Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο DAVID COVERDALE ΕΓΙΝΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΩΝ DEEP PURPLE

Η 29η Ιουνίου 1973 στην Osaka, ήταν η ημέρα όπου οι Deep Purple εμφανίστηκαν μαζί για τελευταία φορά με τραγουδιστή τον Ian Gillan. Το συγκρότημα επέστρεψε στην Αγγλία, έχοντας ήδη όμως ηχογραφήσει το άλμπουμ Who do we think we are, στο τέλος του 1972 κι ο Gillan αποχώρησε  μετά από μια σειρά διενέξεων με τον Ritchie Blackmore που είχαν κάνει τη ζωή μέσα στο συγκρότημα δύσκολη και η θρυλική ΜΚ ΙΙ έπαψε να υπάρχει!
Στο γράμμα της παραίτησής του ανέφερε ότι το συγκρότημα ήταν πολύ κουρασμένο από την 18μηνη περιοδεία και υπήρχε μια «αρρώστια» που το έτρωγε! Ήδη ο Blackmore με τη συμμετοχή του Ian Paice είχε δεύτερες σκέψεις στο μυαλό του για ένα άλλο συγκρότημα με τον Phil Lynott στο μπάσο και τραγούδι αλλά δεν του βγήκε. Διαβάστε εδώ την ιστορία των Babyface. Πολλά χρόνια αργότερα, ο μετριοπαθής και πάντα κρατών αποστάσεις μεταξύ των «αντιμαχομένων» John Lord, χαρακτήριζε το γράμμα του Gillan «ντροπή», λέγοντας αφού διέγνωσε ότι υπήρχε αρρώστια στις τάξεις του συγκροτώντας, ας έμενε να τις θεραπεύσουν όλοι κι όχι να φύγει. Εκείνη την εποχή το Made in Japan γνώριζε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Αμερική και το συγκρότημα ετοιμαζόταν να απογειωθεί σε αυτή τη μεγάλη αγορά. Η παραίτηση του ήταν ότι χειρότερο εκείνη τη στιγμή.

Όπου υπάρχει κόκκινη υπογράμμιση, αποτελεί σύνδεσμο (link) και μπορείτε να τον πατήσετε.
 

 Χωρίς και τον μπασίστα Roger Glover που του ζητήθηκε να αποχωρήσει, οι Τιτανοτεράαστιοι έμειναν τρεις, οι Ritchie Blackmore, Ian Paice και Jon Lord. Μετά το αποτυχημένο πείραμα των Babyface που διαβάσατε πιο πάνω, αποφασίζουν να συνεχίσουν ψάχνοντας τους αντικαταστάτες των Gillan και Glover. Τις audition αναλαμβάνουν οι Lord/Paice με τον Blackmore να έχει τον τελευταίο λόγο και ο πρώτος με τον οποίο έρχονται σε επαφή είναι ο Glenn Hughes των Trapeze για τον οποίο είχαν ακούσει καλά λόγια χωρίς όμως να έχουν άποψη οι ίδιοι. Έτσι πήγαν να τον δουν στο Marquee σε μια συναυλία των Trapeze κι εντυπωσιαστήκαν. «Σαν να άκουγα έναν λευκό Stevie Wonder” είπε ο Lord. Όταν του έκαναν την πρόταση, ο Hughes απάντησε καταφατικά λέγοντας «πάντα ήθελα να γίνω τραγουδιστής στους Deep Purple”! Οι Paice και Lord του εξήγησαν ότι τον προσέλαβαν για μπασίστα κι όχι για τραγουδιστή, αλλά αυτός απτόητος τους είπε »δεν ξέρω αν θέλω να είμαι ο δεύτερος τραγουδιστής». Τελικά συμφώνησε να προσληφθεί σαν μπασίστας!


O Blackmore ήθελε να φέρει τον Paul Rodgers, τραγουδιστή των Free που εκείνη την εποχή έπνεαν τα λοίσθια όμως οι άλλοι δύο διαφώνησαν. Μάλιστα σύμφωνα με τα λεγόμενα του Lord, ο οργανίστας των Τιτανοτεράστιων ήταν θαυμαστής του Rodgers αλλά δεν συμφώνησε με την παρουσία του στο συγκρότημα.
ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗ ΤΟΥ IAN GILLAN
Έτσι ξεκίνησαν επαφές για τη θέση του τραγουδιστή, το πιο δύσκολο εγχείρημα για ένα συγκρότημα του ύψους των Deep Purple. Βάζουν αγγελία στη Melody Maker και παραλαμβάνουν εκατοντάδες κασέτες, οι περισσότερες για πέταμα. Η κασέτα με τη φωνή του Coverdale τους κέρδισε αμέσως και ήταν μεταξύ των υποψηφίων για τη θέση. Του έκλεισαν μια συνάντηση για audition και είδαν ένα νεαρό με περίεργο ντύσιμο, φορούσε ένα μπουφάν που δεν του έκανε, εκείνη την εποχή μάκραινε τα μαλλιά του κι ένα περίεργο σημάδι πάνω από το χείλος του. Τον ρώτησα τι είναι αυτό το σημάδι πάνω από το χείλος του και μου είπε « απορημένος «μουστάκι». «Σ’ αυτό το συγκρότημα, μόνο ένας έχει μουστάκι κι αυτός είμαι εγώ» του είπε ο Lord.  Την επόμενη φορά όταν βρεθήκαν για πρόβα, το είχε ξυρίσει!
«Πάντα πίστευα ότι η φωνή που ταίριαζε στους Deep Purple είναι η φωνή του Ian Gillan» λέει ο Jon Lord. “Όταν άκουσε τη φωνή του Coverdale, o Blackmore συμφώνησε κι ένας λόγος είναι ότι έφερνε λίγο στη blues χροιά του Rodgers. Στην κασέτα που είχε στείλει, είχε τραγουδήσει το “Everybody’s talking” του Harry Nilsson.
Το εξώφυλλο της πολύ καλής συλλογής Pre Purple People!
ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΠΡΙΝ
Γεννημένος στις 22 Σεπτεμβρίου 1951 στο Saltburn του Yorkshire, o Covedale από τα 14 χρόνια του είχε αρχίσει να τραγουδάει σε νεανικά τοπικά ερασιτεχνικά συγκροτήματα, όπως Vintage 67 (1966–68), The Government (1968–72) και Fabulosa Brothers (1972–73) κι εργαζόταν σε μια μπουτίκ ρούχων στο Recar. Στη πολύ καλή συλλογή της Purple Records, Pre-Purple People (2001) με συγκροτήματα και καλλιτέχνες που έπαιζαν τα μέλη των Τιτανοτεράστιων πριν γίνουν μέλη της, οι Government  συμμετέχουν με 4 τραγούδια!
Η MK III ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΗ
Έτσι βρέθηκαν με ένα καινούργιο μπασίστα που ήθελε να τραγουδάει κι ένα καινούργιο τραγουδιστή χωρίς πείρα. Ο Blackmore χωρίς δεύτερη ερώτηση ήθελε τον Coverdale γιατί η φωνή του ήταν πιο blues από αυτή του Hughes που περιορίστηκε σε δεύτερα αλλά πολύ υψηλού επιπέδου φωνητικά. Σε λίγες εβδομάδες, οι Coverdale και Hughes μπήκαν σε ένα αγώνα επιβολής της φωνής τους με απρόβλεπτη κατάληξη για το συγκρότημα. Και το πρώτο πρόβλημα παρουσιάστηκε στο studio όπου ο Hughes ήθελε η φωνή του να ακούγεται δυνατότερα από αυτή του…τραγουδιστή! Και το πρόβλημα δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν ότι ο Hughes ήταν ήδη επαγγελματίας και ο Coverdale, έως χθες πωλητής σε μπουτίκ ρούχων, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να φοβάται να εκδηλώσει την αντίθεσή του και το πρόβλημα να υποβόσκει. Από την πλευρά του, ο Hughes λέει ότι βρισκόταν σε συνένωση με τον Coverdale ποιος θα τραγουδήσει τι και εύκολα κατέληγαν σε συμφωνία. Εξ άλλου κανένα άλλο συγκρότημα εκείνη την εποχή δεν διέθετε δύο πολύ καλούς τραγουδιστές!
Και η κυκλοφορία του Burn (Φεβρουάριος 1974) έδειξε το bluesy πρόσωπο των Deep Purple. Όλοι συμφώνησαν ότι το  Burn (No3 Μ.Βρετανία, Νο 9 Αμερική) ήταν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ στη δισκογραφία τους με όλα τα κομμάτια του να έχουν λόγο ύπαρξης και κανένα να μην παίζει το ρόλο του filler. Απλά θυμίζω μερικά που είναι και τα αγαπημένα μου  “Might just take your life”, “ Lay down stay down”, “ You fool no one”, το "Mistreated" και φυσικά το ομώνυμο! Μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας πιστώνεται στον Ritchie Blackmore που ήθελε μια blues rock στροφής το συγκρότημα που του βγήκε με τη μια και μάλιστα πολύ πετυχημένη.
Τα Who do you think we are και Burn τα χωρίζουν 12 μήνες κυκλοφορίας κι όμως είναι τόσο διαφορετικά. Τους γνώρισα και τους αγάπησα με τον Gillan, τους σεβάστηκα με τον Coverdale!
Έχοντας πετύχει στην πρώτη δοκιμασία της studio ηχογράφησης αλλά και της συνθετικά συμμετοχής των 2 καινούργιων στο άλμπουμ, η επόμενη δοκιμασία ήταν το live. Και στο live, η ετυμηγορία του κοινού είναι κάθετη!  Βέβαια ο Blackmore άρχισε τα δικά του, απειλώντας τον Glenn Hughes ότι σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του live κι όσο είναι επάνω στη σκηνή, δεν πρέπει να τον πλησιάσει! Θα κινείται στην υπόλοιπη  σκηνή αλλά όχι κοντά του. «Μια φορά τον πλησίασα και με κυνήγησε με την κιθάρα» λέει ο Hughes!
H μεγάλη live δοκιμασία των καινούργιων Deep Purple, δόθηκε στο California Jam του 1974, όπου τους προτάθηκε να είναι οι Headliners. Όμως το συγκρότημα αρνήθηκε γιατί ήθελε να παίξει κατά τη διάρκεια του ηλιοβασιλέματος και έτσι έκλεισαν οι Emerson Lake and Palmer. Μια λαοθάλασσα κόσμου τους αποθεώνει (250.000 εισιτήρια, αλλά περισσότεροι από 350.000 κόσμος) και η εμφάνιση τους καταγράφεται σε dvd και σε cd. Όσο για τις εκρήξεις στο τέλος της συναυλίας, μόνο ο Blackmore και το road crew το ήξεραν, οι υπόλοιποι αιφνιδιάστηκαν με τον Paice από την τρομάρα του, να του φεύγουν τα γυαλιά!
Λίγες εβδομάδες αργότερα, το συγκρότημα μπήκε στο studio για να ηχογραφήσει το Stormbringer. Αλλά επειδή οι Deep Purple είναι ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα, την εξέλιξη της ιστορίας θα τη διαβάσετε στο μέλλον.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ  9/9/18

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *