Εκείνα τα τελευταία 3 χρόνια της δεκαετίας του 60 (1968-1970) ήταν υπεύθυνα για πολλά καλά πράγματα στη μουσική όπως αυτή εξελίχθηκε την δεκαετία του 70. Μεταξύ αυτών και ένα αγγλικό συγκρότημα που ξεκίνησε με το όνομα Roundabout κι αποτελείτο από τον οργανίστα των Artwoods, Jon Lord, τον session κιθαρίστα Ritchie Blackmore, για να προστεθούν ο μπασίστας Nick Simper από τους Renegades, ο τραγουδιστής Rod Evans και ο ντράμερ Ian Paice ο οποίος είχε πείρα αφού είχε παίξει με τους Maze. Σαν Roundabout, περιοδεύουν σε Σουηδία και Δανία και κατά την επιστροφή τους, o Blackmore πρότεινε να αλλάξουν όνομα και να μετονομαστούν Deep Purple, από το αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς του, που τραγουδούσε ο Peter DeRose. Για την ιστορία και μόνο, πριν καταλήξουν στο Deep Purple, όλοι είχαν επιλέξει μια σειρά ονομάτων όπως Concrete God, το οποίο θεώρησαν πολύ σκληρό, Orpheus και Sugarlump (πουθενά το Τιτανοτεράστιοι!).
Ας ξανά γυρίσω στις πρώτες 2 πρώτες γραμμές του κειμένου, βλέποντας ότι συγκροτήματα όπως οι Cream, Yardbirds, Kinks δίνουν το στίγμα τους ενώ στην άλλη πλευρά του ωκεανού οι Iron Butterfly σημείωσαν επιτυχία με το In-A-Gadda-Da-Vida, οι Blue Cheer άνετα χαρακτηρίζονται protoheavy και οι Vanilla Fudge κυκλοφόρησαν μια από τις καλύτερες διασκευές όλων των εποχών, το You Keep Me Hangin' On (πρώτη εκτέλεση από τις Supremes, το 1966). Αυτή η διασκευή έδωσε στον Ritchie Blackmore την ιδέα για το που θα έπρεπε ηχητικά να κατευθυνθούν οι Deep Purple αλλά και να διασκευάσουν το μάλλον άγνωστο Hush που δεν έγινε επιτυχία από τον συνθέτη του Joe South! Σε μια παλαιότερη συνέντευξή του Ritchie Blackmore στο περιοδικό Guitar World(1991), είχε αναφερθεί στις επιρροές των Deep Purple, βάζοντας στην πρώτη γραμμή τους Αμερικάνους Vanilla Fudge. Το αμερικάνικο συγκρότημα είχε κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1967, το πρώτο και καλύτερο δίσκο της δισκογραφίας τους, με αιχμή του δόρατος τη διασκευή του You Keep Me Hangin,
μεταμορφώνοντας το από ένα soul τραγούδι, σ ένα βαρύ hard rock κομμάτι. Μάλιστα στην ίδια συνέντευξη, τους χαρακτήρισε τους «ήρωές» τους, θέλοντας οι Deep Purple να έχουν τον ίδιο ήχο. Ακούγοντας τον πρώτο δίσκο των Τιτανοτεράστιων, με τίτλο Shades of Deep Purple ακούμε ένα ήχο που δεν είχε καμία σχέση με ότι θα ακολουθούσε τη δεκαετία του 70. Το άλμπουμ είχε 4 διασκευές και μια από αυτές ήταν το Hush που έως σήμερα, παραμένει κλασικό. Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ήταν από τον συνθέτη του Joe South (1940– 2012) Όμως τόσο αυτό όσο και τα επόμενα 2 άλμπουμ τους (The Book of Taliesyn 1968 και Deep Purple 1969) δεν είχαν προσωπικό ήχο. Αυτόν τον ήχο, απέκτησαν ακούγοντας το πρώτο άλμπουμ των Vanilla Fudge, κάνοντας τον ακόμα πιο πλούσιο με κάθε (!) τραγούδι να έχει σόλο κιθάρα και πλήκτρα, κάτι μοναδικό για την εποχή. Η αλήθεια είναι ότι η διασκευή των Vanilla Fudge στο You Keep Me Hangin ήταν εφευρετική, για αυτό εξ’ άλλου παραμένει έως σήμερα ξεχωριστή. «Μας άρεσαν οι Vanilla Fudge – ήταν οι ήρωές μας. Παίζανε στο Speakeasy του Λονδίνου και όλοι οι χίπις πήγαιναν εκεί. Ο Clapton, οι Beatles, όλοι πήγαν εκεί”.
Και συνεχίζει: «Έπαιζαν οκτάλεπτα τραγούδια κι όλοι αναρωτιόμαστε τι στο διάολο συμβαίνει εδώ; Πώς και δεν είναι τρία λεπτά; Ο Timmy Bogert, ο μπασίστας τους, ήταν καταπληκτικός. Όλοι τους ήταν μπροστά από την εποχή τους. Αρχικά, θέλαμε να γίνουμε κλώνος Vanilla Fudge (σ.σ χρησιμοποιεί τη λέξη clone), ωστόσο όταν τελείωσε το κίνημα των hippies και το Καλοκαίρι της Αγάπης, οι Deep Purple ήξεραν ότι έπρεπε να χαράξουν διαφορετική πορεία. Ο ντράμερ Ian Paice είπε στο Metal Evolution: «Αυτό που προσπαθήσαμε να είμαστε στο πρώτο άλμπουμ ήταν να είναι μια αγγλική έκδοση των Vanilla Fudge. Πήραμε κανονικά τραγούδια και διασκευάσαμε, ανοίγοντας τα σε χρόνο. Την ίδια εποχή, συνειδητοποιήσαμε ότι πιο σημαντικό ήταν να είμαστε ο εαυτός μας κι όχι οι Vanilla Fudge No2”.
Να ξανά γυρίσω στο Shades of Deep Purple όπου ο ήχος των πλήκτρων και συγκεκριμένα του Hammond του Lord είναι ιδιαίτερα έντονος, φανερά επηρεασμένος από τα πλήκτρα του Mark Stein των Fudge. Η διασκευή των Deep Purple στο Hush ακούγεται ….αδάμαστη μπροστά στην πρώτη εκτέλεση του South, με τον Lord να κάνει το καλύτερο σόλο σε όλη την καριέρα του. Σκληρή, τολμηρή ενορχήστρωση, απογείωσε την σύνθεση του South και παραμένει έως σήμερα στο set list των Deep Purple. Το παράδοξο είναι ότι το άλμπουμ απέτυχε στην αγγλική αγορά, σε αντίθεση με την αμερικάνικη που σταμάτησε στο Νο 24, ενώ το single Hush, έγινε μεγάλη επιτυχία (Νο4). Η αλήθεια είναι ότι πέραν του Hush και του Mandrake Root, το Shades of δεν είχε κάτι που να το ξεχωρίζει από τα άλλα άλμπουμ της εποχής. Η δε διασκευή στο Hey Joe, καλή αλλά έως εκεί. Τότε σάρωνε η διασκευή του Hendrix που ήταν πραγματικά, άπαιχτη!
Από τα 2 video του Hush δείτε και τα 2 το καθένα για διαφορετικό λόγο. Στο έγχρωμο, το συγκρότημα εμφανίζεται τον Οκτώβριο του 1968 στο Playboy Mansion με τον ιδρυτή πολυεκατομμυριούχο Hugh Hefner(1926-2017) του περιοδικού Playboy, του club και πολλών επιχειρήσεων και στο μαυρόασπρο σε μια πραγματικά μοναδική εμφάνιση και πάλι από το 1968 για τη γερμανική τηλεόραση όπου μιμούνται ότι παίζουν τα όργανα. Το συγκεκριμένο video βρέθηκε μόλις το 2012 και είναι χαρακτηριστικό της εποχής. Δείτε το πιο κάτω
Την επιτυχία του Hush, δεν ακολούθησε το δεύτερο άλμπουμ τους Book of Taliesyn (1969, Νο 54 Αμερική), που κι αυτό είχε 2 διασκευές, τα Kentucky Woman του Neil Diamond και River Deep, Mountain High των Ike And Tina Turner, αλλά δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν. Στους fans έμεινε το ορχηστρικό Wring That Neck… έως εκεί. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ της MkI, το Deep Purple, που ήταν το πλέον αδύναμο άλμπουμ σε σχέση με τα άλλα δύο και η διασκευή του Lalena (Donovan), δεν βοήθησε καθόλου όπως και τα δικά τους Chasing Shadows και Birds has flown, να και σε γενικές γραμμές είναι πιο hard σε σχέση με τα άλλα δύο. Λίγο πριν την κυκλοφορία του, κατά τη συνήθεια της εποχής, είχαν κυκλοφορήσει σε μικρό δίσκο το Emmaretta, με το όνομα δανεισμένο από την τραγουδίστρια-ηθοποιό Emmaretta Marks, η οποία έπαιζε στο θεατρικό Hair! Το Emmaretta κυκλοφόρησε σε μικρό δίσκο και απέτυχε και δεν συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ παρά μόνο σαν bonus στις cd εκδόσεις του άλμπουμ. Δείτε εδώ το video
Με μοναδική επιτυχία το Hush και 3 άλμπουμ που πέρασαν και δεν άγγιξαν, οι Deep Purple παρ ολίγο να χαρακτηριστούν one hit wonders, δηλαδή συγκρότημα/καλλιτέχνης που κάνει μια και μοναδική επιτυχία και εξαφανίζεται. Και τότε οι Mountain κυκλοφόρησαν το Mississippi Queen που όπως έχει πει ο ο Blackmore στο περιοδικό Newsweek το 2017, ήταν, μαζί με τους Vanilla Fudge, οι μεγάλες επιρροές του. Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο Μεγάλος Κιθαρίστας αναγνώρισε ότι το άκουσμα του Mississippi Queen, που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1970, ήταν ένας βασικός παράγοντας για να υιοθετήσουν οι Deep Purple ένα πιο hard ήχο στο άλμπουμ In Rock, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, δηλώνοντας ότι ο ίδιος και ο ντράμερ Ian Paice, χλόμιασαν όταν άκουσα πόσο βαρύς ήταν ο ήχος των Mountain. «Ακούγοντάς τους, επηρεαστήκαμε πολύ στην αλλαγή του ήχου μας. Εκείνη την εποχή, προσπαθούσαμε να βρούμε τον δρόμο μας ως συγκρότημα. Ο οργανίστας μας, ο Jon Lord, ασχολήθηκε με την κλασική μουσική και παρόλο που την αγαπώ, ήθελα να ακολουθήσουμε ένα hard ήχο. Το τελευταίο άλμπουμ που ηχογραφήσαμε με την αρχική σύνθεση, το Deep Purple (1969) ήταν πιο βαρύ σε σχέση με τα 2 προηγούμενα, αλλά θέλαμε να τον κάνουμε ακόμα βαρύτερο, κάπως έτσι προέκυψε το In Rock, λέει ο Blackmore.
Όμως πριν φθάσουμε στο In Rock να θυμηθούμε πως έγινε η ηχητική μετάλλαξη του συγκροτήματος. Κατά τη διάρκεια της αμερικανικής περιοδείας του 1969, οι Lord και Blackmore συναντήθηκαν με τον Paice για να αποφασίσουν την αλλαγή του ήχου τους, έχοντας καταλήξει ότι οι Evans και Simper δεν θα ταίριαζαν στο στυλ που οραματίζονταν, με τον Evans να είναι έτοιμος να αποχωρήσει μόνος του. Ο Paice δήλωσε: «Έπρεπε να έρθει μια αλλαγή. Αν δεν είχαν φύγει, το συγκρότημα θα είχε διαλυθεί». Μάλιστα ο Ο Simper είπε ότι ο Evans είχε γνωρίσει μια κοπέλα στο Hollywood και ήθελε να γίνει ηθοποιός, ενώ ο Blackmore είπε «Ο Rod ήθελε απλώς να πάει στην Αμερική και να ζήσει στην Αμερική». Μετά την απομάκρυνσή τους από το συγκρότημα, ο Evans συνέχισε στους Captain Beyond και ο Simper στους Warhorse. Στη θέση τους ήλθαν οι άγνωστοι Ian Giilan και Roger Glover από το pop συγκρότημα των Episode Six, με τους Deep Purple να παίρνουν ένα μεγάλο ρίσκο. Παραδόξως, η πρώτη δισκογραφική δουλειά με τους2 καινούργιους ήταν το προχωρημένο για την εποχή αλλά και για τις ημέρες μας Concerto for Group and Orchestraπου ηχογραφήθηκε το Σεπτέμβριο του 1969 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου με τη συνοδεία της Royal Philharmonic Orchestra, υπό τη διεύθυνση του Malcolm Arnold.
10 μήνες αργότερα, το Μεγάλο Συγκρότημα κυκλοφόρησε το In Rock (Ιούνιος 1970) που για όλους εμάς που ζήσαμε εκείνη την εποχή ήταν ο ΠΡΩΤΟΣ δίσκος στη δισκογραφία τους, καθώς ηχητικά ΔΕΝ είχε καμία σχέση με τα 3 προηγούμενα άλμπουμ τους. Λίγο νωρίτερα, και πάλι τον Ιούνιο του 1970 είχαν κυκλοφορήσει το Black Night που είχε κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά. Από εδώ και πέρα την ιστορία την ξέρετε…..
Την άλλη Κυριακή: US Metal, τα συγκροτήματα που έκτισαν τον ήχο του αμερικάνικου heavy metal στη δεκαετία του 80. Παρακάπτουμε τα μεγάλα ονόματα και θυμόμαστε τους Malice, Lizzy Borden, Hellion, Jack Starr, Steeler, Armored Saint, Omen, Heir Apparent κ.α..
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ.
30/11/25





Δημοσίευση σχολίου