Το φανταστικο σόλο του Tom Morello στο The Ghost of Tom Joad


Ήταν το Μάρτιο του 2008 όταν ο Bruce Springsteen στα πλαίσια της παγκόσμιας περιοδείας του ‘Wrecking Ball Tour’ κάλεσε τον Tom Morello των Rage against the Machine να αντικαταστήσει τον μόνιμο κιθαρίστα της E-Street Band Steve Van Zandt στις συναυλίες της Αυστραλίας, όταν ο τελευταίος αποφάσισε να μην συμμετάσχει για προσωπικούς λόγους.
Ο Morello, παλιός fan του ‘Boss’, το θεώρησε μεγάλη τιμή και αποδέχτηκε την πρόσκληση αμέσως. Mε γνωστή την πολιτική και κοινωνική ευαισθητοποίηση του Morello, αλλά και δεδομένη εκείνη του Sprinsteen, o Morello αισθάνθηκε ότι συμπράττει με έναν συναγωνιστή.  Εξάλλου, είχε προηγηθεί η διασκευή του ‘The Ghost of Tom Joad’ από τους Rage against the Machine το 1997, μακριά από το folk ύφος της αρχικής εκτέλεσης, με ήχο thrash rap και σε διαφορετικό μέτρο.
Η παρουσία του Morello στις συναυλίες της Αυστραλίας τότε θεωρήθηκε τόσο επιτυχημένη και η διαφοροποίηση του παραπάνω κομματιού τόσο καταλυτική, ώστε πέντε χρόνια αργότερα ο Springsteen του ζήτησε να ηχογραφήσουν μαζί το επόμενο άλμπουμ του ‘High Hopes’, ένα άλμπουμ με παλαιότερα τραγούδια ξαναδουλεμένα, συμπεριλαμβάνοντας εκεί βέβαια και το ‘The Ghost of Tom Joad’.
Προτού όμως μιλήσουμε για την τελευταία αυτή εκτέλεση, ας πούμε λίγα λόγια για το ίδιο το κομμάτι: Παρότι προοριζόταν για το Greatest Hits του 1995, πρωτοπαρουσιάστηκε στο ομώνυμο άλμπουμ του Springsteen της ίδιας χρονιάς, ένα άλμπουμ με ήσυχο folk rock ήχο, μέτρια επιτυχία, αλλά σημαντικές διακρίσεις στην κατηγορία αυτή (Grammy 1997).
Η έμπνευση είχε προέλθει από το κλασικό μυθιστόρημα του 1939 από τον John Steinbeck , ‘The Grapes of Wrath’ (Τα Σταφύλια της Οργής). Ο κεντρικός χαρακτήρας, Tom Joad, βιώνει όλη τη φτώχεια, τις συνέπειες της εσωτερικής μετανάστευσης και την κοινωνική αδικία στην Αμερική της μεγάλης οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1930. Το μήνυμα είναι ότι μόνο μέσα από συλλογική συνείδηση και συνεργασία και με διαρκείς αγώνες μπορούν να αντιμετωπιστούν οι ακραίες καταστάσεις κοινωνικής ανισότητας.
Το μυθιστόρημα τελειώνει με το θρυλικό λόγο ‘Ι’ll be there’ που βγάζει ο Tom Joad λέγοντας:
‘Wherever there's a cop beatin' a guy /
Wherever a hungry newborn baby cries /
Where there's a fight against the blood and hatred in the air /
Look for me, Mom, I'll be there /
Wherever there's somebody fightin' for a place to stand /
Or decent job or a helpin' hand /
Wherever somebody's strugglin' to be free /
Look in their eyes, Mom, you'll see me’.

Μία παράλληλη επιρροή αποτέλεσε και η ταινία ‘Τα Σταφύλια της Οργής’ σκηνοθετημένη από τον John Ford το 1940, όπως και η μπαλάντα ενός από τους σημαντικότερους αμερικανούς folk δημιουργούς, του Woody Guthrie ‘The Ballad of Tom Joad’, η οποία πραγματευόταν το ίδιο θέμα. Έχει ειπωθεί μάλιστα, ότι ο Steinbeck εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του μηνύματος της μπαλάντας, έστειλε επιστολή στον Guthrie λέγοντας του: ‘Ό,τι εσύ έγραψες σε 12 στίχους, εμένα μου πήρε ένα ολόκληρο βιβλίο!’ (Πολύ αργότερα ο Steinbeck ‘έπαιρνε την εκδίκησή του’ παντρεύοντας τον εγγονό του με την εγγονή του Guthrie!).
Αυτό που έκανε ο Springsteen το 1995 ήταν να επανατοποθετήσει τον ήρωα στη σύγχρονη Αμερική της δεκαετίας του 1990, με μία ειρωνική ματιά στην πολιτική του G. H. Bush, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο με την Νέα Τάξη Πραγμάτων, όσο και εσωτερικά με τη νέα δημογραφική μετανάστευση προς τις Νοτιοδυτικές Πολιτείες.
Και βέβαια διατήρησε το διάσημο λόγο του ‘Tom Joad’ τοποθετώντας τον στην κορύφωση του τραγουδιού, πάντα, όμως, μέσα από έναν ψίθυρο και διατηρώντας χαμηλούς τόνους.
Στο 18ο άλμπουμ του ‘Boss’, ‘High Hopes’ (2014), το τραγούδι ξαναγεννιέται  και παρουσιάζεται φρέσκο, πλούσιο και δυναμικό, μετά τις διεργασίες των Rage Against the Machine και την διαφοροποιημένη προσέγγισή του στα live της Αυστραλίας του 2008 και στην επετειακή συναυλία των 25 χρόνων του Rock and Roll Hall of Fame το 2009 (βλέπε παράπλευρο βίντεο).


Πιάνοντας το τραγούδι στα χέρια του, ο Morello, κατάφερε να πάρει τον θρήνο και να τον μετατρέψει σε απειλή, όπως είπε κι ο ίδιος. Εκεί που η αρχική εκτέλεση επικεντρωνόταν μόνο στο στίχο και η μουσική απλώς έπαιζε υποστηρικτικό ρόλο, τώρα σε μία εκτέλεση μεγαλύτερης διάρκειας ο Morello, o οποίος μοιράζεται τα φωνητικά με τον Springsteen, καταφέρνει με το μοναδικό παίξιμο της κιθάρας του να μας κόψει την ανάσα, μεταφέρει την έννοια του σόλο σε άλλη διάσταση και μετατρέπει το τραγούδι σε φλεγόμενο άσμα μάχης και γενικό κάλεσμα στα όπλα.
Η πρόκληση να συλλάβει κανείς την ένταση  και τη δύναμη μιας live εκτέλεσης ήταν μεγάλη, όμως συνέβη και με τη μεγαλύτερη επιτυχία: Springsteen και Morello εμπνέουν ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσουν κιθαριστικά και λυρικά μέρη, προσδίδοντας  ο ένας επιθετικότητα και ο άλλος βάθος. 
Καθόλου άδικα με την κυκλοφορία του άλμπουμ, οι κριτικοί επιβεβαίωσαν ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο κιθαρίστα της γενιάς του, έναν κιθαρίστα νεωτεριστή, κάποιον που ήδη με την επαναστατική δουλειά του στους Rage against the Machine, έχει επαναπροσδιορίσει τα όρια στο τι είναι δυνατό να κάνει κανείς με μία ηλεκτρική κιθάρα. Μάλιστα, παραλληλίστηκε η παρέμβασή του στο τραγούδι του Springsteen με εκείνη του Hendrix στο ‘All along the Watchtower’ του Dylan.

Ο ίδιος ο Springsteen έχει δηλώσει ότι η εκτέλεση αυτή είναι πιο κοντά σ’ αυτό που είχε στο νου του όταν πρωτοέγραψε το τραγούδι. Δεν του βγήκε τότε κι έτσι το έκαναν ακουστικό. Πάντα όμως είχε στο μυαλό του ότι ο πυρήνας του τραγουδιού έπρεπε να είναι rock. Είχε σκεφτεί μια διασκευή και τη δοκίμαζε με την υπόλοιπη μπάντα πάνω στη σκηνή. Και τότε ‘ήρθε ο Tom ένα βράδυ και κυριολεκτικά εκτίναξε τα όρια του κομματιού και το μετέτρεψε σε κάτι άλλο’.
Ο Morello, από την πλευρά του θυμάται την ηχογράφηση του τραγουδιού, η οποία είχε γίνει σε διαφορετικά στάδια, επαναλαμβανόμενα και χωρίς να γνωρίζει κανείς ξεκάθαρα τι ηχογραφούν, απλά ο ίδιος είχε οδηγίες να παίζει τα βασικά μέρη, κάποια φωνητικά και ένα σόλο με μία γενική κατεύθυνση από τον Springsteen, ο οποίος όπως αποδείχθηκε ηχογραφούσε τα πάντα. Έμεινε ενθουσιασμένος από την εμπειρία και εντυπωσιασμένος από τον τρόπο που ο Springsteen γράφει για την κοινωνική αδικία απλά λέγοντας μια ιστορία. Μια πολύ ανθρώπινη ιστορία που με την κατάλληλη μουσική προκαλεί τον αγώνα για δικαιοσύνη.
‘Η μουσική μου έπρεπε να προσεγγίζει την εκστατικότητα ενός live. Τα κρουστά του Max Weinberg ήταν τόσο εκρηκτικά που αναγκαστικά θα έπρεπε να κάνω το καλύτερο παίξιμο της ζωής μου!’ ‘Ήταν ένα επικό ταξίδι!’

Το ‘High Hopes’ έγινε Νο.1 στο Billboard, από την πρώτη βδομάδα της κυκλοφορίας του.
Όσον αφορά, δε, άλλες ερμηνείες, αυτές έχουν υπάρξει κατά καιρούς πολυάριθμες με πιο σημαντικές εκείνη του folk καλλιτέχνη Pete Seger μαζί με τον Springsteen και με συνοδεία φυσαρμόνικας, των Nickelback πιο κοντά στο ύφος των Rage Against the Machine ή των Mumford & Sons από ένα αφιέρωμα στον Steinbeck. Αλλά είναι και οι Junip, o Martyn Joseph, οι Solas, οι Rise Against και πολλοί άλλοι που το έχουν διασκευάσει και ο κατάλογος συνεχίζεται μακρύς.
Το ‘Τhe Ghost of Tom Joad’ το καλύτερο – κατά γενική ομολογία – τραγούδι από το ‘High Hopes’ συνεχίζει το ταξίδι του. Είναι ένα κομμάτι που δεν θα σταματήσει να εξελίσσεται, ίσως γιατί κρύβει μέσα του πολλούς θησαυρούς, παλιούς και νέους: από το έργο του Steinbeck και τους στίχους του Guthry, μέχρι τη μαγική κιθάρα του Morello και την ατμόσφαιρα που μόνο ο Boss ξέρει να δημιουργεί.
ZIGGY STARDUST
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *