HELLOWEEN (1991-1993): ΜΕ ΧΑΛΑΣΜΕΝΗ ΠΥΞΙΔΑ

Ήταν 8 Νοεμβρίου 1988 στο Birmingham όταν ο Kai Hansen μοιραζόταν για τελευταία φορά την ίδια σκηνή με τους Helloween. Η απόφασή του για να αποχώρησή ήταν ειλημμένη και κοινοποιημένη στα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, από την εποχή που ηχογραφούσαν τα τραγούδια του Keeper of the Seven Keys: Part II(1988)! Αυτό ήταν το τελευταίο studio άλμπουμ που ηχογράφησε μαζί τους, ενώ ακολούθησε το Live in the U.K. (1989) που είχε ηχογραφηθεί κατά τη διάρκεια της Βρετανικής περιοδείας στο Edinburgh Playhouse στη Σκοτία, εκτός του  "I Want Out" που ηχογραφήθηκε στο Manchester Apollo της Αγγλίας. Έχουν  ακουστεί πολλά για την αποχώρηση του Hansen με κυριότερο τις σχέσεις του με τον έτερο κιθαρίστα Michael Weikath. Σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Hansen, οι βασικές αιτίες ήταν οι εκτεταμένες περιοδείες, η διάλυση της σχέσης του, η απομάκρυνση όλων εκείνων που τον έδεναν με το σπίτι και τους οικείους του. Αιτίες που τον οδήγησαν στο ποτό και την ψυχολογική διάλυση. Και βέβαια όλα αυτά είχαν τις επιπτώσεις του στις μεταξύ τους σχέσεις και στη γενική εικόνα τους. Από εκεί και πέρα, όλα ήταν αρνητικά. Ο Hansen συμμετέχει στο ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας και αποχωρεί πριν ξεκινήσει η αμερικάνικη και γιαπωνέζικη, με τον Michael Weikath να ψάχνει αντικαταστάτη. Θυμάται ένα συμπολίτη του από το Αμβούργο, τον Roland Grapow, που τον είχε δει να παίζει με το συγκρότημά του, τους  Rampage και να έχει ένα πολύ ενδιαφέρον στυλ, με πολλά μελωδικά στοιχεία. «Έπαιζε άνετα, Toto, Reo Speedwagon και metal. Είχε ένα ύφος που μπορούσε να ταιριάξει μαζί μας. Ο Grapow, ήταν απογοητευμένος από την μουσική του καριέρα κι όπως έχει δηλώσει, αν δεν είχε την πρόταση των Helloween, είχε πάρει απόφαση να εγκαταλείψει τη μουσική! Έχοντας την παραίτηση του Hansen στα χέρια τους, οι Helloween τον καλούν για μια πρόβα 5 τραγουδιών για να τον προσλάβουν λίγο αργότερα και να φύγει μαζί τους στην αμερικάνικη και γιαπωνέζικη περιοδεία. Οι Helloween ήταν πλέον οι Michael Kiske τραγούδι, Michael Weikath και Roland Grapow κιθάρες, Markus Grosskopf μπάσο και Ingo Schwichtenberg ντραμς.
Καμιά φορά δεν καταλαβαίνουμε  τι στιγμές ζούμε κι αυτό γίνεται κατανοητό χρόνια αργότερα. Κάτι τέτοιο συνέβη και στους Helloween, που εκείνη την περίοδο είχαν κυκλοφορήσει 2 από τα καλύτερα power metal άλμπουμ, τα Keeper of the Seven Keys: Part I (1987) και  Part II (1988), άλμπουμ που δεν έχουν ξεπεραστεί. Η επιτυχία τους, τους προσφέρει ένα καλό συμβόλαιο στην EMI και με manager τον Rod Smallwood (των Iron Maiden), οι Helloween φαντάζουν σαν τη μεγαλύτερη metal ελπίδα. Και ήταν! 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΞΕΚΙΝΟΥΝ

Chris Tsagarides


Μόνο που τώρα αρχίσαν τα προβλήματα. Το συγκρότημα ήθελε να δουλέψει τα καινούργια τραγούδια του με τον Tommy Hansen με τον οποίο είχαν δουλέψει και στα δύο Keys αλλά ο Smallwood τους επέβαλε τον Chris Tsagadides. “Τον θυμάμαι να μάς παρακαλάει γονατιστός να δουλέψουμε με τον Tsagarides, λέγοντας ότι ήταν η καλύτερη λύση για την παραγωγή» θυμάται ο Weikath. «Επέμενα για τον Newton αλλά οι υπόλοιποι συμφώνησαν να πάμε με τον Tsadarides, ο οποίος είχε μεγάλη φήμη έχοντας δουλέψει στο άλμπουμ των Thin Lizzy Thunder and Lighting και μόλις είχε τελειώσει το Painkiller των Judas Priest. Από την πλευρά του, ο Tsagarides θυμάται ότι μόλις είχε τελειώσει το Painkiller και του τηλεφώνησε ο manager του για να του μεταφέρει το ενδιαφέρον των Helloween. “Μού άρεσαν τα δύο Keeper και τα μέλη των Priest μου είπαν ότι οι Helloween είναι ένα καλό συγκρότημα. Κι έτσι συμφώνησα». Ο Smallwood ήξερε ότι ο Tsagarides θα άλλαζε κάποια πράγματα στον ήχο τους αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν(καθόλου) αυτό που περίμεναν. Βέβαια σε αυτό δεν έφταιγε ο παραγωγός αλλά οι συνθέτες των τραγουδιών, εν προκειμένω οι Kiske, Grapow και Weikath. Οι Helloween είχαν μάθει με τον τρόπο δουλειάς του Newton και δεν μπόρεσαν να συγχρονιστούν με αυτόν του Tsagarides και σε τελική ανάλυση είχαν εντελώς διαιρετική φιλοσοφία. «Εμείς κάναμε ένα pre production στάδιο στο άλμπουμ, τακτική που δεν ακολουθούσε ο Tsagarides και σύντομα καταλάβαμε ότι έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί μαζί του. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο  σφάλμα έκανε ο Smallwood που έπρεπε να ήξερε τον τρόπο δουλειάς μας» λέει ο Weikath. Με τον Weikath συμφωνεί κι ο Kiske  που λέει «με τον Newton δεν φοβόμαστε να κάνουμε καινούργια πράγματα  και περνάγαμε καλά στο studio. Ο Tsagarides έδιωξε οποιαδήποτε δημιουργικότητα από την ώρα που άκουσε τα demos”. O Tsagarides θυμάται ότι δεν έκαναν κανένα pre production στάδιο, άκουσε τα τραγούδια, τα ηχογράφησε στο DAT του και την επομένη άρχισαν να τα ηχογραφούν στο PUK studio της Δανίας, ένα από τα πλέον άρτια studio στην Ευρώπη με σάουνα, πισίνα και διαμερίσματα, ότι επιθυμούσε ένας rock star της εποχής. Βέβαια είχε ένα σημαντικό πρόβλημα, ότι ήταν στη μέση του πουθενά και έπρεπε να πληρώσεις 100€ taxi για να πας στην πόλη, που λεγόταν Randers και με τους κατοίκους να μην είναι οι πλέον φιλικοί.  Μαζί με τους Helloween, σε διπλανό studio δούλευαν και οι Sisters of Mercy το άλμπουμ τους Vision of Thing (1990) και σε μια κοινή έξοδο του Weikath με τον κιθαρίστα Andreas Bruhn στο Randers, οι ντόπιοι στο club της πόλης δεν ήταν καθόλου φιλικοί και έφυγαν άρον άρον! Σύμφωνα με τον Weikath αντιμετώπισαν ένα άλλο πρόβλημα με το studio που βρισκόταν σε ένα χωράφι με σιτάρι, το οποίο το ψέκαζαν με φυτοφάρμακα με αποτέλεσμα ο ψεκασμός να περνά μέσα στο studio και να γίνεται ενοχλητικό κι επικίνδυνο. Ο Tsagarides λέει ότι ο Kiske ήταν αυτός που επέλεξε το studio, γιατί προτιμούσε κάθε καινούργιο, υποστηρίζοντας ότι ήταν ένα πολύ μοντέρνο studio. Από την πλευρά του ο Kiske διαψεύδει αυτή τη θέση του παραγωγού του, λέγοντας ότι δεν γνώριζε καν την ύπαρξη του PUK! Μύλος. Πάντως ο Tsagarides μιλάει με τα καλά λόγια για τα μέλη των Helloween, χαρακτηρίζοντας τους καταδεκτικούς και κάνοντας καλή σχέση με τον μπασίστα Markus Grosskopf μπάσο και τον ντράμερ Ingo Schwichtenberg . Αντίθετα, λέει όταν ο Kiske έγραφε κάτι, κανείς δεν έκανε καμία αλλαγή, με τον Kiske να έχει άλλη απόψη. Το συγκρότημα είχε τρεις μουσικούς που έγραφαν: Τους  Kiske, Grapow και Weikath. Όλα αυτά δείχνουν τι απόσταση υπήρχε μεταξύ Tsagarides και συγκροτήματος, απόσταση που πήρε ακόμα μεγάλυτερη τροπή από ποια μάρκα ενισχυτές θα χρησιμοποιούσαν  (σ.σ. ο Tsagarides ήθελε τους Hi Watt) για να φθάσουμε στην επιλογή του πρώτου single, που σύμφωνα με τον παραγωγό έπρεπε να ήταν το "Heavy Metal Hamsters", του οποίου οι στίχοι αναφέρονται στον τρόπο ζωής των rock stars. Όμως το συγκρότημα το προόριζε σαν b side σε κάποιο single κι όχι σαν πρώτο single για να προωθήσου το δίσκο. Και πάλι μεγάλη διάσταση απόψεων.


Χρόνια μετά, οι Weikath και Kiske λένε ότι ο Tsagarides επέμενε να συμπεριλάβουν το τραγούδι στο άλμπουμ γιατί….περιείχε τις λέξεις Heavy Metal στον τίτλο. Τελικά, σαν πρώτο single επέλεξαν το "Kids of the Century" που σαν μελωδία και τραγούδι δεν ήταν κακό, αλλά όλο το άλμπουμ, αρχής γενομένης από το εξώφυλλο ήταν μέτριο. Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, είναι δυνατόν να έχεις κάνει εξώφυλλα σαν τα τρία προηγούμενα, (άφησα έξω το EP), και να παρουσιάζεις αυτό το …περίεργο της Hipgonis που με ΚΑΝΕΝΑ τρόπο δεν ταιριάζει μες τον ήχο και την αισθητική των Helloween. Για να λέμε τα πράγματα όπως είναι, καμία δισκογραφική εταιρεία και κανένας παραγωγός δεν μπορεί να φτιάξει μια μέτρια σύνθεση. Και το Pink Bubbles Go Ape (1991, Νο 32 Γερμανία, Νο 41 Μ.Βρετανία) είχε μόνο μέτρια τραγούδια. Με 3 χρόνια απόσταση να το χωρίζει από το Keeper of the Seven Keys: Part II, το Pink Bubbles Go Ape δεν έκανε γκέλα (sic) στους fans κι ας προσπάθησε η EMI να το προωθήσει με πλούσια cd single και διπλές εκδόσεις. Ήταν φανερό ότι άλλο ήθελαν να ακούσουν οι fans κι άλλο άκουσαν! Εδώ που τα λέμε, είναι πολύ δύσκολο για ένα καλλιτέχνη να κρατήσει το ίδιο επίπεδο με τον προηγούμενο πολύ πετυχημένο δίσκο του. Από την πλευρά του ο Tsagarides βγάζει απ΄έξω την ουρά του, λέγοντας το Σολομώντειο, «Τραγούδι με τραγούδι, το άλμπουμ ήταν καλό, σε γενικό σύνολο το μπορούσαμε καλύτερα".
ΠΩΣ ΚΑΤΕΛΗΞΑΝ ΣΤΟΝ ΤΙΤΛΟ
O Weikath θυμάται ότι στη διάρκεια των ηχογραφήσεων, τον πλησίασε ο Kiske και του είπε ότι μετά την εμπορική επιτυχία των δύο Keepers, μπορούν να κάνουν πράγματα  που δεν θα έκανα παλαιότερα. Γιατί λοιπόν να μην ονομάσουν το άλμπουμ Pink Bubbles»;. Κι ο Weikath το πήγε ακόμα μακρύτερα «ας το ονομάσουμε το Pink Bubbles Go Ape». Ας μην απορώ λοιπόν με το σουρεαλιστικό εξώφυλλο που σχεδίασε η Hipgnosis και οι Helloween ήταν αυτοί που την πλησίασαν για να δουν αν ενδιαφέρονται! Πάντως, μετά από 30 χρόνια ακόμα να το χωνέψω!
Μετά από όλα αυτά τα… ευχάριστα, ήταν αδύνατον να αποφύγουν μια νομική σύγκρουση με την Noise που προσπάθησε να σταματήσει το δίσκο, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν καινούργιο υλικό, αν δεν περάσουν 3 χρόνια από το προηγούμενο άλμπουμ. Και δεν έφθανε αυτό, δεν μπορούσαν να κλείσουν εμφανίσεις για να προωθήσουν το δίσκο αν δεν λυνόταν το θέμα με τη Noise!  
ΑΠΟ ΤΟ PINK BUBBLES GO APE ΣΤΟ CHAMELEON
Δύο ολόκληρα χρόνια μετά το Pink Bubbles Go Ape, στην αγορά εμφανίζεται το εξ ίσου απογοητευτικό Chameleon (1993, Νο 35 Γερμανία) που είναι το τελευταίο άλμπουμ με τον Michael Kiske αλλά και τον ντράμερ Ingo Schwichtenberg, που έθεσε τέλος στη ζωή του. Την παραγωγή ανέλαβαν οι ίδιοι, ο Tommy Hansen κι ο Michael Tibes. Κι εδώ το συγκρότημα ακούγεται απροσανατολισμένο, προσθέτοντας ακόμα και πνευστά στα τραγούδια κι απογοητεύοντας τους fans τους, στην προσπάθεια του να διαχωρίσει τη θέση του από το προηγούμενο άλμπουμ και να αλλάξει τις ενορχηστρώσεις του. Στο ένθετο της επανέκδοσης της Castle του 2006, ο Weikath  αναφέρει «ότι ήθελαν να κάνουν ένα επαναστατικό άλμπουμ σαν το White Album των Beatles για να μπαλώσει πιο κάτω την υπερβολή, λέγοντας ότι ήθελαν να κάνουν ένα προχωρημένο άλμπουμ όπως οι Sweet με το Level Headed”!!!!  Πρώτο single (σ.σ. χρονικά βρισκόμαστε σε μια εποχή που το βινύλιο χάνεται και επικρατεί το cd και τα cd singles)ήταν το "When the Sinner" (εδώ στο ρεφρέν ακούγονται πνευστά, αλλά όχι ενοχλητικά). Ακούγοντας ξανά και ξανά το Chameleon δύσκολα βρίσκεις καλά τραγούδια, ακόμα και το “Giants” που οι στίχοι του μιλούν για τη νομική αντιδικία μεταξύ Noise και EMI ή των "Windmill" και "I Don't Wanna Cry No More" που επίσης κυκλοφόρησαν σε cd single αλλά ήταν απογοητευτικά.

 
Εκείνη την εποχή, η μετεγραφή τους από την metal Noise στην πολυεθνική EMI δημιούργησε ένα κύμα μετεγραφών metal συγκρτοημάτων, από τις μικρές και ανεξάρτητες εταιρείες, στις πολυθενικές. Βέβαια εκείνο το ερώτημα που τέθηκε αμέσως ήταν αν οι μεγάλες εταιρείες είχαν τη δυνατότητα να προωθήσουν ένα τόσο συγκεκριμένο είδος όταν στο roster τους (σ.σ. τότε το λέγαμε στο ρεπερτόριο τους) έχουν τόσα πολλά και εντελώς διαφορετικά συγκροτήματα. Θέλει ειδικό άνθρωπο που να ξέρει τι εστί metal για να αςσχοληθεί μαζί τους κι όχι τον ίδιο τον label manager που προωθεί τους pop, dance, rock κλπ καλλιτέχνες. Κι αυτή ημετακίνηση δεν αφορούσε μόνο τους Helloween αλλά και τους Metallica, Anthrax κ.α. που υπέγραψαν σε πολυεθνικές και συνέχισαν την καριέρα τους. Στους Helloween δεν βγήκε και μετά από αυτά τα 2 άλμπουμ, συνέχισαν στην Raw Power/Castle με τους οποίους μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Πάντως τα κεντρικά γραφεία των πολυεθνικών εταιρειών, μετά την υπογραφή κάποιων ονομάτων του χώρου, άρχισαν να προσλαμβάνουν "ειδικούς" ανθρώπους για το heavy promo /marketing. Που βρίσκεται η αλήθεια; Κάπου στη μέση!  
Ta cd singles των 2 δίσκων

   

Σήμερα, και τα 2 άλμπουμ έχουν ξεχαστεί τόσο από τους ίδιους όσο κι από τους fans. H καριέρα τους συνεχίστηκε τον αμέσως επόμενο χρόνο με την κυκλοφορία του σίγουρα καλύτερου Master of the Rings (1994) με τον πρώην Pink Cream 69, Andi Deris στη θέση του Kiske και τον πρώην Holy Moses, Mekong Delta και Gamma Ray, ντράμερ Uli Kusch, στη θέση του Ingo Schwichtenberg. Το παιδικό εξώφυλλο ήταν το Michael Kiske αλλά ευτυχώς στο οπισθόφυλλο υπάρχουν οι κολοκύθες όπως και στα cd singles και η κατάσταση σώζεται.

 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

22/8/21

 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *