WHITESNAKE-LIVE...IN THE HEART OF THE CITY (1980) ΑΠΛΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ!

Δεύτερο άλμπουμ στην καινούργια στήλη του Rockmachine.gr που αφορά τα καλύτερα Live άλμπουμ όλων των εποχών το Live...In the Heart of the City των Whitesnake. Ο Κώστας Τσιρανίδης το παρουσιάζει και γράφει...

Εάν έχετε υπόψη σας την δραματική ταινία Εξιλέωση (Atonement) του 2007, με την Keira Knightley και τον James McAvoy στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, θα έχετε δει ότι διαδραματίζεται μέρος της εκκένωσης της Δουνκέρκης (Dunkirk), με την κωδική ονομασία Operation Dynamo (και επίσης γνωστή ως «Το θαύμα της Δουνκέρκης»), των Βρετανών και των Συμμαχικών στρατιωτών κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου από τις παραλίες και το λιμάνι της Δουνκέρκης, στο βόρειο τμήμα της Γαλλίας, μεταξύ 26 Μαΐου και 4 Ιουνίου 1940.
Η παραλίες και τα ερειπωμένα κτίρια που βλέπετε στην ταινία βρίσκονται, στην πραγματικότητα, στην μικρή πόλη του Redcar, στο Βόρειο Yorkshire, στην βορειοδυτική Αγγλία. Μία πόλη που δεν υπήρχε ούτε μία περίπτωση στις χίλιες να την ψάξω για τον οποιοδήποτε λόγο, αν δεν αφορούσε έναν δικό μου μουσικό ήρωα. Τον David Coverdale, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Redcar. Το πιο διάσημο, παγκοσμίως, γέννημα-θρέμμα του Redcar. Ασφαλώς υπήρχε και ο Chris Norman των Smokie, και ο Pete York των Spencer Davies Group, αλλά σε σύγκριση με τον David ωχριούν.
Γεννημένος την 22η Σεπτέμβρη 1951 στο δημοτικό διαμέρισμα του Saltburn-By-The Sea, μεγάλωσε στο Red Lodge της παραλιακής Marine Parade, και ενηλικιώθηκε ακούγοντας ντόπια σχήματα στις διάφορες pub της περιοχής. Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα, αλλά σύντομα (και ευτυχώς για εμάς) συνειδητοποίησε ότι σαν τραγουδιστής θα τα πήγαινε πολύ καλύτερα. Παράλληλα, έπιασε δουλειά σε ένα κατάστημα ανδρικής ένδυσης. Του άρεσαν πολύ συγκροτήματα όπως οι Kinks, οι Pretty Things και οι Yardbirds, αλλά και ο Jimi Hendrix, με τον οποίο ενθουσιάστηκε. Με το που τελείωσε το σχολείο, παρακολούθησε και την σχολή καλών τεχνών στο Middlesborough, όπου γνωρίστηκε με τον Mick Moody, μελλοντικό του συνεργάτη στους τεράστιους Whitesnake.
Καθώς ο Ian Gillan αποχώρησε από τους Purple τον Ιούνιο του 1973, τα γραφεία της Purple Records κατακλύστηκαν από ταινίες ηχογραφήσεων επίδοξων αντικαταστατών του, με τον Jon Lord να έχει αναλάβει το δύσκολο έργο να διαχωρίσει την ήρα από το στάρι. Η πρώτη ταινία που επέλεξε ήταν του Coverdale και παρότι πλημμελώς ηχογραφημένη, του έκανε μεγάλη εντύπωση για δύο λόγους: πρώτον ήταν ο τόνος της φωνής του τραγουδιστή, κάτι σε πιο βαριά εκδοχή του Paul Rodgers, ενός πρότυπου λευκού blues τραγουδιστή. Σημειώνεται ότι ο Ritchie Blackmore ήθελε εξαρχής τον Rodgers στο συγκρότημα, αλλά εμπόδια συμβολαιακής φύσης δεν επέτρεψαν στον τραγουδιστή να προχωρήσει με τους Deep Purple.
Το δεύτερο στοιχείο ήταν η επιλογή του τραγουδιού που ο τραγουδιστής επέλεξε να τραγουδήσει σχεδόν χωρίς την μελωδία. Επρόκειτο για το Everybody’s Talkin’, μιας διασκευής του Harry Nilsson σε ένα παλαιότερο κομμάτι, το οποίο και έγινε επιτυχία το 1969, φτάνοντας στο Νο. 6 στο Billboard Hot 100 και κερδίζοντας ένα βραβείο Grammy, μετά την εμφάνισή του στην ταινία Midnight Cowboy. O Coverdale έδωσε ψυχή και σώμα στην ερμηνεία του, υποβοηθούμενος και από λίγο αλκοόλ.
Οι Deep Purple τον προσκάλεσαν για μία οντισιόν, και πραγματικά του πέταξαν ό,τι μπορούσαν να φανταστούν, από παλιότερα τους τραγούδια μέχρι το κλασικό rock ‘n’ roll κομμάτι Long Tall Sally και το Yesterday των Beatles. O Coverdale πέρασε τις εξετάσεις θριαμβευτικά, και ακολούθησε μία σύντομη ανακοίνωση από το συγκρότημα ότι ο αντικαταστάτης του Ian Gillan βρέθηκε, λέγεται David Coverdale και θα συναντήσει το συγκρότημα στο Clearwell Castle της Ουαλίας για τις πρόβες ηχογράφησης του επερχόμενου studio άλμπουμ.


H συνέχεια λίγο-πολύ είναι γνωστή. Τρία άλμπουμ ηχογράφησε ο Coverdale με τους Purple, δύο εκ των οποίων πήγαν στο Top-10 (τα Burn και Stormbringer), ενώ το κάπως αταίριαστο για αυτούς Come Taste The Band, παρά τους εντυπωσιακούς πειραματισμούς τους σε πιο funk και soul φόρμες, ελέω Glenn Hughes και Tommy Bolin, που είχε ήδη αντικαταστήσει τον τεράστιο Ritchie Blackmore στην κιθάρα, μπήκε οριακά στο Top-20 της χώρας τους. Ανάλογη ήταν και η πορεία τους στις ΗΠΑ. Η καταστροφική περιοδεία που ακολούθησε, κάπου στο τέλος του 1975, έφερε και την διάλυση τους το 1976. O Tommy Bolin, παρόλο που ήταν ένας ικανότατος κιθαρίστας, είχε σοβαρά προβλήματα εξαρτήσεων στα ναρκωτικά, με αποτέλεσμα να κοκκαλώνει επί σκηνής και να παρασέρνει και το υπόλοιπο συγκρότημα στην κατάρρευση. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν ένα μαρτιάτικο βράδυ στο Liverpool, όπου τον άφησαν μόνο του επί σκηνής για ένα κιθαριστικό σόλο, το ο οποίο δεν βγήκε με τίποτα, και όταν το συγκρότημα ξαναβγήκε στην σκηνή, ήταν πια πολύ αργά. Το ίδιο βράδυ ο Coverdale αποχώρησε αγανακτισμένος από τους Deep Purple, και οι υπόλοιποι δεν μπήκαν καν στον κόπο να βρουν άλλο τραγουδιστή. Τελείωσαν το συγκρότημα εκείνο το βράδυ. Σύντομα θα ακολουθούσε και ο θάνατος του Bolin από υπερβολική χρήση πολλαπλών ναρκωτικών ουσιών, τον Δεκέμβριο του 1976.
Το 1977 ο Coverdale είχε ήδη βάλει μπρος για το πρώτο προσωπικό του project, και τον Φλεβάρη κυκλοφόρησε το White Snake, (η αρχική γραφή του συγκροτήματος ήταν 2 ξεχωριστές λέξεις) με διάφορους συνεργάτες. Μεταξύ αυτών ήταν ο παλιός του φίλος Mick Moody, για τον οποίο έτρεφε μεγάλο θαυμασμό από τις μέρες πριν προσχωρήσει στους Deep Purple, καθώς και ένας πρώην Purple στο μπάσο και την παραγωγή, ο μπασίστας Roger Glover, που αποχώρησε από το συγκρότημα το 1973, πριν την άφιξη του Coverdale.  O Moody ήταν μέλος των Juicy Lucy και των Snafu, ενώ είχε πάρει μέρος και σε σχήμα με τον παλιό του συμμαθητή και διακαή πόθο του Blackmore, τον γνώριμο μας Paul Rodgers.

Πρόκειται για ένα δίσκο που δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, και λειτούργησε πιο πολύ αναγνωριστικά για το δίδυμο Coverdale-Moody, με έντονα τα R & B, soul και funk στοιχεία. Αν κρατήσει κάποιος πράγματα από αυτή την δουλειά, ίσως να ήταν το όνομα του δίσκου, που εξελίχθηκε στο όνομα του συγκροτήματος που θα χρησιμοποιούσε ο Coverdale στο μέλλον, σαν μουσικό όχημα, τους Whitesnake. O Coverdale κυκλοφόρησε και μία ακόμα solo δουλειά πριν κατασταλάξει στην δημιουργία των Whitesnake, το Northwinds του 1978. Εδώ έχουμε κάτι πιο ταιριαστό στον φωνητικό χαρακτήρα του David Coverdale, κάτι που φέρνει στο μυαλό την μεγάλη παρακαταθήκη των βρετανικών λευκών Blues συγκροτημάτων της προηγούμενης δεκαετίας. Από αυτό το σημείο φάνηκε στο περίπου η τελική κατεύθυνση των μελλοντικών μουσικών προσανατολισμών του Coverdale.
Ακολούθησε η πρώτη κυκλοφορία των νεότευκτων Whitesnake, το EP Snakebite του 1978. Τέσσερα από τα κομμάτια του Northwinds χρησιμοποιήθηκαν συνδυαστικά με τρεις νέες συνθέσεις και μία ανεπανάληπτη διασκευή στο Ain’t No Love In The Heart of The City του R & B τραγουδιστή Bobby Bland. Αυτή έγινε και η πρώτη τους επιτυχία, και ταυτίστηκε πλήρως με τους Whitesnake. Το σχήμα περιελάμβανε, εκτός από τους Coverdale και Moody, τον φοβερό Bernie Marsden ως δεύτερο κιθαρίστα που είχε δουλέψει με τους Paice, Ashton & Lord, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, τον εξαιρετικό μπασίστα Neil Murray (πρώην Colliseum II με συμπαίκτη τον Gary Moore)  και τον ντράμερ Dave Dowle. Στα πλήκτρα τους συμπλήρωνε ο Brian Johnston.
Το νέο συγκρότημα δεν θα κολλούσε στο κλασικό μπλουζ ήχο αλλά θα εξέλισσε την μπλουζ αισθητική που είχαν ήδη αφήσει πίσω συγκροτήματα όπως οι Allman Brothers, οι Cream, οι Mountain και οι πρώιμοι Fleetwood Mac, καθώς και τα άλμπουμ του Jeff Beck, τα Truth και Beck-ola. Blues rock με δύναμη, ρυθμό και ψυχή, όπως και η φωνή του Coverdale. Ωστόσο, το στυλ αυτό διαμορφώθηκε στην πορεία, σύμφωνα με τον Coverdale, ο οποίος με την συνδρομή του Moody διαμόρφωσε τον μουσικό χαρακτήρα των Whitesnake ως ένα hard rock μελωδικό σχήμα, που πατούσε κυρίως στα blues.
Πήρε μόλις δύο χρόνια στους Whitesnake για να γίνουν ένα από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα της βρετανικής hard rock σκηνής. Από τις πρώτες τους εμφανίσεις το 1978 με 100 άτομα στο ακροατήριο, κατάφεραν με το γεμάτο τεστοστερόνη hard rocking blues τους να γίνουν μία από τις μεγαλύτερες συναυλιακές ατραξιόν της χώρας. Στο συγκρότημα είχαν ήδη προσχωρήσει οι δύο παλιοί συνεργάτες του Coverdale στους Deep Purple, ο Jon Lord στα πλήκτρα και ο Ian Paice στα drums. Και τότε άρχισαν να ακούγονται φήμες πως ήθελε να επασυνδέσει τους Deep Purple κάτω από το όνομα των Whitesnake! Φυσικά τέτοιο σενάριο δεν έπαιζε, και πλέον η σύνθεση του συγκροτήματος ήταν από τις πιο ισχυρές στην βρετανική ροκ σκηνή. Και ο Bernie Marsden άρχισε να φοράει ένα t-shirt που έγραφε «No, I wasn’t in Deep fucking Purple» έτσι για να πάψουν να τον ρωτούν οι δημοσιογράφοι για τους Deep Purple.
 Η τρίτη τους LP κυκλοφορία του 1980, το ιστορικό Ready And Willing, τους έστειλε κατευθείαν στο Top-10 της Μεγάλης Βρετανίας και σε chart άλλων χωρών για πρώτη φορά, κυρίως λόγω του ύμνου Fool For Your Loving, που εμμέσως αναφερόταν στο πρώτο διαζύγιο του David Coverdale, και αρχικά προοριζόταν να δοθεί στον θρύλο των blues, Β.Β. King. Ευτυχώς, επικράτησε η σωφροσύνη και το κομμάτι, που γράφτηκε από την τριάδα Coverdale, Marsden και Moody, κυκλοφόρησε ως single των Whitesnake και μπήκε στο top-20 των βρετανικών singles, άλλη μία πρωτιά για αυτούς και ενδεικτική της αυξανόμενης δημοτικότητας του συγκροτήματος.
Ως επιστέγασμα της ξέφρενης πορείας τoυς στην χώρα τους, και βλέποντας την δημοφιλία τους να βαίνει ανοδικά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, καθώς και στην Ιαπωνία, αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν το απαραίτητο διπλό live άλμπουμ, ηχογραφημένο στον συναυλιακό χώρο-σύμβολο της βρετανικής ροκ σκηνής, το πολυθρύλητο Hammersmith Odeon στο Λονδίνο. Για το άλμπουμ αυτό επιλέχθηκαν οι εμφανίσεις από δύο βραδιές του Ιουνίου του 1980 (23 και 24 Ιουνίου), καθώς επίσης και μία προ δύο ετών εμφάνιση τους στον ίδιο χώρο, την 23η Νοέμβρη του 1978. Το δεύτερο σετ είχε κυκλοφορήσει αποκλειστικά στην Ιαπωνία το 1978 με τίτλο Live At Hammersmith.
Η συναυλίες των Whitesnake εκείνη την εποχή και η επαφή τους με το κοινό προσεγγίζει το όριο της θρησκευτικής εμπειρίας. Η περίφημη «χωρωδία» τους (The Whitesnake Choir), αναφερόμενοι στο κοινό τους που τους παρακολουθούσε στις συναυλίες και τραγουδούσε με ένταση και πάθος τον κάθε στίχο, έκλεβε την παράσταση, πολλές φορές και από το ίδιο το συγκρότημα. Υπήρχαν περίπτώσεις, κατά τον Coverdale, που δακρύζανε από την ανταπόκριση του κόσμου σε τραγούδια όπως το Ain’t No Love In The Heart Of The City. Σίγουρα πάντως διατηρούσαν και αυτοί το κατάλληλο κλίμα με τους rock ύμνους που εξαπέλυαν στο διψασμένο ακροατήριο τους. Έχοντας βάλει φωτιά στους Marshall και στις Gibson τους, οι Whitesnake κέρδιζαν κάθε βράδυ και τον τελευταίο άπιστο που έκανε το σφάλμα να τους αμφισβητήσει για της παρουσίας του.
To Live…In The Heart Of The City όπως ονομάστηκε το διπλό τους ζωντανό άλμπουμ (και περί ου ο λόγος), σε παραγωγή του τεράστιου Martin Birch, κυκλοφόρησε τον Νοέμβρη του 1980 και έφτασε σε μία θέση πιο πάνω από το Ready And Willing, στο νο. 5 των βρετανικών charts. H πρώτη πλευρά ξεκινάει δυναμικά με το ευθύ και ξεσηκωτικό crowd-pleaser κομμάτι που ανοίγει και το Snakebite EP, το ρυθμικότατο Come On, για να ακολουθήσει η άψογη σύσταση του Sweet Talker, με τους αλάνθαστους τόνους από τις κιθάρες των Marsden και Moody. Ανεβάζει τις ταχύτητες και αναδεικνύει την απόλυτη συνεργασία του rhythm section των Paice/Murray με τα πλήκτρα του Lord και το δίδυμο Marsden-Moody, όλη με την αλάνθαστη ερμηνεία του Coverdale. Ο Moody με υποδειγματική χρήση του wah pedal, αντιμιλάει στο πληθωρικό σόλο πλήκτρων του Lord. Συνέχεια με ένα trademark κομμάτι των Whitesnake, το κολοσσιαίο Walking In The Shadow Of The Blues, δια χειρός Bernie Marsden, ένα τραγούδι που κυριεύει τον ακροατή με την ομορφιά της απλότητας του και τον κιθαρίστα να δίνει ρεσιτάλ παιξίματος για πολλοστή φορά. Η πλευρά κλείνει με το απλά επικό Lovehunter, πραγματικά κομμάτι που μαγνητίζει σαν φίδι με ένα θεϊκό slide guitar solo από τον Mick Moody, o οποίος ξεσηκώνει φρενίτιδα ενθουσιασμού με το άψογο και ευφάνταστο παίξιμο του. Για κάτι λιγότερο από ένα δεκάλεπτο ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στο Hammersmith του Λονδίνου και νομίζεις ότι έχεις ταξιδέψει μέχρι το δέλτα του Μισισιπή. Η συνοδεία του πολύπειρου Ian Paice στα καπρίτσια του Moody είναι επίσης, ανεπανάληπτη. Κοινό και μουσικοί απολαμβάνουν μία γνήσια rock εμπειρία.

Επόμενη πλευρά, και το άνοιγμα ανήκει στο μεγάλο τους hit, το προαναφερθέν Fool For Your Loving, για την επιτυχία του οποίου ο Coverdale ευχαριστεί ανοιχτά τους οπαδούς τους, για να ξεκινήσει μεγαλόπρεπα το κομμάτι. Η δεύτερη πλευρά ανήκει ξεκάθαρα στο Ready An’ Willing, με το Ain't Gonna Cry No More να συνεχίζει να λάμπει με την μελωδία του προσφέροντας μία απαραίτητη ανάταση και ξεκούραση, και στα φωνητικά, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Marsden συμπληρώνει σε δεύτερο επίπεδο. Και κάπου εκεί σκάει το ομώνυμο Ready An’ Willing που προχωράει μηχανοκίνητα και σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του, συμπεριλαμβανομένου και του κόσμου, ο οποίος επικοινωνεί άμεσα πλέον με τον χαρισματικό Coverdale που δίνει το γενικό πρόσταγμα. Όλοι είναι ξεσηκωμένοι, έτοιμοι και πρόθυμοι σε ένα προκλητικό ντελίριο στιχομυθίας γύρω από το ανθρώπινο ένστικτο, χωρίς όμως να γίνεται χυδαίο. ΟΙ δύο κιθαρίστες παίζουν πλεόν τόσο συντονισμένα που πλέον δεν διακρίνεις ποιος είναι ποιος. Σε υψηλή ταχύτητα και με νόημα κλείνει η δεύτερη πλευρά με το Take Me With You. Μου φέρνει πολύ στο μυαλό τους Purple, ίσως από την χαρακτηριστική ανταλλαγή πυρών μεταξύ πλήκτρων και κιθάρας.

Η τρίτη πλευρά ξεκινάει στην ουσία την συναυλία που ηχογραφήθηκε για το Live In Hammersmith που αναφέραμε παραπάνω, έτσι για να το έχουν και αυτό που δεν είχαν την πολυτέλεια να το πάρουν εισαγόμενο από την Ιαπωνία. Σε αυτή και την τέταρτη πλευρά ακούμε υλικό από το Snakebite EP, από Deep Purple και φυσικά από το τότε νέο άλμπουμ τους Trouble. Ξανά ενθουσιώδης εκκίνηση με το Come On (το οποίο στην πρώτη έκδοση σε cd είχε παραλειφθεί για να περιοριστεί η κυκλοφορία σε ένα δίσκο), ενώ ακολουθεί το Might Just Take Your Life, με τον Bernie Marsden να αντικαθιστά επιτυχώς τα δεύτερα φωνητικά του Glenn Hughes στην γνήσια εκτέλεση του κομματιού. Τον καιρό εκείνο, μην έχοντας εκτεταμένο δικό τους ρεπερτόριο πρόσθεταν και κάποια κομμάτια της εποχής των Purple, περασμένα από το δικό τους hard rockin’ blues φίλτρο. Ήδη απο τα πρώτα εκείνα στάδια, φαίνεται η διάχυτη προκλητικότητα και η επαφή των Whitesnake με το κοινό τους, τεκμήριο των οποίων είναι το γρήγορο Lie Down που παραλαμβάνει την σκυτάλη. Κάπου εκεί, μετά το ξέφρενο αυτό κομμάτι, οι τόνοι πέφτουν και ο Jon Lord ξεκινάει διακριτικά με τους δύο κιθαρίστες το σπαρακτικό Ain’t No Love In The Heart Of The City. H ερμηνεία του Coverdale δεν έχει προηγούμενο, ο οποίος σαν άλλος Paul Rodgers καταθέτει πόνο ψυχής αγγίζοντας τους φίλους του συγκροτήματος, ακόμα και μετά από 40 χρόνια. Απίστευτη η αλληλεπίδραση της χωρωδίας του κοινού στο Hammersmith Odeon, που παίρνει μέρος στο τραγούδι με τον Coverdale θα τους συνοδεύει στίχο-στίχο.  Με το κομμάτι αυτό τελειώνει η τρίτη πλευρά, για να ακολουθήσει η λύτρωση με το καθαρτικό Trouble από το ομώνυμο πρώτο LP τους. Πιο κοντά στο παραδοσιακό blues, το τραγούδι αυτό χαλαρώνει τον κόσμο, παρέχοντας ένα στήριγμα για να κλείσει το μοναδικό αυτό άλμπουμ με την κατά πάσα πιθανότητα καλύτερη εκτέλεση του Μistreated των Deep Purple που έχει καταγραφεί σε βινύλιο. Με τους κιθαρίστες Mick Moody και Bernie Marsden σε πρωταγωνιστικό ρόλο, η δεκάλεπτη εκτέλεση της μεγάλης αυτής επιτυχίας είναι τόσο γεμάτη, τόσο πληθωρική, τόσο ηλεκτρισμένη, που δύσκολα ξεπερνιέται από τις αντίστοιχες παλαιότερες των ίδιων των Purple, αλλά και των Rainbow, όπως κυκλοφόρησε στο live των τελευταίων, On Stage. Απλά αριστουργηματική.
Οι επιτυχίες για τους Whitesnake δεν σταμάτησαν εκεί. Το επόμενο studio άλμπουμ τους, το Come An’ Get It, (No2 Μεγάλη Βρετανία), με το Face Value του Phil Collins να τους φράζει τον δρόμο για την κορυφή, και ενδεχομένως για την μοναδική ευκαιρία που θα είχαν για το Nο.1 . Εμφανίστηκαν σε τρία φεστιβάλ Monsters Of Rock,το 1981 κάτω από τους headliners AC/DC, το 1983 σαν headliners και το 1990 ξανά ως headliners, έχοντας ήδη κατακτήσει την Αμερική, και πάνω από τους Aerosmith. Η δεκαετία του ’80 έμελλε να είναι συγκλονιστική για τους Whitesnake, που μετά από πάμπολλες αλλαγές στην σύνθεση τους θα έκαναν το μεγάλο κόλπο το 1987 και θα κυκλοφορούσαν μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας με το ομώνυμο άλμπουμ τους (Whitesnake ή 1987 όπως ίσως είναι γνωστότερο στους περισσότερους). Η εμφάνιση τους εναρμονίστηκε με αυτή των Αμερικανών συναδέλφων τους, η μουσική τους το ίδιο, και ο περισσότερος κόσμος ξέχασε την πιο ρομαντική και ανέμελη πρώτη τους περίοδο μεταξύ 1978-1980. Η σύνθεση που ακούγεται στο Live…In The Heart Of The City είχε διαλυθεί ήδη πριν από το Saints And Sinners του 1982. Άλλωστε προτεραιότητα του Coverdale έγινε η κατάκτηση της Αμερικής, και οι παλιοσειρές Bernie Marsden και Mickey Moody δεν ταίριαζαν στο προφίλ ενός επιτυχημένου στις ΗΠΑ heavy metal συγκροτήματος εκείνης της εποχής. Ωστόσο, όλοι, μαζί και οι Ian Paice και Jon Lord, πλην του Coverdale, μνημόνευαν εκείνη την εποχή σαν την πιο διασκεδαστική τους περίοδο ως μουσικοί. Την εποχή που οι Whitesnake ήταν μία από τις καλύτερες hard rockin’ blues μπάντες της Βρετανίας, και για πολλούς, ακόμα και σήμερα, με την καλύτερη σύνθεση που είχαν ποτέ.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *