CHEAP TRICK AT BUDOKAN: ΟΤΑΝ ΕΝΑ LIVE ΑΛΜΠΟΥΜ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΕΝΟΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ

Αρκεί να δεις μια φορά τους Cheap Trick για να μην τους ξεχάσεις ποτέ. Ένας τραγουδιστής  (Robin Zander) που μοιάζει με σταρ του Hollywood, o μπασίστας  (Tom Petersson) με μια εντελώς αλήτικη φάτσα, ο ντράμερ (Bun E. Carlos) να θυμίζει δημόσιο υπάλληλο λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί και (το κερασάκι στην τούρτα) ο κιθαρίστας Rick Nielsen με μια εμφάνιση ψυχοπαθούς nerdy. Αυτό το ετερόκλητο εμφανισιακά κουαρτέτο, από το Rockford του Illinois, ξεκίνησε την καριέρα του το 1973. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά με τίτλό “Cheap Trick”, που δεν κατάφερε να γνωρίσει επιτυχία. Ακολουθεί η δεύτερη προσπάθειά τους “In Color” στα τέλη του 1977. Αν και σήμερα το “In Color” θεωρείται από τα σημαντικά άλμπουμς των 70’s, καθώς περιέχει και τα «I Want You To Want Me» και «Southern Girls», τότε πέρασε απαρατήρητο. Έτσι φτάσαμε στον Μάιο του 1978, όταν κυκλοφόρησε το “Heaven Tonight” με lead-off το «Surrender» που ήταν το πρώτο  single των Cheap Trick που μπήκε στο chart των ΗΠΑ, φτάνοντας στο No. 62.
“Life happens to you when you’re busy making other plans” είχε πει ο John Lennon. Πραγματικά οι Cheap Trick δεν μπορούσαν να φανταστούν, στις αρχές του 1978, πόσο εντυπωσιακά θα άλλαζε η πορεία τους στους επόμενους μήνες. Λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του “Heaven Tonight”, στα τέλη Απριλίου του 1978, οι Cheap Trick πηγαίνουν στην Ιαπωνία για την πρώτη τους περιοδεία στην Ανατολή, εκεί που ήδη είχαν αποκτήσει ένα φανατικό κοινό. Είναι χαρακτηριστικό ότι 5.000 οπαδοί τους περίμεναν στο αεροδρόμιο κατά την άφιξή τους στην Ιαπωνία. Καθ ‘όλη τη διάρκεια της παραμονής του, το συγκρότημα θα βιώσει την ίδια ανεξέλεγκτη μανία που είχαν βιώσει τα ινδάλματά τους, οι Beatles, λίγα χρόνια νωρίτερα στην τελευταία παγκόσμια περιοδεία τους. Ο επίσημος φωτογράφος του συγκροτήματος Bob Alford θυμάται: «Ήταν ακριβώς όπως η Beatlemania. Οι Ιάπωνες οπαδοί τούς κυνηγούσαν παντού προσπαθώντας να κόψουν κομμάτια από τα ρούχα τους. Θυμάμαι τα κορίτσια να κρέμονται έξω από αυτοκίνητα που έτρεχαν με υψηλή ταχύτητα για να τραβήξουν φωτογραφίες, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους. Ήταν τρελό!». «Ήταν πραγματικά επικίνδυνο για μας να κάνουμε οτιδήποτε, διότι οι άνθρωποι κινδύνευαν καθώς  πηδούσαν έξω από τα τρένα και ή τα ταξί», δήλωσε ο Nielsen στο Guitar Player. «Υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι στα ξενοδοχεία και τα λόμπι. Δεν μπορούσαμε να κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο, γιατί οι άνθρωποι θα ορμούσαν στo ξενοδοχείο και θα μας έβγαζαν έξω».
Το συγκρότημα είχε προγραμματίσει να πραγματοποιήσει εμφανίσεις στις 27 Απριλίου στην Οσάκα και στις 28 και 29 Απριλίου στο Budokan του Τόκιο, μια αίθουσα 14.000 θέσεων που είχε προηγουμένως φιλοξενήσει τους The Beatles, Led Zeppelin και Deep Purple. Η ιδέα να ηχογραφήσουν ένα ζωντανό άλμπουμ δεν ήρθε από το συγκρότημα, καθώς ήταν απόφαση της εταιρείας. Εκείνη την εποχή οι Cheap Trick ήταν μία από τις πιο δραστήριες μπάντες, καθώς περιόδευαν συνεχώς. «Ήμασταν απασχολημένοι μονίμως, παίζοντας σχεδόν 300 ημερομηνίες το χρόνο», λέει ο Petersson. Οι δυναμικές εμφανίσεις τους στην Ιαπωνία συνδυάστηκαν με την καλύτερη περίοδο της καριέρας τους. Στη σκηνή, ο κιθαρίστας Rick Nielsen ήταν σαν χαρακτήρας κινουμένων σχεδίων, βομβάρδιζε το κοινό με μια κιθαριστική καταιγίδα. Ο Zander, καθώς ήταν ο τραγουδιστής, συνήθιζε να επικοινωνεί με το κοινό μεταξύ των τραγουδιών, γεγονός που συχνά προκαλούσε φρενίτιδα στο γυναικείο κοινό. Οι εισαγωγές του στα τραγούδια ήταν προσεκτικά διατυπωμένες. «Μας είπαν να βεβαιωθούμε ότι ο Robin θα μιλάει αργά, ώστε οι Ιάπωνες  να τον καταλαβαίνουν», παραδέχεται ο Nielsen. «Ήταν κυρίως νεαρά κορίτσια και θα έλεγα ότι έμοιαζε σαν μια συναυλία της Hannah Montana, παρά με το Woodstock», θυμάται γελώντας ο Tom Petersson.
Οι κραυγές από τις νεαρές Γιαπωνέζες μας βάζουν στο κλίμα του “Hello there”, που ανοίγει τον δίσκο. Ένα τραγούδι ακατέργαστης punk αλλά με πανέμορφη αίσθηση, που μας προετοιμάζει για όσα ακολουθήσουν. Κλείνοντας το κομμάτι, ο ήχος από τα ντραμς του Carlos λειτουργεί σαν γέφυρα για το δεύτερο κομμάτι το “Come on come on”. Ο ρυθμός γίνεται πιο αργός, αλλά και πιο μεγαλοπρεπής. Οι στίχοι του Robin δίνουν ένα rockabilly χρώμα, η κιθάρα σε στυλ punk με το solo του Nielsen να είναι δολοφονικό. Το call-and-response μέρος δίνει περισσότερο βάθος στο τραγούδι. Ο Robin παρουσιάζει τον Bun E. Carlos και προαναγγέλλει το “Look out”. O Carlos χτυπά μανιασμένα τα ντράμς και η ενέργεια ξεχειλίζει. Φτάνοντας, όμως, στο χορωδιακό μέρος αυτή η ενέργεια μοιάζει να εκτονώνεται και το τραγούδι γίνεται μονότονο. Ίσως η πιο αδύναμη στιγμή του δίσκου. Το “Big eyes”, που ακολουθεί, ανήκει στην κατηγορία των κομματιών που ακούγονται καλύτερα live. Με εξαιρετικά backing vocals συνδυάζει το ροκ της δεκαετίας του ‘50 με μια δόση ψυχεδέλειας και στυλ που θυμίζει Alice Cooper. Πολύ σφιχτό και καλοπαιγμένο κομμάτι. Από το σημείο αυτό και έπειτα η ποιότητα ανεβαίνει κατακόρυφα. “I need your love” φωνάζει ο Robin και οι γιαπωνεζούλες τρελαίνονται. Ακολουθεί μια εννιάλεπτη εκτέλεση του κομματιού, που κρατά καθηλωμένο τον ακροατή. Ήχοι κιθάρας αναβλύζουν από παντού και πλαισιώνουν τα φωνητικά του Robin. To highlight του κομματιού είναι το μακρύ και σχεδόν instrumental outro. Rick, Tom, and Bun E., δίνουν πραγματικό ρεσιτάλ και αποδεικνύουν πόσο δεμένη ήταν η μπάντα εκείνη την εποχή. Ακολουθεί η διασκευή στο κλασικό “Ain’t That a Shame” του Fats Domino.

Μια εξαιρετική διασκευή, που καθιέρωσε το κομμάτι σαν κλασικό hit των Cheap Trick. Ο ήχος του μπάσου ακούγεται πιο βαρύς, αλλά το κομμάτι σού αφήνει τη γλυκιά αίσθηση των 50’s. Εντυπωσιακό το κλείσιμο του κομματιού, καθώς ο κάθε μουσικός παίζει το δικό του (μικρής διάρκειας)solο. Ίσως το πιο αξιοσημείωτο κομμάτι του καταλόγου των Cheap Trick,είναι η ζωντανή έκδοση του «I Want you to want me», που κάνει ό,τι η έκδοση του studio δεν θα μπορούσε. Η studio έκδοση ακούγεται υπερβολικά επεξεργασμένη, ενώ η live εκτέλεση προκαλεί πλούσια συναισθήματα στον ακροατή. Δεν υπάρχει τίποτα να πει κανείς, εκτός τα θαυμάσια φωνητικά του Robin, τον ταχύτατο ρυθμό που επιβάλλει το παίξιμο του Bun E. Μάλλον το καλύτερο τραγούδι στο άλμπουμ. Το επόμενο κομμάτι είναι το “Surrender”, που λίγες μέρες αργότερα (η studio εκτέλεσή του) κυκλοφόρησε σαν single στις ΗΠΑ.

 Πάλι η live εκτέλεση είναι ένα επίπεδο πάνω από τη εκτέλεση που συναντάμε στο “Heaven Tonight”. O ήχος του synthesizer έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο και η κιθάρα του Nielsen πρωταγωνιστεί, ενώ τα backing vocals προσδίδουν ένταση. Το “Goodnight now” επαναφέρει τον punk ήχο του ”Hello there”. Τα φωνητικά του Robin «χάνονται» κάπου ανάμεσα στον ήχο της κιθάρας και στις φωνές του κοινού, γεγονός που επηρεάζει την ποιότητα του κομματιού. Στο τέλος ο Robin φωνάζει στο κοινό: «CHEAP TRICK SAYS GOODNIGHT!». Φυσικά η συναυλία δεν τελειώνει εδώ. Θα βγουν πάλι στη σκηνή για να γνωρίσουν την αποθέωση παίζοντας το “ Clock Strikes Ten”, ένα πολύ δυνατό τραγούδι που αποτελεί τον ιδανικό επίλογο της ιστορικής συναυλίας. Είναι το τραγούδι στο οποίο κυριαρχεί ο Bun E Carlos. Δεν είναι τυχαίο ότι, στη μέση του κομματιού, ο Zander φωνάζει το όνομά του αναγνωρίζοντας την τεράστια συμβολή του στη «γιορτή» που είχε στηθεί στο Budokan.
Όταν κυκλοφόρησε το “At Budokan” οι Cheap Trick ήδη προετοίμαζαν το επόμενο album τους “Dream Police”. Αρχικά υπήρχε μια ανησυχία για το αν ήταν καλή ιδέα να κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ πρώτα το live, όμως η εταιρεία τους (Epic) παρατήρησε τους υψηλούς ρυθμούς εισαγωγής του “At Budokan” από την Ιαπωνία (υπολογίζεται ότι είχαν πωληθεί 30.000 κόπιες εισαγωγής) και αποφάσισε την κανονική του κυκλοφορία στην αγορά των ΗΠΑ, μεταφέροντας την κυκλοφορία του “Dream Police” κατά έναν χρόνο. Πολύ γρήγορα το “At Budokan”θα γίνει η πρώτη πολύ μεγάλη επιτυχία των Cheap Trick, αν και (σύμφωνα με τον Rick Nielsen) όταν άκουσαν για πρώτη φορά τις ηχογραφήσεις θεώρησαν ότι ο ήχος τους ήταν υπερβολικά σκληρός. Για το εξώφυλλο επιλέχθηκε μια φωτογραφία της συναυλίας που δείχνει τους Robin Zander και Tom Petersson να τραγουδούν. Μια επιλογή που ήταν έξυπνη (γιατί κέντριζε το ενδιαφέρον του γυναικείου κοινού, που λάτρευε τους δυο «όμορφους» του γκρουπ), αλλά και άδικη (αφού περνούν σε δεύτερο πλάνο ο Nielsen, που ήταν ο συνθέτης των περισσότερων τραγουδιών και ο Carlos, που καθόρισε τον live ήχο τους). Το “At Budokan”  έφτασε στο No. 4 και κατάφερε να μείνει στο Billboard chart για έναν χρόνο περίπου, ενώ είχαν και ένα Top 10 single με την εκπληκτική live version του»I Want You to Want Me.» Ξαφνικά οι Cheap Trick απέκτησαν τεράστια φήμη. «Πώς το βλέπω;», αναρωτήθηκε ο Rick Nielsen σε μια συνέντευξή του στο NME το 1979, «χτίσαμε αργά, αλλά σταθερά τη φήμη μας, παίζοντας συνεχώς live. Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει τα τραγούδια μας, οπότε όλα ήταν θέμα χρόνου. Απλά περιμέναμε την κατάλληλη στιγμή».
Το εσωτερικό του διπλού εξώφυλλου.

Το επόμενο άλμπουμ τους (“Dream Police”) γνώρισε επιτυχία και κατάφερε να τους χαρίσει δυο πετυχημένα singles, όμως δεν πλησίασε την ποιότητα του “At Budokan”. Έτσι η πτώση στις πωλήσεις του μεθεπόμενου “All shook up”, σε συνδυασμό με την αποχώρηση του  Tom Petersson, θα είναι η απαρχή μια έντονα ταραχώδους πορείας για το συγκρότημα. Το group κατάφερε να επιστρέψει στις επιτυχίες το 1988 με το πλατινένιο “Lap of Luxury”, αλλά το “At Budokan” παραμένει το αποκορύφωμά τους.
Το συγκρότημα έχει τις καλύτερες αναμνήσεις από εκείνες τις συναυλίες στην Ιαπωνία.  Ο Bun E. Carlos περιέγραψε την εμπειρία του στο Trouser Press σαν ένα «deja vu» του A Hard Day’s Night των Beatles, ενώ ο Nielsen έδωσε τον χαρακτηρισμό: «10 μέρες με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου.» Αν και ήξεραν ότι ήταν δημοφιλείς στην Ιαπωνία, ποτέ δεν είχαν φανταστεί το μέγεθος της επιτυχίας που θα απολάμβαναν. «Η έμφαση που δώσαμε στις ζωντανές εμφανίσεις λειτούργησε τέλεια, καθώς είχαμε εδραιωθεί ως μια δυνατή, πολύ δεμένη μπάντα στο live, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο», είπε ο Nielsen σε συνέντευξη του στο NME και πρόσθεσε: «Αυτό το live έχει τη φωνή και την τρέλα μας. Είναι ένα κλασικό live των Cheap Trick, με ένα άγριο κοινό κι αυτό είναι προφανές».

TRIVIA
• Στις  ΗΠΑ το  “At Budokan” έφτασε μέχρι το Νο4 του Billboard 200, πούλησε 3.000.000 κόπιες και έγινε το album των Cheap Trick με τις περισσότερες πωλήσεις . Το single “I Want You to Want Me” έφτασε στο Νο7 του  Billboard Hot 100 chart. Το δεύτερο single «Ain’t That a Shame» έφτασε στο Νο35. Το  Cheap Trick at Budokan έγινε τρεις φορές πλατινένιο το 1986.Στον Καναδά, έφτασε στην κορυφή του RPM 100 Albums chart.
• Το album αναφέρεται στο βιβλίο  «1001 Albums You Must Hear Before You Die»  και βρίσκεται στη θέση Νο 426 της λίστας «Τhe 500 Greatest Albums of All Time»του Rolling Stone.
• Τον Φεβρουάριο του 1994 κυκλοφόρησε το sequel του πρώτου album, “Budokan II”. Το “Budokan II” περιέχει τα κομμάτια που κόπηκαν από το “At Budokan”  (Elo Kiddies, High Roller, Southern Girls, Speak Now or Forever Hold Your Peace, Auf Wiedersehen,  California Man, Downed, Can’t Hold On) πλαισιωμένα από κομμάτια που έπαιξαν στην follow-up tour που έκαναν στην Ιαπωνία το 1979 (Stiff Competition, How Are You, On Top of the World, Oh Caroline).
• Τα «Lookout» και «Need Your Love» ακούστηκαν για πρώτη φορά στη συναυλία, καθώς δεν συμπεριλαμβάνονταν στην μέχρι τότε δισκογραφία τους.
• Όταν το “Cheap Trick At Budokan” κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε cd στις Η.Π.Α., είχε αρκετά «πειραγμένο» ήχο. Τα μέρη της κιθάρας του «Ain’t that a shame» ήταν προφανώς διαφορετικά από εκείνα του βινυλίου.
• Μια ειδική remaster έκδοση του original album κυκλοφόρησε το 1998 ως: ”At Budokan: The Complete Concert” και περιελάμβανε όλα τα κομμάτια που έπαιξαν στην αρχική συναυλία. Το συγκρότημα έδωσε συναυλία στο Chicago στις 30 Απριλίου 1998, στην οποία έπαιξαν όλα τα κομμάτια της remaster έκδοσης.
• Η “30th Anniversary Edition, Budokan!” κυκλοφόρησε στις 11 Νοεμβρίου 2008, σαν ένα τετραπλό σετ. Στο διπλό cd του «Complete Concert», προστέθηκε το dvd της συναυλίας και  ένα cd με τη συναυλία της  28ης Απριλίου 1978. Η συναυλία είχε μεταδοθεί από την ιαπωνική τηλεόραση, αλλά δεν ήταν διαθέσιμη για το κοινό μέχρι τότε.


• Στην αρχή της καριέρας τους οι Cheap Trick άνοιγαν τις συναυλίες καλλιτεχνών όπως: Kansas, Santana, Kiss και Be-Bop Deluxe.
• Για χρόνια φήμες έχουν κυκλοφορήσει σχετικά με την αυθεντικότητα κλασικών ζωντανών άλμπουμ όπως το Live And Dangerous των Thin Lizzy, το Live Bootleg των Aerosmith και το Frampton Comes Alive. Όμως ο Bun E. Carlos δηλώνει κατηγορηματικά ότι: «Κατά 98% το άλμπουμ είναι «απείραχτο». Διορθώσαμε μόνο κάποια λάθη στη κιθάρα και ορισμένα backing vocals του Rick, γιατί κάποιες φορές δεν ήταν κοντά στο μικρόφωνο».
 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
3/2/19 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *