ΟΙ JETHRO TULL ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ (15/6/2019). Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙ

Στιγμές από το μουσικό ταξίδι, των Jethro Tull, στον χρόνο
«Θα είναι μια γιορτή αφιερωμένη και στα 33 μέλη που πέρασαν από την μπάντα όλα αυτά τα χρόνια, προσφέροντας το ταλέντο, τις δεξιότητες και το στυλ τους τόσο στις studio ηχογραφήσεις, όσο και στις συναυλίες», είχε δηλώσει πρόσφατα ο Ian Anderson (πριν από μια συναυλία των Jethro Tull στα πλαίσια της περιοδείας τους για τον εορτασμό των πενήντα χρόνων παρουσίας στη μουσική σκηνή). Η πορεία του θρυλικού συγκροτήματος ξεκίνησε στα τέλη των 60’s από το Luton της Αγγλίας. Στα πενήντα χρόνια που πέρασαν από τότε, οι Jethro Tull, ηχογράφησαν 21 studio άλμπουμς, καταφέρνοντας να γνωρίσουν τεράστια εμπορική επιτυχία, αλλά και αναγνώριση από τους κριτικούς.
Ευρέως αναγνωρισμένος ως ο άνθρωπος που εισήγαγε το φλάουτο στη ροκ μουσική, ο Ian Anderson παραμένει και σήμερα ο κορυφαίος στο είδος του. Ο Ian μπορεί να συνδυάσει το φλάουτο, με ακουστική κιθάρα και άλλα έγχορδα δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο ήχο που είναι αναπόσπαστο μέρος του μεγαλύτερου μέρους του ρεπερτορίου των Tull. Ως συναρπαστικός frontman και συνθέτης, ο Ian συνεχίζει να κινείται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στη σκηνή, παρουσιάζοντας στο κοινό πληθώρα μουσικών ενσαρκώσεων. Το σημερινό line up των Jethro Tull είναι: Ian Anderson(φλάουτο, κιθάρα, μαντολίνο, φωνητικά), Florian Opahle (κιθάρα), Scott Hammond (ντραμς), John O’Hara (keyboards) και David Goodier (μπάσο).
Έφτασα στο Ηρώδειο λίγο μετά τις 7 μμ και δεν χρειάστηκε να περιμένω παραπάνω από δεκαπέντε λεπτά για να μπω σ΄αυτόν τον υποβλητικό χώρο που έχουμε την τύχη να βρίσκεται στην πόλη μας. Ένας χώρος που ταιριάζει απόλυτα στη μουσική και το ύφος των Jethro Tull. Στον ίδιο χώρο είχα την τύχη να τους δω το 2003, σε μια αξέχαστη συναυλία. Βρήκα θέση στο άνω διάζωμα, ακριβώς απέναντι από τη σκηνή. Για δυο περίπου ώρες παρατηρούσα τον κόσμο που σταδιακά γέμισε τον χώρο. Άνθρωποι κάθε ηλικίας (οι περισσότεροι πενήντα και άνω), αρκετοί τουρίστες , ακόμη και παιδιά. Πάντα μου αρέσει να βλέπω τα t-shirts διαφόρων συγκροτημάτων, που φορούν οι θεατές. Πέρα από Jethro Tull, υπήρχαν αρκετοί με μπλουζάκια Rainbow (πότε επιτέλους θα τους φέρει κάποιους στη χώρα μας;) Λίγο μετά τις 9μμ τα φώτα χαμήλωσαν και στο σκηνικό οικοδόμημα που βρίσκεται πίσω από την ημικυκλική σκηνή, προβλήθηκε οπτικό υλικό από όλη την πενηντάχρονη πορεία του γκρουπ. Ο ήχος από το μπάσο του David Goodier, ενισχυμένος από κιθάρα του Florian Opahle κυριάρχησε στον χώρο και μας προετοίμασε για μια δυνατή εκτέλεση του “My Sunday feeling” από το άλμπουμ “This Was” (1969). Γενικά τα τραγούδια που αποτελούσαν το πρώτο μέρος της συναυλίας προέρχονταν κυρίως από το συγκεκριμένο άλμπουμ, που τυχαίνει να μην συμπεριλαμβάνεται στα αγαπημένα μου.  Έτσι το “Love story” που είχε κυκλοφορήσει σαν single το 1968, ακολούθησε το “A song for Jeffrey” το οποίο προλόγισε (με ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμά του )ο Mick Abrahams, που ήταν στην αρχική σύνθεση του γκρουπ. Παρόμοια μηνύματα είδαμε και από τους: Tony Iommi (που υπήρξε για λίγο μέλος τους), Joe Elliott, Slash και Jeffrey Hammond. O Anderson είναι γνωστός για το χιούμορ του και τον τρόπο που του αρέσει να εμπλέκει το κοινό σ’ αυτή τη διαδικασία. Έτσι, μετά το “Some day the sun won’t shine for you” και πριν το “Dharma for one”, αστειεύτηκε με τα  ατέλειωτα drum solo του σπουδαίου Clive Bunker, προσθέτοντας ότι αυτά δεν γίνονται πια στις μέρες μας. Περιττό να αναφέρω ότι  ακολούθησε ένα solo του ντράμερ Scott Hammond! Ακολουθεί το, μάλλον αδιάφορο, “Beggar’s farm”, για να φτάσουμε σε ένα κλασικό κομμάτι των Jethro Tull, που έχει διατηρήσει αναλλοίωτη τη μαγεία του μέσα στον χρόνο: το “Bouree”. Εδώ η εμφάνιση του Anderson ήταν υποδειγματική. Ακολουθεί ένα ακόμη από την εποχή του άλμπουμ “Stand up”, το “Sweet dream”. Το συγκεκριμένο δεν συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ, αλλά κυκλοφόρησε σαν single με αξιοσημείωτη επιτυχία (έφτασε στο Νο 7 του UK Top Ten ). Επιτέλους ήρθε η στιγμή να ακούσουμε κάτι από το καλύτερό τους άλμπουμ το “Aqualung”. Είναι το “My God”, ένα αμφιλεγόμενο κομμάτι που, όπως μας λέει ο Ian, πολλοί δεν έχουν αντιληφθεί το ακριβές νόημά του.  Το πρώτο μέρος της συναυλίας κλείνει ιδανικά με το “Thick as a brick”, ένα κομμάτι που μοιάζει να πλημμυρίζει ενέργεια το συγκρότημα, κάθε φορά που το παίζουν ζωντανά. Νομίζω ότι ήταν η καλύτερη στιγμή της συναυλίας.

Ώρα για δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα. Ευκαιρία να συζητήσεις με φίλους, να τσεκάρεις μηνύματα και γνώμες στο κινητό, να ανιχνεύσεις αντιδράσεις από το κοινό ή να επισκεφτείς το κιόσκι με τα μπλουζάκια του συγκροτήματος. Όλοι έχουμε υψηλές προσδοκίες από το β΄μέρος, καθώς δεν έχουν ακόμη ακουστεί σπουδαία και ιστορικά κομμάτια τους. Όταν τα φώτα σβήνουν και ακούγεται η εισαγωγή του “Too old to rock ‘n roll, Too young to die”, επικρατεί ενθουσιασμός. Ο κόσμος τραγουδά μαζί με τον Ian, ένα τραγούδι που ακούγεται τόσο αληθινό όσο ποτέ άλλοτε. Ένα ακόμη τραγούδι που δεν περιέχεται σε κάποιο άλμπουμ των Jethro Tull, παρά μόνο σε συλλογή, ακολουθεί. Είναι το “Pastime with good company”, που έρχεται να μας επιβεβαιώσει ότι ο Ian Anderson παραμένει ο κορυφαίος φλαουτίστας και ένας σπουδαίος performer, με κινήσεις που παραπέμπουν σε μουσικούς άλλης εποχής. Το “Songs from the wood” είναι το άλμπουμ με το οποίο γνώρισα τους Jethro Tull και πραγματικά απόλαυσα την εκτέλεση του ομότιτλου κομματιού. Στη συνέχεια ένα από τα πλέον αγαπημένα τραγούδια τους, το “Heavy Horses”, ένα συγκινητικό τραγούδι για τα άλογα που περνούν στο περιθώριο λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης. Ακριβώς τη στιγμή που το κέφι είχε ανέβει παίζουν το χριστουγεννιάτικο (!) “Ring out, solstice bells” (από το “Songs from the wood”) και αμέσως μετά το μέτριο “Farm on the freeway” (από το “Crest of a knave). Η στιγμή που περίμεναν οι περισσότεροι φτάνει. O Slash προλογίζει ένα από τα καλύτερα rock κομμάτια όλων των εποχών (όπως μας λέει ο ίδιος), που δεν είναι άλλο από το “Aqualung”. Ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθώ στις σημερινές φωνητικές ικανότητες του Ian Anderson. Σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας δυσκολευόταν να αποδώσει τα κομμάτια και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο είχε δώσει μεγάλη έμφαση στη μουσική και λιγότερο στην ερμηνεία. Τόσο το “Aqualung”, όσο και το “Locomotive breath” (το οποίο ήταν το encore) και έκλεισε η συναυλία, είναι δυο εμβληματικά και πολύ απαιτητικά κομμάτια. Δυστυχώς ο Ian Anderson δεν μπορεί πλέον να τα υποστηρίξει, με αποτέλεσμα να ακούγονται αποδυναμωμένα
Τα θετικά της εμφάνισης των Jethro Tull: α) Η μαγεία του συναυλιακού χώρου, β) η σκηνική παρουσία και το φλάουτο του Ian Anderson, γ) η αγάπη και η υποστήριξη που φαίνεται να απολαμβάνει το συγκρότημα πενήντα χρόνια μετά την ίδρυσή του. Τα αρνητικά: α) Η φθορά του χρόνου ήταν αδυσώπητη για την φωνή του Ian, β) όπως δεν υπάρχουν Jethro Tull χωρίς Ian Anderson δεν υπάρχουν και χωρίς Martin Barre. Η απώλεια του σπουδαίου αυτού κιθαρίστα δεν αναπληρώνεται, γ) δεν ακούστηκαν μερικά από τα καλύτερα κομμάτια τους (“Living in the past”, “A new day yesterday”, “Broadsword”, “Budapest”, “Bungle in the jungle”). Επίσης δεν ακούσαμε κάτι από σπουδαία άλμπουμς όπως το “Minstrel in the gallery” ή το “A passion play”.
Φεύγοντας για ώρα προβληματίστηκα:  ήταν σωστή η επιλογή να βρεθώ σ’ αυτή τη συναυλία ή μήπως ήταν καλύτερα να διατηρήσω στην μνήμη μου την εντυπωσιακή τους παρουσία, στον ίδιο χώρο το 2003, σαν τελευταία ανάμνηση; Τελικά κατέληξα ότι μια συναυλία των Jethro Tull στο Ηρώδειο δεν χάνεται για κανέναν λόγο.
Θόδωρος Τερζόπουλος
17/6/19

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *