DEEP PURPLE – LIVE IN LONDON (1982)

Το ‘Live in London’ των Deep Purple κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1982 από την EMI – Harvest, μόλις οκτώ χρόνια από την ηχογράφησή του, στις 22 Μαίου του 1974, στο Gaumont State του Kilburn, που βρίσκεται στο Βόρειο Λονδίνο. Πρόκειται για μια καταπληκτική εμφάνιση του μεγάλου αυτού συγκροτήματος από τη μοναδική περιοδεία της MkIII εποχής τους στη Μεγάλη Βρετανία.
Το album αυτό κατάφερα να το αγοράσω κάπου μέσα στο 1988 από το τοπικό δισκοπωλείο ‘Ρεκουνιώτης’ στον Χολαργό, στην ελληνική του εκτύπωση και εντυπωσιάστηκα σε μέγιστο βαθμό ακούγοντάς το, αφού δεν περίμενα τόσο καταιγιστικό παίξιμο, ώστε να πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής το τεράστιο Made in Japan. Την ηχογράφησή του οργάνωσε το BBC, όπου και μετέδωσε τη συναυλία αυτή από τη συχνότητά του, πολλές φορές από τότε. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο album αυτό δεν υπάρχουν overdubs, είναι δηλαδή αυτά που ακούμε όπως ακριβώς παίχτηκαν τότε.
Το εξωτερικό του Gaumont State στο Kilburn,

Τη συναυλία άνοιγαν στο μεγαλύτερο σκέλος της περιοδείας οι ELF του Ronnie James Dio, που όπως φάνηκε αργότερα, από εδώ θα ξεκινούσε σιγά σιγά η πολύ σπουδαία συνεργασία του με τον Ritchie Blackmore στους Rainbow. Tο set που έπαιξαν είχε διάρκεια μιάμιση ώρα, αλλά στον δίσκο αρχικά χώρεσαν μόνο 57 λεπτά, τα οποία ήταν υπεραρκετά για να αντιληφθούμε την εξαιρετική κατάσταση στην οποία βρισκόταν το συγκρότημα. Είχαν μόλις κυκλοφορήσει το album ‘Burn’ κι αυτή ήταν η περιοδεία για την προώθησή του.
Η συναυλία λοιπόν ξεκινάει με το ομώνυμο ‘Burn’, που αμέσως κολλάει τον ακροατή στον «τοίχο» με τον περίσσιο δυναμισμό που ξεχειλίζει, ξεπερνώντας και τη studio εκτέλεση. Ακολουθεί το ‘Might just take your life’, το οποίο είχαν κυκλοφορήσει και ως single. Η ζωντανή αυτή εκτέλεση έχει πιο γρεζαριστά φωνητικά από τον David Coverdale, ενώ η συνεργασία του με τον εξίσου χαρισματικό Glenn Hughes δίνει μια αντιπροσωπευτική εικόνα της όμορφης χημείας που είχε η μπάντα με 2 καταπληκτικούς τραγουδιστές να εναλλάσσονται στα lead vocals. Συνέχεια με το ‘Lay down, stay down’, πάλι από το LP ‘Burn’, όπου η Purple μηχανή έχει πάρει φωτιά και όλα κορυφώνονται σε ένα καταπληκτικό solo του Ritchie Blackmore. Σειρά παίρνει το 15λεπτο ‘Mistreated’, κορυφαία στιγμή τόσο του album, όσο και των live εμφανίσεών τους. 
Η καταπληκτική κιθαριστική εισαγωγή προσδίδει μια συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα, ενώ η φανταστική ερμηνεία από τον David Coverdale προσθέτει πολλά συν στο κομμάτι και βέβαια εδώ έχουμε τον περίφημο αυτοσχεδιασμό του στο finale με το ‘Baby baby’. To Mistreated είναι ένα κομμάτι που τόσο ο Blackmore, όσο και ο Coverdale, συνέχισαν να το παίζουν με τις μπάντες τους τα επόμενα χρόνια, σε εξίσου εξαιρετικές εκτελέσεις, αν θυμηθούμε τα live άλμπουμ,  Rainbow ‘On Stage’ και Whitesnake ‘Live in the heart of the city’. Επιστροφή στο ‘Live in London’ και για τη συνέχεια έχουμε το all time classic τους ‘Smoke on the water’, μια πλούσια εκτέλεση όπου όλα τα μέλη αποδίδουν τα μέγιστα, ενώ ξεχωρίζει ο αυτοσχεδιασμός του Blackmore με αναφορά στο riff του ‘Lazy’ για να προχωρήσει στο γνωστό μας riff του ‘Smoke…’ με το ποτενσιόμετρο στο 11. Ο Coverdale είναι κι εδώ καταπληκτικός τραγουδώντας βαριά και aggressive, όπως ταιριάζει στο κομμάτι. Όσο για τον Hughes δίνει κι εδώ δυναμικό παρών, προσθέτοντας funk πινελιές με φράσεις από το ‘Georgia on my mind’ του Ray Charles λίγο πριν το τέλος, ενώ στο τέλος η περίφημη δυνατή κραυγή του Coverdale στο ‘Smoke…’ κλείνει με τη μεγαλοπρέπεια που του αξίζει.
Για τη συνέχεια οι Deep Purple σε εκείνη την περιοδεία είχαν επιλέξει να κλείνουν το βασικό set τους με 2 τεράστιες εκτελέσεις των: ‘You fool no one’ (20 λεπτά) και ‘Space Truckin’ ‘(31λεπτά), με τους αγαπημένους τους αυτοσχεδιασμούς κατά τα πρότυπα του 1969-1970, με τα ‘Mandrake Root’ και ‘Wring that neck’. Από τα δυο αυτά, μόνο το ‘You fool no one’ είχε μπει στο album του 1982, ενώ το ‘Space Truckin’ ‘ προστέθηκε bonus track στην επανέκδοση του Live in London σε 2CD και διπλό βινύλιο το 2007. 

Το ‘You fool no one’, όντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια στο album ‘Burn’, όπου ξεδιπλώνονται νέες ιδέες, αποτέλεσε έναυσμα για έναν μακρύ αυτοσχεδιασμό στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Η εισαγωγή ξεκινάει με τον Jon Lord και τις επιρροές του από την κλασσική μουσική για να δώσει τη σκυτάλη στον Ian Paice, όπου χτίζει έναν γρήγορο και σχεδόν ανατολίτικο ρυθμό. Στην εκτέλεση αυτή υπάρχει ένα από τα καλύτερα solo του Ritchie Blackmore, ένας πραγματικός ορυμαγδός με απίστευτη για την εποχή ταχύτητα, ενώ στη συνέχεια η μπάντα το γυρίζει σε ηλεκτρικό blues ύφος με καταπληκτικά παιξίματα τόσο από τον Glenn Hughes, όσο κι απ’τον Ian Paice, ο οποίος παίζει ένα καταιγιστικό solo καταλήγοντας στη μελωδία από το ‘The Mule’.
Το ‘Space Truckin’ ‘ που έκλεισε τη συναυλία, ακολουθώντας τα πρότυπα του ‘Made in Japan’, υπήρξε πάντα το «όχημα» για την αυτοσχεδιαστική διάθεση της μπάντας. Στις συναυλίες το έπαιζαν σχεδόν σε διπλή ταχύτητα, ενώ εξελίσσεται σ’ένα όργιο δεξιοτεχνίας απ’όλους και ιδιαίτερα για τον Jon Lord, όπου η πειραματική του διάθεση οδηγεί και τους υπόλοιπους σε νέα μονοπάτια, που πραγματικά εντείνουν τον ενδιαφέρον της ακρόασης. Στα highlights της εκτέλεσης είναι η εισαγωγή του Lord με το θέμα της ταινίας ‘2001 Οδύσσεια του διαστήματος’, το ‘also Sprach Zarathustra’, μια ιδέα που συνήθιζε να παίζει από το ’68-’70 στα μακροσκελή κομμάτια. Επίσης, ο Glenn Hughes κάνει ένα εκπληκτικό bass solo που καταλήγει σ’ένα πανέμορφο jam με τον David Coverdale, το ‘Dance to the rock’n’roll’, του οποίου η studio ηχογράφηση στη συνολική του πληρότητα γίνεται ένα χρόνο αργότερα με τον Tommy Bolin στην κιθάρα και υπάρχει μαζί με τα υπόλοιπα jam της εποχής στην κυκλοφορία ‘Days may come, days may go’. Για το τέλος έχουμε πάλι ένα φανταστικό solo του Rithcie Blackmore που καταλήγει στο οργανικό μέρος από το ‘Fools’, ενώ κλείνει με φράσεις από το ‘Mandrake Root’ και την κιθάρα να ουρλιάζει από τα χτυπήματα και την τριβή με τους ενισχυτές, κατά την προσφιλή συνήθεια του Blackmore στο κλείσιμο, εν μέσω αποθέωσης από το κοινό.
Χαρακτηριστικό της συναυλίας είναι ότι η μπάντα δεν επέστρεψε για encore, όπου σ’εκείνη την περιοδεία έπαιζαν το ‘Going Down’ του Don Nix και κατέληγαν με μια μανιώδη εκτέλεση του ‘Highway Star’. Σύμφωνα με πληροφορίες, το συγκρότημα δεν ήταν ευχαριστημένο από την χλιαρή αντίδραση του κοινού κατά τη διάρκεια του set, αλλά από μαρτυρία αυτοπτών ακροατών, η ασφάλεια του χώρου υποχρέωνε τον κόσμο να διατηρεί σχετική ησυχία.
Συνολικά λοιπόν πρόκειται για ένα από τα καλύτερα live στην ιστορία των Deep Purple και σίγουρα το καλύτερο για την MkIII περίοδο. Όσοι αγαπάτε τον ήχο τους πρέπει να έχετε αυτό το άλμπουμ.
TRIVIA
Στην εισαγωγή του "Smoke on the water" o Jon Lord παρουσιάζει τα μέλη του συγκροτήματος, αφήνοντας τελευταίο τον εαυτό του όπου αυτοπαρουσιάζεται σαν "Rick Emerson", συνδυάζοντας τα ονόματα δύο μεγάλων μουσικών, των Rick Wakeman τωνYes και του Keith Emerson των Emerson Lake and Palmer!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΙΛΗΣ
16/12/18

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό άλμπουμ και χαίρομαι που λαμβάνει την αναγνώριση που του αξίζει μετά από πολλά χρόνια.Το αγαπημένο μου από MK III.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *