BACK IN BLACK-AC/DC: ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ HARD/HEAVY METAL

Ξεκίνημα της καινούργιας στήλής του Rockmachine.gr με ένα τ-ε-ρ-ά-σ-τ-ι-ο άλμπουμ που φέτος κλείνει 40 από την κυκλοφορία του. Αναφέρομαι στο υπερπετυχημένο Back in Black (1980) των AC/DC που δικαιωματικά έχει την πρώτη θέση στην παρουσίαση της καινούργιάς στήλης. Η Σήραγγα του Χρόνου που κάθε 10 ημέρες θα μας οδηγεί στην ιστορία ενός σημαντικού άλμπουμ από το χώρο του classic/hard και heavy. Άλμπουμ που έγραψαν ιστορία και φυσικά θα παρουσιάζεται η ιστορία των τραγουδιών τους αλλά και των ηχογραφήσεων. Έχοντας ξεπεράσει τα 50.000.000(!!!) αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, το Back in Black ανοίγει την καινούργια στήλη και στο άρθρο που ακολουθεί, θα διαβάσετε, πως γράφτηκαν τα περισσότερα τραγούδια, πως έγιναν οι ηχογραφήσεις και ενδιαφέρουσες ιστορίες πίσω από την κυκλοφορία του άλμπουμ που βρίσκει το συγκρότημα σε μια πολύ δύσκολη φάση της καριέρας του. Ο τραγουδιστής και εμβληματική φυσιογνωμία του συγκροτήματος, Bon Scott έχει φύγει από τη ζωή, το συγκρότημα μόλις έχει τελειώσει μια πετυχημένη περιοδεία που είχε ακολουθήσει το πιο πετυχημένο άλμπουμ τους έως τότε, το Highway to Hell(1979).  Ο πρώτος που έμαθε το δυσάρεστο νέο ήταν ο Angus Young ο οποίος αμέσως τηλεφώνησε στον αδελφό του Malcolm που με τη σειρά ενημέρωσε την μητέρα του Scott πριν ακόμα το νέο διαρρεύσει στους δημοσιογράφους. Ο Bon Scott ήταν μόνο 33 ετών.
Το συγκρότημα πήγε στην Αυστραλία για να επισκεφθεί τους γονείς τους Scott και να παραβρεθεί στην επιμνημόσυνη τελετή (έγινε καύση), όπου όπως λέει ο Angus Young ο πατέρας του Scott, Charles μέσα στο πόνο της απώλειας του παιδιού του, του είπε να βρουν το κουράγιο και να συνεχίσουν με καινούργιο τραγουδιστή . Στο αεροδρόμιο κατά την επιστροφή στο Λονδίνο, ο manager τους Peter Mench, άνοιξε την κουβέντα για τον αντικαταστάτη, λέγοντας στον Angus ότι έχει μια λίστα με ονόματα στο μυαλό του. Όμως ο χρόνος αντί να λειτουργεί καταπραϋντικά στους αδελφούς  Young,δούλευε μάλλον αρνητικά αφού είχαν αρχίσει να έχουν σκέψεις διάλυσης. Ο Malcolm Young ήταν αυτός που τηλεφώνησε του αδελφού του για να του ζητήσει να επαναδραστηριοποιούν. «Από το να καθόμαστε και να μην κάνουμε τίποτε, ας αρχίσουμε να δουλεύουμε καινούργια τραγούδια» του είπε. Έτσι κλείστηκαν σε ένα studio χωρίς να έχουν καμία επαφή με εταιρεία δίσκων και manager και άρχισαν να δουλεύουν τα καινούργια τραγούδια τους που σε λίγους μήνες θα συγκροτούσαν το άλμπουμ Back in Black. Μπορεί σήμερα να ακούγεται απίστευτο, αλλά τότε εκείνες τις στιγμές, δεν μπορούσαν να καταλάβουν αν τα καινούργια τραγούδια τους ήταν καλά!

OI ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ

Όμως το κύριο μέλημά τους ήταν, η εύρεση καινούργιου τραγουδιστή. Μεταξύ των πρώτων υποψήφιων ήταν ο Ουαλός Gary Pickford- Hopkins, πρώην τραγουδιστής των άγνωστων Eyes Of Blue, Wild Turkey αλλά και του Rick Wakeman στο προσωπικό του άλμπουμ Journey to the Centre of the Earth (1974), ο Gary Holton των Heavy Metal Kids, o Allan Fryer των Fat Lip και ο Stevie Wright των Easybeats. Ακολούθησε μια δεύτερη φουρνιά υποψηφίων, πιο γνωστών ονομάτων όπως του Noddy Holder των Slade (που αρνήθηκε την πρόταση) και του Terry Slesser των Back Street Crawler. Βλέποντας το αδιέξοδο, ο παραγωγός Mutt Lange πρότεινε τον τραγουδιστή των Geordie, Brian Johnson.  Οι Geordie ήταν ένα συγκρότημα από την περιοχή του Newcastle με ήχο κοντά σε αυτό των Slade και Sweet. Έως τότε είχαν κυκλοφορήσει 4 άλμπουμ με τον Johnson και είχαν επιτυχίες στους καταλόγους μικρών δίσκων με τα τραγούδια , "All Because of You"(1973 Νο 6 Μ.Βρετανία) και "Can You Do It" (1973, Νο 13 Μ.Βρετανία). O Johnson είχε φύγει από το συγκρότημα από το 1978 για να ακολουθήσει προσωπική καριέρα χωρίς επιτυχία. Συμπωματικά ο Bon Scott είχε δει live τους Geordie και είχε εκφραστεί με πολύ καλά λόγια για τον Johnson, λέγοντας στον Angus Young; “o τραγουδιστής, τραγουδάει και σκίζει το λαρύγγι του στέλνοντας τη φωνή του στο ταβάνι. Τραγουδάει και χτυπιέται στο πάτωμα, τινάζεται στον αέρα, ζει κάθε λέξη που ερμηνεύει» είχε πει ο Scott. Εκείνο που δεν ήξερε ήταν ότι εκείνη τη νύχτα, ο Johnson είχε κρίση σκωληκοειδίτιδας και την ίδια νύχτα τον πήγαν σε νοσοκομείο για εγχείρηση!!!!
Έχοντας την πρόταση του Lange αλλά και στο μυαλό του τη θετική γνώμη του Scott και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο, ο Angus προσκαλεί τον Johnson για μια audition.





ΤΙ ΛΕΝΕΙ ΟΙ MARC STORACE KAI ALLEN FRYER
Πραγματικά, δεν ξέρω αν έχει αξία να γράψω ότι ο τραγουδιστής των Krokus, Marc Storace ισχυρίζεται ότι του προτάθηκε η θέση αλλά την αρνήθηκε γιατί πίστευε ότι με τους Korkus θα είχε καλύτερο μέλλον. Να σημειώσω ότι ο Storace αυτοπροτάθηκε όταν για λόγους υγειάς έφυγε ο Johnson, αλλά οι A/C/DC δεν του απάντησαν καν. Μια πιο πειστική απάντηση είχε ο τραγουδιστής των Αυστραλών Fat Lip, Allen Fryer που μίλησε τόσο με την εταιρεία management του συγκροτήματος και με το publishing και όπως λέει, έκανε audition στα τραγούδια “Whole lotta Rose”, Down in Flames” και “Sin City”, όπου είχαν αφαιρέσει το κανάλι με τη φωνή του Bon Scott και προσέθεσε τη δική του. Μάλιστα όπως λέει ο ίδιος, στην Αδελαίδα είχε διαδοθεί ότι αυτός ήταν ο καινούργιος τραγουδιστής των AC/DC. 

Οι AC/DC ήθελαν για αντικαταστάτη του Scott, έναν τραγουδιστή που να πατάει στη φωνή του προκατόχου του αλλά να μην τον μιμείται. Διαβάστε εδώ όλο το χρονικό των τελευταίων ημερών του Bon Scott, του υποψήφιους αντικαταστάτες του και την πρόσληψη του Brian Johnson και τι ρόλο έπαιξε η φανέλα της Newcastle!
Με τον Brian Johnson πίσω από το μικρόφωνο, οι AC/DC (Angus Young, Malcom Young, Cliff Williams και Phil Rudd) αποφασίζουν την παραγωγή του καινούργιου άλμπουμ τους να μην την επιβλέψουν οι σταθεροί συνεργάτες τους Harry Vanda, George Young αλλά ούτε και ο Robert John Lange που είχε κάνει την παραγωγή στο Highway Star. Στράφηκαν στο manager τους, Peter Mench που με τη σειρά του, τους πρότεινε τον Eddie Kramer ο οποίος στο παρελθόν είχε δουλέψει με τους Jimi Hendrix, Kiss, Rolling Stones, Led Zeppelin και άλλα γιγαντιαία ονόματα της δεκαετίας του 70 αλλά και 80. Οι πρώτες συναντήσεις μαζί του είχαν γίνει όταν ακόμα ζούσε ο Scott, για τον οποίο ο Kramer δεν είχε την καλύτερη άποψη! Μέρα με την ημέρα, έβλεπαν ότι η συνεργασία μαζί του ήταν δύσκολη έως αδύνατη κι έτσι επέστρεψαν στην  λύση του Robert John Mutt Lange με τον οποίον είχαν δουλέψει στο άλμπουμ Highway to Hell. Μαζί πετούν για το Compass Point Studios στο Nassau στις Μπαχάμες, όπου από τον Απρίλιο έως και το Μάιο του 1980 ηχογραφούν τα καινούργια τραγούδια τους. Το studio έκλεινε τη νύχτα γιατί η επιστάτρια, μια μεγαλόσωμη μαύρη, φοβόταν ότι οι ντόπιοι θα έκανα διάρρηξη για να πάρουν τα μηχανήματα. Έτσι εκτός από τις κλειδαριές, έδενε την εξωτερική πόρτα με χοντρή πετονιά για να μην μπορούν να την ανοίξουν! Εκ των υστέρων, ευγνωμονούν τους εαυτούς τους που επέλεξαν το Nassau για να ηχογραφήσουν, γιατί πέραν της φυσικής ομορφιάς, δεν έχει τίποτε άλλο να κάνεις, παρά να πίνει ρούμι κάτω από ένα φοίνικα. Έτσι, το βράδυ είχαν πολλές ελεύθερες ώρες για να δουλέψουν στο studio. Τα έξοδα ήταν πολλά και υπήρχε σφιχτό πρόγραμμα, για αυτό και πριν αναχωρήσουν από την Αγγλία, είχαν κάνει πολλές πρόβες τα καινούργια τραγούδια, ώστε να τα γράψουν εύκολα χωρίς χάσιμο χρόνου. Η άφιξή τους στο Nassau έγινε εν μέσω καταιγίδας, πλημμύρας και διακοπής ρεύματος με την πρώτη στροφή των στίχων του «Hell’s Bell» να είναι επηρεασμένη από εκείνη την καταιγίδα.
I'm a rolling thunder, a pouring rain
I'm comin' on like a hurricane
My lightning's flashing across the sky
You're only young but you're gonna die

Οι διακοπές ρεύματος και η ραγδαία βροχή, διήρκεσαν 3 ημέρες κι αμέσως μετά ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών. Και εδώ ξεκινάει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι σε αυτό το άρθρο, όπου διάφοροι άσχετοι μεταξύ τους άνθρωποι, ισχυρίζονται ότι οι περισσότεροι στίχοι είναι γραμμένοι από τον Bon Scott! Να ξεκινήσω από το “Rock’n’Roll ain’t Νoise Pollution”, όπου ο Malcolm διαψεύδει τις σχετικές φήμες, λέγοντας ότι οι στίχοι αναφέρονται  στο παλιό Marquee Club, όταν αυτό βρισκόταν στην Wardour Steer στο Soho. Η έκφραση «Ain’t noise pollution» βγήκε ακριβώς γιατί όλοι έλεγαν ότι είναι ένα club που παίζει δυνατά μουσική που…μολύνει! Για το “Back in Black” επίσης έχουν ακουστεί φήμες, ότι οι στίχοι προέρχονται από σημειώσεις του Bon Scott κάτι που αρνείται κατηγορηματικά ο Angus. “Οι στίχοι του δεν προέρχονται από τις σημειώσεις του Scott. Μετά το θάνατό του, δώσαμε όλα τα πράγματα στη μητέρα του και δεν κρατήσαμε τίποτε».
Το  "Shoot to thrill" αναφέρεται σε ένα έμπορο να ναρκωτικών που τριγυρνάει τις γειτονίες πουλώντας την …πραμάτεια του.  Σύμφωνα με τον Brian Johnson, που έγραψε τους στίχους, του θύμισε τον γαλατά που περνά από τα σπίτια κι αφήνει μπουκάλια με γάλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως οι πελάτες του , έβγαιναν το βράδυ στις τοπικές Pub και τα έσπαγαν. Πιθανότατα ο όρος  αναφέρεται σε ορισμένα διαλύματα όπως η διαζεπάμη,  η οποία χορηγείται συχνά μέσω ένεσης για την αντιμετώπιση του άγχους και της κατάθλιψης.


Όμως και για το “You shook me all night long” υπήρξαν φήμες ότι οι στίχοι γράφτηκαν από τον Bon Scott. Η πρώην φίλη του Silver Smith, σε συνέντευξή της στο Jesse Fink για τη βιογραφία του Scott, Bon: The Last Highway, είπε: «Είμαι σίγουρη ότι το τραγούδι γράφτηκε στο διαμέρισμά μου στη Gloucester Road Kensington του Λονδίνου, το 1976. Στο ίδιο βιβλίο, μια άλλη σύντροφος του Scott στο Μαϊάμι της Φλόριντα, με το ψευδώνυμο« Holly X, υποστηρίζει κι αυτή ότι οι στίχοι γράφτηκαν από τον Bon Scott και ότι ο αρχικός στίχος «She had the sightless eyes» στην πρώτη στροφή έλεγε «chartreuse»!Την  πεποίθησή του ‘ότι οι περισσότεροι στίχοι του άλμπουμ είναι του Bon Scott, εκφράζει και ο booking agent του συγκροτήματος στην Αμερική, Doug Thaler.
Ο γνωστός δημοσιογράφος Malcolm Dome, ενισχύει αυτή την άποψη, λέγοντας ότι «ο Bon μου έδειξες ένα τετράδιο με στίχους και με ιδέες που είχε γράψει για τα επόμενα άλμπουμ των AC/DC. Ειδικά το στίχο  «She told me to come but I was already there» από το τραγούδι You Shook Me All Night Long λέει ότι τον είδε γραμμένο.

Το ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ,  είναι γνωστό για το κιθαριστικού riff και τους στίχους του που είναι αφιερωμένοι στον Bon Scott. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Mojo(2009) ο Brian Johnson είπε ότι το συγκρότημα του ζήτησε να γράψει στίχους για τον Bon αλλά όχι λυπητεροί «Πρέπει να είναι για τον Bon και πρέπει να είναι χαρούμενοι» κι έγραψα ότι μου ήλθε στο μυαλό εκείνη τη στιγμή. Το άλμπουμ ξεκινά με πένθιμη καμπάνα και το εξώφυλλο είναι στο πλαίσιο τιμής στον Scott μαύρο, βαρύ με κύρος και με τον τίτλο με μεγάλα γράμματα Back in Black.  
Το τραγούδι που δυσκόλεψε περισσότερο τον Johnson ήταν το “shake a Leg”, που δεν θέλει να θυμάται τις ώρες που πέρασε στο studio για να βγάλει τη φωνή !  
 Legacy and influence
Δεν είναι τυχαίο που οι πωλήσεις του μόνο στην Αμερική έχουν ξεπεράσει τα 22.000.000 αντίτυπα και σε παγκόσμιο επίπεδο τα 50.000.000. Σίγουρα είναι ένα από τα άλμπουμ που έχουν επηρεάσει εκατοντάδες μουσικούς σε όλο τον πλανήτη κι αυτό δεν έγινε μόνο επειδή σαν άλμπουμ είναι πολύ καλό, αλλά γιατί βγήκε σε μια εποχή που το metal πραγματοποιούσε μια μεγάλη επίθεση που διήρκεσε 8 τουλάχιστον χρόνια. Και σε αυτά τα 8 χρόνια κυκλοφόρησαν τόσα καλά άλμπουμ. Στο Maut του Βελγίου έδωσαν οι AC/DC την πρώτη συναυλία τους με τον Brian John son στο μικρόφωνο. Το ημερολόγιο έδειχνε 1η Ιουλίου 1980.
AC/DC 1980


ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Αν κι ένας χρυσοποίκιλτος κανόνας της δισκογραφίας λέει ότι μετά από ένα τόσο πετυχημένο άλμπουμ, δύσκολα το επόμενο θα συναντήσει την ίδια ή έστω λίγο μικρότερη επιτυχία, το συγκρότημα βρισκόμενο σε μεγάλη φόρμα κυκλοφόρησε το For Those About to Rock(1981)
ΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΑΛΜΠΟΥΜ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΤΟ 1980
Όπως διαβάσατε πιο πάνω, το 1980 ήταν μια εξαιρετική ρονιά για το hard rock/heavy metal. Εκτός από το Back in Black κυκλοφόρησαν τα Heaven and Hell – Black Sabbath, Glory Road – Gillan, Iron Maiden το ομώνυμο, Judas Priest – British Steel, Michael Schenker Group το ομώνυμο, Motorhead – Ace of Spades,  Ozzy Osbourne – Blizzard of Ozz,  Rush - Permanent Waves, Saxon – Wheels of Steel, Tygers of Pan Tang – Wild Cat, Whitesnake - Ready an' Willing και  Live...in the Heart of the City και πολλά από συγκροτήματα του NWOBHM. Ουκ ολίγα και ΟΛΑ σημαντικά
TRIVIA

  • Ο τίτλος της καινούργιας στήλης είναι δανεισμένος από την αμερικάνικη τηλεοπτική σειρά του 1966, The Time Tunnel, η οποία τη δεκαετία του 70 προβαλλόταν και από την ελληνική τηλεόραση. Δύο επιστήμονες, που υποδυόντουσαν οι ηθοποιοί  James Darren και Robert Colbert,  παγιδευόντουσαν σε ένα χρονικό τούνελ, το οποίο τους μετέφερε στο παρελθόν. Η σειρά ήταν εμπνευσμένη από την ταινία Time Travelers του 1964.
  • Το  άλμπουμ έβγαλε 4 singles όλα πετυχημένα. Ήταν τα "You Shook Me All Night Long","Hells Bells", "Back in Black" και "Rock and Roll Ain't Noise Pollution".Ήταν τόσο μεγάλη η επίτυχία του άλμπουμ που μετά την κυκλοφορία του, το συγκρότημα είδε 3 παλαιότερα άλμπουμ του να ξανά μπαίνουν στο βρετανικό chart. Τα άλμπουμ ήταν τα Highway to Hell, If You Want Blood You've Got It και Let There Be Rock.  Στην Αμερικής η Warner κυκλοφόρησε το Dirty Deeds Done Dirt Cheap(1976) που έως τότε δεν είχε κυκλοφορήσει!

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ BACK IN BLACK
Στο πλαίσιο της συνολικής pop και rock δισκογραφίας από το 1970 και έπειτα, είναι πραγματικά ανώφελο να προσδιορίσει κάποιος την σημασία ενός θηρίου όπως το Back In Black. Κυριολεκτικά, ότι έχει γραφτεί σε όρους hard rock από το 1980, που κυκλοφόρησε, μέχρι σήμερα, φέρνει φαρδιά-πλατιά την σφραγίδα αυτού του άλμπουμ, δεύτερου (ή τρίτου, κατ’ άλλες εκτιμήσεις) πιο επιτυχημένου εμπορικά άλμπουμ, σε όλα τα είδη μουσικής, όλων των εποχών. Μόνο δύο κυκλοφορίες το έφτασαν ή το ξεπέρασαν, το Thriller του Michael Jackson που κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα και το Their Greatest Hits (1971–1975)» των Eagles, από το 1976. Αυτά τα νούμερα συντείνουν στο να αναδείξουν το Back In Black σε πολιτισμικό μουσικό φαινόμενο, και όχι απλά σαν δύο πλευρές δίσκου βινυλίου. Όπερ και σημαίνει ότι στιγμάτισε την εποχή του και τα χρόνια που ακολούθησαν. Καταξίωσε τους AC/DC ως το hard rock μεγαθήριο που έριξε την σκιά του πέρα από μουσικές προτιμήσεις, μουσικά είδη, μουσικά κινήματα, σκηνές και εποχές. Μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι οι Αμερικάνοι ταύτισαν το σκληρό και βαρύ rock με το συγκεκριμένο άλμπουμ, μιας και μόνο στις ΗΠΑ πούλησε 22.000.000 αντίτυπα, με τους δεύτερους του χώρου Led Zeppelin (με εξαίρεση το magnum opus των Meat Loaf και Jim Steinman Bat Out Of Hell και το πανταχού παρόν Dark Side Of The Moon των Pink Floyd) να ακολουθούν αρκετά πιο κάτω με το «Led Zeppelin IV» (ειδικά όταν γνωρίζουμε τι εστί Led Zeppelin για το αμερικανικό ακροατήριο).
Το μαγικό άγγιγμα του Robert John "Mutt" Lange ευθύνεται εξίσου με το ίδιο το συγκρότημα, όσον αφορά την επιτυχία του δίσκου. Με την τριπλέτα Highway To Hell (1979), Back In Black (1980) και For Those About To Rock (1981), ο Lange διαμόρφωσε έναν ήχο που θα αναπαραγόταν από πολλούς αργότερα, αποτελώντας μέτρο σύγκρισης και πρότυπο μίμησης για πολλούς, κυρίως για όσους αναλάμβανε ο Lange, του οποίου το συνολικό ρεκόρ πωλήσεων ως παραγωγός ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια. Το παράδοξο της ιστορίας είναι ότι το Back In Black δεν πήγε ποτέ στο Νο.1 των ΗΠΑ, παρά έφτασε μέχρι το Νο. 4, ενώ ο διάδοχος του, το εντυπωσιακό αλλά κατά πολύ υπολειπόμενο σε συνολικές πωλήσεις For Those About To Rock (με 4 εκ. έναντι 22 εκ. του Back In Black) έφτασε στην κορυφή!
Τώρα, για τα τραγούδια, ό,τι και να πει κανείς είναι πλεονασμός. Έστω και ένα από αυτά να βρισκόταν σε άλλο άλμπουμ θα γινόταν επιτυχία, το δίχως άλλο. Ο ορισμός του δόγματος «all killers,no fillers», κάτι που ήταν χαρακτηριστικό άλλωστε, όλων των κυκλοφοριών που έφεραν την υπογραφή του παραγωγού Lange (π.χ. όπως το Pyromania των Def Leppard, τρία χρόνια αργότερα). Ό,τι καλύτερο μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα άλμπουμ από τους AC/DC βρίσκεται στο Back In Black.


Το έχουμε ακούσει δεκάδες φορές, αλλά είναι πρακτικά αδύνατο αυτός ο δίσκος να χάσει την μαγεία του. Τα riffs (ειδικά στα Hell’s Bells και Back In Black) είναι επιπέδου Smoke On The Water, Paranoid, Sunshine Of Your Love και Whole Lotta Love, απίστευτα κολλητικά στην απλότητα τους και παραδίδοντας μαθήματα rock σύνθεσης. Ο ήχος φωλιάζει στο ακουστικό σου κέντρο και αποτελεί πρότυπο σύγκρισης για οτιδήποτε βγήκε πριν και μετά, τα φωνητικά είναι από άλλο πλανήτη, οι κιθάρες κοφτερές και ηλεκτρισμένες, χωρίς το παραμικρό εφέ να διαμορφώνει το τελικό αποτέλεσμα, ενώ το rhythm section ορθώνεται σαν τεχνητό βουνό με την ακρίβεια και την δύναμη του. Ε, δεν θέλει και πολύ τελικά να αγαπήσεις το Back In Black. Το πιο πιθανό είναι να το αγαπάς ήδη και να μην το ξέρεις. Πάντως, αλήθεια είναι ότι όλοι πρέπει σε αυτή την ζωή να απολαύσουν μια φορά τουλάχιστον την καρμική εκδίκηση των AC/DC απέναντι στον Πανδαμάτορα Θάνατο που τους στέρησε την φωνή και το πρόσωπο τους, αλλά τους ατσάλωσε και τους κούρδισε τόσο που εκτοξεύθηκαν στην στρατόσφαιρα, στο πάνθεον του rock and roll, την οποία άλλοι, πιο προβεβλημένοι και μοδάτοι, βλέπουν μόνο στα όνειρά τους.
O Κώστας Τσιρανίδης είναι συνεργάτης του Rockmachine.gr. και κάθε Τετάρτη 21.00-23.00 κάνει εκπομπή στο Ράδιο Ελεύθερος
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
15/7/20
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *