THIN LIZZY: ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΙΑ 1974-1983

Η ιστορία των Thin Lizzy είναι μεγάλη και πολύ σημαντική για την εξέλιξη του hard rock. Δεν είναι πρώτη φορά που ο Rockmachine.gr ασχολείται με αυτό το σπουδαίο συγκρότημα αλλά αυτή τη φορά θα θυμηθούμε τα Καλύτερά τους Χρόνια, τη δεκαετία 1974-1983, αφού το πρώτο σκέλος της ιστορίας τους, το έχουμε παρουσιάσει εκτενώς. Διάβασε εδώ.

ΤΙ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΠΡΙΝ
Τα πρώτα 4 χρόνια των Thin Lizzy, έχουν βρει το συγκρότημα να κυκλοφορεί 4 άλμπουμ, όπου κανένα δεν σημείωσε επιτυχία, ένα πολύ πετυχημένο single (Whiskey in a Jar, Νο6 του chart μικρών δίσκων της Μ.Βρετανίας) και τον Phil Lynott να προσπαθεί να βρει ένα διαφορετικό δρόμο, εκτός Thin Lizzy. Πρώτα να  κάνει πρόβες με τους Ritchie Blackmore και Ian Paice για ένα καινούργιο σχήμα, χρησιμοποιώντας το όνομα Babyface. To σχήμα δεν περπάτησε αλλά ο Lynott κράτησε το όνομα και το έδωσε σε ένα τραγούδι του άλμπουμ Shades of a Blue Orphanage! Και σαν να μην φθάνει αυτό, τον Ιανουάριο του 1973 κυκλοφορεί το Funky Junction Play a Tribute to Deep Purple, ο τίτλος τα λέει όλα με τη συμμετοχή και των τριών αλλά με φωνητικά  από τον Benny White. H αποτυχία του τρίτου άλμπουμ τους Vagabonds of the Western World (1973), φέρνει τον (καλό) κιθαρίστα Eric Bell εκτός συγκροτήματος με τον Phil Lynott την επόμενη(!) κιόλας ημέρα να τον αντικαθιστά με τον επίσης Ιρλανδό Gary Moore από τους Skid Row (σ.σ. καμία σχέση με το αμερικάνικο συγκρότημα των 80's).
O Moore έμεινε μαζί τους έως και τον Απρίλιο του 1974 και στο διάστημα αυτό ηχογράφησαν 3 τραγούδια, εκ των οποίων το "Still in Love with You" συμπεριλήφθηκε στο Nightlife για να αποχωρήσει λόγω προβλημάτων υγείας και να συνεχίσει την καριέρα του στους Colosseum II. Για ένα μικρό διάστημα, τον αντικατέστησαν οι κιθαρίστες Andy Gee (πραγματικό όνομα Andreas Gröber, έχει παίξει με τον Peter Bardens) και John Cann (από τους Andromeda, Atomic Rooster και Hard Stuff ) αλλά μπροστά σε αυτές τις διαρκείς αλλαγές, ο ντράμερ Brian Downey, δηλώνει αποχώρηση! Η καλή σχέση του Lynott μαζί του, τον ξανά φέρνει στο συγκρότημα, με μοναδική σκέψη να βρουν ένα σχήμα που να μπορεί να «περπατήσει». Τότε ένας roadie του Lynott του πρότεινε να ακούσει ένα πολύ καλό νεαρό Σκοτσέζο κιθαρίστα, ονόματι Brian Robertson. Τους άρεσε το παίξιμό του και σύντομα ο νεαρός κι άγνωστος Robertson έγινε μέλος τους. Την ίδια εποχή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Καλιφόρνια, ένας νεαρός κιθαρίστας που άκουγε στο όνομα Scott Gorham, έχοντας αποκτήσει εμπειρία παίζοντας σε δεκάδες άγνωστα συγκροτήματα της περιοχής, έχει αποφασίσει να κάνει το μεγάλο βήμα στην καριέρα του. Ή θα μείνει ένας αιώνιος άγνωστος καλός κιθαρίστας ή θα κάνει το μεγάλο βήμα. Και για τον Gorham είχε έλθει η μεγάλη ώρα να πάει στο Λονδίνο να ψάξει εκεί την καριέρα του, όπως ο φίλος του ντράμερ Bob Siebenberg, με τον οποίο είχε παίξει σε μερικά από τα άγνωστα συγκροτήματα και τώρα ήταν ντράμερ των Supertramp και θα τον βοηθούσε τις πρώτες ημέρες. Οι Gorham και Siebenberg από το 1969 έως και το 2000  ήταν …μπατζανάκηδες, αφού είχαν παντρευτεί αδελφές. Ο Gorham έβγαλε μια 6μηνη visa παραμονής και το καλοκαίρι του 1974 βρίσκεται στο Λονδίνο. Εν τω μεταξύ οι Thin Lizzy ή καλύτερα οι Lynott και Downey σκόπευαν με την προσθήκη του Robertson να συνεχίζουν σαν τρίο, κάτι που ο ίδιος ο Robertson θεώρησε ξεπερασμένο, λέγοντας τους «τα τρίο πέθαναν» γιατί στο studio μπορεί να ήταν οκ αλλά στα live ο ήχος θα είχε πρόβλημα. Πρώτος πείστηκε ο Downey κι ακολούθησε ο Lynott που άρχισε να ψάχνει έναν δεύτερο κιθαρίστα, ενώ το συγκρότημα δεν είχε πλέον συμβόλαιο.

Με τον Gary Moore 1974

 Στο μεταξύ ο Gorham έχει έλθει στο Λονδίνο και παίζει με τους Fast Buck σε clubs και pubs ώσπου ένα βράδυ τον βλέπει ο σαξοφωνίστας Ruan O’Locham και του προτείνει να κάνει audition για ένα συγκρότημα που ψάχνει δεύτερο κιθαρίστα. Ο Gorham αν και δεν ήξερε τους Thin Lizzy, δεν έχει να χάσει τίποτε και κλείνει ραντεβού σε ένα studio στο Hamsted για την ακρόαση. Κι ενώ οι Robertson, Lynott και Downey ήταν έτοιμοι να φύγουν από το studio, χτυπάει η πόρτα κι είναι ο Gorham. Οι πρώτες εντυπώσεις του: «Ο Robertson ήταν αγενής, ο Downey αντικοινωνικός κι ο Lynott ευχάριστος». Μεταξύ των τραγουδιών που έπαιξαν ήταν τα “Rocker”, «Suicide” και κάποια άλλα που δεν τα ξανά έπαιξαν ποτέ. Αν και η αρχική του πεποίθηση ήταν ότι δεν θα τον κρατήσουν, ο Lynott του ανήγγειλε ότι ήταν το καινούργιο μέλος τους. Κι όπως λέει ο Gorham, η βασική αιτία που με διάλεξε ήταν «γιατί είχα μακριά μαλλιά και ήμουν Αμερικάνος». Τα προβλήματα όμως τώρα άρχιζαν, αφού δεν είχαν δισκογραφικό συμβόλαιο, χρώσταγαν 20.000 λίρες και δεν υπήρχαν πιθανότητες για συναυλίες. Αμέσως κατάλαβα ότι οι Thin Lizzy διέφεραν από όλα τα συγκροτήματα τα οποία είχα παίξει και δεν είχαν καμία σχέση με τους Deep Purple, Led Zeppelin και Uriah Heep. Όλοι έκαναν πρόβα για μια ώρα κι αυτοί 8-9 ώρες κάθε ημέρα. Ήταν πολύ εξαντλητικό αλλά το αποτέλεσμα ήταν να παίζουμε αλάνθαστα τα τραγούδια”. Στο τέλος του Αυγούστου του 1974 υπογράφουν συμβόλαιο με την Vertigo (εταιρεία της Polygram) και όλο το Σεπτέμβριο ήταν στο studio ηχογραφώντας τα 10 τραγούδια του Νightlife με παραγωγό τον Ron Nevison που χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να κάνει όνομα στην αγορά. Το Nightlife ήταν το πρώτο άλμπουμ με τους Thin Lizzy να έχουν 2 κιθαρίστες, αλλά κι αυτό απέτυχε εμπορικά,(δεν μπήκε καν στο Top75 των μεγάλων δίσκων της Μ.Βρετανίας, πουλώντας μόλις 9.000 αντίτυπα) και ηχητικά ήταν σε μια μεσοβέζικη κατάσταση μεταξύ των πρώτων 3 άλμπουμ και του επόμενου Fighting.

Το άλμπουμ έβγαλε 3 singles, τα "Philomena"γραμμένο για τη μητέρα του (έφυγε από τη ζωή το 2019 σε ηλικία 89 ετών), "Showdown" και "It's Only Money"(ίσως το καλύτερο τραγούδι του δίσκου), που πέρασαν απαρατήρητα με το άλμπουμ να φθάνει μετά βίας τα 10.000 αντίτυπα. Το εξώφυλλο του επιμελήθηκε ο Jim Fitzpatrick, με τον πάνθηρα να αντιπροσωπεύει τον Lynott, αλλά αργότερα ο ίδιος ο δημιουργός του είπε ότι αντιπροσώπευε το κίνημα των Αφροαμερικάνων Black Panthers και τους Malcolm X και Martin Luther King Jr. 

 
Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Classic Rock (Σεπτ. 2004), ο Brian Robertson  είχε πει ότι «δεν είχαμε πολύ χρόνο για τα καινούργια τραγούδια που ηχητικά μοιάζανε σαν ένα είδος rock Barry White. Ακόμα και σήμερα το Nigthtlife μου αρέσει γιατί ήταν το πρώτο άλμπουμ που ηχογράφησα. Είχε πολύ αθωότητα και 4 ανθρώπους που διέφεραν μεταξύ τους, χωρίς καλά να ξέρουν ο ένας τον άλλον». Όμως ο Robertson ήταν ιδιαίτερα δεκτικός με τον Ron Nevsion.» Ερχόταν στο studio με Rolls Royce και μέσα στον Αύγουστο φορούσε γούνα. Φαινόταν από μακριά ότι ήταν Αμερικάνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαμε καλά στο studio” λέει ο Robertson. Περίπου τα ίδια έχει πει κι ο Gorham για τον Nevison που κι αυτός δεν έμεινε ικανοποιημένος από την συνεργασία του μαζί του». Ο Robertson κι εγώ είμαστε νέοι κι αυτή ήταν η πρώτη επαφή μας μες studio. O Nevison δεν είχε καθόλου ενθουσιασμό για τη δουλειά και δεν μας βοήθησε καθόλου». Η Polygram τους βοήθησε να κλείσουν περιοδεία για να εξοφλήσουν το χρέος τους, ενώ είχαμε και την αποχώρηση του manager τους.
1975: Η ΠΡΩΤΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ
Αρχές του 1975, ξεκινούν περιοδεία στην Αμερική παίζοντας support στους Bob Seger και Bachman–Turner Overdrive (BTO), ενώ την ίδια χρονιά, οι BTO, έπαιξαν στην Ευρώπη και πάλι με τους Thin Lizzy! Η αμερικάνικη περιοδεία έγινε με πολύ μικρό budget με το συγκρότημα να παραχωρεί κάποιες από τις ανέσεις τους, προκειμένου να μην το ξεπεράσουν. Ο Gorham περιγράφει ένα μάλλον ατυχές περιστατικό από αυτή την περιοδεία όταν επέστρεψε στο δωμάτιο με τον Downy και την groupie Star η οποία είχε μαζί της και μια φίλη της. Ο Downey ήθελε να δει στην τηλεόραση το αγώνα πυγμαχίας μεταξύ Muhammad Ali και Joe Frazier, αλλά ο Gorham και η Star τον εμπόδιζαν γιατί καθόντουσαν στην άκρη του κρεβατιού και δεν έβλεπε. Ξαφνικά, ενώ φιλιόντουσαν, του δάγκωσε τη γλώσσα και δεν τον άφηνε να φύγει(!), με αποτέλεσμα το στόμα του να γεμίσει αίματα. Και δεν σταμάτησε εκεί αφού προσπάθησε να τον χτυπήσει». Ήταν η μοναδική φορά που χτύπησα γυναίκα» λέει ο Gorham που συνέχισε: “Μετά από αυτό, αντί να φύγει, με τράβηξε στο δωμάτιο μου όπου προσπάθησε να ξανά δαγκώσει. Στις 6 το πρωϊ ο Σερίφης, χτύπησε την πόρτα του δωματίου μου και μου περιέγραψε μια γυναίκα που έμοιαζε της Star, η οποία του παραπονέθηκε ότι της επετέθηκαν. O manager μας του εξήγησε τι συνέβη, δείχνοντας το τραύμα στη γλώσσα μου και το μελανιασμένο μέτωπο μου και το επεισόδιο έληξε εκεί». Το ταξίδι στην Αμερική ήταν όνειρο ζωής για τον νεαρό Lynott  που πραγματικά έδειχνε να ευχαριστιέται από τα πρώτα λεπτά που πάτησε το πόδοι του στην Ν. Υόρκη. «Ο Lynott είχε μεγαλώσει με τα αμερικάνικα σήριαλ και τις ταινίες και το ταξίδι αυτό ήταν όνειρο ζωής» είπε ο Gorham. 
Σχεδόν όλο το καλοκαίρι του 1975 το πέρασαν στο Olympic Studios του Λονδίνου όπου με παραγωγό τον ίδιο τον Phil Lynott (στην ουσία την παραγωγή έκανε ο μηχανικός ήχου Keith Harwood) ηχογράφησαν τα καινούργια τραγούδια τους που κυκλοφόρησαν το Σεπτέμβριο με τίτλο Fighting, που –επί τέλους-μπήκε έστω και στο Νο60 του βρετανικού chart, έστω και αν κανένα από τα τραγούδια του δεν έγινε επιτυχία. Σίγουρα ξεχωρίζει το "Rosalie"(σύνθεση του Bob Seger, με το ακυκλοφόρητο "Half Caste" στη Β πλευρά του single) όπως και τα "Wild One" και "Suicide" και επί τέλους, ακούγεται σωστά ο ήχος των δύο κιθάρων και το Fighting ήταν πολύ πιο…rock σε σχέση με το Nightlife που δεν είχε προσωπικότητα. Πέρα από το “Rosalie”, το “For those who love to Live” γράφτηκε για τον μεγάλο Άγγλο ποδοσφαιριστή της δεκαετίας του 70, George Best, με τον οποίο ο Lynott ήταν φίλος και πέρναγε πολλές ώρες στο ξενοδοχείο (στην ουσία στο bar) της Philomena στο Manchester και το "Suicide" που είναι ένα παλαιότερο τραγούδι τους από την εποχή του Eric Bell, με αρχικό τίτλο "Baby's Been Messing".Το Fighting είναι ένα άλμπουμ που μπορεί να πούλησε 20.000 αντίτυπα, αλλά είναι σίγουρα καλύτερο από το  άχρωμο Nightlife, έστω κι αν το εξώφυλλο παρέπεμπε μάλλον σε punk συγκρότημα με τη φωτογραφία τους στα χαλάσματα! Μια τελευταία αναφορά σε τραγούδι του άλμπουμ είναι για το “Wild One” που χωρίς να είναι σίγουρο, αναφέρεται στους γενναίους Ιρλανδούς που πέθαναν στο πεδίο της μάχης. Η επίσημη εκδοχή, λέει ότι οι στίχοι του μιλούν για συναισθηματικό αποχωρισμό. Οι 20.000 πωλήσεις του ήταν απογοητευτικές, αλλά από την άλλη πλευρά, οι συναυλίες πήγαιναν πολύ καλά. Δικαιολογημένα, η δισκογραφική εταιρεία τους γκρίνιαζε για ένα hit single που θα τους ξεπέταγε. Hit single που ήλθε ουρανοκατέβατο με τη σύνθεση του Lynott“The Boys are back in town”, τραγούδι που δεν έχει διευκρινιστεί για ποιόν λόγο γράφτηκε ή ποια είναι τα “Παιδιά που Επιστρέφουν”,γι αυτό και δίνονται διάφορες ερμηνείες. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, το συγκρότημα έφθασε πολύ κοντά στο να μην το συμπεριλάβει στο άλμπουμ.

“Είχαμε γράψει 15 τραγούδια από τα οποία θα επιλέγαμε τα 9 ή 10 για το Jailbreak» λέει ο κιθαρίστας Scott Gorham. “Είχε έλθει ο ένας από τους manager μας, ο Chris O’Donnell για να ακούσει τα 15 τραγούδια και ξεχώρισε το GI Joe, το οποίο εμείς δεν σκοπεύαμε να βάλουμε στο άλμπουμ. Αποδεχτήκαμε την πρότασή του να το συμπεριλάβουμε, αλλά του κάναμε κάποιες αλλαγές γιατί οι στίχοι ήταν αντιπολεμικοί και μουσικά δεν μας «καθόταν». Έτσι δουλεύοντας το GI Joe, κατέληξε να γίνει  το «The Boys Are Back In Town”. Η βάση του τραγουδιού ήταν μια ιδέα του Phil Lynott, όταν ένα απόγευμα ήταν στο σαλόνι του με τον Gorham κι άρχισε να παίζει το ρυθμό του τραγουδιού τραγουδώντας scat στίχους. Την επόμενη ημέρα στην πρόβα όπου ήταν και οι 4, άρχισαν να του δίνουν μορφή, με πρώτο τον Brian Downey που έβαλε το ρυθμό στα ντραμς. Ακολούθησε ο Gorham που έβαλε τη μελωδία του για να πάρει την μορφή που ξέρουμε. Αλλά ακόμα και τότε δεν είχαν ολοκληρώσει το τραγούδι αφού δεν είχαν καταλήξει στον τίτλο με τον Lynott να το βαφτίζει The Boys Are Back Town. Η όλη διαδικασία μετατροπής του GI Joe σε "The Boys Are Back In Town” έγινε μέσα σε 1-2 ημέρες, με τον Lynott να συνθέτει ακόμα και τα μέρη της κιθάρας που έπαιξε ο Brian Robertson! Παρ’ όλα αυτά κανείς τους δεν φανταζόταν ότι το θα εξελισσόταν στην μεγαλύτερη επιτυχία τους. To 1976 το συγκρότημα βγήκε περιοδεία στην Αμερική, όπου τότε δεν ήταν γνωστοί, και προς έκπληξή τους 2 ραδιοφωνικοί παραγωγοί στο Louisville του Kentucky άρχισαν να το παίζουν στα προγράμματά τους. Μέσα σε λίγες ημέρες τους ακολούθησαν κι άλλοι παραγωγοί και το κομμάτι έγινε επιτυχία (Νο 8 Μ.Βρετανία, Νο 12 Αμερική) και η δισκογραφική εταιρεία τους το κυκλοφόρησε σε single. “Βρισκόμαστε σε περιοδεία στην Αμερική όταν ο O’Donnell μπήκε στα καμαρίνια και μας είπε ότι έχουμε μια επιτυχία. Εμείς δεν ξέραμε πιο τραγούδι είχε γίνει επιτυχία και ξαφνιαστήκαμε όταν μας είπε ότι το αμερικάνικο ραδιόφωνο παίζει το "The Boys Are Back In Town» λέει ο Gorham, που συμπληρώνει ότι τότε δεν το είχαν συμπεριλάβει ούτε καν στο set list των συναυλιών τους.“Για εμάς, δεν ήταν παρά ακόμα ένα τραγούδι του άλμπουμ!!!» Το θέμα των στίχων είναι αδιευκρίνιστο αφού ο Lynott δεν έτυχε ποτέ να το αναλύσει. Πιθανόν να αναφέρεται στους φιλάθλους της Manchester United που επιστρέφουν στην πόλη τους μετά από εκτός έδρας νίκη, πιθανώς να αναφέρεται σε Ιρλανδούς που επιστρέφουν στη χώρα τους μετά από ταξίδι στο εξωτερικό.

Η αρχική επιλογή τους ήταν το “Running Back” που ευτυχώς δεν κατέληξαν σε αυτό. Όπως λέει ο Robertson η αρχική συνθετική δομή ήταν blues και στο demo πλήκτρα και bottleneck κιθάρα έπαιζε ο Robertson που ενοχλήθηκε που αφαίρεσαν το παίξιμό του για να βάλουν τον Tim Hickley να παίξει πλήκτρα.  
Το σημαντικό για το συγκρότημα ήταν ότι η επιτυχία του τραγουδιού, συμπαρέσυρε το άλμπουμ (No 10 Μ.Βρετανία, Νο 18 Αμερική) και βοήθησε το συγκρότημα να αναπτύξει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Ας ξανά γυρίσουμε στα του άλμπουμ, που μετά την δυσάρεστη εμπειρία με τον Ron Nevison, απευθύνθηκαν στο John Alcock για τον οποίο είχαν πάρει καλές συστάσεις από τον μπασίστα των Who John Entwhistle με τον οποίο είχε συνεργαστεί στα άλμπουμ του Whistle Rymes και Rigor Mortis Sets In. Ο Alcock τους είδε να παίζουν live και μετά από μια συζήτηση με τον Lynott αποφάσισαν να προχωρήσουν μαζί, αν και εκείνη την εποχή, παρ ολίγο να μείνουν χωρίς συμβόλαιο αφού η πίεση της Phonogram για ένα hιt single ήταν έντονη. Ο ήχος του Jailbreak ήταν εμφανώς βαρύτερος σε σχέση με των 2 προκατόχων του. To ομότιτλο κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ, κάνει αντιληπτό ότι ο ήχος τους είναι πολύ πιο στακάτος σε σχέση με τα δύο προηγούμενa άλμπουμ τους κι η επιθετική ερμηνεία του Lynott, αφήνει πίσω της μια δυνατή παρακαταθήκη. Τα "Angel from the Coast" και "Running Back" που ακολουθούν είναι δυο καλά rock tracks αλλά έως εκεί με το δεύτερο να είναι επηρεασμένο από τον Van Morrison, σύμφωνα με δήλωση του Lynott! Το “Romeo and the lonely Girl” είναι το πρώτο Mid tempo τραγούδι, που ξεχνιέται εύκολα σε αντίθεση με το “Warriors” που κλείνει την Α! πλευρά όπως αρμόζει σε ένα συγκρότημα σαν τους Thin Lizzy. Μόνο που με η λέξη Warriors δεν αναφέρεται σε πολεμιστές, αλλά σε πότες(!!!) γιατί ο Lynott θεωρούσε ότι έτσι θα πέρναγε καλύτερα το μήνυμα των στίχων. Η Β! πλευρά έχει ακόμα 2 πολύ καλά κομμάτια που έμειναν διαχρονικά. Πρώτα το ”Cowboy Song" σύνθεση των Phil Lynott και Brian Downey κι αναφέρεται στην ιστορία ενός cowboy που περιφέρεται στην Αμερική, μεταφέροντας τις περιπέτειές του από τη ρομαντική πλευρά τους. Ο up-tempo ρυθμός του και οι εναλλαγές του, είναι από τα καλύτερα δομικά συνθετικά στοιχεία του, με πολύ καλό κιθαριστικό παίξιμο. Για πολλούς ένα από τα καλύτερα τραγούδια τους  Το άλμπουμ κλείνει με το θυελλώδες”Emerald”, σύνθεση και των τεσσάρων, με τις κιθάρες να ακούγονται εμφανώς επηρεασμένες από κέλτικους ρυθμούς. Η παρουσίαση του δίσκου έγινε στο Tara Hotel στο Δουβλίνο με τα έξοδα να είναι περιορισμένα. Εξ άλλου, τότε ξεκίναγε η λογική των parties για τις παρουσιάσεις δίσκων, γι αυτό και συγκρότημα και καλεσμένοι μόλις τελείωσε η αποχώρηση, πήγαν σε κάποια bars για ακόμα περισσότερες μπύρες.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ  
Συγκρότημα περιοδειών οι Thin Lizzy αποφασίζουν να βγουν περιοδεία 6 εβδομάδων στην Αμερική, ανοίγοντας για τους; Aerosmith, ZZ Top, Rush  και Styx. Η περιοδεία αυτή ήταν καταλυτική για την επιτυχία του άλμπουμ αλλά και του “The Boys are back in town” και μετά μεταφέρθηκε στην χώρα τους! Ξαφνικά από 500$ που έπαιρναν σε κάθε συναυλία, το ποσό εκτοξεύτηκε στα 5.000$. Έχουν επιστρέψει στην Αγγλία και επέστρεψαν στην Αμερική για να ανοίξουν την περιοδεία των Ritchie Blackmore’s Rainbow, ο Phil Lynott αρχίζει κιόλας από την πρώτη ημέρα της περιοδείας να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας και όταν βρισκόντουσαν στο Ohio συμβουλεύτηκε γιατρό που του συνέστησε άμεσα μεταφορά σε νοσοκομείο,  όπου διαγνώστηκε με ηπατίτιδα. Μεγάλη ατυχία για το συγκρότημα που είχε την ευκαιρία να παίζει σε χώρους με πολύ κόσμο και ο δίσκος τoυ πούλαγε στην Αμερική, περισσότερο από τη Αγγλία! Το συγκρότημα αποχωρεί από την περιοδεία, με τον Blackmore να τους διαμηνύει ότι δεν θέλει κανένα τους (μέλη, crew, tour manager) στα παρασκήνια!!! Η κατάσταση του Lynott ήταν τέτοια που όταν ο Robertson πήγε να τον επισκεφτεί, ο χώρος του δωμάτιου του ήταν απομονωμένος, καλυμμένος με κουρτίνα αλουμινίου και δεν του επέτρεψαν να μπει. Όταν καλυτέρευσε και μπόρεσε να πετάξει, επέστρεψε στην Αγγλία όπου έμεινε στο ξενοδοχείο της μητέρας του στο Manchester κι άρχισε να συνθέτει υλικό για το επόμενο άλμπουμ τους που το είχε ονομάσει “Son of Jailbreak” και τελικά κατέληξε με το όνομα Johnny the Fox που έγινε το άλμπουμ με το οποίο το συγκρότημα καθιερώθηκε σε όλο τον κόσμο.
Το Johnny the Fox (1976, Νο11 Μ.Βρετανία, Νο 52 Αμερική) ήταν η απόλυτη φυσική συνέχεια του Jailbreak και το πρώτο άλμπουμ που αγόρασα από το συγκρότημα. Είναι γεμάτο καλά κομμάτια (Johnny, Don’t believe a word,J ohnny the Fox, Massacre, Rocky) και βρίσει τον Phil Lynott να αναρρώνει από την ηπατίτιδα που είχε περάσει. Το Johnny the Fox είναι το τελευταίο ουσιαστικά άλμπουμ με τον  Brian Robertson, αφού οι κακές σχέσεις του με τον Lynott είχαν κορυφωθεί.
Παρ όλο που το άλμπουμ εξελίχθηκε σε μια από τις εμπορικότερες και ποιοτικότερες στιγμές τους, το συγκρότημα δεν ήταν ικανοποιημένο από την ποιότητα ηχογράφησης (είχε γίνει στο Musicland Studios του Μονάχου με παραγωγό τον John Alcock), κυρίως απλό τον ήχο των ντραμς. Έτσι τον Αύγουστο του 1976 απέρριψαν τις ηχογραφήσεις και τις επανέλαβαν στο Ramport Studios του Λονδίνου, έχοντας πολύ υλικό για να επιλέξουν.  
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ


Πέρα από ότι είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους, το Johnny the Fox διακοσμείται με το καλύτερο εξώφυλλό τους, φιλοτεχνημένο από τον Ιρλανδό καλλιτέχνη Jim Fitzpatrick του οποίου η τεχνοτροπία είναι επηρεασμένη από την κέλτικη αισθητική.
Η γνωριμία των Fitzpatrick και Lynott έγινε μέσω ενός κοινού γνωστού με τον οποίο ο Lynott έπαιζε μπάλα. Το όνομά του είναι Tim Booth και παρ ολίγο να γίνει μέλος των Thin Lizzy την εποχή που ηχογράφησαν το άλμπουμ Vagabonds of the Western World, αλλά το άλλο συγκρότημα που έπαιζε, οι Dr. Starngely Strange υπέγραψαν συμβόλαιο με διοργανική εταιρεία και έτσι έμεινε απλά φίλος με τον Lynott.
Όμως το Johnny the Fox δεν ήταν το πρώτο εξώφυλλο που είχε φιλοτεχνήσει ο Firtzpatrick για τους Thin Lizzy. Ο Lynott είχε δει στο δωμάτιο ενός φίλου του, 2 αφίσες που είχε φιλοτεχνήσει και ζήτησε να τον γνωρίσει για να του «ντύσει» το εξώφυλλο του τρίτου άλμπουμ του συγκροτήματος, Vagabonds of the Western World (1973) μια συνεργασία που συνεχίστηκε και στο Jailbreak (1976).
O Lynott έδωσε πλήρη ελευθερία σκέψης και δημιουργίας στον Fitzpatrick που αρχικά είχε σκεφτεί να παρουσιάσει ένα πολεμιστή  μπροστά σε μια πόλη που έχει δεχτεί πυρηνική επίθεση, αλλά επειδή η ιδέα θύμιζε super ήρωα της Marvel, απορρίφθηκε.
Στην περίπτωση του Johnny the Fox το μόνο που του δόθηκε ήταν ο τίτλος του άλμπουμ. Ούτε στίχοι, ούτε ένα demo. Η δισκογραφική εταιρεία του έστειλε μια φωτογραφία κεφαλιού νεκρής αλεπούς(!) το οποίο ο Fitzpatrick δούλεψε κρατώντας το κεφάλι και προσθέτοντας το σώμα του Phil Lynott. Αρχικά αυτό προοριζόταν για το εσώφυλλο του δίσκου αλλά τελικά απορρίφθηκε (σ.σ. ευτυχώς!).

Τελικά ο Fitzpatrick αποφάσισε να κρατήσει την εικόνα της αλεπούς στο κέντρο του εξώφυλλου και να κοιτά μια απομακρυσμένη πόλη. Επειδή η ημερομηνία παράδοσης του έργου πλησίαζε επικίνδυνα, ο Fitzpatrick άρχισε να «ντύνει» την αλεπού με κελτικά σχέδια, τα οποία είχε αρχίσει να ζωγραφίζει από την πρώτη ημέρα που του ανέθεσαν το εξώφυλλο. Το όνομα του συγκροτήματος και ο τίτλος είναι έντονα και σε περίοπτη θέση, όπως τα είχε ζητήσει ο Lynott. Αν προσέξτε καλά, ανάμεσα στα κέλτικη σχέδια  γύρω από το εξώφυλλο υπάρχουν μουμιοποιημένες αλεπούδες!
Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Jim Fitzpatrick είναι  ο σχεδιασμός σε 2 χρωματικούς τόνους της φωτογραφίας του Che Guevara (η φωτογραφία ανήκει στον  Alberto Korda.
Μια έκπληξη είναι η συμμετοχή του Phil Collins (ήταν φίλος του Lynott), σε τουλάχιστον 2 τραγούδια του δίσκου, αλλά το όνομά του δεν αναφέρεται στα Credits και κανείς δεν θυμάται ποια ήταν αυτά! Το Johnny the Fox μπορεί να μην έβγαλε επιτυχία του τύπου “The boys are back in town” αλλά ήταν, και είναι, δισκάρα!

 
   To 1977 βρίσκει το συγκρότημα να κυκλοφορεί το Bad Reputation (Νο 4 Μ.Βρετανία, Νο 39 Αμερική) κι αν στο εξώφυλλο η φωτογραφία εμφανίζει το συγκρότημα σαν τρίο (Phil Lynott, Scott Gorham και Brian Downey) στις ηχογραφήσεις έπαιζε κι ο Brian Robertson.Μάλιστα ο Lynott ήταν αυτός που δεν ήθελε με τίποτε να φωτογραφηθεί μαζί τους κάτι στο οποίο συμφώνησε κι ο Robertson ο οποίος δεν είχε συνσυνθέσει κανένα τραγούδι του δίσκου, απλά έπαιζε. Με τον
 Robertson εκτός συγκροτήματος, οι Thin Lizzy συνέχισαν σαν τριο, με τον Scott Gorham να καλύπτει όλα τα μέρη της κιθάρας κάτι βέβαια που ήταν αδύνατον στα live γι αυτό και στα "Opium Trail" και "Killer Without a Cause" ΔΕΝ υπάρχουν κιθαριστικά σόλο! Για να επιστρέψω στον Robertson, ο Lynott δέχτηκε να επιστρέψει στο studio μετά τον τραυματισμό του σε bar, προσπαθώντας να σώσει τον Frankie Miller που δέχτηκε επίθεση με ένα σπασμένο μπουκάλι όπου και ηχογράφησε τα μέρη του (σ.σ. το studio ήταν στο….Τορόντο!) αλλά αρνήθηκε να έχει επαφές με τα άλλα μέλη. «Δεν ήπια ούτε ένα ποτό μαζί τους» είπε ενώ μόνο στο "That Woman's Gonna Break Your Heart" υπάρχουν διπλά σόλο από τους δύο κιθαρίστες. Ο τραυματισμός του μια ημέρα πριν φύγουν για περιοδεία στην Αμερική όπου θα άνοιγαν για τους Queen, οδήγησε στην αναβολή της περιοδείας και βέβαια το δικαιλογημένο εκνευρισμό του Lynott που δεν ήθελε ούτε να τον ακούσει. Παρ΄όλη την κακή μεταξύ τους κατάσταση, ο Robertson έμεινε και στην περιοδεία του άλμπουμ και συμμετείχε σε κάποια τραγούδια στο Live and Dangerous (1978) για να αποχωρήσει οριστικά. Πάντως εκείνοςς που μεσολάβησε για την επιστροφή του ήταν ο Gorham. To άλμπουμ έβγαλε μια μεγάλη επιτυχία, αρκετά μακριά από τον κλασικό hard ήχο τους, το “Dancing in the Moonlight (It's Caught Me in Its Spotlight)"(No4 Μ.Βρετανία) με τους στίχους να αναφέρονται σε ένα πραγματικό γεγονός όπου ο Lynott είχε αργήσει να επιστρέψει και για τιμωρία η μητέρα του τον άφησε όλο το βράδυ έξω! Σαξόφωνο στο τραγούδι παίζει ο John Helliwell των Supertramp.


Το εξώφυλλο του άλμπουμ έχει μια ιστορία, αφού δεν το έχει επιμεληθεί ο σύνηθης ύποπτος Jim Fitzpatrick καθώς μετά από παρεξήγηση με τον Lynott δεν συναντήθηκαν, αφού ο τελευταίος είχε ταξιδέψει στο Madison, Wisconsin για να τον συναντήσει αλλά είχε κάνει λάθος την πολιτεία αφού το Madison που έμενε ο Fitzpatrick ήταν στο Connecticut. Έτσι η φωτογραφία που τελικά κοσμεί το εξώφυλλο, χωρίς  έγινε γρήγορα χωρίς τον Robertson, ο οποίος εμφανίζεται στην φωτογραφία του οπισθόφυλλου! O τίτλος του άλμπουμ δόθηκε μετά από μια συζήτηση που είχε ο Lynott με ένα δημοσιογράφο, που τον ρώτησε «πως αισθάνεται με την Κακή Φήμη που έχουν». Η παραγωγή του Tony Visconti, έκανε τον ήχο τους να ακούγεται καλύτερος απ΄ότι στο Johnny the Fox, δίνοντας τη σωστή διάσταση σε κομμάτια όπως "Dancing in the Moonlight" ή "Killer Without a Cause". Με τον Brian Robertson εκτός ηχογραφήσεων, ο Scott Gorham κάλυψε το κενό του με τον καλύτερο τρόπο κάνοντας πολλούς να πιστεύουν ότι το Bad Reputation ανταγωνίζεται τα Jailbreak και Johnny the Fox. Το 1978 κυκλοφορούν το πρώτο live άλμπουμ τους με τίτλο Live and Dangerous (Νο2 Μ.Βρετανία, Νο 84 Αμερική) που σχεδόν όλες οι λίστες περιοδικών και sites, το χαρακτηρίζουν αν όχι το καλύτερο live ένα από τα 5 καλύτερα Live Rock άλμπουμ.

Το συγκρότημα και ο Visconti άκουσαν ότι ηχογραφήσεις είχαν και κατέληξαν στις καλύτερες. Η γνώμη του γράφοντος είναι πως μπορεί ένα live άλμπουμ να χαρακτηριστεί σαν «ένα από τα καλύτερα» όταν σύμφωνα με τον παραγωγό του Tony Visconti τα μόνα μέρη του δίσκου που δεν ηχογραφήθηκαν στο studio (overdubbed) ήταν τα ντραμς και οι φωνές του κόσμου!!!! Ο Brian Robertson έχει δηλώσει ότι αρνήθηκε να επαναηχογραφήσει στο studio τα μέρη του (παρ ότι τον πίεσε ο Lynott) και τα μόνα overdubs που έγιναν ήταν τα φωνητικά και οι κιθάρες του Gorham ενώ δήλωσε ό,τι «όλα αυτά είναι ανοησίες του Visconti και ο λόγος που έγιναν οι όποιες επαναηχογραφήσεις, ήταν για φορολογικούς λόγους». Μετά τη φασαρία που ξέσπασε με τα overdubs, ο Gorham δήλωσες ότι  με κανένα τρόπο δεν μπόρεσε να επαναλάβει τον live ήχο, λέγοντας ότι «έκανε overdubbed” σε ένα μόνο τραγούδι παίζοντας ρυθμική κιθάρα και κάποια φωνητικά». Βγάλε συμπέρασμα…. Την ίδια χρονιά, με σύνθεση Phil Lynott, Gary Moore,Scott Gorham και Mark Nauseef (από Elf /Ian Gillan) στα ντραμς που είχε πάρει τη θέση του Brian Downey που είχε αποχωρήσει για λίγο για να αφιερώσει χρόνο στην οικογένεια του και στο νεογέννητο παιδί του, επιχειρούν περιοδεία σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία όπου εμφανίζονται στο Σίνδευ μπροστά από το κτίριο της όπερας, ηχογράφηση που πρόσφατα κυκλοφόρησε επίσημα σε cd/dvd και θα παρουσιαστεί από τη στήλη Τα Καλύτερα Live Άλμπουμ. Για την ιστορία, το συγκρότημα είχε κάνει auditions σε 4 ντράμερ με επικρατέστερο τον Terry Bozzio, ο οποίος όμως δεν δεχόταν με κανένα τρόπο το βασικό όρο που είχε θέσει το συγκρότημα, να μην έχουν μαζί τους τις γυναίκες και τις συντρόφους τους. Ο Bozzio ήταν ανένδοτος, θέλοντας να πάρει μαζί του την κοπέλα του κι έτσι ο Gorham κατέληξε στον Mark Nauseef, που έπαιξε στην περιοδεία για να επανέλθει ο Downey το Δεκέμβριο.
 

ΟΙ ΚΙΘΑΡΙΣΤΕΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΣΑΝ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ
   Η τελετυταία εμφάνιση του Robertson έγινε στην Ibiza, στις 6 Ιουλίου 1978 όταν πια οι διαφωνίες του με τον Lynott είχαν φθάσει στο απροχώρητο. Συνέχισε την καριέρα του σχηματίζοντας με τον Jimmy Bain τους Wild Horses.
Και φθάνουμε στο 1979 όπου κυκλοφορούν το Black Rose: A Rock Legend (Νο2 Μ.Βρετανία, Νο 81 Αμερική) που έγινε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στη χώρα τους και το πρώτο με κιθαρίστα τον Gary Moore που έχει αντικαταστήσει τον Robertson. Το μεγαλύτερο μέρος των οπαδών του Moore, το θεωρούν σαν το τελειότερο του συγκροτήματος αν και προσωπικά δεν μπορώ να το βάλω δίπλα στα Jailbreak και Johnny the Fox. Το άλμπουμ περιλαμβάνει για δεύτερη φορά  τραγούδι που ο τίτλος "Sarah" απευθύνεται σε μέλος της οικογένειας του Lynott. Το πρώτο “Saeah” παρουσιάστηκε στο Shades of a Blue Orphanage(1972) και γράφτηκε για τη γιαγιά του κι αυτό το “Sarah” γράφτηκε γιας την κόρη του που μόλις είχε γεννηθεί. Tα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν στα "Do Anything You Want To" και "Waiting for an Alibi"(ακουγέται πολύ pop στα αυτιά μου) αλλά το ομότιτλο 7λεπτο κομμάτι που κλείνει το άλμπουμ περιλαμβάνει ένα εκπληκτικό, περίπλοκο σόλο κιθάρα από τον Moore με ενσωματομένα κέλτικά θέματα που το κάνουν πολύ ενδιαφέρον. Κι ενώ το συγκρότημα έκανε ακόμα μια αμερικάνικη περιοδεία για να καταφέρει να καθιερωθεί,μια ημέρα μετά την εμφάνισή τους στο Day on the Green στο Oakland(4 Ιουλίου 1979), ο Gary Moore εγκατλείπει το συγκρότημα στο μέσο της περιοδείας. Σε μεταγενέστερες δηλώσεις είπε ότι δεν μετάνιωσε για εκείνη την απόφασή του, «ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει» κι έτσι στη θέση του ήλθε ο νεαρός Σοτσέζος κιθαρίστας Midge Ure που ήξερε και πλήκτρα, έτσι οι Thin Lizzy πήγαν στις περιοδείες στην Ιρλανδία και Ιαπωνία με τον Midge Ure. «Γνώρισα τον Phil Lynott στη Γλασκώβη γύρω στο 1975» λέει ο Ure. «Επαιζα με ένα συγκρότημα που ονομαζόταν Slik και τον είδα ενώ οδηγούσα το φορτηγάκι μας. Περπάταγε μόνος του στο δρόμο κι αμέσως πάρκαρα στην άκρη και γνωριστήκαμε. Τους είχα δει όταν έπαιζαν με τον Eric Bell των Thin Lizzy κι εγώ ήμουν περίπου 16 ετών. Ήταν φανταστικοί. Ο Phil ήταν cool, με μαγνητική παρουσία και δύναμη. Εκείνο το απόγευμα,έψαχνε κάπου να φάει και να καπνίσει, οπότε τον κάλεσα στο σπίτι των γονιών μου και η μαμά μου του έφτιαξε αυγά και πατατάκια και μιλήσαμε για μουσική. «Περίπου ένα χρόνο αργότερα, οι Slik έπαιζαν στο New Victoria Theatre στο Λονδίνο και τον είχα προσκαλέσει αλλά  ήταν άρρωστος κι έστειλε τους Scott Gorham και Brian Robertson, μαζί με ένα υπογεγραμμένο βιβλίο με ποιήματά του, ένα απίστευτα όμορφο δώρο. Τον επόμενο χρόνο, το 1977, μετακόμισα στο Λονδίνο και έπαιξα στους Rich Kids [που δημιουργήθηκαν από τον πρώην μπασίστα των Sex Pistol, Glen Matlock] και έτυχε να δω τον Phil σε έναν σταθμό του υπόγειου σιδηρόδρομου και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Στο επόμενο διάστημα οι Rich Kids διαλύθηκαν, έπαιξα στους Visage και Ultravox και μαζί(σ.σ. με τον Lynott) συνθέσαμε το «Get Out Of Here» (σ.σ. στο Black Rose) on για το άλμπουμ Black Rose: A Rock Legend, αλλά για να είμαι ειλικρινής νομίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσης ανήκε σε αυτόν. Έως τότε δεν είχα γράψει τίποτα στη ζωή μου! Τον Ιούλιο του 1979 δούλευα για τον πρώτο δίσκο Ultravox όταν έλαβα ένα τηλεφώνημα ρωτώντας αν θα πήγαινα στην Αμερική για να τους βοηθήσω να ολοκληρώσουν την περιοδεία τους με τους Journey μετά την αποχώρηση του Gary Moore. Το The Boys Are Back In Town ήταν τεράστια επιτυχία και οι Lizzy είχαν μεγάλη ανταπόκριση όπου κι αν έπαιζαν. Όμως αυτό που έζησα στην Ιαπωνία δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Το κοινό ήταν πολύ εκδηλωτικό και δεν θα ξεχάσω το πρόσωπο του Lynott όταν φθάσαμε στι ξενοδοχείο που περίμενε κόσμος. Μόλις με είδαν οι κοπέλες άρχισαν να ουρλιάζουν, χωρίς να ξέρω πόσο δημοφιλείς ήταν εκεί οι Rich Kids».  Όμως η συμμετοχή του Σκοτσέζου Midge Ure δεν τελειώσε εκεί, αφού έπαιξε overdubs όλα τα μέρη της κιθάρας του Eric Bell  στη συλλογή
The Continuing Saga of the Ageing Orphans(1978) ενώ σε 7 κομμάτια παίζει κι ο Gary Moore.

Τη θέση του Ure που είχε στο μυαλό του μόνο τους Ultravox πήρε ο Dave Flett (πρώην Manfred Mann's Earth Band) με την περιοδεία να τελειώνει καλά και τον ,Lynott να ασχολείται με το πρώτο προσωπικό του δίσκο Solo in Soho, ενώ ηχογράφησε με τους Greedy το χριστουγεννιάτικο τραγούδι "A Merry Jingle"(Νο28 Μ.Βρετανία). Για την ιστορία οι Greedies ήταν οι Lynott, Gorham, Downey και οι Jones και Cook (σ.σ.  παίζουν με 2 ντραμερ) από τους Sex Pistols! Τον Απρίλιο του 1980 κυκλοφορεί το πρώτο και πολυαναμενόμενο προσωπικό άλμπουμ του Phil Lynott με τίτλο Solo in Soho (Νο28 Μ.Βρετανία) με βασικό ερώτημα «ποιος παίζει κιθάρα;”. Στην ουσία δεν παίζει μόνο ένας αλλά πολλοί όπως οι Scott Gorham, Snowy White και Gary Moore, ενώ στο single του δίσκου "King's Call"(γραμμένο για τον Elvis Presley που είχε πεθάνει σχετικά πρόσφατα, το 1977) ο ήχος της κιθάρας του Mark Knopfler είναι πολύ χαρακτηριστικός. Ντραμς παίζει ο Brian Downey κι ο Huey Lewis φυσαρμόνικα σε 2 τραγούδια. Θα μείνω λίγο στο “King’s Call” που σίγουρα άξιζε καλύτερης τύχης από μια θέση στο Νο28 του βρετανικού chart. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε το 10ο άλμπουμ των Thin Lizzy, Chinatown (1980, No7 UK, No120 USA) με το δίδυμο των κιθαριστών να συμπληρώνει ο Snowy White (Cliff Richard, Peter Green) ενώ έχει προστεθεί ο 18χρονος οργανίστας Darren Wharton. Το παίξιμο του Snowy White είναι πολύ πιο δαντελωτό σε σχέση με αυτό του Moore κι ο ήχος έχει μια μικρή διαφορά, αλλά τραγούδια σαν τα "Killer on the Loose", γραμμένο για τον Τζακ Αντεροβγάλτη, "Genocide”, "We Will Be Strong"  και το ομώνυμο κάνουν το άλμπουμ πολύ ενδιαφέρον. Δύο τραγούδια που ηχογράφησαν, τα "The Act" και "The Story of My Life" συμπερηλήφθηκαν με διαφορετικούς τίτλους στο δεύτερο προσωπικό άλμπουμν του Lynott (“Don't Talk About Me Baby" και "The Story of My Life" αντίστοιχα). Το 1981 κυκλοφορούν ένα mini live EP, το Killers Live(Νο19 Μ.Βρετανία) με τα “Opium Trail”, “Are you ready”,“Bad Reputation” και “Dear Miss Lonely Hearts”, που είναι εξαιρετικά δυσεύρετο. Για μια ακόμα φορά, το χέρι του έβαλε ο Jim Fitzpatrick και ο δράκος με τις φλόγες και την κινέζικη γραφή κόσμησαν το εξώφυλλο με τον ίδιο να το θεωρεί σαν μια από τις καλύτερες δουλειές του.


  …ΚΑΙ ΦΘΑΝΟΥΜΕ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Το βασικό πρόβλημα στους Thin Lizzy είχε ξεκινήσει από το 1979 όταν τα ναρκωτικά είχαν αρχίσει να καταβάλουν τον Phil Lynott. Η κυκλοφορία των δύο προσωπικών του άλμπουμ, μάλλον είχαν χειροτερέψει την κατάσταση. Οι συχνές αλλαγές στη θέση του ενός κιθαρίστα, είχαν αρχίσει να αποσυνθέτουν τη δομή τους συν το γεγονός ότι ο ντράμερ Brian Downey αναγκάστηκε μετά από ένα καυγά σε μπαρ της Δανίας να απομακρυνθεί για λίγο. Όμως ο Lynott πίστευε στους Thin Lizzy και καταλάβαινε ότι είχαν ακόμα να προσφέρουν πολλά. Το 1982 ήταν μια δύσκολη χρονιά για τους Thin Lizzy. Το άλμπουμ Renegade που είχαν κυκλοφορήσει το Νοέμβριο του 1981 με παραγωγό το νεαρό Chris Tsagarides, είχε σταματήσει στο Νο. 38 στη Μ.Βρετανία στη δε Αμερική πήγε πολύ χειρότερα αφού έφθασε έως το Νo. 157. Το αστείο είναι ότι αυτό το άλμπουμ αρέσει πολύ στον γράφοντα και πιθανόν σε πολλούς από εσάς αλλά μάλλον δεν έχει καμία σημασία. Οι Thin Lizzy μόλις έχουν μπει σε μια στενωπό που οδηγούσε σε αδιέξοδο.
Τα προβλήματα μέσα στο συγκρότημα είχαν ξεκινήσει από το…οπισθόφυλλο του Renegade που δεν υπήρχε φωτογραφία του οργανίστα Darren Wahrton  μερικά από τα τραγούδια του άλμπουμ, όπως τα "Angel of Death", "Fats" και "Mexican Blood" δεν άρεσαν σε όλα τα μέλη που τα θεωρούσαν έξω από το ύφος τους. Στο άλμπουμ αυτό, οι Thin Lizzy παρουσιάζονται με οργανίστα, τον νεαρό, μικρότερο των 18 ετών, Darren Wharton. Το άλμπουμ  ξεκινά με μια κομματάρα, το “Angel of Death” με ένα δυαντό Intro από τα πλήκτρα του νεοεισελθόντος Wharton με τους στίχους να είναι επηρεασμένοι από την ταινία The Man Who Saw Tomorrow, που αναφέρεται στα οράματα του Nostradamus για να φθάσουμε στα "The Pressure Will Blow", "Leave This Town" και βέβαια "Hollywood (Down on Your Luck)", που είναι από τα καλύτερα τραγούδια τους και το μόνο single που έβγαλε ο δίσκος. Όμως με την πρώτη-δεύτερη ακρόαση του άλμπουμ, γίνεται κατανοητό ότι το soft παίξιμο του White δεν ταιριάζει με κανένα τρόπο στους Lizzy, με τη γενική εικόνα του άλμπουμ να μην είναι αποδεκτή από τους die hard fans (σ.σ. εκτός από εμένα!)  
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Ο αρχική προσέγγιση του άλμπουμ έγινε από τον  Jim Fitzpatrick και βασιζόταν στους στίχους του τραγουδιού “Angel of Death” που ήταν κι ο αρχικός τίτλος. Όταν ο τίτλος καθιερώθηκε ως Renegade, ο Fitzpatrick παρουσίασε μια σειρά σχεδίων με βάση τον Lynott ως καταζητούμενο σε αφίσα που θύμιζε την Άγρια Δύση, κάτι που άρεσε στον Lynott αλλάόχι στη δισκογραφική εταιρεία δεν ήταν πρόθυμη να κυκλοφορήσει ένα τέτοιο εξώφυλλο και τελικά κατέληξαν στη φωτογράφιση του Graham Hughes που ήταν ξάδελφος του Roger Daltrey! Η φω τογράφιση με την κόκκινη σημαία με το χρυσό αστέρι, δημιούργησε σωρεία ερωτήσεων στον Lynott αν είχε κομμουνιστικές συμπάθειες, πράγμα που αυτός αρνήθηκε. Ο φωτογράφος εμπνεύστηκε το κόκκινο χρώμα από ένα πακέτο τσιγάρα Dunhill που κράταγε  ο Lynott κι ανήκαν στον Chris Tsagarides! Στο  οπισθόφυλλο υπάρχουν πορτραίταα σε φωτογράφιση Hughes με τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος αλλάχωρίς τον Wharton! Η δισκογραφική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η διάταξη του οπισθόφυλλου υπαγόρευε μόνο για τέσσερις φωτογραφίες, κάτι που εξόργισε τον Wharton. Αργότερα η  δισκογραφική εταιρεία ανασκεύασε λέγοντας ότι δεν γνώριζε ότι ο Wharton ήταν πλήρες μέλος του συγκροτήματος. Πάντως μια καλή δικαιολογία ήταν ότι ο Wharton ήταν μικρότερος των 18 ετών, άρα ανήλικος και η συμμετοχή του στο συγκρότημα απαιτούσε γονική συναίνεση, που δεν την είχε.


Μετά την κυκλοφορία του Renegade, το συγκρότημα βρίσκεται με ένα κιθαρίστα, τον πιστό στρατιώτη Scott Gorham που κι αυτός είχε σοβαρό πρόβλημα με τα ναρκωτικά και αναζητούν αντικαταστάτη του Snowy White. Ο Pynott είχε σε εκτιμήσει τον 23χρονο John Sykes, μέλος των Tygers of Pan Tang κι αργότερα των Badlands ενός συγκροτήματος που εκτός του Sykes, έπαιζαν οι Neil Murray μπάσο και ο τραγουδιστής των Uriah Heep/Lone Star, John Sloan. Προσοχή, οι άγγλοι Badlands δεν έχουν καμία σχέση με τους Badlands του Jake E.Lee. Έχοντας αποχωρήσει από τους Tygers για να δοκιμάσει τη τύχη του σε audition με τον Ozzy που δεν πήγε καλά, o Sykes θέλει να ηχογραφήσει ένα  single με παραγωγό τον Chris Tsagarides. Γνωρίζοντας ότι ο αγγλοκύπριος παραγωγός έχει δουλέψει τόσο με τους Tygers όσο και με τους Thin Lizzy, ο Sykes θεώρησε καλό να τον ρωτήσει αν μπορούσε να μεσολαβήσει και να συμμετάσχει με κάποιο τρόπο ο Phil Lynott σε αυτή τη σόλο προσπάθειά του κι έτσι του έδωσε ένα demo για να το δώσει στον Lynott. Την επόμενη κιόλας ημέρα ο Lynott τον κάλεσε στο τηλέφωνο , λέγοντας του ότι θα ήθελε πολύ να δουλέψουν μαζί. Έτσι κλειστήκαν στο Lombard Studios του Δουβλίνου, όπου ηχογράφησαν το ‘Please don’t leave me” όπου εκτός του Lynott συμμετείχαν και άλλοι δύο Lizzy, οι Brian Downey και Darren Wharton!
Με τους Thin Lizzy να μετρούν μείον ένα κιθαρίστα, τον John Sykes διαθέσιμο και τον Phil Lynott εντυπωσιασμένο από το παίξιμό του, η πρόταση συνεργασίας δεν άργησε να έλθει. «Ούτε στο όνειρό μου δεν μπορούσα να φανταστώ μια τέτοια καλή εξέλιξη για εμένα. Ήταν μια μεγάλη ευκαιρία που δεν έπρεπε να την αφήσω να χαθεί με τίποτε» είπε πολύ αργότερα σε συνέντευξη του o Sykes. “Όταν πήγα στο Boathouse studios για να ξεκινήσουμε να γράφουμε, σχεδόν όλα τα τραγούδια ήταν έτοιμα και το μόνο στο οποίο συμμετέχω σαν σύνθετης είναι το Cold Sweat. Αν θυμάμαι καλά, μας πήρε 15 λεπτά για να το γράψουμε! Κι αυτό βασίστηκε στο μοναδικό ταλέντο του Lynott που έπαιρνε μια μικρή ιδέα για την ολοκλήρωνε!» Το Thunder and Lightning κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1983 και ήταν το 12ο άλμπουμ των Thin Lizzy. Ηχητικά είναι το πιο hard άλμπουμ τους, αλλά μη ξεχνάμε ότι κυκλοφόρησε σε μια εποχή που τα συγκροτήματα του NWOBHM έσπερναν κι από την άλλη πλευρά με κανένα τρόπο το συγκρότημα δεν ξέχασε τις μελωδίες του! Αυτή τη φορά πήγε πολύ καλύτερα στο chart της Μ.Βρετανίας (Νο4) αλλά σταθερά χαμηλά στο αμερικάνικο chart (No 159). Tα τρία singles που έβγαλε ("Cold Sweat", "Thunder and Lightning" και όμορφο και νωχελικό"The Sun Goes Down" ) δεν έκαναν ιδιαίτερη επιτυχία αλλά έδειξαν ότι η βάση των fans τους παρέμενε ισχυρή.

΄Όμως η επιτυχία του άλμπουμ δεν μπορούσε να κρύψει τα σοβαρά προβλήματα των Lynott και Gorham με τα ναρκωτικά που κάθε ημέρα γινόντουσαν όλο και πιο έντονα. Παράλληλα ενέσκηψε μια σειρά προβλημάτων με το management που επέδρασαν αρνητικά στον ήδη ταραγμένο χαρακτήρα του Lynott. Την κυκλοφορία του Thunder and Lightning, διαδέχεται η τελευταία όπως αποδείχτηκε, περιοδεία τους. Καλοκαίρι του 1983 και το συγκρότημα εμφανίζεται στο Reading Festival (Αύγουστος 1983) για να ακολουθήσει το Monsters of Rock της Νυρεμβέργης και μια μεγάλη ευρωπαϊκή περιοδεία. Παρ’ όλη τη μεγάλη διάθεση του Lynott να ακολουθήσει αμερικάνικη περιοδεία, ο Gorham ήταν αρνητικός γιατί δεν το είχαν προετοιμάσει όπως έπρεπε και τελικά η περιοδεία δεν έγινε. Αν, λέμε αν, είχε γίνει, ίσως η ιστορία των Thin Lizzy να ήταν εντελώς διαφορετική. Άσε που το άλμπουμ δεν θα σταμάταγε στο Νο 159!
Η εμφάνισή τους στο Monsters of Rock της Νυρεμβέργης ήταν και η τελευταία live εμφάνισή τους. Σε μια παλαιότερη συνέντευξη του ο Brian Downey,  περιέγραψε με ψυχρά λόγια τα τελευταία δευτερόλεπτα που είχαν σαν συγκρότημα. ‘Πήγαμε στο χώρο αποσκευών του Heathrow, πήραμε τις βαλίτσες μας χαιρετηθήκαμε και δεν ξαναβρεθήκαμε». Τόσο απλά!  Η αλήθεια βέβαια είναι ότι οι Sykes, Lynott και Brian Downey, ξαναβρέθηκαν όταν ηχογράφησαν τα demos στο εφήμερο συγκρότημα των Grand Slam παίζοντας στα τραγούδια «’Nineteen” και “Military Man”. Κανείς δεν ξέρει αν Phil Lynott χρησιμοποίησε τους Grand Slam σα μοχλό μελλοντικής επανδραστηριοποιήσης τωνς Thin Lizzy.
Κατά τη διάρκεια της Thunder and Lighting tour, ηχογράφησαν το τελευταίο επίσημο live άλμπουμ τους με τίτλο Life (Νο 29 Μ.Βρετανία 1983) που ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια τηςαποχαιρετηστήριας βρετανικής περιοδείας τους του 1983, προσκαλώντας στη σκηνή τους κιθαρίστες που πέρασαν από το συγκρότημα (Eric Bell, Brian Robertson και Gary Moore) σε ένα The All-Star Jam στο "The Rocker" όπου παίζουν με τους John Sykes και Scott Gorham, συνολικά 8 μουσικοί μαζί με τους Downey, Wharton και Lynotty. Ο Snowy White ακούγεται στο άλμπουμ αφού παίζει στα "Renegade", "Hollywood" και "Killer on the Loose".


 ΟΙ THIN LIZZY KAI TO LIVE AID 1985
Μετά τη διάλυσή τους, οι πιθανότητες να επανασυνδεθούν ήταν ελάχιστες και πιο δυνατή ήταν μια πρόσκληση στο Live Aid του 1985 που έγινε στο Wembley. Λέει σχετικά ο Scott Gorham: ¨»Ήξερα τους διοργανωτές, ήξερα τους Midge Ure και Bob Geldof (οι Boomtown Rats είχαν ανοίγει συναυλίες των Thin Lizzy)και θυμάμαι ότι ο  Phil ήταν ενοχλημένος που δεν τους κάλεσαν όταν είχαν προσκαλέσει τους Queen και τους Status Quo. Όμως πρέπει να παραδεχτώ ότι ο Phil κι εγώ δεν είμαστε σε θέση να παίξουμε αφού είμαστε συνέχεια υπό την επήρεια των ναρκωτικών. Αρκετά αργότερα μίλησα με τον Ure και του είπα ότι δεν του κράτησα κακία που δεν μας κάλεσε, μάλλον μας έκανε χάρι, γιατί δεν είμαστε σε θέση να παίξουμε».


ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

Ο Phil Lynott έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1986 εξ αιτίας των ναρκωτικών, ο  Sykes συνέχισε την καριέρα του στους Whitesnake, ο Scott Gorham συνεργάστηκε περιστασιακά με το project Phenomena, τους Far Corporation, τους 21 Guns, τους Asia(!) για να επανέλθει το 1996 σαν μέλος των καινούργιων Thin Lizzy και αμέσως μετά σαν Black Star Riders, έχοντας αποχωρήσει το 2021.O Brian Downey συμμετείχε αρχικά στο καινούργιο σχήμα των Thin Lizzy για να αποχωρήσει το 2009 και να σχηματίσει τη δική του Thin Lizzy εκδοχή
Το 2017 σχημάτισε τους Brian Downey's Alive and Dangerous με τους οποίους περιοδεύει και παίζει τα τραγούδια των Thin Lizzy. Ο Darren Wharton σχημάτισε τους Dare κι ο Snowy White παίζει session με τους Pink Floyd και Roger Waters.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

21/8/22
 
 
 Την επόμενη Κυριακή: Cream ΤΟ ΠΡΩΤΟ (ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ) SUPERGROUP

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου