MAGNUM: A RETROSPECTIVE 1978-2021

Σαράντα δύο χρόνια καριέρας, 21 studio άλμπουμ, 10 live και 10 συλλογές, είναι ο μακρύς απολογισμός της δισκογραφίας τωνMagnum, που σίγουρα όταν ξεκίνησαν δεν φανταζόντουσαν μια τέτοια καριέρα. Όμως ας θυμηθούμε πως ήταν η μουσική κατάσταση στη Μ.Βρετανία το 1978, τότε δηλαδή που το new wave σάρωνε, αλλά τα συγκροτήματα του progressive rock συνέχιζαν να κυκλοφορούν αριστουργήματα (Jethro Tull-Heavy Horses, Camel-Breathless, Genesis –And then they were three, U.K. S/T), οι Van Halen κυκλοφορούσαν το εξαιρετικό πρώτο άλμπουμ τους, οι Scorpions το μνημειώδες Tokyo Tapes και οι…Magnum το πρώτο άλμπουμ τους, Kingdom of Madness! Κι όμως, υπήρχε χώρος και για αυτούς που με το καλό πρώτο άλμπουμ κατάφεραν να φθάσουν έως το Νο 58 του βρετανικού chart (σ.σ.χαμηλά) αλλά τα 9 τραγούδια του άφησαν καλές εντυπώσεις. Η ιστορία μας ξεκινάει από την πόλη του Birmingham όταν δύο νεαροί και μέλλοντες πρωταγωνιστές, γνωρίζονται σε μια συναυλία. Ο κομμωτής Tony Clarkin  (σήμερα 74 ετών) φανατικός οπαδός των Beatles και των μελωδιών τους κι ο Bob Catley (σήμερα 73 ετών), θαυμαστής του Mick Jagger. Με τη συμμετοχή των Kex Gorin ντραμς Bob Doyle μπάσο, σχηματίζουν τους Magnum που εμφανίζονται σαν house band στο club Rum Runner, που αργότερα γνωστό σε όλη τη Μ.Βρετανία γιατί εκεί έπαιζαν οι Duran Duran. Το ρεπερτόριο πέρασαν από τις διασκευές ήταν συνθέσεις του νεαρού κιθαρίστα Clarkin που έδειχνε να έχει ένα δικό του ύφος, αρκετά διαφορετικό από αυτό που έπαιζαν τα άλλα συγκροτήματα. Οι εμφανίσεις τους συνεχίστηκαν και σε ένα άλλο club του Birmingham, το Railway Inn στην Curzon Street. Εκείνη τη χρονιά, το 1976 ο Clarkin κι ο καινούργιος μπασίστας των Magnum, Dave Morgan προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν το φίλο τους Kim Holmes να φτιάξει το studio του με αντάλλαγμα αντί αμοιβής να τους δώσει ώρες να γράψουν. Σχεδόν όλα τα demos της πρώτης περιόδους τους ηχογραφήθηκαν σε αυτό το studio που ονομαζόταν Nest Studios, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου single μικρού δίσκου που κυκλοφόρησαν το 1975 στη CBS, τη διασκευή τους στη μεγάλη επιτυχία των Drifters, "Sweets for My Sweet" που θα βρείτε στο bonus cd της remastered επανέκδοσης του Kingdom of Madness. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Classic Rock, o Clarkin είπε ότι δεν έχει κρατήσει ένα single για το αρχείο του!
Σε μια εποχή που οι δισκογραφικές εταιρείες υπέγραφαν μόνο ονόματα του new Wave, οι Magnum υπογράφουν στην Jet Records, ιδιοκτησίας του πατέρα της Κας Sharon Osbourne, Don Arden, η οποία τους κλείνει να ηχογραφήσουν στο DeLane Studios. Η Jet είχε φροντίσει να κλείσει ώρες στο studio αλλά όχι ξενοδοχείο και έτσι αναγκάστηκαν να κοιμόντουσαν στο πάτωμα της καφετέριας του studio!  Τα παράδοξα συνεχίστηκαν με τη Jet Records να έχει τις ταινίες μιξαρισμένες από το 1976 και να τις κυκλοφορεί με 2 χρόνια καθυστέρηση, το 1978! Το αποτέλεσμα δικαίωσε το συγκρότημα που έστω και σε χαμηλό επίπεδο έκανε αισθητή την παρουσία του. Μπορεί ο Clarkin να μην ήταν (κι είναι) κιθαρίστας επιπέδου Ritchie Blackmore και Jimmy Page κι ο Bob Catley τραγουδιστής σαν τους Robert Plant και David Coverdale, αλλά είχαν ..κάτι. Κι αυτό το κάτι, φάνηκε εύκολα στο Kingdom of Madness και στα κομμάτια In the Beginning, Invasion και στο ομώνυμο που έγινε classic!

Με ένα ύφος πολύ κοντά στο πομπώδες rock που οι Αμερικάνοι αρχικά ονόμαζαν progressive (σ.σ. τρομάρα τους) που έπαιζαν συγκροτήματα όπως οι Styx, Kansas και οι Starcastle, οι Magnum ή καλύτερα ο Tony Clarkin που έχει συνθέσει ΟΛΑ τα τραγούδια τους σε αυτά τα 42 χρόνια(!) χρησιμοποίησε στίχους με θέματα μάγους, σπαθιά, δράκους, πολιορκίες κ.α. με το κομμάτι που ανοίγει το Kingdom of Madness, το "In the Beginning" να είναι ενδεικτικό, ενώ οι στίχοι στα τραγούδια "Lord of Chaos" και  "Stormbringer" να είναι σαφώς επηρεασμένοι από το χαρακτήρα του Michael Moorcock, Elric. Η πρώτη σύνθεση τους εκτός των Bob Catley και Tony Clarkin, είναι Wally Lowe μπάσο, Richard Bailey πλήκτρα και Kex Gorin ντραμς.
DON ARDEN: ΑΛΕΠΟΥ Ή ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡ;


Ακούγεται παράδοξο που οι ηχογραφήσεις του Kingdom of έγιναν το 1976 και κυκλοφόρησαν…τον Αύγουστο του 1978 αλλά όταν μπλέκεις με τον Don Arden, τον επιλεγόμενο “Al Kapone of pop”, όλα είναι πιθανά. Κι ο Tony Clarkin είχε μια εμπειρία τις πρώτες ημέρες που είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Jet Records αλλά δεν την αξιολόγησε σωστά. Είχε βρεθεί σε μια συζήτηση μεταξύ του Jeff Lynn (Electric Light Orchestra) και του Arden με θέμα, τι άλλο, το οικονομικό, όπου ο δεύτερος δεν του  έδινε τα συμφωνημένα χρήματα. Ο Clarkin κινούμενος Από περιέργεια, τηλεφωνούσε σχεδόν καθημερινά στον δεξί χέρι του Arden, Arthur Sharpe για να πληροφορηθεί την εξέλιξη της ιστορίας. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στον ίδιο όταν τελείωσαν τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών του πρώτου άλμπουμ κι ο  Arden δεν πλήρωνε το studio με αποτέλεσμα το studio να μην δίνει τις ταινίες και το άλμπουμ να μείνει στα ράφια του για 2 ολόκληρα χρόνια. Το ίδιο διάστημα, το συγκρότημα δεν είχε καθόλου χρήματα για να ζήσει(!) παρά μόνο την αμοιβή τους από τα μικρά clubs που έπαιζαν όταν δεν είχαν ακόμα δίσκο. Με περίσσιο θράσος η Jet Records τους συνέστησε(ή επέβαλε) ένα manager για να τους ελέγχει, χωρίς ο άνθρωπος να έχει την παραμικρή έγκρισή τους, παρ’ ότι σύμφωνα με τον Clarkin, ήταν καλός,
Μετά την κυκλοφορία του Kingdom of Madness, o Arden τους έστελνε όσα χρήματα θεωρούσε αυτός ότι ήταν το μερίδιο τους, μέσα σε φάκελο. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Clarkin, που ζήτησε χρήματα από το γιό του Don Arden, David Arden για να καλύψουν τη μικροφωνική στο club Barbarella του Birmingham. O David Arden του υποσχέθηκε ότι θα του στείλει 200λίρες με το γνωστό τρόπο, μέσα σε φάκελο, αλλά όταν ο Clarkin άνοιξε το φάκελο τον βρήκε άδειο. Μετά από ..παρακάλια ο David Arden…δέχτηκε να πληρώσει τη μικροφωνική.
    
Όσο διάστημα η Jet Records λιβάνιζε τις ταινίες με τις ηχογραφήσεις τους, οι Magnum είχαν παίξει με τους Judas Priest σε μια βρετανική περιοδεία (σ.σ. ακόμα τότε οι Judas Priest ήταν επίσης άγνωστοι), δοκιμάζοντας τα τραγούδια τους και τις αντιδράσεις του κοινού ενώ ανοίγουν και για τους David Coverdale's Whitesnake στην πρώτη περιοδεία που έκαναν.
Η επιτυχία του πρώτου άλμπουμ τους, οδήγησε την Jet Records να τους ζητήσει να προχωρήσουν στις ηχογραφήσεις καινούργιων τραγουδιών, κλείνοντας τους το Music Centre Studios με παραγωγό τον μπασίστα των Ten Years After, Leo Lyons που είχε συνδυάσει το όνομά του με την καλή δουλειά που είχε κάνει στα άλμπουμ των UFO, Force it και Heavy Pettin’.  Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πιο οργανωμένα και δεν χρειάστηκε να κοιμούνται στα …πατώματα αλλά σε πολυτελές ξενοδοχείο του Λονδίνου (σ..σ ας όψεται το Νο58 του πρώτου άλμπουμ!).

To Magnum II (1979) είχε καλύτερο ήχο, το συγκρότημα είχε διευρύνει τον κύκλο των fans του αλλά εμπορικά απέτυχε αφού συνθετικά ήταν πιο αδύναμο από το Kingdom of Madness. Ίσως σε αυτό συνετέλεσε και η επιθυμία τους να διαφοροποιηθούν από τον ήχο των άλλων βρετανικών συγκροτημάτων εκείνης της περιόδου κι αυτό τους στοίχισε. Είχε καλά τραγούδια, σαν τα “Changes” που κυκλοφόρησε σαν single και τα “If I could live forever” και “Great Adventure“ με την επιβλητική εισαγωγή που ο Clarkin το έγραψε σε μια εκδρομή που είχε πάει με τη γυναίκα του και το σκύλο τους στο Weymouth. Η πιο σημαντική διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου άλμπουμ ήταν ότι το Magnum II, στιχουργικά ήταν πολύ πιο ώριμο και σαν παράδειγμα ακούστε προσεκτικά τους στίχους του “Foolish Heart” που μιλούν για ένα κοινότυπο θέμα, τις σχέσεις των ανθρώπων, αλλά ο τρόπος που τις αντιμετωπίζει είναι πολύ ώριμος.
Έχοντας ήδη πολλές ημέρες περιοδείας (η τελευταία ήταν με τους Blue Oyster Cult), τον Απρίλιο του 1980 κυκλοφορούν το πρώτο live άλμπουμ τους με τίτλο  Marauder(Νο 34 Μ.Βρετανία) που σημειώνει μια αναπάντεχη εμπορική επιτυχία, απόρροια των πολλών εμφανίσεων τους, ενώ έχει προηγηθεί και ένα EP με 4 live κομμάτια. Εκείνη την  εποχή, συντελείται μια σημαντική αλλαγή στη σύνθεσή τους με τον ερχομό του οργανίστα Mark Stanway ο οποίος έδωσε άλλο ήχο στα πλήκτρα κάνοντας τα πιο επιβλητικά. Ο Stanway έμεινε μαζί τους έως και το 2016, ηχογραφώντας 16 Magnum άλμπουμ! Το Marauder ηχογραφήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1979 στο Marquee Club και ήταν μια προσπάθεια της o Jet Records να καλύψει το κενό της αποτυχία του Magnum II ενώ το εμφανίστηκε στη δημοφιλέστατη τηλεοπτική εκπομπή  Top of the Pops.


Έχοντας τελειώσει τις περιοδείες τους με Def Leppard και Tygers of Pan Tang (σ.σ. ξεχωριστά), με παραγωγό τον Jeff Glixman (που είχε πολύ καλό όνομα στην αγορά, έχοντας δουλέψει με τους Kansas) ηχογραφούν το Chase the Dragon (1982, Νο 17 Μ.Βρετανία) που έμελε να είναι το καλύτερο άλμπουμ τους για τους βρετανούς μουσικοκρτικούς και περιείχε 2 από τα καλύτερα τραγούδια τους, τα "Soldier of the Line" και "The Spirit".  Με το Chase the Dragon ξεκίνησε μια τεράστια συνεργασία με τον εικονογράφο σε έργα φαντασίας Rodney Matthews, μια συνεργασίας που διαρκεί έως τις ημέρες, συνδυάζοντας το φανταστικό του Matthews τους στίχους και το επικό της μουσικής των Magnum ενώ στα πλήκτρα βρίσκουμε τον μακροβιότερο οργανίστα που πέρασε από τις τάξεις τους, τον Mark Stanway. H κυκλοφορία του Chase the Dragon συνδυάστηκε με πετυχημένη περιοδεία στην Αμερική, support στον Ozzy Osbourne, όπου ηχογράφησαν την εμφάνισή τους στο Nashville, το 1982 που κυκλοφόρησε σε άλμπουμ με τίτλο Invasion Live.
ΠΩΣ ΒΓΗΚΕ Ο ΤΙΤΛΟΣ CHASE THE DRAGON
Ο αρχικός τίτλος του ήταν The Spirit, αλλά μια ημέρα ένα groupie πλησίασε τον Ckarlin και τον ρώτησε  αν “Chase the Dragon”. Έκπληκτός ο Clarkin τον ρώτησε τι σημαίνει αυτό και η απάντηση ήταν αν κάπνιζε χόρτο. Ο Clarkin δεν κάπνιζε χόρτο, αλλά η έκφραση του φάνηκε πολύ καλή και τη χρησιμοποίησε για τίτλο του άλμπουμ. Όπως διαβάστε πιο πάνω το Chase the Dragon σήμανε την απαρχή συνεργασίας των Mgnum με τον ζωγράφο Rodney Matthews και στο συγκεκριμένο εξώφυλλο οι οδηγίες δόθηκαν από τον Clarkin κι αρχικά προοριζόταν για διπλό εξώφυλλο (gatefold) αλλά για λόγους οικονομίας τυπώθηκε μονό.

 

Όμως και η κυκλοφορία του Chase the Dargon δεν ήταν μια απλή κυκλοφορία, αφού ηχογραφήθηκε μέσα σε 13 ημέρες μετά την εμφάνισή τους στο Reading Festival του 1980 και κυκλοφόρησε το…1982 κατά την πάγια τακτική της Jet Records! Το άλμπουμ αποτέλεσε την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία τους, φθάνοντας έως το Νο17του βρετανικού chart και για τους Βρετανούς fans και μουσικοκριτικούς είναι το magus pus. Το συγκρότημα έθρεψε φρούδες ελπίδες ότι η εμπορική επιτυχία τους θα δραστηριοποιούσε την Jet Records και θα συνέχιζαν με ένα ακόμα δυνατό όνομα στην παραγωγή του καινούργιου άλμπουμ τους. Από την Jet Records όμως τους είπαν ότι χρήματα δεν υπάρχουν και για να μειωθούν τα κόστη, καλό θα ήταν να κάνουν οι ίδιοι την παραγωγή, με τον Tony Clarkin να κάθεται πίσω από την κονσόλα και να προσπαθεί να θυμηθεί τι έκανε ο Clixman στον προηγούμενο δίσκο τους! Είχαν πλέον αντιληφθεί ότι η εταιρεία δεν στεκόταν δίπλα τους κι ότι και να έκαναν δεν θα τους βοηθούσε παρ’ όλο ότι το άλμπουμ είχε μια πλειάδα καλών τραγουδιών όπως το “Sacred Hour” (οι στίχοι του αναφέρονται στην εν διαστάσει σύζυγό του) όπου ο Stanway παίζει με το ίδιο πιάνο που ο Mike Oldfield έπαιξε το Tubular Bells ή το πολύ όμορφο «Spirit». Εν τω μεταξύ, ο Arden έχει κλείσει μια καλή συμφωνία με τη διανομή των κυκλοφοριών της Jet Records να κάνει η CBS σε όλο τον κόσμο και πλήρωνε έναντι δικαιωμάτων 50 λίρες σε κάθε μέλος. Το 1983 κυκλοφόρησαν το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο The Eleventh Hour(1983, Νο 38 Μ.Βρετανία) που αρχικό τίτλο είχε Road to Paradise και με τον Rodney Matthews να επιμελείται κι αυτό το εξώφυλλο. Όμως τόσο η διανομή του όσο και το promotion δεν άφησε καθόλου ικανοποιημένο το συγκρότημα και σε συνδυασμό με το μόνιμο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν, σκέφτηκαν την ιδέα να διαλυθούν για να μην ισχύει το συμβόλαιο τους με την εταιρεία και να επανανσυνδεθούν με διαφορεικό συμβόλαιο σε άλλη εταιρεία! Κι ενώ κάτι τέτοιο φαινόταν εφικτό, τα πράγματα δεν ήλθαν όπως ήθελαν αφού λίγες ημέρες πριν εμφανιστούν στο Reading Festival (17 Αυγούστου 1983) δίπλα σε μεγάλα ονόματα όπως Black Sabbath, Marllion, Thin Lizzy, Suzi Quatro, Cockney Rebel κ.α., o Clarkin δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον τραγουδιστή Bob Catley που του αναγγέλλει ότι η εμφάνιση στο Reading θα είναι η τελευταία αφού θα αποχωρούσε από το συγκρότημα. Του ζήτησε μάλιστα να έχει τα αυτιά του ανοιχτά μήπως ακούσει κάποιο συγκρότημα να θέλει τραγουδιστή. Κεραυνός εν αιθρία αφού ναι μεν ο Clarkin ήθελε διάλυση αλλά τεχνητή κι όχι όπως συνέβαινε με την αποχώρηση του τραγουδιστή.

Από την άλλη πλευρά, ο Catley απογοητεύτηκε γιατί πίστευε ότι μετά από 4 studio άλμπουμ, τα 2 πετυχημένα εμπορικά, θα είχε πολλές προτάσεις. Κι οι μόνες προτάσεις που ήλθαν ήταν από καινούργια συγκροτήματα που δεν είχαν συμβόλαιο! Όμως το ίδιο συμβαίνει και με τους Magnum που διαλυμένοι πλέον δεν έχουν συμβόλαιο και οι προτάσεις είναι λίγες και φτωχές. Υπογράφουν στη μικρή FM Records (σ.σ.καμία σχέση με την ομώνυμη ελληνική δισκογραφική εταιρεία) και το Μάιο του 1983 κυκλοφορούν το πέμπτο άλμπουμ τους με τίτλο On a Storyteller's Night (Νο 24 Μ.Βρετανία)με 10 τραγούδια που μπλέκουν τις παραμυθένιες ιστορίες του Tolkien με την (τότε) σύγχρονη Μ.Βρετανία. Μετά την εμφάνισή τους στο Reading festival του 1983, o ντράμερ Kex Gorin κι ο οργανίστας Mark Stanway, αποχώρησαν για να πάνε στο συγκρότημα του Robin George με τον Stanway να συμμετέχει στο καινούργιο συγκρότημα του Phil Lynott, τους Grand Slam. "Το ομότιτλο τραγούδι γράφτηκε μέσα στο tour bus, όταν φαντάστηκα κάποιον να κάθεται δίπλα σε ένα τζάκι με τον άνεμο να σφυρίζει έξω από το σπίτι. Μέσα σε 2 ημέρες το είχα τελειώσει και είχα καταλήξει και στον τίτλο» λέει ο Clarkin.»Είμαστε στο Tour bus όταν μου ήλθε η ιδέα για τον τίτλο, που άρεσε σε όλους» προσθέτει. Όσο για το “How far Jerusalem” που είναι το καθ εαυτό εμβληματικό τραγούδι τους, δεν έχει καμία σχέση με σταυροφόρους, ιππότες και ότι άλλο συνεπάγεται η Ιερουσαλήμ! Απογοητευτικό μεν, πραγματικό δεν. Η αλήθεια είναι ότι παίρνοντας στα χέρια μου το άλμπουμ , το παραμυθένιο εξώφυλλο που σχεδίασε ο Rodney Matthews (διαβάστε εδώ την ιστορία του) που θυμίζει σαφώς Tolkien κι ακούγοντας το “How far Jerusalem”, δεν μπορούσα παρά να φανταστώ ιστορίες με δράκους, σπαθιά κ.α. Κι ο Clarkin συνεχίζει: “Όταν έγραψα το “How far Jerusalem” βρισκόμουν σπίτι μου στο Birmingham και ετοιμαζόμουν να πάω στο Λονδίνο να αφήσω demos στις δισκογραφικές εταιρείες να τα ακούσουν. Το Λονδίνο ήταν η μουσική πρωτεύουσα της Βρετανίας και κάθε φορά που επέστρεφα σκεφτόμουν» τι κατάφερα τώρα.; Θα έχω καλές απαντήσεις;”. Για εμένα το Λονδίνο ήταν σαν την Ιερουσαλήμ, που ήταν όνειρο για κάθε χριστιανό να την επισκεφτεί»! Το On a Storyteller's Night έχει παρουσιαστεί εκτενώς από τη στήλη A.O.R/Melodic Chronicles κι εδώ μπορείτε να διαβάσετε την παρουσία του. Όμως εξελίχθηκε και σαν το πλέον εμπορικότερο άλμπουμ στη δισκογραφία τους αφού μόνο στη Μ.Βρετανία πούλησε 100.000 αντίτυπα κι εκτός από το κλασικό “How far Jerusalem” έβγαλε άλλα δύο καλά κομμάτια, τα "Just Like an Arrow" και "Les Morts Dansants» που οι στίχοι του αναφέρονται σε ένα πραγματικό γεγονός που είχε δει ο Clarkin σε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση όπου κατά τη διάρκεια του Α! Παγκοσμίου Πολέμου, οι αξιωματικοί πυροβολούσαν όσους από τους στρατιώτες τους δεν επιτίθεντο! “Ήμουν με τον Bob (Catley) σ΄ένα κατάστημα δίσκων στο Stoke όπου συχνάζαμε όταν χτύπησε το τηλέφωνο (σ.σ. τότε δεν υπήρχαν κινητά) και με ενημέρωσαν ότι το άλμπουμ είχε μπει στο Top 20. Ήταν όνειρο» λέει ο Clarkin.Το πείραμα των Grand Slam δεν προχώρησε κι ο Mark Stanway επέστρεψε και η περίφημη εμφάνιση στο Reading γίνεται με την παρουσία μόνο στην περιοδεία του Robin George, όπου το συγκρότημα κερδίζει τις εντυπώσεις.


Η αλλαγή δισκογραφικής εταιρείας, φέρνει κι αλλαγή manager με το παλιό φίλο του Clarkin, Keith Baker να αναλαμβάνει τις τύχες τους και να τους υπογράφει στην Polygram, με το Vigilante (1986, Νο 24 Μ.Βρετανία) να παίρνει μια πιο εμπορική στροφή, έχοντας τον ντράμερ των Queen, Roger Taylor και τον David Richards στην παραγωγή. Καλό άλμπουμ αλλά όχι όπως τα προηγούμενα με τα πλήκτρα (σ.σ. ήταν κι η εποχή τέτοια) να είναι πιο μπροστά και περισσότερα(!) από τις κιθάρες και να ακούγεται πολύ κοντά με όλα τα βρετανικά Pop-rock της εποχής. Πάντως τραγούδια σαν τα "Lonely Night", "Need a Lot of Love" (πολύ καλή μπαλάντα) και "Midnight (You Won't Be Sleeping)" και “When the World comes down” (άλλη δυνατή μπαλάντα) , βοήθησαν ώστε το επόμενο άλμπουμ τους Wings of Heaven (1988, Νο5 Μ.Βρετανία) να γίνει η μεγαλύτερη έως τότε επιτυχία τους, ξεπερνώντας τις 60.000 αντίτυπα στη χώρα τους! Αρχική επιλογή για τη θέση του παραγωγού ήταν και πάλι οι Taylor και Richards αλλά δεν το επέτρεψε το πρόγραμμά τους με αποτέλεσμα να την αναλάβουν οι Albert Boekholt και Tony Clarkin. Η επιθυμία του συγκροτήματος ήταν το εξώφυλλο να επιμεληθεί ο Rodney Matthews αλλά η Polygram είχε άλλη άποψη και τελικά δεν ήταν κακό!
Από το τραγούδι που ανοίγει το δίσκο, το “Days of no Trust” καταλαβαίνεις δύο πράγματα: ότι ο συνθέτης και κιθαρίστας του συγκροτήματος Tony Clarkin βρίσκεται σε φόρμα όπως κι ο πιστός φίλος του και τραγουδιστής σε όλα τα άλμπουμ των Magnum, Bob Catley. Kι αυτά τα δύο έχουν σαν συνισταμένη, το “Days of no Trust” να είναι από τις πολύ καλές στιγμές του άλμπουμ με τους στίχους να αναφέρονται στις σχέσεις ανεμπιστοσύνης των ανθρώπων. Η εμπορική και ποιοτική και εμπορική επιτυχία του άλμπουμ (μόνο στη Μ.Βρετανία είχε πουλήσει 60.000 αντίτυπα), τους οδήγησε πολλά χρόνια αργότερα στην κυκλοφορία του Wings of Heaven Live(2008)  όπου παίζουν ολόκληρο το άλμπουμ εμπλουτισμένο με πολλά κλασικά τραγούδια τους. Μουσικά, εκείνο που χαρακτηρίζει τα 8 τραγούδια του Wings of Heaven, είναι οι γλυκές μελωδίες του Clarkin, μελωδίες που αναπτύσσονται και εξελίσσονται σε κάθε τραγούδι. Και σε αυτό το άλμπουμ, οι μελωδίες είναι πολλές και καλές! Θυμηθείτε με, όταν τελειώσετε την ακρόασή του, θα αισθανθείτε την ανάγκη να ακούσετε ξανά τα “Start talking love”΄και “Different Worlds”! Θα ήταν αδικία να μην αναφέρω τους μουσικούς που πλαισιώνουν τους μόνιμους Catley, Clarkin. Είναι οι Wally Lowe μπάσο, Mark Stanway πλήκτρα και Mickey Barker ντραμς.


Η επιτυχία του Wings of Heaven, έδωσε την ιδέα στην Polydor ότι ήταν καιρός για το συγκρότημα να κάνουν επιτυχία και στην Αμερική και το πρώτο που θα έπρεπε να γίνει ήταν να πειστεί ο Clarkin να συνεργαστεί και με εξωτερικούς συνθέτες. Το αποτέλεσμα ήταν να κυκλοφορήσουν το άλμπουμ Goodnight L.A.(1990, Νο 9 Μ.Βρετανία) σε παραγωγή Keith Olsen αλλά ενώ ο δίσκος είχε «φτιαχτεί» για την αμερικάνικη αγορά, ….δεν κυκλοφόρησε εκεί(!!!!) με τις βρετανικές κριτικές να τους «κατηγορούν» ότι αμερικανοποίησαν τον ήχο τους. Αυτό είχε σαν συνέπεια να αργήσουν να περιοδεύσουν στη χώρα τους, περιοριζόμενοι στην ευρωπαϊκή αγορά, κι ενώ το άλμπουμ είχε «πιάσει» το Νο 9 στο βρετανικό chart, το συμβόλαιο με την Polydor, λύθηκε. Ακολουθεί η κυκλοφορία του διπλού live άλμπουμ The Spirit(1991) για να κυκλοφορήσουν το καινούργιο studio άλμπουμ τους στη δυνατή τότε Music For Nations. Ήταν το Sleepwalking (1992) με τον ήχο τους να έχει αρκετά pop rock στοιχεία με παραγωγό τον Tony Clarkin που αυτή τη φορά αναλαμβάνει ηθελημένα το ρόλο, λέγοντας ότι έχει μάθει πολλά από τον Olsen και ήλθε η ώρα να τα εφαρμόσει!


Πριν το συγκρότημα διαλυθεί το 1995, βλέπει δύο άλμπουμ τους με παλαιότερο αλλά καλό υλικό να κυκλοφορούν είναι τα….
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΛΜΠΟΥΜ ARCHIVE KAI KEEPING THE NITE LIGHT BURNING
Η δισκογραφία των περιλαμβάνει πάρα πολλά άλμπουμ και ένας εμπεριστατωμένος οδηγός, μπορεί να βοηθήσει τους νεότερους να γνωρίσουν το καλό αυτό συγκρότημα καλύτερα. Το άλμπουμ Archive(1993) είναι συλλογή που περιέχει ακυκλοφόρητα demo και τραγούδια που δεν συμπεριλήφθηκα σε άλμπουμ τους, της περιόδου 1976-1983. Κάποια από αυτά χρησιμοποιήθηκαν μετέπειτα σαν bonus στις remastered. To άλμπουμ Keeping The Nite Light Burning (1993) όπως λέει κι ο τίτλος του περιέχει 12 παλαιότερα τραγούδια τους σε καινούργιες ακουστικές εκτελέσεις .Η ιδέα του βασίστηκε στην εκπομπή του MTV Unplugged κι επειδή δεν θα τους προσκαλούσαν ποτέ(!), αποφάσισαν να ηχογραφήσουν τα τραγούδια τους με ακουστικά όργανα, τσέλο, πνευστά, δίνοντας στα "The Prize" , "Start Talking Love", "Soldier of the Line","Foolish Heart", "Lonely Night",  "Need A Lot of Love" με διαφορετική και ενδιαφέρουσα μορφή σε reggae, blues, jazz κι a cappella ύφος αλλά χωρίς να ενοχλούν τους fans τους.. O Mark Stanway είχε δηλώσει ότι ήταν πολύ χαρούμενος που στην παραγωγή του ήταν ο Clarkin κι όχι εξωτερικός συνεργάτης, γιατί αυτό τους έδωσε περισσότερη ελευθερία κινήσεων και προσαρμογής των τραγουδιών.


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Και φθάνουμε στο 1994 που κυκλοφορούν το Rock Art (Νο57 Μ.Βρετανία), νούμερο χαμηλό για τις δυνατότητές τους με τον τίτλο να είναι δανεισμένος από το σχόλιο ενός δημοσιογράφου σε ένα ντοκιμαντέρ που μιλούσε για τη ζωγραφική των ανθρώπων της παλαιολιθικής εποχής στις σπηλιές. Η αποτυχία του άλμπουμ και η αδιαφορία που συνάντησε από άλλες δισκογραφικές εταιρείες για τη νέα τους δουλειά και η σύγκρουση μεταξύ Clarkin και Stanway, οδήγησε το συγκρότημα στην αποχώρηση του πρώτου. Οι αρχικές σκέψεις των υπόλοιπων να τον αντικαταστήσουν με άλλον κιθαρίστα, γρήγορα εγκαταλείφθηκαν και το συγκρότημα αποφασίζει να πραγματοποιήσει μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία η οποία καταγράφηκε στο άλμπουμ Stronghold (στην Ευρώπη κυκλοφόρησε με τίτλο The Last Dance) και με τελευταία συναυλία στις 17 Δεκεμβρίου του 1995 το συγκρότημα διαλύεται.
ΣΕ ΠΟΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ‘ON A CHRISTMAS DAY”
Στα 11 τραγούδια του άλμπουμ Rock Art, τελευταίο είναι το “On Christmas Day” του οποίου οι στίχοι του αναφέρονται στο ιστορικό γεγονός των Χριστουγέννων του 1914 όπου κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι αντίπαλες δυνάμεις των Σκοτσέζων, Γάλλων Βρετανών και Γερμανών, σταμάτησαν τις επιθετικές ενέργειες και γιόρτασαν μαζί τη γέννηση του Χριστού, κάνοντας μια ανεπανάληπτη ανακωχή, διοργανώνοντας ένα ποδοσφαιρικό αγώνα για να συνεχίζουν την επόμενη ημέρα. Το 2014το επαναηχογράφησαν και το κυκλοφόρησαν σε single βινύλιου.

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ HARD RAIN


   Η διάλυση τους, βρίσκει τους Clarkin και Catley ξανά μαζί σε ένα καινούργιο σχήμα με το όνομα Hard Rain που ηχητικά κινούνται σχεδόν στο ίδιο ύφος με αυτό των προκατόχων του. «Αισθάνθηκα ότι είχαν αν πουν οι Magnum το είπαν και ήθελα να κάνω κάτι πιο σύγχρονο (ηχητικά). Δεν μπορούσα να βρω καλύτερο τραγουδιστή από τον Bob Catley γι αυτό και συνεχίσαμε μαζί, σαν Hard Rain υπογράφοντας στη γερμανική εταιρεία Semaphore και το 1997 κυκλοφορήσαμε το πρώτο άλμπουμ με τίτλο απλά Hard Rain(1997), διαφοροποιώντας τα φωνητικά με τη συμμετοχή της Sue McCloskey» λέει ο Clarkin. Η Κα Sue McCloskey στα τέλη της δεκαετίας τoυ 70 και συγκεκριμένα το 1987 ήταν μια από τις τρεις τραγουδίστριες του πετυχημένου γυναικείου τρίο  Silver Convention, μόνο που τότε έκανε καριέρα με το όνομα Zenda Jacks.
Το εξώφυλλο του μοναδικού άλμπουμ των Silver Convention που συμμετέχει η Sue McCloskey

  HMcCloskey ΔΕΝ ήταν από την αρχή στις Silver Convention όταν και γνώρισαν τεράστιες disco επιτυχίες ("Save Me", "Fly, Robin, Fly" και "Get Up and Boogie"). Το πρώτο άλμπουμ ηχογραφήθηκε αποκλειστικά από τους Clarkin/Catley με τη χρήση drum machine. Στο δεύτερο άλμπουμ τους When the Good Times Come (1999),έγιναν …κανονική μπάντα με τη συμμετοχή των Paul Hodson πλήκτρα, Al Barrow μπάσο και Rob Barrow' (σ.σ. αδελφός του Al) ντραμς. Σε μια συζήτηση μεταξύ των Clarkin και Catley, ο δεύτερος λέει ότι δεν θέλει να συνεχίζει και αποχωρεί από τους Hard Rain. Ήδη από το 1998 έχει κυκλοφορήσει το πρώτο (καλό) προσωπικό του άλμπουμ The Tower σε συνεργασία με τον Gary Hughes των Ten και το ενδιαφέρον του για τους Hard Rain έχει μειωθεί. Ο Tony Clarkin συνέχισε μα γράφει τραγούδια έχοντας στο μυαλό του ότι η Sue McCloskey θα έπαιρνε τη θέση του Catley κι άρχισε να συνσυνθέτει μαζί της κάποια τραγούδια, συνεργαζόμενος για πρώτη φορά στην καριέρα του με άλλο(η) συνθέτη. Το 2001, μετά την κυκλοφορία του δεύτερου (ακόμα καλύτερου του πρώτου) προσωπικού του άλμπουμ, οι Catley και Clarkin αποφασίζουν να επανασχηματίσουν τους Magnum με τους Mark Stanway στα πλήκτρα, Al Barrow (από τους Hard Rain) μπάσο και Mickey Barker ντραμς. Οι πρώην συνεργάτες τους στους Hard Rain, Rob Barrow αποφάσισε να αποσυρθεί κι ο Paul Hodson πήγε στους Ten.
MAGNUM 2002-2021


Το 2002 κυκλοφορούν το πρώτο άλμπουμ της καινούργιας εποχής των Magnum, το Breath of Life με τα περισσότερα τραγούδια να έχουν γραφτεί από την εποχή που ο Clarkin ήταν στους Hard Rain, φέρνοντας τα στο ύφος των Magnum. Μετά τις ηχογραφήσεις στα ντραμς ήλθε ο Harry James των Thunder, ενώ η αρχική σκέψη ήταν να κυκλοφορήσει διπλό cd με παλαιότερο υλικό τους αλλά τελικά κυκλοφόρησε με bonus cd με 3 live τραγούδια τους. Ακολούθησε το εξ ίσου καλό Brand New Morning (2004) με το σύνολο των τραγουδιών του να αναφέρεται σε μια πιθανή πυρηνική καταστροφή ενώ το ομώνυμο τραγούδια μιλάει για την περιπέτεια υγείας του Clarkin (καρδιακή προσβολή). Το Princess Alice and the Broken Arrow(2007, Νο 70 Μ.Βρετανία) έφερε και πάλι τον Rodney Matthews να επιμελείται τα εξώφυλλά τους. Ακολούθησαν το Into the Valley of the Moonking (2009, Νο 82 Μ.Βρετανία), The Visitation(2011, Νο 55 Μ.Βρετανία) που είναι το πιο rock από τα τέσσερα προηγούμενα, On the 13th Day (2012,Νο 43 Μ.Βρετανία), Escape from the Shadow Garden (2014, Νο 38 Μ.Βρετανία), Sacred Blood "Divine" Lies (2016, Νο 31 Μ.Βρετανία) και σύμφωνα με συνέντευξη του Bob Catley, o τίτλος δεν κάνει κριτική της θρησκείας αλλά επικρίνει τους θρησκευτικούς ηγέτες που εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες των οπαδών τους για να παρουσιαστούν ανώτεροι, το Lost on the Road to Eternity (2018, Νο 15 Μ.Βρετανία) που είναι το 20ο studio άλμπουμ τους, όπου συμμετέχει στα φωνητικά ο Tobias Sammet ανταποδίδοντας τη συμμετοχή του Catley στα άλμπουμ των Avantasia και τέλος το The Serpent Rings (2020, No 36 M.Βρετανία) με τον Dennis Ward στο μπάσο (Pink Cream 69, Gus G, Firewind, Unisonic, Bob Catley κ.α). Το συγκρότημα έχει ανακοινώσει την κυκλοφορία της συλλογής Dance Of The Black Tattoo (διαβάστε πιο κάτω) ενώ η περιοδεία που σχεδίαζαν ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας.




OI MAGNUM ΚΑΙ ΤΑ LIVE ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥΣ
Στη 42χρονη καριέρα τους οι Magnum έχουν 10 live άλμπουμ, νούμερο που θεωρείται λογικό στη σχετική αντιστοιχία. Όλα έχουν ένα πολύ καλό επίπεδο χωρίς κανένα να είναι ΤΟ live άλμπουμ. Αξίζει να σημειώσω μερικές πληροφορίες για αυτά όπως ότι το πρώτο live τους ήταν το Marauder(1980) και ηχογραφήθηκε στο Marquee Club στις 15 Δεκεμβρίου 1979, το Invasion Live (1989) ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης αμερικάνικης περιοδείας στην Αμερική στο Municipal Auditorium του Nashville, όταν άνοιγαν την περιοδεία του Ozzy Osbourne, το The Last Dance (1966) κυκλοφόρησε στη Μ.Βρετανία με τίτλο Stronghold και διαφορετικό εξώφυλλο, το Days of Wonder — Live 1976 είχε την ιδιαιτερότητα ότι αν και ηχογραφήθηκε το 1976 στο club The Railway Inn του Birmingham, κυκλοφόρησε το 2007, το Wings of Heaven Live (1998) ηχογραφήθηκε στην επέτειο των 20 χρόνων από την κυκλοφορία του ομότιτλου studio άλμπουμ κι εκτός από ολόκληρο το άλμπουμ Wings of Heaven περιέχει και κλασικά τραγούδια τους. Τέλος το Live at the Symphony Hall (2019) είναι το τελευταίο χρονικά live άλμπουμ τους, ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο του 2019 στο Symphony Hall του Birmingham με καλεσμένο τον Tobias Sammet.
ΔΥΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ


Έως τώρα το συγκρότημα έχει κυκλοφορήσει 11 συλλογές με χαρακτηριστικότερη την The Valley of Tears – The Ballads (2017) που περιέχει 10 remastered, remixed και μερικές recorded μπαλάντες τους καθώς και η Dance Of The Black Tattoo που περιέχει 14 rocky edged τραγούδια τους, που προβάλλουν την πιο hard πλευρά τους. Όμως η συλλογή αποκτά ενδιαφέρον, γιατί τα κομμάτια τα οποία συμπεριλήφθηκαν δεν είναι στις γνωστές studio εκτελέσεις αλλά live και radio edit σε remastered του κιθαρίστα Tony Clarkin που πολύ σωστά είχε πει:. "Πάντα οι Magnum είχαν δύο πλευρές, την τρυφερή και λυρική και την rocky. Αυτά τα τραγούδια συμπεριλάβαμε στην καινούργια συλλογή που τιτλοφορείται Dance Of The Black Tattoo.

ΟΙ MAGNUM ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Στις 30 Νοεμβρίου 2018 οι Magnum έπαιξαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Gagarin, σε μια συναυλία που έπρεπε να είχε γίνει πριν πολλά χρόνια.  Σε μια αίθουσα που χωρά σχεδόν τους τριπλάσιους από 450 θεατές που είχαν πάει εκείνο το Σάββατο, το αγγλικό συγκρότημα έπαιξε ένα τυπικό show με το set list της περιοδείας του που δεν συμπεριελάμβανε τα classics εκτός των «How Far Jerusalem», «Les Morts Dansant» και “Spirit” στο encore, δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στις πρόσφατες κυκλοφορίες τους. Μια συναυλία που της έλειπε η ενεργεία και ο δυναμισμός , τόσο ασπό το συγκρότημα όσο κι από τον κόσμο. Διαβάστε εδώ την κριτική της συναυλίας από τον Κώστα Τσιρανίδη.

Οι Magnum ποτέ δεν έγιναν rock stars. Αντίθετα στους fans τους ήταν πάντα αποδεκτοί για αυτό που ήταν κι είναι: χαμηλών τόνων, με πιστότητα και ποιότητα, αξίες που ποτέ δεν έβαλαν στην άκρη. Έχοντας ένα δικό τους ύφος, έχουν τους φανατικούς οπαδούς τους, που δεν σταματούν σε ένα ή δύο άλμπουμ αλλά έχουν σχεδόν ολόκληρη τη δισκογραφία τους. Για να μη φοβόμαστε τις λέξεις, ο Clarkin χρησιμοποιεί μια σταθερή μανιέρα στις συνθέσεις τους, τόσο θεματικά/στιχουργικά (καθημερινά θέματα που σε συνδυασμό με το εξώφυλλο νομίζεις ότι έχουν να κάνουν με παραμύθια, ιππότες, σπαθιά και δράκους) όσο και συνθετικά με το επικό, πομπώδες ύφος που μου αρέσει πολύ.  Σίγουρα το «καλό» μέρος της καριέρας τους γράφτηκε μεταξύ 1982 και 1994, αλλά είναι κρίμα να αγνοήσουμε άλμπουμ όπως τα Breath of Life, The Visitation, On the 13th Day ακόμα και το Lost on the Road to Eternity. Όλα καλά, κανένα μέτριο, αρκεί να σου αρέσει το μοναδικό ύφος τους.

ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Το 2007 έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από καρκίνο στους νεφρούς ο πρώην ντράμερ τους Kex Gorin με τους Magnum να δίνουν μια συναυλία όπου όλα τα έσοδα από τις εισπράξεις όχι μόνο της συναυλίας αλλά και του merchandisingνα προσφέρονται στην οικογένεια του. Συγκεντρώθηκε τοπ ποσό των £10,000. Δυστυχώς κι ο ντράμερ Jimmy Copley που έπαιξε την τριετία 2005-2007, έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από λευχαιμία.
 Ο Mark Stanway αποχώρησε το 2016 κι αφού ξεκουράστηκε, σχημάτισε τους Kingdom of Madness(!) όπου παίζει τα παλαιά τραγούδαι των Magnum. Το Μάρτιο του 2020 σκόπευαν να βγουν περιοδεία με τον πρώην τραγουδιστή των Black Sabbath, Tony Martin αλλά τους πρόλαβε η πανδημία.
Ο μπασίστας Al Barrow ζει μόνιμα στην Αμερική, γράφοντας μουσική. Τελευταίο άλμπουμ που ηχογράφησε μαζί τους ο ντράμερ Harry James ήταν το Sacred Blood "Divine" Lies κι επέστρεψε στους Thunder. Στην ουσία έπαιζε παράλληλα και στα δύο συγκροτήματα. Στους Magnum τον αντικατέστησε ο ντράμερ των Paradise Lost(!), Lee Morris. O Tony Clarkin δεν κάνει τίποτε άλλο όλη την ημέα παρά να γράφει μουσική και τραγούδια για το συγκρότημα. Ο Bob Catley δεν έχει γράψει ένα στίχο από τα 100δες τραγούδια που έχει ερμηνεύσει! Από το 1999 έχει ξεκινήσει προσωπική παράλληλα καριέρα, ηχογραφώντας 7 προσωπικά άλμπουμ, κοντά στο ύφος των Magnum. Δύο από αυτά έχουν παροπυσιαστεί στη στήλη A.O.,R. Melodic Chronicles. Πατήστε εδώ.     
GREATEST HITS MAGNUM 1978-2020



Αρχής γενομένης από αυτό το άρθρο, ο Rockmachine.gr κι ο κάθε συνεργάτης που υπογράφει το άρθρο, θα παρουσιάζει ένα δικό του Greatest Hits που θα καλύπτει τη χρονική εποχή που καλύπτει το άρθρο.  Κάθε «cd Greatest Hits” δεν θα ξεπερνά τα 15 κομμάτια (το πολύ), δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους νεότερους αναγνώστες να διαμορφώσουν άποψη για τα Καλύτερα Τραγούδια του συγκροτήματος. Η λογική είναι «ποια τραγούδια τους θα συστήνατε να ακούσει κάποιος που δεν έχει ακούσει ποτέ στη ζωή του Magnum;”.  Αν κάποιος από εσάς είναι…μάστορας και θέλει να φιλοτεχνήσει ένα εξώφυλλο για το αυτό to cd δεν έχει παρά να το στείλει στη διεύθυνση richardos747.gmail.com. Τατραγούδια του σημερινού Greatest Hits παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά.
1.Kingom of Madness
2.The Spirit
3.Soldier of the Line    
4.The Prize
5.How far Jerusalem
6.Just like an arrow
7.Need a lot of love
8.When the World comes down
9.Start talkin love
10. Rockin’ Chair
11.Stormy Weather
12.Cry
13.We all Run
14. So let it Rain
15. Not forgiven
TRIVIA

  • Στο bonus cd της remastered επανέκδοσης του Kingdom of Madness θα βρείτε και "Master of Disguise", "Without Your Love", "Find the Time" και "Everybody Needs" που αρχικά θα έμπαιναν στο άλμπουμ, αλλάά απορρίφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από άλλα 4τραγούδια.
  • Ο παραγωγός στο Kingdm of Madness ήταν ο Jake Commander, ιδιοκτήτης του Nest Studio!
  • Η Jet Records δημιουργήθηκε από τον manager Don Arden και σύντομα υπέγραψε ονόματα όπως Electric Light Orchestra, Magnum, Fall, Roy Wood, Gary Moore, Ozzy Osbourne, Alan Price, Adrian Gurvitz, Riot με κάποια από αυτά να γίνονται διανομή από την CBS.
  • Το "Les Morts Dansants» διασκευάστηκε το 1987 από την Patty Smyth των Scandal στο πρώτο προσωπικό της άλμπουμ Never Enough με τίτλο "Call To Heaven".
  • Το Vigilante ήταν το πρώτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε σε ελληνική εκτύπωση (δηλ. εξώφυλλο και βινύλιο τυπώθηκαν σε ελληνικό εργοστάσιο). Έως τότε οι δίσκοι τους ερχόντουσαν σε μικρές ποσότητες εισαγωγής.
  • Στο εξώφυλλο του Goodnight L.A. ο κύριος που εικονίζεται είναι ο Άγγλος μουσικός δημοσιογράφος Malcolm Dome.
  • Τα πιο εμπορικά πετυχημένα singles στη βρετανική αγορά είναι τα “Start talin’ love”(No 22) και “Rocking Chair” (No 27)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

20/11/20
 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *