ΠΩΣ ΟΙ AC/DC ΥΠΕΓΡΑΨΑΝ ΣΤΗΝ ATLANTIC RECORDS ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΤΟ DIRTY DEEDS DONE DIRT CHEAP ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ 5 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.

Η ιστορία των AC/DC είναι μεγάλη και στρωμένη με πλατινένιους δίσκους και  sold out συναυλίες. Όμως στην αρχή τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα όσο στη συνέχεια.
Στο σημερινό άρθρο θα εστιάσουμε σε δύο μικρά κομμάτια της μεγάλης ιστορίας τους. Στο πως υπέγραψαν στην Atlantic Rec, και ποιος κανόνας του δισκογραφικού marketing πήγε περίπατο.

Γράφει ο Αλέξανδρος Ριχάρδος
Για να δούμε τα απόνερα της υπογραφής τους στην Atlantic Records, ας ξεκινήσουμε από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ High Voltage το 1975 που κυκλοφόρησε μόνο στην Αυστραλία με τραγουδιστή τον Bon Scott και στο μπάσο τον Rob Bailey. Η σχετική επιτυχία του άλμπουμ περιορίστηκε στη χώρα τους, αλλά την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο T.N.T.με τον Mark Evans στο μπάσο. Κι αυτό περιορίστηκε στην αυστραλέζικη αγορά και κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική εταιρεία του αδελφού τους George Young (διάβασε εδώ) Albert Productions. Το T.N.T. έκανε σαφώς μεγαλύτερη αίσθηση από το High Voltage, αλλά όλη η επιτυχία τους κινήθηκε μέσα στα στενά αυστραλιανά όρια. Αμέσως κατάλαβαν ότι αν ήθελαν να κάνουν καριέρα θα έπρεπε να φύγουν από τη μακρινή Αυστραλία και να έλθουν στην Ευρώπη ή στην Αμερική.
Τότε στη ζωή τους μπήκε η αμερικανική εταιρεία Atlantic Records κι ο ιδιοφυής ιδρυτής της Ahmet Ertegun. H Atlantic έως τότε ήταν μια εταιρεία με πολύ καλό όνομα στους καλλιτέχνες της jazz, R&B και Blues, αλλά από rock της κατηγορίας των AC/DC, η εταιρεία πλην των Led Zeppelin δεν διέθετε κάτι αξιόλογο.
Το εξώφυλλο της αυστραλέζικης έκδοσης του High Voltage

Τους υπέγραψε το γραφείο της Νέας Υόρκης πιστεύοντας στο ταλέντο τους κι αφού είχαν ακούσει τους 2 πρώτους δίσκους τους που δεν είχαν κυκλοφορήσει στην Αμερική.
Υπογράφοντας σε μια εταιρεία σαν την Atlantic κι όταν δεν σε ξέρει κανείς, μοιραίο είναι να ακολουθήσουν πολλές αλλαγές. Έτσι με προτροπή της δισκογραφικής εταιρείας το συγκρότημα άλλαξε τον αρχικό του manager με τον Peter Mensch και στο νέο του δίσκο άλλαξε και παραγωγούς. Το δίδυμο George Young και Harry Vanda που ήταν οι παραγωγοί τους σε λίγο, το 1979 θα έγραφαν ιστορία και τη θέση τους θα έπαιρνε ο Robert John "Mutt" Lange. Οι αλλαγές δεν ήταν κι οι πλέον ευχάριστες για τα μέλη του συγκροτήματος, αλλά η σταδιακά ανοδική πορεία τους έκαμψε τις όποιες αντιστάσεις. Αρχικά κυκλοφόρησε το άλμπουμ High Voltage (1976) με διαφορετικό εξώφυλλο από αυτό της πρώτης αυστραλέζικης έκδοσης και με περιεχόμενο ένα best of από τα πρώτα δύο  αυστραλέζικα άλμπουμ. Το πρώτο βήμα για την Αμερική κι Ευρώπη είχε γίνει.  Το άλμπουμ δεν κάνει καμία επιτυχία στην Αμερική για να ακολουθήσει το Let There Be Rock (1977 No 154) σε παραγωγή των George Young και Harry Vanda. Στο ίδιο μήκος κύματος και το Powerage(1978, Νο 133) κι η Atlantic αποφασίζει να επενδύσει επάνω τους . Καταλαβαίνει ότι το συγκρότημα έχει τα προσόντα, έχει τον ήχο, έχει τη διάθεση, έχει τα τραγούδια, του λείπει αυτό το «κάτι» που θα του αλλάξει την πορεία. Έτσι το δίδυμο George Young και Harry Vanda αφήνει στη θέση του στον παραγωγό Robert John "Mutt" Lange και το 1979 κυκλοφορεί το Highway to Hell, το πρώτο άλμπουμ τους που μπαίνει το Top 20 του αμερικάνικου chart (No17) και το μέλλον τους ανήκει. Τη συνέχεια την ξέρετε.
To εξώφυλλο της αυστραλέζικης έκδοσης του TNT
Το συγκρότημα περιοδεύει στην Αμερική, το Highway to Hell ξεπερνά τα 7.000.000 αντίτυπα σε πωλήσεις, ο Bon Scott βρίσκεται νεκρός κι ο Brian Johnson παίρνει τη θέση του. Τον Ιούλιο του 1980 κυκλοφορούν το  Back in Black (Νο4 Αμερική) που ξεπερνά τα 22.000.000 αντίτυπα σε πωλήσεις. Κι ενώ όλα βαίνουν όπως τα έχουν προγραμματίσει, στα γραφεία  της Atlantic ανακαλύπτουν ότι το τρίτο άλμπουμ τους Dirty Deeds Done Dirt Cheap(1976) δεν έχει κυκλοφορήσει στην Αμερική. Η επιτυχία του  Back in Black είναι τέτοια που σαρώνει τα πάντα και συμπαρασύρει και τις παλαιές δισκογραφίες τους σε αύξηση πωλήσεων. Γιατί λοιπόν να μην κυκλοφορήσουν το Dirty Deeds Done Dirt Cheap; Κι ενώ το Back in Black πουλάει σαν ζεστό ψωμί, ο Phil Carson υπεύθυνος της Atlantic Records εκτός Αμερικής δίνει μάχη για να προλάβει το «κακό» και την ώρα που το Back in Black σκίζει , δηλαδή να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ των AC/DC με άλλο τραγουδιστή. Πράγμα που θα μπέρδευε τον κόσμο, όπως τουλάχιστον πίστευε ο Carson αλλά και κάθε καλό marketer. Η εταιρεία είχε κάνει ένα πολύ καλό promotion,  καταφέρνοντας να ξεπεράσουν την αλλαγή τραγουδιστή πολύ εύκολα και τώρα ξαφνικά κινδύνευε το όλο εγχείρημα από την επανακυκλοφορία ενός δίσκου που αρχικά είχε κυκλοφορήσει το 1975. Το  Dirty Deeds Done Dirt Cheap. Ο Carson φώναζε ότι θα κάνουν μεγάλο λάθος και θα καταστρέψουν την μελλοντική πορεία των AC/DC αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Τον Μάρτιο του 1981 το Dirty Deeds Done Dirt Cheap  κυκλοφορεί στην αμερικάνικη αγορά με διαφορετικό εξώφυλλο επιμελημένο από την Hipgnosis πάει στο Νο3 του αμερικάνικου chart και πουλάει το καταπληκτικό νούμερο των 5.000.000 αντιτύπων. Ο Carson στα χαρτιά είχε δίκιο αλλά καλά κάνανε και δεν τον άκουσαν!
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
Το εξώφυλλο της αυστραλέζικης έκδοσης του Dirty Deeds Done Dirt Cheap

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *