοτεί την νέα αρχή για τον Plant, την συναισθηματική κατάσταση στην οποία περιήλθε μετά τον θάνατο του Bonham και τον πόθο του να απαλλαγεί από το βάρος της κληρονομιάς των Zeppelin! Yπάρχουν φυσικά και στιγμές που παραπέμπουν στους Zeps με εμφανέστερες αυτές στο Slow Dancer, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου με την ανατολίτική μελωδία προήλθε από το αραβικό τραγούδι «Leylet Hob» (Night of Love), που είχε ερμηνεύσει η διάσημη Αιγύπτια τραγουδίστρια Oum Kalsoum. Το τραγούδι είχε ακούσει ο Plant, είχε γράψει σε μια κασέτα όταν είχε επισκεφθεί το Μαρόκο το 1972 και το χρησιμοποίησε την κατάλληλη στιγμή.
Με το πέρας της ηχογράφησης ο Plant κάλεσε τον Peter Grant και τον Phil Carson, (επικεφαλής της Atlantic Records στο Ηνωμένο Βασίλειο) για να ακούσουν το Pictures at Eleven. Κανείς δεν έδειξε ενθουσιασμένος με την ακρόαση του νέου album αλλά και με τους μουσικούς που συμμετείχαν στο εγχείρημα. Οι Grant και Carson επεδίωκαν την επιστροφή του Plant στον ήχο των Zeppelin και την συνεργασία του με γνωστά ονόματα, προκειμένου να υπάρξει μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Ο Plant άκουσε την άποψή τους, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν ήδη τεταμένες από την εποχή των Zeppelin. Ο Grant απέδιδε όλα τα εύσημα στον Page θεωρώντας υποστηρικτικό τον ρόλο του Plant, μια κατάσταση στην οποία ο Plant δεν ήθελε με τίποτα να επιστρέψει. Οι Grant και Carson δεν ήθελαν καν να κυκλοφορήσουν το album σε βαθμό που ο Plant θεωρούσε ότι ο Grant σαμπόταρε το εγχείρημα.
Μετά την επιστροφή του στα Rockfield Studios θα αλλάξει εντελώς η θέση του απέναντι στους συνεργάτες του. Έως τώρα ήταν μια κολεκτίβα καλλιτεχνών, οι οποίοι είχαν απόλυτη ελευθερία λόγου και μοιράζονταν τα κέρδη. Μάλιστα στο πλαίσιο αυτό ισότητας το σχήμα θα ονομαζόταν The Band, πριν ο Plant δώσει το δικό του όνομα, με τον τίτλο του άλμπουμ να προέρχεται από μια έκφραση που χρησιμοποιείται στις ειδήσεις της αμερικάνικης τηλεόρασης για να προδιαφημίσουν ένα ρεπορτάζ που θα πρόβαλλαν στις 11 το βράδυ.
Ο Plant όντας περήφανος για το Pictures at Eleven(1982, Νο 2 Μ.Βρετανία,Νο 5 Αμερική), γνωστοποίησε τις προθέσεις του στέλνοντας μια κόπια στον Page, που τότε δούλευε στο soundtrack του Death Wish και στον John Paul Jones σηματοδοτώντας συμβολικά το τέλος του μεγάλου συγκροτήματος. Ο Plant ήθελε να βγει σε περιοδεία όμως το υλικό από ένα μόνο album δεν επαρκούσε μιας και ήταν αποφασισμένος να μην παίξει κομμάτια των Zeppelin! Υπό αυτές τις συνθήκες το συγκρότημα θα ξεκινήσει την προετοιμασία για το δεύτερο άλμπουμ του.
Η μόνη προσθήκη ήταν η έλευση του Barriemore Barlow (πρώην Jethro Tull), ο οποίος θα μοιραζόταν την θέση του ντράμερ με τον Phil Collins. Το καλοκαίρι του 1982 το σχήμα θα διαμείνει σε ένα ξενοδοχείο στην Ibiza, που τους παραχωρήθηκε εξολοκλήρου. Την πολύ καλή ατμόσφαιρα  άρχισε να διαταράσσει η  αλλαγή στη συμπεριφορά του Plant. Άρχισε να γίνεται απαιτητικός σε βαθμό απελπισίας, ενώ επέβαλλε την γνώμη του στους συνεργάτες του χωρίς να δέχεται καμιά απολύτως αντίρρηση! Είχε γίνει αυτό για το οποίο κατηγορούσε τον Page την εποχή των Zeppelin!
Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο όπου ανάγκασε τον Robbie Blunt να παίξει πολλές φορές ένα solo στην κιθάρα, ενώ ειρωνευόμενος του ζήτησε αντί για Fender να χρησιμοποιήσει Gibson Les Paul, όπως ο Page. Ήταν τόσες οι φορές που τον ανάγκασε να παίξει το solo, ώστε αναγκάστηκε ο LeFevre να παρέμβει λέγοντας ότι είναι οκ.

 Kαμμιά ωστόσο από τις εντάσεις αυτές δεν θα αποτυπωθεί στο Principle of Moments (1983, Νο 7 Μ.Βρετανία, Νο 8 Αμερική) που ήταν ένα ακόμα βήμα απομάκρυνσης από τον ήχο των Led Zeppelin, όντας πιο εκλεπτυσμένο και ήπιο από τον προκάτοχό του. Ο Plant προσπαθούσε να συμβαδίσει με τον ήχο της εποχής αρνούμενος να επιστρέψει στις blues rock καταβολές του παρά τις προτάσεις των συνεργατών του.
Το κομμάτι που ξεχώρισε από τον δίσκο δεν είναι άλλο από το «Big Log» μια σύνθεση των Plant, Blunt και Woodroffe, η μελωδία του οποίου γράφτηκε στην κιθάρα και θυμίζει περισσότερο Police παρά Zeppelin! To single ανέβηκε στο Top Ten και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού το καλοκαίρι του 1983.
Το συγκρότημα με τον Phil Collins στα ντραμς θα ξεκινήσει την περιοδεία από την Βόρεια Αμερική παίζοντας σε χώρους όπου ο Plant είχε μεγαλουργήσει με τους Zeppelin όπως το Madison Square Garden στη Νέα Υόρκη και το Forum στο LA. Η περιοδεία κύλησε πολύ καλά με τον Plant έχοντας εμπιστοσύνη στο υλικό της μπάντας του να μην παίζει κομμάτια των Zeppelin! Στην περιοδεία αυτή ο Plant έδειξε τον καλύτερο εαυτό του. Ήταν πολύ πιο ανθρώπινος έχοντας αποτινάξει τον μανδύα του θεού του ροκ.
Σύντομα όμως θα ανακάλυπτε πως δεν θα μπορούσε να απαλλαγεί από το φάντασμα των Zeppelin! Την εμφάνιση στο Madison Square Garden παρακολούθησε και ο Jimmy Page με τον Plant να τον καλεί στο τέλος να ανέβει στην σκηνή. Όπως έχει δηλώσει και ο Woodroffe, όταν ανέβηκε ο Page ξεχάστηκαν αυτομάτως οι δύο ώρες που το συγκρότημα είχε παίξει στην σκηνή. Ο Plant εξάλλου διαπίστωσε ότι όσο καλός κιθαρίστας και αν ήταν ο Blunt, δεν μπορούσε να υπάρξει μέτρο σύγκρισής με τον Page.


Τον Χειμώνα του ιδίου έτους στο Βρετανικό σκέλος της περιοδείας ο John Paul Jones θα ανέβει στην σκηνή με τον Plant στην εμφάνισή του στο Colston Hall του Bristol, ενώ ο Page θα βρεθεί και πάλι με τον πρώην συνοδοιπόρο του στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου. Οι εμφανίσεις αυτές θα κλείσουν θριαμβευτικά τα τρία σημαντικότερα χρόνια της προσωπικής καριέρας του μεγάλου ερμηνευτή. Σύντομα η νέα μουσική κατεύθυνση, που ήθελε να ακολουθήσει ο Plant, με τα  πλήκτρα να πρωταγωνιστούν επρόκειτο να διασαλεύσουν την ειρήνη μέσα στην μπάντα!

ΟΙ…ΓΝΩΣΤΟΙ HONEYDRIPPERS


Με το πέρας της περιοδείας τον Φεβρουάριο του 1984, ο Plant θα αποδεχτεί την πρόταση του Προέδρου της Capital Records, Ahmet Ertegun κυκλοφορώντας ένα EP με αγαπημένα κομμάτια της δεκαετίας του ’50 στο οποίο συμμετείχαν οι θεοί Jeff Beck και Jimmy Page! Μαζί τους, οι Ernest Chataway που ήταν ο αρχικός κιθαρίστας των Judas Priest(!) τη διετία 1969-1970 και πέθανε το 2014 και ο Nile Rodgers, ιδρυτικό μέλος του disco συγκροτήματος των Chic και πετυχημένος παραγωγός με τον David Bowie (Let’s Dance), Madonna (Like a Virgin), INXS (Original Sin), Duran Duran (Reflex, Notorious) κ.α. Στην ίδια παρέα συμμετείχαν και οι Paul Schaffer πλήκτρα, Wayne Pedzwater μπάσο και ο σπουδαίος jazz ντράμερ Dave Weckl. Ο μόνος τρόπος να καταλάβουμε πως αυτοί οι πολλοίς καλοί αλλά ανομοιογενείς μουσικοί βρέθηκαν μεταξύ τους, είναι το γεγονός ότι το project προέρχεται από τη θέληση του προέδρου της δισκογραφικής εταιρείας Warner, Ahmet Ertgun για ένα tribute στα αγαπημένα του rhythm and blues τραγούδια της δεκαετίας του 50!


Σαν πρώτο single (σ.σ. δηλαδή τραγούδι που θα έστελναν στους ραδιοσταθμούς για να το παίξουν) είχαν επιλέξει το "Sea of Love" το οποίο έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία για την Αμερική στην καριέρα του Robert Plant στους μικρούς δίσκους αφού έφθασε στο Νο 3 του αμερικάνικου chart και στο Νο 56 του βρετανικού! Αρχικά σαν πρώτο single είχε επιλεγεί το "Rockin' at Midnight" που ήταν στη Β πλευρά του "Sea of Love" αλλά όλοι οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί έπαιζαν το "Sea of Love" (Νο25 Αμερική). Η επιτυχία του θορύβησε τον Plant γιατί φοβήθηκε ότι ο κόσμος θα θεωρούσε ότι άφησε τη rock καριέρα του για να τραγουδιστής "crooner"! Γι αυτό όταν μετά από χρόνια του προτάθηκε να συμμετάσχει στο Volume Two, αρνήθηκε και δεν κυκλοφόρησε ποτέ! Το άλμπουμ επανακυκλοφόρησε remastered το 2007 με ένα επιπλέον τραγούδια ηχογραφημένο live.


TRIVIA
• Με τη λέξη Crooner, οι αμερικάνοι χαρακτηρίζουν τους άνδρες τραγουδιστές  jazz μουσικής που συνοδεύονται από ορχήστρα, big band ή πιάνο. Crooners είναι οι Frank Sinatra ο οποίος δεν δέχτηκε ποτέ αυτό τον όρο, ο Bing Crosby, Dean Martin, Paul Anka,  Engelbert Humperdinck αλλά και ο Julio Iglesias.
• O Ahmet Ertegun γεννήθηκε το 1923 στην Κωνσταντινούπολη και σε μικρή ηλικία πήγε στην Αμερική ακολουθώντας τον πατέρα του που έγινε πρέσβης της Τουρκίας στην Washington. Σπούδασε και εξελίχθηκε σαν μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες  της αμερικάνικης δισκογραφίας, φθάνοντας να γίνει συνιδρυτής και πρόεδρος της Atlantic Records αλλά και του Rock and Roll Hall of Fame. Μεγάλη αγάπη του ήταν η rhythm blues μουσική αλλά και το ποδόσφαιρο (Soccer) αφού ίδρυσε την ομάδα New York Cosmos soccer team στην οποία έπαιξε κι ο Πελέ και την original North American Soccer League. Σκοτώθηκε σε ηλικία 83 ετών όταν στις 29 Οκτωβρίου 2006, παρακολουθώντας τη συναυλία των Rolling Stones στο Beacon Theatre, γλίστρησε κι πέφτοντας χτύπησε στο κεφάλι του. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο αλλά δεν άντεξε και πέθανε.
 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΘΓΚΡΑΝΗΣ

26/12/21

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου