Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΜΑ ΤΩΝ DEF LEPPARD.ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ

Το απόγευμα της 6 Ιουνίου 1993 στο Sheffield της Αγγλίας, όλη η πόλη αλλά και χιλιάδες επισκέπτες περιμένουν με έντονη προσδοκία το μεγαλύτερο συναυλιακό γεγονός της χρονιάς, όχι μόνο για το Sheffield, αλλά και για όλη την χώρα, εν μέσω της νωθρότητας της Brit Pop και της απάθειας του grunge. Η πάλαι ποτέ βιομηχανική Μέκκα της Μ. Βρετανίας γκρέμισε τα τείχη της για να υποδεχτεί με περηφάνεια τα δικά της παιδιά, στο Don Valley Stadium, τους μοναδικούς Def Leppard, οι οποίοι, την δεδομένη χρονική περίοδο, απολάμβαναν την επιτυχία του πέμπτου τους άλμπουμ Adrenalize, το οποίο είχε σκαρφαλώσει την προηγούμενη χρονιά στο Νο. 1 στα charts της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ.
Χαζεύοντας το συγκρότημα επί σκηνής στην συγκεκριμένη συναυλία, εύκολα καταλαβαίνει κανείς πως η παρέα των Joe Elliott, Rick Savage, Rick Allen και Phil Collen, με τον νέο τότε στο συγκρότημα Vivian Campbell, έχει περάσει από την κάθαρση στην αποθέωση για μία ακόμη (και μάλλον τελευταία έκτοτε) φορά. Έχουν επιβιώσει από άδικες επιθέσεις, εξοντωτικές περιοδείες και ηχογραφήσεις, ατυχήματα και θανάτους. Είναι στην κορυφή και είναι σπίτι τους, στο Sheffield.
Εκεί που ξεκίνησαν όλα, έναν Νοέμβριο πριν 16 χρόνια ... ή καλύτερα πριν 40 χρόνια από σήμερα. Κοιτώντας πίσω, ο Κώστας Τσιρανίδης, επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Rockmachine.gr στην έδρα Hard Rock/UFO,Def Leppard, προσπαθεί να δει τους λόγους για τους οποίους οι Def Leppard ξεχώρισαν από τα υπόλοιπα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80, με αποτέλεσμα να θεωρούνται εύκολα ένα από τα πιο επιτυχημένα σχήματα της εποχής.
ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Την δεκαετία του ’70, η Μεγάλη Βρετανία φαίνεται να διέρχεται συνεχώς μέσα από οικονομική και πολιτική κρίση. Λιτότητα, ανεργία και απεργίες, συνθέτουν τον καθημερινό βίο της πάλαι ποτέ «Αυτοκρατορίας όπου ο ήλιος δεν δύει ποτέ». Ο πληθωρισμός καλπάζει ανεξέλεγκτα και οι κοινωνικές και οικονομικές τύχες της χώρας παίρνουν τον κατήφορο, σε επίπεδα που είχαν να δουν οι Βρετανοί από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αίσθημα δυσφορίας που πνίγει τον κόσμο διογκώνεται από την παρακμή της βρετανικής βιομηχανίας και η παρακμή χτυπάει μεγάλα αστικά κέντρα όπως το Birmingham και το Sheffield, καθώς και άλλες περιοχές στον βορρά της χώρας όπου κυριαρχούσε το εργατικό στοιχείο.
Στα τέλη, δε, της δεκαετίας, μουσικά, παραγκωνίζονται τα θρυλικά συγκροτήματα των αρχών της δεκαετίας, και μπαίνουν στο στόχαστρο ως φορείς της υπερβολής. Ο χώρος του glam rock πρακτικά έχει εξαφανιστεί, ενώ επίσης χάλια φαίνεται να είναι και η κατάσταση σε άλλα rock ιδιώματα, όπως το heavy rock και το progressive rock. Ελάχιστα πλέον συγκροτήματα πρωταγωνιστούν στην παγκόσμια μουσική σκηνή και αυτά λαμβάνοντας στήριξη κυρίως από άλλες αγορές, όπως η ηπειρωτική Ευρώπη, η Ιαπωνία και σε μικρότερο βαθμό η Αμερική. Η απογοητευμένη, και εύλογα αντιδραστική, νεολαία στρέφεται κυρίως στο αντιδραστικό punk, το οποίο φιλοδοξεί να φέρει την αναρχία και το χάος, πολιτισμικά τουλάχιστον, επαναπροσδιορίζοντας έτσι τον μουσικό χάρτη της γενέτειρας των μεγαλύτερων rock συγκροτημάτων όλων των εποχών.
Στην απέναντι άκρη του Ατλαντικού, το rock παρέμενε πεισματικά προσηλωμένο στον ήχο των ‘70s, ενώ ένα νέο (τότε) χορευτικό είδος μουσικής, η disco, κάνει κυριολεκτικά θραύση.
Η δισκογραφική βιομηχανία, πάντα αφουγκραζόμενη το πνεύμα της εποχής, από την μια ρίχνει το βάρος στα νέα μουσικά ρεύματα και από την άλλη διατηρεί σε μικρές και ελεγχόμενες ποσότητες στο ρεπερτόριο ήδη καταξιωμένα συγκροτήματα με εγγυημένες πωλήσεις (π.χ. Led Zeppelin, Pink Floyd, Queen), χωρίς να φαίνεται ιδιαίτερα πρόθυμη να δώσει βήμα σε συγκροτήματα που φιλοδοξούν να παίξουν πιο σκληρά. Παιδιά που μπορούσαν να παίξουν και να συνθέσουν με μαεστρία και διψούν για ευκαιρίες μένουν στο περιθώριο, διότι δεν τους προσφέρεται πουθενά βήμα, ούτε στο ραδιόφωνο, ούτε σε κάποιο συμβόλαιο και φυσικά μακριά από κάθε είδους προβολή ή προώθηση.
Παρ’ όλα αυτά και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, επιμένουν με το να ηχογραφούν αυτοσχέδια demos, να οργανώνονται και να δημιουργούν τα δικά τους events, και να προωθούν εαυτούς και να αλληλοστηρίζονται με μεγάλες προσωπικές οικονομικές θυσίες. Η επιθυμία να διακριθούν και να παίξουν μουσική επισκίαζε όλες τις αντικειμενικές δυσκολίες και τα εμπόδια που έβρισκαν στον δρόμο τους. Οι προσδοκίες τους πραγματώθηκαν, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που σήμερα ξέρουμε ως New Wave Of British Heavy Metal και η Hard Rock - Heavy Metal σκηνή αναζωογονείται τόσο με μεγάλες κυκλοφορίες από καθιερωμένα συγκροτήματα όπως οι Rainbow, οι Thin Lizzy, οι UFO, οι Judas Priest και οι Motorhead, όσο και από νέα σχήματα όπως οι Iron Maiden, οι Venom, οι Diamond Head, οι Saxon και οι Tygers of Pan Tang.
Κάπου μέσα σε αυτόν τον συναρπαστικό underground κόσμο δημιουργήθηκαν και οι Def Leppard, στους οποίους οφείλεται εν πολλοίς η παγκόσμια εξάπλωση και η τεράστια επιτυχία της αγαπημένης μας μουσικής, κυρίως στην Αμερική. Και όλα ξεκίνησαν στο Sheffield της Αγγλίας, με μία απροσδόκητη συνάντηση του 18χρονου Joe Elliott με τον 17χρονο Pete Willis στην στάση του λεωφορείου, τον Νοέμβριο του 1977.
ΟΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ
Σε αντίθεση με άλλα σχήματα της γενιάς τους, οι Leppard είχαν την ιδιαιτερότητα ότι αγκάλιαζαν σε μεγάλο βαθμό την επιρροή από τα μεγάλα glam σχήματα των αρχών της δεκαετίας του ’70, κύριος φορέας των οποίων ήταν ο Joe Elliott. Ο frontman των Def Leppard ήταν (και εξακολουθεί να είναι) φανατικός συλλέκτης και ακροατής  glam rock δίσκων. Οι πρώτοι του ήρωες ήταν ο David Bowie, ο Marc Bolan και οι T-Rex, οι Sweet,οι Slade και οι Mott The Hoople του Ian Hunter, μεταξύ άλλων. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ειδοποιός διαφορά από τους συνοδοιπόρους τους.
Στη συνέχεια, υπάρχει γέφυρα προς πιο πολυδιάστατο και δυναμικό ήχο μέσω Queen και από εκεί και πέρα οι κοινές αγάπες της παρέας, με κλασικές επιρροές από Led Zeppelin και Deep Purple (όπως σχεδόν όλα τα συγκροτήματα της σειράς τους), τις μελωδικές κιθαριστικές επιθέσεις από UFO (ειδικά ο Pete Willis στους δύο πρώτους δίσκους είναι σαν να ακούς τον Michael Schenker) και Thin Lizzy (μία μεγάλη αγάπη του Rick Savage), πάντα με την κοφτερή feel good διάθεση των AC/DC. Σαφώς δεν λείπουν και οι λοξές ματιές προς την αμερικανική σκηνή των αρένων, σε συγκροτήματα όπως οι Aerosmith, οι Kiss, οι Boston και οι Foreigner.
Τέλος, κάτι που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, επειδή είναι τόσο τέλεια ενσωματωμένο στον ήχο των Def Leppard ώστε να φαντάζει απόλυτα φυσιολογικό, είναι οι απίστευτες πολυφωνίες που λειτουργούν σαν ένα επιπλέον μουσικό όργανο, και σίγουρα, όπως πολύ σωστά είχε υποδείξει στο παρελθόν ένας άριστος γνώστης και φίλος, ότι είναι αποτέλεσμα της επιρροής τους από τους Uriah Heep!
Όχι Black Sabbath, όχι Motorhead, όχι progressive rock ούτε punk rock. Δεν υπάρχει τίποτα το σκοτεινό, ακραίο ή περίπλοκο στον ήχο των Def Leppard. Τα μουσικά γούστα των μελών του συγκροτήματος έμελλαν να τους σπρώξουν πολύ πέρα από το κλειστό βρετανικό metal κύκλωμα και, ως εκ τούτου, να ακουστούν από πολύ περισσότερο κόσμο.
WING COMMANDER STEVE “STEAMIN’” CLARK (23 Απριλίου 1960 – 8 Ιανουαρίου 1991)
O απόλυτος Riff Master των Def Leppard είναι ο άνθρωπος που αποτέλεσε την συνθετική και δημιουργική μηχανή του συγκροτήματος στην δεκαετία που κατέκτησαν τον κόσμο, και ένας από τους ευφυέστερους rock κιθαρίστες της δεκαετίας του ‘80.
Ιανουάριος του 1978, και ο 18χρονος, τότε, Steve Clark εντάσσεται στο συγκρότημα. Ο νεαρός Steve δούλευε ως χειριστής τόρνου σε ένα από τα πολλά εργοστάσια του Sheffield, και τον υπόλοιπο χρόνο του τον περνούσε παίζοντας κιθάρα και ακούγοντας Led Zeppelin. Ανακάλυψη (και αυτός) του Pete Willis, χρειάστηκε δύο προσκλήσεις για να έρθει στο συγκρότημα, και τελικά μπήκε παίζοντας όλο το «Free Bird» των Lynyrd Skynyrd. Μετά από λίγο καιρό μάλιστα, ο Clark τους εκβίασε στην ουσία, λέγοντας τους πως αν δεν πάψουν να προβάρουν αποκλειστικά σε άδειες αποθήκες, συγκεκριμένα σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε κουτάλια στην Bramall Lane του Sheffield, και δεν αρχίσουν να φέρονται σαν επαγγελματικό μουσικό σύνολο, παίζοντας live μπροστά σε κοινό, θα εγκατέλειπε την μπάντα. Αυτό ήταν και το απαραίτητο σπρώξιμο για τους υπόλοιπους να ξεπεράσουν τους ενδοιασμούς τους και να μαζέψουν κουράγιο προκειμένου να πραγματοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους.
Σημειώνεται ότι έκτοτε, και μέχρι και την του Adrenalize, o Steve Clark ήταν ο κύριος συνθέτης, η ατμομηχανή της δημιουργίας των μεγάλων και μικρών επιτυχιών των Def Leppard. Κάτι που έγινε αντιληπτό μετά τον πρόωρο θάνατο του, τις πρώτες μέρες του 1991. Χωρίς υπερβολή, o Clark παίρνει σχεδόν αποκλειστικά πάνω του το γράψιμο των τραγουδιών και ξεδιπλώνει το εκπληκτικό ταλέντο του να δημιουργεί μεγάλα και εντυπωσιακά σε ρυθμό και χρώμα riffs. Όλες οι μεγάλες επιτυχίες και ακόμα και τα φοβερά κομμάτια που δεν κυκλοφόρησαν σε singles, είναι δικές του ιδέες και κατευθύνσεις.
Κάτι που οι υπόλοιποι Leppard το έχουν παραδεχτεί πολλάκις σε συνεντεύξεις τους. Το δέσιμο του με τον Pete Willis στην αρχή αλλά και πολύ περισσότερο με τον Phil Collen στην συνέχεια, όχι μόνο μουσικά αλλά και στις «εξωγηπεδικές» δραστηριότητες, τους προσέδωσε και την χαριτωμένη επωνυμία «The Terror Twins». Και όταν ο τελευταίος αποφάσισε να κατεβάσει ταχύτητες, εκεί ακριβώς άρχισε η κατρακύλα για τον Clark, ο οποίος στάθηκε ανήμπορος να διαχειριστεί την τρομακτική επιτυχία που ζούσε.
Οι καθημερινές καταχρήσεις και η ολοένα και μεγαλύτερη απομόνωση από τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος που δεν τον ακολουθούσαν πλέον στην έντονη ζωή του, με το εξοντωτικό πρόγραμμα συναυλιών σε συνέχεια του υπερεπιτυχημένου Hysteria, οδήγησαν στον θάνατο του, με τους υπόλοιπους να μην μπορούν δυστυχώς να τον βοηθήσουν, αφού και ο ίδιος πια δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του. Οι Def Leppard δεν έχασαν μόνο έναν αγαπημένο φίλο, αλλά και τον κύριο συνθέτη τους, το φάντασμα του οποίου αντηχεί ακόμα και στο «Blood Runs Cold» του πραγματικά «λίγου» Slang του 1996, μία από τις ελάχιστες ενδιαφέρουσες στιγμές του συγκεκριμένου album.
PETER MENSCH (ΚΑΙ CLIFF BURNSTEIN)
H τύχη τους χαμογελάει εκεί κάπου στο 1979, για να τους φέρει κοντά σε ένα ακόμη πρόσωπο που θα τους συντρόφευε στο τρελό ταξίδι της επιτυχίας στην ερχόμενη δεκαετία, και για 25 χρόνια συνολικά. Τον πολυμήχανο μάνατζερ Peter Mensch, ο οποίος εκείνη την εποχή εργαζόταν στην εταιρεία Leuber-Kresch, δουλεύοντας με τους Aerosmith και τους Scorpions, καθώς και ως μάνατζερ των AC/DC στην Highway To Hell περίοδο τους (1979). Τους προσέγγισε μετά από την κάτι παραπάνω από εμφατική προτροπή του έτερου Διόσκουρου, του μάνατζερ Cliff Burnstein, ο οποίος φέρεται να είπε πως έπρεπε να τους υπογράψει με κάθε κόστος. Σημειωτέον πως ο Mensch έκανε παρόμοια πρόταση και στους Diamond Head, οι οποίοι προτίμησαν να μείνουν με manager...την μητέρα του τραγουδιστή τους Sean Harris, μία κακή απόφαση από τις οποίες ευτυχώς οι Def Leppard δεν πήραν!
Οι Mensch και Burnstein δημιούργησαν, μετά από δύο χρόνια, την εταιρεία μάνατζμεντ Q-Prime, όπου ξεκίνησαν με μοναδικούς πελάτες τους Def Leppard, και στην συνέχεια έφτασαν να έχουν στο δυναμικό τους συγκροτήματα όπως οι Metallica, οι Dokken και οι Queensryche. Σήμερα, εκτός των Metallica, άλλοι καλλιτέχνες που εμπιστεύονται την εταιρεία Q-Prime είναι οι Muse, οι Red Hot Chilli Peppers, οι Volbeat, οι Snow Patrol και οι Black Keys, μεταξύ άλλων.
Ωστόσο, μία από τις μεγάλες κινήσεις του Mensch ήταν να φέρει το συγκρότημα σε επαφή με τον κύριο που άλλαξε άρδην τις τύχες του συγκροτήματος και δεν είναι άλλος από τον....


Robert John "Mutt" Lange,
ROBERT JOHN “MUTT” LANGE ΚΑΙ Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ (1983-1992)
Ένα ακόμα αριστουργηματικό εξώφυλλο της ιστορικής Hipgnosis μπάζει κατευθείαν τον υποψήφιο ακροατή του δεύτερου και πολυαγαπημένου άλμπουμ των Def Leppard, του καταιγιστικού High ‘N’ Dry, στο νόημα. Ένας δύτης πέφτει με πλήρη αυτοσυγκέντρωση σε μία άδεια πισίνα. Ιούλιος του 1981 και οι Leppard κυκλοφορoύν την δεύτερη δουλειά τους, που χαρακτηρίζεται από την σημαντικότερη ίσως «μεταγραφή» τους. Ο Joe Elliott, μάλιστα, είπε σε συνέντευξη του ότι το συγκεκριμένο εξώφυλλο είχε απορριφθεί πριν αρκετά χρόνια από τους Pink Floyd για το άλμπουμ τους Ummagumma.
Πίσω από την κονσόλα του παραγωγού κάθεται ο ενορχηστρωτής των επιτυχιών, ο μεγάλος Robert John "Mutt" Lange, γεγονός το οποίο πιστώνεται στον πολυμήχανο μάνατζερ τους, και τον οποίο περίμεναν στωϊκά να ολοκληρώσει την ηχογράφηση του πιο επιτυχημένου (όπως αποδείχτηκε) album των Foreigner, του «4». Γεννημένος στην Ζάμπια, γιος ενός λευκού Νότιοαφρικανού μηχανικού ορυχείων και μίας Γερμανίδας από εύπορη οικογένεια, είχε ακονίσει τις δεξιότητες του ως παραγωγός punk-pop συγκροτημάτων, όπως οι Boomtown Rats. Το ταλέντο του ως παραγωγός μπορούσε να φέρει την παγκόσμια επιτυχία, αλλά είχε έναν απαράβατο κανόνα: τα πράγματα έπρεπε να γίνονται όπως ήθελε ο ίδιος και οι εντολές του έπρεπε να ακολουθούνται κατά γράμμα. Οι Leppard τον δέχθηκαν ως ισότιμο μέλος του συγκροτήματος, και όχι απλά σαν ηχολήπτη.
 Ό,τι και να ειπωθεί για τον συγκεκριμένο κύριο είναι απλά λίγο. Για να πάρετε μία εικόνα από τις δουλειές του, απλά να αναφέρουμε τα “Highway To Hell”, “Back In Black” και “For Those About To Rock We Salute You” των AC/DC, το “4” των Foreigner, ενώ από τους Def Leppard διετέλεσε παραγωγός στα albums από το High ‘N’ Dry μέχρι το Adrenalize του 1992. Μόνο από τα συγκεκριμένα άλμπουμ, φτάνουμε αμέσως-αμέσως σε πάνω από 110 εκ. πωλήσεις! Άλλες συνεργασίες του περιλαμβάνουν τους The Cars, τον Bryan Adams (που προσπάθησε αρκετά να τον κάνει να ακούγεται ως Def Leppard!), τον Billy Joel, τους Boomtown Rats και πολλούς άλλους, μεταξύ των οποίων και την πρώην σύζυγο του Shania Twain, οπότε προσθέστε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια και από εκεί! Ο λόγος που παραμένει σχετικά στο παρασκήνιο, βέβαια, είναι ότι ήταν και είναι φοβερά προστατευτικός με την ιδιωτική του ζωή. Ακόμα και οι συνεντεύξεις του είναι ελάχιστες, σε σχέση με τον βαθμό εμπλοκής του σε όλες αυτές τις επιτυχημένες δουλειές που προαναφέρθηκαν.
Το High ‘N’ Dry ήταν αλλαγή σελίδας από διάφορες απόψεις. Καταρχήν, αν και εντάσσεται χρονικά στο NWOBHM, το συγκρότημα αποκόπτεται αισθητικά και συνθετικά από την παραδοσιακή βρετανική metal σκηνή. Η επιλογή του studio, ακόμα και αλλαγές στους τίτλους των τραγουδιών, είναι αποφάσεις του Lange. Το High ‘N’ Dry ηχητικά δεν έχει σχέση με οτιδήποτε κυκλοφόρησε από τους συνοδοιπόρους τους (εκτός ίσως από τους Girl και τους Wrathchild). Πιο οργανωμένες ενορχηστρώσεις και συνθέσεις που προορίζονται για αρένες είναι η εικόνα που αφήνει η συγκεκριμένη δουλειά, με τους Leppard να ακούγονται σαν ένα παραδοσιακό βρετανικό  hard and heavy σχήμα, άλλοτε σαν πιο μελωδικοί AC/DC, άλλοτε σαν Van Halen ή Kiss. Όλα τα κομμάτια παίζουν με ρυθμούς και μελωδίες που ισορροπούν ακριβώς σε αυτό “sweet spot” και οι Leppard πακετάρουν τις αρετές του βρετανικού Heavy rock σε ένα πληθωρικό περιτύλιγμα, έτοιμοι να περάσουν σε μεγάλα ακροατήρια και την παγκόσμια καταξίωση. Οι Praying Mantis προσπάθησαν να κάνουν κάτι παρόμοιο, αλλά όπως όλοι ξέρουμε, δεν είχαν καμία τύχη.
Ο Lange πίστευε ακράδαντα πως με την σωστή καθοδήγηση αυτό το νεαρό συγκρότημα από το Sheffield θα μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο. Ήθελε μόνο το καλύτερο για τους, πλέον, προστατευόμενους του, και αυτό ήταν να κυκλοφορήσουν ένα άλμπουμ που παρόμοιο του δεν είχε βγει ποτέ, και όχι απλά το δεύτερο μέρος του High ‘N’ Dry. Το ίδιο το συγκρότημα αντιλαμβάνεται άμεσα το όραμα του Lange, και εναποθέτουν όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Τους προειδοποιεί να τελειώσουν με όποιες εκκρεμότητες έχουν αφήσει στον «έξω κόσμο» και να προσέλθουν στο στούντιο του για να ξεκινήσουν δουλειά. Δεν πηγαίνουν καν με τελειωμένα τραγούδια. Γράφουν μελωδίες και ηχογραφούν ασταμάτητα. Από το κουβάρι αυτό ο έμπειρος παραγωγός αρχίζει να «τσιμπάει», μαζί με το συγκρότημα, κάποια ολοκληρωμένα κομμάτια, σε πρώιμη μορφή, μετά από ατελείωτες ώρες φιλτραρίσματος, προσθηκών, διαγραφών και μετατροπών. Ακόμα και ο Θεός έβαλε το χέρι του, με τον τίτλο Rock Of Ages να προκύπτει μέσα από την τυχαία ανεύρεση της φράσης σε μία ανοικτή Βίβλο που είχε ξεμείνει στο studio.
Ενώ χρειάστηκε μoνάχα ένας μήνας για την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ και περίπου 3 μήνες για το δεύτερο, οι Leppard ήδη διένυαν τον πέμπτο μήνα χωρίς να έχουν καν κάποιο ολοκληρωμένο τραγούδι. Η στρατιωτική πειθαρχία που επέβαλλε ο Lange αρχίζει να δημιουργεί προβλήματα, όταν ζητείται από τον Rick Allen να αντικαταστήσει τα τύμπανα του με ηλεκτρονικό drum machine, ήχο που εμπνεύστηκε ο παραγωγός από τους Human League! Η σχεδόν επιστημονική και πειραματική του προσέγγιση αρχίζει να εκνευρίζει τους Leppard σε βαθμό που μετά από ατελείωτες ώρες ηχογραφήσεων του ίδιου περάσματος, του ίδιου χτύπου στα drums, της ίδιας φράσης στην φωνή θεωρούν πως έχουν φτάσει στα όρια τους, για να εισπράξουν την απάντηση πως «αν θεωρείτε πως είναι το καλύτερο που έχετε κάνει, προφανώς δεν είναι αρκετά καλό».
Κάπου στην πορεία ο Joe Elliott βάζει τα κλάματα με την αυτοπεποίθηση του να έχει πιάσει πάτο, ο Pete Willis απολύεται από το συγκρότημα, λόγω των αυξανόμενων αλκοολικών επεισοδίων του, αλλά υπήρχε και η καλή πλευρά των εξελίξεων. Καταρχήν, νέα είσοδος στο συγκρότημα με τον Phil Collen άρτι αφιχθέντα από τους Girl, να αναλαμβάνει καθήκοντα δεύτερου κιθαρίστα, και του οποίου το παίξιμο του και το γενικότερο στυλ ταίριαζε περισσότερο στο όραμα και την κατεύθυνση του συγκροτήματος. Ο Collen με το πιο εντυπωσιακό, τύπου Eddie Van Halen παίξιμο του δένει υπέροχα με το πιο ατμοσφαιρικό Jimmy Page στυλ του Clark, προσθέτοντας επι πλέον επίπεδα στον ήχο του συγκροτήματος. Επιπλέον, όσο οι Leppard ήταν έγκλειστοι στο ίδρυμα του “Mutt” Lange, μία μπαλάντα από τον δεύτερο τους δίσκο, το πανέμορφο «Bringin’ On The Heartbreak» κάνει θραύση στο νέο μέσο που είχε αρχίσει να αλλάζει τον μουσικό χάρτη στην Αμερική, το γνωστό, και άσχετο πλέον με την μουσική, MTV.
Το συγκρότημα, ανανεωμένο πλέον, πιάνει ρυθμό και ολοκληρώνει τις ηχογραφήσεις του δίσκου που έμελλε να δώσει νέο νόημα στον σκληρό ήχο των ‘80s. Το Pyromania, θεωρείται από πολλούς, και όχι άδικα, το καλύτερα ηχογραφημένο άλμπουμ της δεκαετίας. Φτάνοντας στο Νο. 2 των αμερικανικών charts (στο Νο. 1 είχε παγιωθεί το Thriller του Michael Jackson), με συνολική παραμονή 92 συνεχόμενες εβδομάδες, και έχοντας ξεπεράσει τον Ιούνιο του 2003 τα 10 εκ. αντίτυπα σε πωλήσεις, ήταν ο ήχος του Pyromania που έδειξε τον δρόμο σε συγκροτήματα όπως οι Van Halen (βλ. 1984) και Bon Jovi (βλ. Slippery When Wet) πως πρέπει να ακούγεται ένας υπερεπιτυχημένος δίσκος στα ‘80s. Ωστόσο στην Βρετανία, λόγω κυνικών κριτικών σε διάφορα έντυπα, με την λογική ότι οι Leppard «ξεπουλήθηκαν» στο δολλάριο, το άλμπουμ έφτασε μέχρι το ταπεινό Νο. 18.
Μετά τον θρίαμβο του Pyromania, λαμβάνουν χώρα διάφορα γεγονότα, με κυριότερο το σχεδόν φονικό ατύχημα του Rick Allen, ο οποίος αποφάσισε να κοντραριστεί με κάποιον άλλο οδηγό κάπου έξω από το Sheffield, παραμονή Πρωτοχρονιάς, τον Δεκέμβριο του 1984. Τυχερός στην ατυχία του, έχασε μόνο το αριστερό του χέρι.
Μην έχοντας ιδέα τι μέλλει γενέσθαι, το συγκρότημα προσλαμβάνει αρχικά τον διάσημο Jim Steinman, συνθέτη και παραγωγό του «Bat Out Of Hell» του Meat Loaf, ένα από τα πιο επιτυχημένα albums όλων των εποχών, καθώς και άλλες επιτυχημένες δουλειές με την Bonnie Tyler και τους Air Supply. O Steinman είχε ένα πολύ πιο χαλαρό σύστημα δουλειάς, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την οπτική του Lange και ήθελε να δώσει μία live αίσθηση στους Leppard, ενώ το ίδιο το συγκρότημα επιθυμούσε ένα ακόμα πιο άρτια ηχογραφημένο προϊόν και μοντέρνο ήχο. Ο αυθορμητισμός και η ανάλαφρη ανισορροπία του Steinman αποπροσανατόλισε την μπάντα, και τελικά οι δρόμοι τους χώρισαν, μετά από αρκετά εκατομμύρια δολάρια και χωρίς τελειωμένο project. Αφού αποπειράθηκαν να αναθέσουν το έργο στον Nigel Green, μηχανικό ήχου στο Pyromania, και με την παραίνεση του Lange, όλα σταμάτησαν απότομα, λόγω του ατυχήματος του Rick Allen. Μοιραία, αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να επαναφέρουν τον Lange στο προσκήνιο, ο οποίος είχε δουλέψει εξαντλητικά με του Cars στον δίσκο τους Heartbeat City, αρχικά φέρεται να είπε «ποιος έχει 7 hit-single σε ένα album; Φτιάξτε τον δίσκο με τις μεγαλύτερες επιτυχίες σας, πριν κυκλοφορήσει. Ας κάνουμε ένα άλμπουμ σαν το Thriller».
Ο Lange βοήθησε το συγκρότημα να κατακτήσει κορυφές ψηλότερες από το Pyromania. Το όραμά του ήταν να κυκλοφορήσει το επόμενο άλμπουμ με έναν ήχο σαν κανένα άλλο που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε. Δουλεύοντας το συγκρότημα πάνω στην λογική του Pyromania, και αφού συνεισφέρει άμεσα με το πρώτο κομμάτι στον νέο δίσκο, το «Women» και πείθοντας τους να δουλέψουν πάνω σε αυτό που έμελλε να είναι μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους, το πασίγνωστο «Pour Some Sugar On Me», επηρεαζόμενος από τους Frankie Goes To Hollywood, τους Human League και τους Queen. Έφερε στο τραπέζι το Love Bites, που είχε πρωτογράψει ως μία country and western μελωδία. Αποφασίζει να στρέψει το Animal γύρω από τα φωνητικά του Elliott. Προσπάθησε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις ψηφιακές δυνατότητες του CD ως μέσο. Κυρίως, όμως, τους δίδαξε πως να «κλέβουν» όχι από ένα, αλλά από πολλά μουσικά είδη, με σκοπό να ακούγονται μοναδικοί. O Lange είχε τέτοια επαφή με τον μαγικό αυτό ήχο, και τέτοια αίσθηση της δουλειάς, που δίκαια του πιστώνεται μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας.
5 μήνες πήρε στον εκπληκτικό αυτό παραγωγό να μιξάρει τον δίσκο, με αποτέλεσμα το θρυλικό πλέον Hysteria να κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1987. Το αποδεκτό αποτέλεσμα για τον συγκρότημα και την εταιρεία τους θα ήταν πάνω από 6 εκ. αντίτυπα. Στην αρχή το Animal που κυκλοφόρησε στην Βρετανία, έκανε μία σημαντική επιτυχία, επαναφέροντας το συγκρότημα στις προτιμήσεις των συμπατριωτών τους, και αυτό θεωρήθηκε ως ένα πολύ καλό σημάδι. Παρ’ όλα αυτά, οι πωλήσεις προχωρούσαν πολύ αργά, μετά έμειναν μετέωρες γύρω στα 5 εκ., και σε εκείνο το σημείο, οι χορεύτριες στα strip club της Αμερικής άρχισαν να ζητούν ολοένα και περισσότερο το Pour Some Sugar On Me, κομμάτι ιδανικό για να συνοδεύσει τις εμφανίσεις τους. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ακολούθησαν, με αποτέλεσμα το Hysteria να εκτοξευθεί σε πωλήσεις.
Νούμερο 1 σε ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία, με τις συνολικές πωλήσεις να φτάνουν σε πάνω από 20 εκ. παγκοσμίως, 12 εκ των οποίων στην Αμερική, περνώντας 3 ολόκληρα χρόνια στο αμερικανικό top-40. Η περιοδεία Hystouria που ακολούθησε ήταν εξίσου επιτυχημένη, εδραιώνοντας τους Leppard ως ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του κόσμου. Οι Def Leppard ένα από μόλις 5 συγκροτήματα που έχουν πουλήσει με δύο διαφορετικά άλμπουμ πάνω από 10 εκ. αντίτυπα στις ΗΠΑ, και στην περίπτωση τους μάλιστα, το ένα μετά το άλλο. Τα υπόλοιπα συγκροτήματα είναι οι Beatles, οι Led Zeppelin, οι Pink Floyd και οι Van Halen.
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟ ΤΕΛΜΑ
Μετά την κυκλοφορία ενός τέτοιου αριστουργήματος, το μεγαλύτερο άγχος, αφού καταλαγιάσει το πάρτι και ο θόρυβος της επιτυχίας, είναι το πως θα πας παραπέρα και θα κυκλοφορήσεις κάτι εξίσου εντυπωσιακό και επιτυχημένο. Για την επόμενη τους δουλειά, ο Lange λειτούργησε εντελώς επικουρικά, μην έχοντας πλέον την διάθεση και τον χρόνο να ασχοληθεί με το συγκρότημα στο πόστο που κατείχε σε Pyromania και Hysteria. Έτσι, την παραγωγή αναλαμβάνει το ίδιο το συγκρότημα με τον Mike Shipley, οποίος είχε συνεργαστεί με τον Lange στο παρελθόν για δουλειές των Leppard, ως μηχανικός ήχου, και έχοντας επίσης δουλέψει στο Savage Amusement των Scorpions και στο Detonator των Ratt.
Παράλληλα, μετά τον τραγικό θάνατο του Steve Clark τον Ιανουάριο του 1991, και σε αναζήτηση αντικαταστάτη, οι Leppard δοκιμάζουν έναν άλλο guitar hero από τα ‘80s, τον γνωστό και μη εξαιρετέο Vivian Campbell, κυρίως από την δουλειά του με τον Ronnie James Dio στο προσωπικό σχήμα του τελευταίου, τους Dio. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τους Whitesnake, για τους σκοπούς της περιοδείας του υπερπετυχημένου 1987 (ή Whitesnake, όπως είναι επισήμως καταχωρημένο) και κάποιες άλλες συνεργασίες, εντάσσεται στο δυναμικό των Def Leppard, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.
Ο Campbell, όσο μεγάλος κιθαρίστας και να είναι, ίσως να μην έκανε για τους Def Leppard. Δεν «κούμπωσε» ιδανικά ως αντικαταστάτης του Steve Clark, ο οποίος έγραφε και ενορχήστρωνε με μοναδικό τρόπο τα κιθαριστικά κρεσέντο των Leppard.   Έλαμψε κυρίως στους Dio, όντας στο ζενίθ του κατά τους 3 πρώτους δίσκους τους, ένα πιο παραδοσιακό στυλ που ίσως του ταίριαζε περισσότερο. Από εκεί και πέρα λειτούργησε βοηθητικά περισσότερο στους Whitesnake (μόνο για την περιοδεία του 1987) ενώ έκανε και κάποιες άλλες λιγότερο σημαντικές δουλειές μέχρι να καταλήξει στους Def Leppard. Δεν μπορώ παρά να μπω στον πειρασμό και να σκεφτώ πως θα ήταν αν αντί για τον Vivian Campbell ερχόταν στο συγκρότημα ο John Sykes, υποθετικά θα ήταν τεράστια προσθήκη από όλες τις απόψεις, τόσο από εμφάνιση και παρουσία, όσο και συνθετική και εκτελεστική δεινότητα!

Οι Leppard, μετά από την τρελή δεκαετία που έζησαν, ηχογραφούν και κυκλοφορούν το 1992 το album Adrenalize, επίσης νο. 1 σε Βρετανία και ΗΠΑ. Βασισμένο συνθετικά, εν πολλοίς στο πνεύμα του Hysteria, είναι ο δίσκος που κλείνει στην ουσία την χρυσή εποχή για το συγκρότημα. Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον Steve Clark, με ένα τραγούδι να φέρει την σφραγίδα του, το επικό "White Lightning". Είναι πραγματικά άξιο θαυμασμού πως μία τέτοια δουλειά καταφέρνει να ανέβει στην κορυφή των charts εν μέσω της καταιγίδας του grunge, το οποίο, όπως και το Punk την δεκαετία του 70 είχε ανατρέψει το κατεστημένο στην rock σκηνή.
Τα σημάδια κόπωσης είναι πλέον εμφανή, και φαίνεται ότι η έμπνευση στερεύει, καθώς το άλμπουμ ακούγεται σαν ένα σύνολο από ιδέες που είχαν μείνει στην άκρη κατά την ηχογράφηση του Hysteria, χωρίς τα τιτανοτεράστια riffs του Steve Clark. Παρόλο που ο δίσκος πουλάει ικανοποιητικά, πάνω από 7 εκ. παγκοσμίως, και η ακόλουθη περιοδεία πάει περίφημα, δεν διεκδικεί σε καμία περίπτωση τις δάφνες ποιότητας επιπέδου Hysteria. Κάπου εκεί στον Νο. 7 παραμόνευε ήδη 6 μήνες το Nevermind των Nirvana, το οποίο θα έφερνε μια για πάντα την αλλαγή στον μουσικό χάρτη και θα έθετε τα μεγάλα hard rock συγκροτήματα των 80s στο περιθώριο.. ωστόσο, με ασφάλεια μπορεί να πει κανείς πως ανήκει στα μεγάλα άλμπουμ του συγκροτήματος, το τελευταίο που τα πλήθη απόλαυσαν το συγκρότημα στην μεγάλη του ακμή. To 1995 μπήκαν και στο Βιβλίο των ρεκόρ Γκινες, παίζοντας σε 3 ηπείρους μέσα σε ένα 24ωρο (Μαρόκο, Αφρική - Λονδίνο, Ευρώπη – Βανκούβερ, Καναδάς).
Έχοντας ολοκληρώσει τις συναυλιακές τους υποχρεώσεις για τις ανάγκες του Adrenalize, οι Def Leppard αδειάζουν τα αρχεία τους για να επανηχογραφήσουν και να συγκεντρώσουν υλικό που δεν είχε δει το φως της ημέρας και διάφορα κομμάτια που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παρέπεσαν στην πορεία. Ξεκινώντας με το Two Steps Behind (το τελευταίο τους αμερικάνικο top-20 hit), που είχαν συνεισφέρει στο soundtrack της ταινίας Last Action Hero, μάζεψαν συνολικά 14 κομμάτια, που ήταν παλιότερα B-sides, ακυκλοφόρητα κομμάτια και επανεκτελέσεις παλιότερων κομματιών τους. Έτσι το 1993 κυκλοφόρησε η εν λόγω συλλογή, ως Retro Active, που έμελε να είναι το τελευταίο πλατινένιο τους album στις ΗΠΑ. Δύο χρόνια αργότερα, το 1995, κυκλοφοριύν και το πρώτο τους Best Of, το Vault, με ένα επιπλέον ακυκλοφόρητο κομμάτι (When Love And Hate Collide), το οποίο μπήκε στο αμερικανικό top-20 και πούλησε πάνω από 4 εκ. αντίτυπα, ενώ έφτασε και μέχρι το νο. 3 της Μ. Βρετανίας, όπου έγινε επίσης πλατινένιο.


Η συνέχεια είναι κάπως απογοητευτική. Οι Def Leppard δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν το status τους, σε ένα κόσμο που από την μια είχε σαρωθεί από το grunge και από την άλλη με το hard rock-heavy metal κοινό να στρέφεται σε συγκροτήματα όπως οι Metallica, οι Guns ‘N’ Roses, οι Pantera και μερικούς της παλιάς φρουράς (όπως π.χ. AC/DC, Iron Maiden, Judas Priest), σχήματα τα οποία έπαιζαν πιο απλό, πιο σκληρό και πιο ευθύ metal.
Εκτός μόδας, χωρίς τους δύο βασικούς τους πυλώνες, τον Steve Clark και τον John «Mutt» Lange, και με το MTV να ρίχνει πόρτα στους μεγάλους των 80s, οι Def Leppard πλέουν σε αχαρτογράφητα για αυτούς νερά. Το 1996 κυκλοφορούν το Slang, χωρίς το διάσημο τους logo, σαν μία αποτυχημένη, όπως αναφέρει και ο φίλος και «επίτιμος διδάκτωρ» Σπύρος Γιαννακόπουλος σε σχετικό άρθρο (διάβασε εδώ ROLL WITH THE CHANGES Ή ΠΩΣ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ) απόπειρα να προσαρμόσουν τον ήχο τους πάνω στο grunge, κάτι το οποίο δεν δούλεψε όχι μόνο για αυτούς αλλά και για άλλα συγκροτήματα της σειράς τους που δοκίμασαν κάτι ανάλογο, προσπαθώντας απεγνωσμένα να μπουν στην νέα τάξη πραγμάτων από την πίσω πόρτα. To Slang δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση στον κόσμο, με αποτέλεσμα να γίνει η πρώτη τους δουλειά που δεν έγινε πλατινένια.
Καταλαβαίνοντας το ολίσθημα, οι Leppard ζητούν ξανά την βοήθεια του Lange στο συνθετικό κομμάτι, και το 1999 κυκλοφορούν το Euphoria, με κάποιες καλές στιγμές και ένα σύντομο πέρασμα από τα charts. Μέρος της επιτυχίας του εν λόγω άλμπουμ οφείλεται και στο μουσικό κανάλι VH1 και την σειρά εκπομπών Behind The Music, όπου αφιέρωσαν και σχετικές εκπομπές στους Def Leppard, με το background του συγκροτήματος να είναι ιδιαίτερα πρόσφορο για τέτοιου είδους αφιερώματα. Γενικά άφησε καλές εντυπώσεις και αναζωπύρωσε κάπως το ενδιαφέρον του κοινού.
Δυστυχώς, το 2002, κάνουν το λάθος να υποκύψουν σε πιο pop φόρμες, αποτέλεσμα των οποίων είναι το album X. Προσέλαβαν το συνθετικό δίδυμο των Marti Frederiksen και Andreas Carlsson, που έγραφε κυρίως pop επιτυχίες για καλλιτέχνες όπως οι Britney Spears, Celine Dion, N-Sync και Backstreet Boys αλλά για hard rock σχήματα όπως οι Aerosmith. Μην έχοντας αίσθηση και προσανατολισμό, κενό από προσωπικότητα και δυναμική, τo νέο άλμπουμ δεν έγινε καν χρυσό, και περάστηκε στο βιβλίο της ιστορίας με εξαιρετικά ψιλά γράμματα. Ακόμα και το ίδιο το συγκρότημα έχει πάψει να παίζει live κομμάτια από την συγκεκριμένη δουλειά. Η εύκολη λύση με το άλμπουμ διασκευών Yeah! του 2006 απλά έδωσε χρόνο και ανάσες στο συγκρότημα, το οποίο είχε ήδη μείνει 4 περίπου χρόνια σε συνθετικό και μουσικό κώμα, έχοντας κυκλοφορήσει μόνο 2 Greatest Hits συλλογές, το Best Of Def Leppard (2004) και έγινε χρυσό στην Μεγάλη Βρετανία, φτάνοντας στο Νο. 6, καθώς και μια αντίστοιχη έκδοση για την Β. Αμερική, το Rock of Ages: The Definitive Collection (2005), που επίσης έκανε σχετική επιτυχία στις ΗΠΑ, φτάνοντας στο Nο. 10 και αποκτώντας πλατινένιο status.  To δε Yeah! θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αξιόλογη δουλειά, ωστόσο πιο πολύ εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα και μάλλον ένας φόρος τιμής στους παιδικούς τους ήρωες, οι Leppard, αν μη τι άλλο, έκαναν πλέον αντιληπτό πως αυτό που τους λείπει είναι δυνατά τραγούδια, τα οποία τα βρήκαν μέσω διασκευών. Ωστόσο, και αυτό είναι εντελώς προσωπική άποψη, ένα άλμπουμ διασκευών δεν προσθέτει αξία ούτε δίνει κάτι καινούριο στο κοινό το οποίο κάποτε κοιμόταν και ξυπνούσε με τα 5 πρώτα τους άλμπουμ στα αυτιά. Μετά από 6 χρόνια δυστοκίας είναι εξαιρετικά άστοχο («αρπαχτή» αν θέλετε) να κυκλοφορείς ένα άλμπουμ διασκευών.

Ευτυχώς το 2008 αποφάσισαν να αναλάβουν λίγο πιο ενεργό ρόλο, και κυκλοφορούν το αξιοπρεπέστατο Songs from the Sparkle Lounge, αισίως το 10ο τους album. Το ίδιο το συγκρότημα μιλάει για τραγούδια «γραμμένα στο στυλ του Hysteria, με την παραγωγή τύπου High ‘N’ Dry, κάπως σαν τις πρώτες δουλειές των AC/DC στο ύφος του Rock ‘N’ Roll από τους Zeppelin». Μια υπερβολική, αν όχι ουτοπική δήλωση, που δεν στερεί ωστόσο τα αξιόλογα σημεία και τις ενδιαφέρουσες ιδέες στον δίσκο. Οι Leppard δηλώνουν παρόντες επί της ουσίας, και δείχνουν πως μετά από αρκετά χρόνια μπορούν να δώσουν το κάτι παραπάνω, αυτό που δεν έκαναν από την εποχή του Euphoria. Ανέδειξαν ξανά κάτι από την neo-glam προσωπικότητα και τον χαρακτήρα τους, και για αυτό τον λόγο ο δίσκος χαιρετίστηκε θερμά από κοινό και κριτικούς.
Με τον κλασικό Def Leppard τρόπο αφήνουν να κυλήσει ο καιρός, και 7 χρόνια αργότερα το 2015, κυκλοφορεί το ομώνυμο Def Leppard. Λίγο απ’ολα μπορεί να ακούσει κανείς στον δίσκο, σύμφωνα με τον Joe Elliott, κάτι το οποίο προσωπικά μου ακούγεται σαν έτοιμη δικαιολογία για μια κυκλοφορία που δεν στοχεύει να κάνει αίσθηση και να αφήσει πράγματα, αλλά απλά να κυκλοφορήσει. Παρά τις διθυραμβικές κριτικές ορισμένων μέσων, και τις καλές προοπτικές κομματιών όπως τα Wings of an Angel και Blind Faith, η αλήθεια είναι πως δεν ακούσαμε κάτι τρομερά συναρπαστικό. Το συγκρότημα το παλεύει αλλά η μάχη είναι άνιση, και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στην φάση των albums Χ και Yeah! ο ακροατής των Leppard πρέπει να ρίξει αρκετά τα κριτήρια σε σχέση με τις μνημειώδεις, θρυλικές 5 πρώτες κυκλοφορίες της περιόδου 1980-1992. Για τα 7 χρόνια που είχαν στην διάθεση τους, θα περιμέναμε περισσότερα, ωστόσο εν μέρει δικαιολογούνται από την εκδήλωση σοβαρής ασθένειας στον Vivian Campbell το 2013 (Λέμφωμα Hodgin, μορφή καρκίνου που προέρχεται από λεμφοκύτταρα), ο οποίος το παλεύει όσο καλύτερα μπορεί, και όλοι εμείς του ευχόμαστε την καλύτερη των τυχών και καλή δύναμη.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Επέζησαν από τραγωδίες και πλήρωσαν με αίμα, δάκρυα και ατελείωτο ιδρώτα την τεράστια επιτυχία τους. Ο πρώτος τους κιθαρίστας αποχώρησε εν μέσω αλκοολισμού, και ο δεύτερος πέθανε από αυτόν. Ο ντράμερ τους έχασε το χέρι του, αλλά έπαιξε σε πείσμα όλων μόνο με ένα χέρι. Οι εποχές άλλαξαν και επηρέασαν βάρβαρα αυτούς ηρωικούς επιζώντες της δεκαετίας του ’80, με τα φανταστικά, υπέροχα τραγούδια τους και την επική τους πορεία μέσα από την απώλεια στην δόξα και από εκεί σε μία μακροχρόνια κατάσταση αδιαφορίας, όπου χάθηκαν, βαρέθηκαν ή έστω προσπάθησαν χωρίς τον Riff Master τους και τον τρομερό παραγωγό τους.
Το περίεργο πάντως είναι πως όλοι τρελαινόμαστε την πρώτη φορά που ακούμε Def Leppard και όλοι γνωρίζουμε κάποιο κομμάτι τους, και με την πρώτη που τους ακούμε κάπου αρχίζουμε να σιγοτραγουδάμε στον ρυθμό τους. Όπως πριν 9 χρόνια, σε ένα λιγότερο από κατάμεστο Στάδιο Καραϊσκάκη, τον Ιούλιο του 2008, οι Def Leppard έπαιξαν στην χώρα μας, για πρώτη και μοναδική φορά, μαζί με τους Whitesnake, δύο από τα πιο πετυχημένα ονόματα του hard rock των 80’s σε μία συναυλία. Δύο από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα μοιράστηκαν την σκηνή για πρώτη φορά, με εμένα να έχω εκστασιαστεί καθ’όλη την διάρκεια της συναυλίας. Παρόλο που οι Whitesnake απηχούν περισσότερο στο ελληνικό κοινό, οι Def Leppard ήταν εκείνοι που έκλεψαν την παράσταση, με την άψογη παρουσία τους, τον φοβερό τους ήχο και όλες εκείνες τις τεράστιες επιτυχίες που τους οδήγησαν στην κορυφή του κόσμου για ένα μικρό αλλά έντονο ομολογουμένως διάστημα.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

2 σχόλια:

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *