ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ FUSION

 

Ίσως έχετε ακούσει τους όρους Jazz rock και fusion και το πιθανότερο είναι να μην γνωρίζετε τι αντιπροσωπεύουν. Και γιατί άλλωστε; Τέτοιου είδους ερωτήματα, γεννιόντουσαν τη δεκαετία του 70, όπου πήρα τα πρώτα και καλύτερα μουσικά μαθήματα. Και σας διαβεβαιώ ότι σχεδόν κανείς τότε δεν ήξερε τι σήμαιναν, κι αν ήξερε, το ήξερε λάθος!!! Στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθούμε με τη γέννηση του fusion που τα γεννοφάσκια του βρίσκονται στην Αμερική, αρκετές δεκαετίες πίσω. Όμως τι είναι jazz rock και τι fusion;
Να ξεκινήσω με το jazz rock που  έχει σαν αντιπροσώπους συγκροτήματα σαν τους Chicago, Blood, Sweat & Tears, Chase, IF, Colosseum, Nucleus κ.α., που στον ήχο τους είχαν χάλκινα πνευστά καθώς ήταν όργανα άμεσα δεμένα με την jazz, όπως και φωνητικά, δηλαδή τραγουδιστή με έντονη παρουσία με τη δυτική ακτή της Αμερικής να είναι η κοιτίδα του συγκεκριμένου ιδιώματος.  
Αντίστοιχα Jazz Fusion οι Αμερικάνοι αποκαλούν αυτό που ουσιαστικά ξεγέννησε ο ανυπέρβλητος Miles Davis όταν ηχογράφησε τον δίσκο-ορόσημο που άλλαξε το χάρτη της μουσικής μιας για πάντα, το μνημειώδες Bitches Brew το 1970. Η Μεγάλη του Fusion σχολή λοιπόν ήταν αυτή, αφού από τις τάξεις των μουσικών που συμμετείχαν γεννήθηκαν τέσσερα πρωτοποριακά σχήματα του εν λόγω ιδιώματος όπως οι Mahavishnu Orchestra του John McLaughlin, οι Return to Forever του Chick Corea, οι Weather Report του Joe Zawinul, οι Head Hunters των Bennie Maupin & Herbie Hancock, που συνδύασαν τους πειραματικούς αυτοσχεδιασμούς της τζαζ με την επιθετικότητα της rock, της funk, της rhythm Rhythm & Blues, έχοντας σε πρώτο πλάνο τις  ηλεκτρικές κιθάρες, το έντονο ρυθμικό υπόβαθρο, τον σκλητό ήχο. Και όλα αυτά, δίχως στίχους και τραγουδιστή (ή σπανιότατα). Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 70, τα είχαμε μπερδέψει αυτά τα δυο αρχικά( γιατί δεν υπήρχε κάνεις να μας τα εξηγήσει!), θεωρώντας ότι τα fusion συγκροτήματα παίζουν jazz rock, προφανώς λόγω της ύπαρξης πνευστών, τα δε συγκροτήματα τύπου Chicago, Blood, Sweat & Tears τα θεωρούσαμε σαν light rock!!
Αν αναρωτιέσται, ποιες είναι οι διαφορές jazz και Fusion, θα γράψω ότι οι jazz μουσικοί, έπαιζαν κυρίως με ακουστικά όργανα (κάτι που αργότερα άλλαξε) και δεν συνδύαζαν νεωτεριστικά στοιχεία στη μουσική τους.
Επάνω ο Miles Davis, κάτω ο John Coltrane
Oι Αμερικάνοι μουσικολόγοι, αναζητούν τη γέννησή τους στους John Coltrane και Miles Davis, που παρουσίασαν ένα εξαιρετικά προοδευτικό ήχο jazz στην εποχή τους, που όμοιο δεν είχαν ξανά ακούσει. Παρουσίασαν μια επαναστατικότητα, αναμειγνύοντάς στοιχεία blues αλλά και διαφορετικές κλίμακες απ΄ότι συνηθιζόταν έως τότε. Γι αυτό και οι δύο παρά πάνω μουσικοί έχουν μείνει στην ιστορία σαν πραγματικά πρωτοπόροι της jazz. Η μουσική έπαιζε τεράστιο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων και σχεδόν σε κάθε δεκαετία, είχαμε και κάτι καινούργιο. Από το 1968 και μετά, το rock άρχισε να κυριεύει τα πάντα και εστιάζονται στις χρονιές 1972-1973 βλέπουμε και κυρίως ακούμε να κυκλοφορούν αριστουργήματα. Το 1967, τα πάμπολλά jazz club στην Αμερική αρχίζουν να κλείνουν και στη θέση τους ξεπετάγονται discotheques, για να έλθουμε στη δεκαετία του 80 με την pop rock/dance μουσική να κατακλίζει τα πάντα. Από εκεί και μετά, τα ξέρετε. Όμως οι σπόροι που είχαν ρίξει οι Coltrane και Miles Davis, έδωσαν τους πρώτους καρπούς τους στην αρχή της δεκαετίας του 70, όταν αυτό που σήμερα αποκαλούμε classic rock, άρχισε να ψάχνεται για καινούργιους ορίζοντες. Κι όχι μόνο καλλιτέχνες του rock αλλά και της jazz. Οι όροι avant garde, latin jazz και fusion μπαίνουν στη ζωή μας και περιβάλλονται από ένα σύννεφο μύθου, αφού οι δίσκοι τους δεν κυκλοφορούν στη χώρα μας, παρά μόνο εισαγωγής και σε μικρές ποσότητες. Δίπλα σε όλα αυτά,  η τεχνολογία της εποχής και κυρίως το synthesizer, που έδωσε άλλη διάσταση στη μουσική. Στο παρόν άρθρο, οι rock ακροατήριο, έχει μια καλή ευκαιρία να διαβάσει ένα πολύτιμο οδηγό στα ονόματα της fusion jazz και στα καλύτερα κομμάτια της δισκογραφίας τους.


Ψάχνοντας τις ρίζες του fusion, θα γυρίσουμε το χρόνο στο 1969  όταν ο ντράμερ Tony Williams, σχημάτισε τους βραχύβιους Lifetime με τη συμμετοχή των John McLaughlin και του οργανίστα Larry Young, κάνοντας τους Αμερικάνους μουσικολόγους να τους χαρακτηρίσουν, σαν το πρώτο fusion συγκρότημα στην ιστορία της μουσικής, κυκλοφορόντας τα άλμπουμ  Emergency!(1969) και Turn It Over(1970) και πολλά άλλα στη συνέχεια. Αλλά εκείνα τα πρώτα 2 ήταν η απαρχή μιας ολόκληρης μουσικής αφού η μουσική ιδιοφυία του τρομπετίστα Miles Davis (έφυγε από τη ζωή το 1991 σε ηλικία 66 ετών, έπειτα από χρόνια προβλήματα με τους πνεύμονές του) που η πορεία του τον ανέδειξε σαν μια εκ των κορυφαίων προσωπικοτήτων της jazz μουσικής, βρίσκει διέξοδο στο εκκολαπτόμενο είδος. Ο Davis με την κυκλοφορία του ιστορικού άλμπουμ Bitches Brew (1970) με συμμετοχές των Wayne Shorter σοπράνο σαξόφωνο, Joe Zawinul πιάνο, Chick Corea πιάνο, John McLaughlin κιθάρα, Dave Holland μπάσο (σ.σ. καμία σχέση με τον συνονόματο Άγγλο ντράμερ των Judas Priest), Harvey Brooks μπάσο και Lenny White ντραμς)αλλά και νωρίτερα, με τα Filles de Kilimanjaro(1967) και The Silent Way (1969), κατάλαβε ότι η μουσική δεν έχει σύνορα και εξελίσσεται διαρκώς. Κι ο ίδιος ήταν ένα μεγάλο γρανάζι σε αυτή την εξέλιξη. Ο Miles πήγαινε στο studio γεμάτος ιδέες και εκεί με τους άλλους μουσικούς, βασιζόμενοι σε τζαμαρίσματα, που διαρκούσαν και μια ολόκληρη ημέρα, κατέληγε σε μια βασική σύνθεση, με τον ηχολήπτη να γράφει διαρκώς. Ο άλλος πυλώνας του fusion είναι ο επίσης Αμερικάνος  John Coltrane (έφυγε από τη ζωή το 1967 σε ηλικία μόνο 44 ετών, νικημένος από τον καρκίνο), εξερεύνησε το bebop, περπάτησε στη free jazz κι άφησε πίσω του ένα μεγάλο κληροδότημα γιατί κατά τη διάρκεια της καριέρας του, η μουσική του πήρε μια ολοένα και πιο πνευματική διάσταση, όπως αποδεικνύεται από τα άλμπουμ του A Love Supreme (1965) και Ascension (1966). Παραμένει ο σαξοφωνίστας με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία της μουσικής και θα μου επιτρέψετέ μια μικρή συμπλήρωση σε αυτές τις λίγες γραμμές:  Το ιστορικό άλμπουμ του A Love Supreme που κυκλοφόρησε το 1965, μόλις το χειμώνα του 2021 έφθασε το 1.000.000 αντίτυπα. Δηλαδή μετά την παρέλευση 56 χρόνων!

 
H ΔΕΚΑΕΤΙΑ TOY 70 
Και φθάνουμε στα μεγάλα ονόματα που που είναι οι βάσεις του fusion: Στους Mahavishnu Orchestra και Return to Forever, δυο ξεχωριστά σχήματα, πρωτοποριακά και δυσνόητα σε μουσική σύλληψη. Δίπλα τους οι Carlos Santana και Jeff Beck, που πειραματίζονται και κυκλοφορούν δίσκους διαμάντια, με πρώτο τον μεγάλο Carlos Santana και τα Love Devotion Surrender (1973) μαζί με τον John McLaughlin, Illuminations (1974) και Oneness – Silver Dreams Golden Reality (1979) κι o Jeff Beck με τα instrumental Blow by Blow (975) και Wired (1976). Αλλά θα τα   συναντήσουμε όλα αυτά πιο κάτω, στην μικρή παρουσίαση των συγκροτημάτων/μουσικών. Προσέξτε ότι τα δύο άλμπουμ του Jeff Beck, έφθασαν έως το Νο4 και Νο26 αντίστοιχα του αμερικάνικου chart, δείγμα ότι ο κόσμος ήθελε να ακούσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Και θα προσθέσω και κάτι ακόμα που στους νεότερους θα ακουστεί σαν…κενό. Τα μηχανήματα ήχου (πικαπ, ενισχυτές, ηχεία κλπ) είχαν αρχίσει να βελτιώνονται θεαματικά και η ποιότητα τους βοηθούσε την ακρόαση δίσκων τέτοιου μουσικού περιεχομένου. Ήταν η εποχή του HI-FI που σύντομα εξελίχθηκε σε Hi End και μετά ήλθε η ψηφιακή τεχνολογία και όλα έγιναν επίπεδα.  Επανέρχομαι στα μουσικά, ξεκινώντας την μικρή-περιληπτική παρουσιάση των βασικών ονομάτων του fusion από τους Return to Forever (με πιο βασικά μέλη τους Chick Corea πλήκτρα, Stanley Clarke μπάσο, Flora Purim τραγούδι, Lenny White ντραμς και Al Di Meola κιθάρα) που κυκλοφόρησε μια σειρά εκπληκτικών άλμπουμ αλλά είχε και την τύχη τα μέλη του να είναι εξαιρετικοί μουσικοί, απόρροια της υψηλής δεξιοτεχνίας που απαιτεί το είδος. Βάση του συγκροτήματος ήταν ο πιανίστας Chick Corea, που έχοντας παίξει στα άλμπουμ του Miles Davis, In a Silent Way και Bitches Brew, αναζητά μια καλλιτεχνική έκφραση που θα τον φέρει σε μεγαλύτερη επικοινωνία με τον κόσμο. Η μουσική κατεύθυνση στα πρώτα δύο άλμπουμ τους είχε πολλή δόση latin, αφού συμμετείχαν οι Flora Purim (περκάσιονς) κι ο σύζυγός της Airto Moreira (ντραμς), αμφότεροι βραζιλιάνοι. Κάθε σύνθεση είχε πολύ χώρο για improvisations για όλα τα όργανα, κυρίως όμως από το πιάνο του Corea και το σαξόφωνο του Farrell, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των συνθέσεων ήταν instrumental, με λίγες εξαίρεσεις. Η παρουσία του χαρισματικού Al Di Meola, από το 1974 και μετά, τους δίνει άλλη οντότητα, που καταγράφεται στα άλμπουμ Where Have I Known You Before(1974) και Romantic Warrior (1976) που μαζί με το Light as a Feather (1972), συνίστανται.


Οι Mahavishnu Orchestra είναι το άλλο μεγάλο (τεράστιο) όνομα του fusion. Βασικά μέλη ήταν οι John McLaughlin κιθάρα, Jerry Goudman βιολί, αργότερα στους Flock, Jan Hammer πλήκτρα, Rick Laird μπάσο, Jean Luc Ponty βιολί, από τους Mother of Invention του Fran Zappa, Billy Cobham ντραμς, που άφησαν πίσω τους μια ολόκληρη μουσική σκηνή, που όμοιά της δεν έχει γνωρίσει ακόμα ο μουσικός κόσμος! Εξερευνώντας μουσικά πεδία που έως τότε θεωρούνταν σαν αχαρτογράφητα νερά, οι Mahavishnu Orchestra, εξέλιξαν τον ήχο της jazz με ονειρικά improvisations και συνθέσεις που ξέφευγαν από τον κλασικό ήχο της jazz. Η συμμετοχή του βιολονίστα Jerry Goodman ήταν καταλυτική για τον John McLaughlin που ήθελε οπωσδήποτε οι συνθέσεις να περιέχουν βιολί. Η αρχική επιλογή του ήταν ο Γάλλος Jean Luc Ponty αλλά προβλήματα με τη βίζα του δεν τον άφησαν να έλθει στην Αμερική κι έτσι κατέληξε στον Jerry Goodman των Flock. Η χρησιμοποίηση της διπλής κιθάρας, έγινε το οπτικό αλλά κι ακουστικό σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος σε μια εποχή που οι διπλές κιθάρες ήταν σπάνιες. Από την πλευρά του, ο οργανίστας Jan Hammer ήταν ο πρώτος που έπαιξε mini moog synthesizer, ενώ η κυκλοφορία του το πρώτο άλμπουμ με τίτλο The Inner Mounting Flame (1971, Νο 89 Αμερική), που εντυπωσιάζει με τη μεγαλειώδη μουσική εμβέλεια του. Βέβαια καμία σχέση με ορχήστρα, που αναφέρεται στο όνομά τους! Αιθέρια κομμάτια, ακούγονται σαν σουίτες κλασικής έμπνευσης αλλά και κομμάτια όπως το "The Dance of Maya", έκαναν το   πρωτόγνωρο για την εποχή του. Ακόμα καλύτερο ήταν το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο Birds of Fire (1973) που ξεχωρίζει σαν ένα από τα καλύτερα fusion άλμπουμ. Και φθάνουμε στους γνωστούς Santana, που παρ΄όλο που στο Santana III (1971) δεν είχαν δείξει διάθεση για την εξερεύνηση της fusion, τα επόμενα τρία άλμπουμ τους, Caravanserai(1972), Welcome (1973) και Borboletta(1974) ανήκουν εύκολα στην κατηγόρια των καλύτερων fusion άλμπουμ κι αυτό οφείλονταν στην διάθεση του ιδιοφυούς κιθαρίστα Carlos Santana. Από τα αγαπημένα μου σε ολόκληρη τη δισκογραφία των Santana, που δυστυχώς λίγοι εκτίμησαν γιατί δεν είχε το latin dance στοιχείο. Την ίδια εποχή, ο Carloς  ξεκινά το προσωπικό του ταξίδι στο fusion με τη συνεργασία με τον κιθαρίστα John Mc Laughlin και το άλμπουμ Love Devotion Surrender (1973), αφιέρωμα στον John Coltrane. Εκείνη την εποχή και οι δύο μουσικοί ήταν μαθητές του guru Sri Chinmoy και όσοι αποτολμήσετε να το ακούστε ΔΕΝ θα ακούσετε αυτό που περιμένετε. Κι αν σήμερα είστε ενημερωμένοι, φανταστείτε τον γράφοντα 16-17 ετών να τον ακούει. Σίγουρα ξεχωριστό και σίγουρα αξίζει να το ακούστε. Σήμερα θα το χαρακτήριζα σαν γέφυρα προσέγγισης του δυτικού πολιτισμού με ιδέες της ανατολικής φιλοσοφίας. Το fusion latin ταξίδι του Carlos συνεχίστηκε και με τα πολύπλοκα κι ενδιαφέροντα άλμπουμ Illuminations (1974), Oneness – Silver Dreams Golden Reality (1979) και The Swing of Delight (1980), το ένα καλύτερο από το άλλο, που τότε οι συνομήλικοί μου έτρεχαν και τα αγόραζαν, ελπίζοντας  να ακούσουν ένα καινούργιο “Black Magic Woman” αλλά άκουγαν «εσωτερικούς» δίσκους, πολύ μακριά από το …ζητούμενο! Αλησμόνητες θα μου μείνουν οι συναυλίες του Carlos με τον Wayne Shorter (σοπράνο σαξόφωνο στους Weather Report) το καλοκαίρι του 1988 (30 και 31 Ιουλίου 1988) στο θέατρο Λυκαβηττού όπου ο κόσμος συνέρρευσε(!) για να ακούσει τα Black Magic Woman, Samba pa ti και όλες τις άλλες μεγάλες latin rock dance επιτυχίες των Santana και κατά λάθος απόλαυσε μια μεγάλη fusion συναυλία, που ΔΕΝ τού άρεσε! Παρεμπιπτόντως να σημειώσω ότι κυκλοφορεί σε cd/dvd η εμφάνισή τους από το Montreux Jazz Festival από την ίδια περιοδεία!


Πραγματικά ποτέ δεν κατάλαβα πως ο βιρτουόζος (για τους παλιούς old schools Βρετανούς μουσικούς δημοσιογράφους, ο Καλύτερος Βρετανός κιθαρίστας, πάνω από αυτούς που σκέπτεστε!) Jeff Beck, πέρασε από τη blues rock διάσταση άλμπουμ σαν τα Beck Ola και Beck Bogert and Appice (από τα αγαπημένα μου) σε fusion χωράφια. Τα Blow by Blow (1975) και Wired (1976) , «ντυμένα» με μουσικάρες όπως Max Middleton πλήκτρα, Phil Chen μπάσο (έφυγε πριν 2 μήνες από τη ζωή), Jan Hammer synthesizer, Wilbur Bascomb μπάσο, Narada Michael Walden ντραμς (σήμερα μέλος των Journey και παντοτινός μαθητής του Sri Chinmoy) και Richard Bailey ντραμς, ταξιδεύουν στο σύγχρονο (για την εποχή) χώρος της fusion jazz. Μπορεί τα όνομα του Richard Bailey να είναι άγνωστο, αλλά προσέξτε το παίξιμό του, πόσο έχει συμβάλλει στην jazz κατεύθυνση και των 2 άλμπουμ ευέλικτα σόλο από τον Beck, τζαμαρίσμτα και γενικά έντονη διάθεση ελεγχόμενου αυτοσχεδιασμού
Πολύ γνωστό όνομα στους σημερινούς 60αρηδες, ο Γάλλος βιολονίστας Jean Luc Ponty, που τον μάθαμε από τη συμμετοχή του στα άλμπουμ του Frank Zappa, Hot Rats (μεγαλειώδες), Over-Nite Sensation και Apostrophe. Η γνωριμία του μες τον κιθαρίστα John McLaughlin, τον έφερε στους Mahavishnu Orchestra και στα άλμπουμ τους Apocalypse (1974) και Visions of the Emerald Beyond (1975) αλλά προβλήματα με τη βίζα του, τον ανάγκασαν να αποχωρήσει. Το κομμάτι του “Mirage” από το άλμπουμ Enigmatic Ocean(1977) τον έκανε γνωστό στην Ελλάδα αφού ήταν σήμα εκπομπής στην Ελληνική Ραδιοφωνία (σ.σ. δυστυχώς δεν θυμάμαι ούτε την εκπομπή ούτε το όνομα της παραγωγού-γυναίκα ήταν!). Από την πλούσια δισκογραφία του σάς προτείνω ακόμα τα άλμπουμ του Imaginary Voyage (1976) και Cosmic Messenger (1978)  όπου συνδυάζει μοναδικά jazz και fusion.
Τα έργα και οι ημέρες του σπουδαίου jazz πιανίστα Armando Anthony "Chick" Corea (έφυγε από τη ζωή το 2021 σε ηλικία 80 ετών) είναι λίγο πολύ γνωστά. Πόσο τυχαία μπορεί να ήταν η συμμετοχή του στη μπάντα των μουσικών που συνόδευαν τον Miles Davis, στα τέλη της δεκαετίας του 60; Καθόλου, αν σκεφτεί κανείς το ευρηματικό και ποιοτικό παίξιμό του σε αυτό που ονομάζουν jazz fusion. Η δημιουργία των Return to Forever, έδωσε στην καριέρα του άλλη διάσταση, απογειώνοντας το παίξιμό του αλλά και τη συνθετική του φαντασία. Δύσκολο έως ακατόρθωτο η επιλογή προτεινόμενης δισκογραφίας, αφού σχεδόν σε κάθε δίσκο του, πειραματίζεται και παρουσιάζει ένα διαφορετικό Corea. Ίσως να εστιάζεται στα άλμπουμ του της δεκαετίας του 70, συμπεριλαμβανομένων των Return to Forever. 
Κι ο Herbie Hancock πέρασε από τη μεγάλη σχολή των μελών του Miles Davis, που τον βοήθησε να πειραματιστεί στη νεογέννητη jazz fusion, προσθέτοντας στοιχεία funk ακόμα και electro, πάντα όμως ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκος και με συνθέσεις δύσκολα δομημένες! Στη χώρα μας τον γνωρίζουν δυο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες μουσικόφιλων: Οι καθ εαυτού jazz fans κι αυτοί που τον άκουσαν με τα άλμπουμ Mwandishi (1971) με το οποίο ξέφυγε από τις κλασικές δομές της jazz και Mwandishi  που είναι το όνομα του στη γλώσσα Σουαχίλι(!) όπου κάθε μουσικός εμφανίζεται στα στοιχεία του εξώφυλλου με το όνομά του μεταφρασμένο στα Σουαχίλι! Μια άλλη μεγάλη ομάδα μουσικόφιλων, τον γνώρισε με το άλπουμ Head Hunters(1973) που είχε πολλά funk-electro στοιχεία και το ίδιο όνομα είχε το 4μελές συγκρότημα που τον συνόδευε (σ.σ…με αυτόν, 5 μέλη!) αλλά η μεγάλη επιτυχία του ήταν η βαριά κληρονομιά που άφησε, που ήταν καθοριστική για την jazz κι αποτέλεσε έμπνευση όχι μόνο για τους μουσικούς της τζαζ, αλλά και για τους καλλιτέχνες funk, soul, jazz funk και hip hop. Τυχεροί οι παλαιότεροι που έχουμε δει να παίζουν επί ελληνικού εδάφους και τον Chic Corea και τον Herbie Hancock!
Τους Weather Report δεν τους έχουμε δει στη χώρα μας να παίζουν, αλλά τουλάχιστον είδαμε κατά μόνας δύο μέλη τους, τους Joe Zawinul και Wayne Shorter. Το σπουδαίο αμερικάνικο jazz fusion συγκρότημα με έντονο το στοιχείο του world music, σχηματίστηκε το 1970 από τους  Wayne Shorter σοπράνο σαξόφωνο, Joe Zawinul πλήκτρα, Miroslav Vitouš μπάσο, Alphonse Mouzon ντραμς και Don Alias percussion, ηχογραφώντας το πρώτο ομότιτλο άλμπουμ τους το 1971. Έκτοτε ακολούθησε μια σειρά καλών και προοδευτικών άλμπουμ όπως τα I Sing the Body Electric, Sweetnighter, Mysterious Traveller, Black Market, Heavy Weather με πιο πρόσφατο το This Is This!(1986). Όλα ενδιαφέροντα, όλα σημαντικά! Από τις τάξεις τους πέρασαν κατά διαστήματα μουσικάρες όπως οι Jaco Pastorius, Alphonso Johnson, Victor Bailey, Chester Thompson, Peter Erskine, Airto Moreira και Alex Acuña με πιο σταθερούς τους Zawinul και Shorter. Προσωπικά τους θεωρώ πιο κοντά στη jazz παρά στο fusion, αλλά είναι τέτοια η σημαντικότητά τους που δεν μπορούν να λείπουν από αυτό το άρθρο.
Έφυγε από τη ζωή στα 36 χρόνια του και πολλοί τον συγκρίνουν με τον Jimi Hendrix του μπάσου. Ο λόγος για τον ιδιοφυή μπασίστα Jaco Pastorius που εκτός από τα 5 προσωπικά άλμπουμ που κυκλοφόρησε εν ζωή, συμμετείχε σε άλμπουμ των Weather Report σαν μέλος, καθώς και σε άλμπουμ των Pat Metheny, Joni Mitchell, Randy Bernsen, Herbie Hancock, Al DiMeola κ.α. Τι τον έκανε αθάνατο; Μα η εξελικτική τεχνική του, που κάλυπτε μουσική από το funk, jazz, world και fusion. Κάτι παραπάνω από εξαιρετικός!

Ένας άλλος σπουδαίος jazz fusion μουσικός που έχει παίξει στη χώρα μας είναι ο κιθαρίστας Pat Metheny, ο οποίος είναι ο μοναδικός μουσικός που έχει κερδίσει 10 βραβεία Grammy σε διαφορετικές κατηγορίες! H ζωή του άλλαξε στα δώδεκα όταν είδε κι άκουσε του Beatles στην αμερικάνικη τηλεόραση και πήρε το δικό της δρόμος πολλά χρόνια αργότερα όταν άκουσε το άλμπουμ του Miles Davis, Four & More αλλά και το Smokin' at the Half Note του Wes Montgomery. Η εξέλιξή του ήταν ταχύτατη και σας συνιστώ να ακούσετε το ταλέντο του στα άλμπουμ New Chautauqua (1979), Offramp (1982), Travels (1983) και Letter from Home ( 1989). Το 1985 είχε….την πιο mainstream στιγμή του γράφοντας μαζί με τον οργανίστα Lyle Mays τη μουσική για την ταινία The Falcon and the Snowman σε σκηνοθεσία John Schlesinger.  Το τραγούδι των τίτλων, This Is Not America", κι αυτό σύνθεση των Pat Metheny και Lyle Mays, ερμήνευσε ο David Bowie!


O Allan Holdsworth δεν κατάφερε να καταξιωθεί στη συνείδηση του πλατύ κοινού, αν και το προσωπικό εσωτερικό παίξιμό, τον έκανε να ξεχωρίζει απ΄όσους είχαμε ακούσει, κυρίως λόγω της ιδιαιτερότητας του (σ.σ. για αυτό έγραψα τη λέξη «εσωτερικότητα) αλλά και την ποικιλία συγχορδιών. Το παίξιμό του επηρέασε κιθαρίστες σαν τους Eddie Van Halen, Joe Satriani, Greg Howe, με τον Robben Ford να τον χαρακτηρίζει  John Coltrane της κιθάρας! Οι Nucleus το πρώτο επαγγελματικό συγκρότημα που έπαιξε για να ακολουθήσουν οι Tempest, Soft Machine (παίζει στα άλμπουμ Bundles και Land of Cockayne), Pierre Moerlen's Gong (Gazeuse!, Expresso II και Time is the Key), Jean-Luc Ponty (Enigmatic Ocean),ενώ το 1978 τον βρίσκουμε σε ένα από τα καλύτερα progressive σχήματα, τους U.K. όπου συμμετείχε μόνο στο πρώτο, και καλύτερο άλμπουμ τους. Ελεύθερο πουλί ο Holdsworth, κατάλαβε ότι δεν μπορεί να στεριώσει σε συγκρότημα κα ινα συνερεγαστερί ισότιμα με άλλους μουσικούς κι έτσι στη συνέχεια τον βρίσκουμε να συμμετέχει σαν session κιθαρίστας σε άλμπουμ των Bill Bruford,Stanley Clarke Jack Bruce, Krokus(!!!!, ηρεμήστε, στο άλμπουμ Change of Address παίζει το σόλο στο τραγούδι "Long Way From Home"), Alex Masi, Level 42, Derek Sherinian, Stu Hamm κ.α. Έφυγε από τη ζωή το 2017 αφήνοντας πίσω του 13 προσωπικά άλμπουμ που οι εκκολαπτόμενοι κιθαρίστες πρέπει να ακούσουν(οι ήδη φθασμένοι τα έχουν ακούσει).
Δίπλα στον Alan Holdsworth, άνετα στέκεται το όνομα του Τεξανού κιθαρίστα,  Larry Coryell (πραγματικό όνομα Lorenz Albert Van DeLinder III) που έφυγε από τη ζωή το 2017. Η πρώτη επαγγελματική δουλειά του ήταν στο συγκρότημα Chico Hamilton για να ακολουθήσει η συνεργασία του με τον Gary Burton και τους  Free Spirits. To 1973 σχημάτισε τους Eleventh House, ενώ έπαιξε σε πολλούς δίσκους άλλων βιρτουόζων σαν session (John McLaughlin, Paco de  Lucia, Emily Remler, Herbie Mann, Charles Mingus, Jon Anderson (Yes), Ron Carter, Billy Cobham, Art Garfunkel, Al DiMeola, Ron Carter κ.α. Ηχογράφησε δεκάδες προσωπικά άλμπουμ, τα περισσότερα με ξεχωριστό κιθαριστικό ύφος, πράγμα που τα κάνει να έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ξεκινήστε από τα Lady Coryell(1969), Back Together Again with Alphonse Mouzon ( 1977) με τελευταίο άλμπουμ του να είναι το Last Swing with Ireland Larry Coryell Trio. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, άκουγα το cd του Cause and Effect με τους Steve Smith (Journey ντραμς) και Tom Coster (μπάσο). Αν το βρείτε, δώστε του μια ευκαιρία!
Πιο κοντά στην jazz είναι η μουσική του κιθαρίστα Lee Ritenour που στα 16 του έπαιξε σαν session σε τραγούδια των the Mamas & the Papas. Το παίξιμο του Wes Montgomery ήταν εκείνο που τον επηρέασε για να αποκτήσει σιγά σιγά το δικό του ύφος. Το 1979 στον βρίσκουμε στο Producers Workshop studio του Λος Άντζελες να ηχογραφεί τα κιθαριστικά μέρη για τα τραγούδια "One of My Turns" και την ακουστική κιθάρα στο "Comfortably Numb" για το άλμπουμ The Wall των Pink Floyd. Η προσωπική του καριέρα είχε ξεκινήσει το 1976 με το άλμπουμ First Course, αλλά σχεδόν από την αρχή της καινούργιας δεκαετίας, φρόντισε να κάνει τον ήχο του πιο mainstream, με πιο ενδεικτικό το άλμπουμ του Rit (1981) που περιείχε το τραγούδι "Is It You" (Νο15 Αμερική) σε ερμηνεία του Eric Tagg. Βλέποντας την εμπορική επιτυχία του άλμπουμ Rit, συνέχισε και στα επόμενα στο ίδιο ύφος για να φθάσουμε στο 1986 και να επανέλθει στο jazz ύφος του με το άλμπουμ Earth Run. Γενικά το ύφος του Ritenour είναι πιο κοντά στη jazz παρά στο fusion.


Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ των Βρετανών Brand X στη χώρας μας, ήταν το Unorthodox Behaviour (1976) μας παρουσιάστηκε σαν ένα progressive συγκρότημα με την παρουσία του ντράμερ των Genesis, Phil Collins να δυναμώνει αυτή την θέση. Στην πραγματικότητα οι Brand X ήταν ένα jazz fusion συγκρότημα, με λίγα στοιχεία progressive  με ηγετικές φυσιογνωμίες τους John Goodsall κιθάρα, Percy Jones μπάσο και Robin Lumley πλήκτρα. Το όνομά τους βγήκε τυχαία, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, όταν ένας υπάλληλος της Island Records, ο Danny Wilding έγραψε πάνω στο κουτί της ταινίας τις λέξεις "Brand X"  για να ξέρει ποιανών τη μουσική περιείχαν, καθώς δεν είχαν καταλήξει σε όνομα! Και έτσι τους έμεινε. Οι υποχρεώσεις που είχε με τους Genesis,ανάγκασαν τον Collins να αποχωρήσει το 1977 μετά την live ηχογράφηση του Livestock και να αντικατασταθεί από τον Chuck Burgi που έγινε γνωστός παίζοντας στους Rainbow, Joe Lynn Turner, Blue Oyster Cult και Billy Joel. Με τον Burgi στα ντραμς, οι Brand X ηχογράφησαν το τρίτο studio άλμπουμ τους που ήταν το Masques (1978) για να επανέλθει ο Collins επανήλθε στο επόμενο άλμπουμ τους αλλά και στην περιοδεία. Ο ήχος τους σε γενικές γραμμές είναι δύσκολος και ιδιαίτερα ποιοτικός για απαιτητικούς ακροατές.).

Με αρκετούς ενδοιασμούς, συμπεριλαμβάνω του Γερμανούς Passport σε αυτό το αφιέρωμα κι αυτό γιατί μόνο στο ξεκίνημα της καριέρας τους ήταν μέσα στα όρια του fusion jazz. Το συγκρότημα του σαξοφωνίστα Klaus Doldinger σύντομα μετατράπηκε σε ένα jazz σύνολο, μάλλον χωρίς προσωπικότητα και με στεγνό ήχο. Αν πρέπει να σας συστήσω κάποια άλμπουμ τους θα συνιστούσα τα πρώτα 2 (Passport (1971 και Second Passport 1972).
Μεγάλη προσωπικότητα των πλήκτρων ο Τσέχος Jan Hammer, σύντομα είδε το ταλέντο του να καταξιώνεται παίζοντας με μουσικούς σαν τους  John McLaughlin, Jeff Beck, Billy Cobham, Al Di Meola, Mick Jagger, Carlos Santana, Stanley Clarke, Tommy Bolin, Neal Schon, Steve Lukather και Elvin Jones. Τον γνωρίσαμε το 1971 όταν ήταν μέλος των Mahavishnu Orchestra κι έκτοτε η καριέρα του παρουσίασε σημαντική πρόοδο κι ήταν ένας από τους πρώτους μουσικούς που χρησιμοποίησαν το  Minimoog Moog synthesizer σε συναυλία. Στα μέσα της δεκαετίας του 80, άρχισε να ασχολείται με τη σύνθεση μουσικής για ταινίες και τηλεόραση, με πιο σημαντική τη μουσική των τηλεοπτικών σειρών Miami Vice και Chance. Με τη σύνθεση του "Miami Vice Theme" κέρδισε 2 βραβεία Grammy στις κατηγορίες "Best Pop Instrumental Performance" και "Best Instrumental Composition". Στο video που συνοδεύει το άρθρο, εκτός των 2 πρωταγωνιστών της σειράς, παίζει κι Hammer!
Στη χώρα μας μάθαμε τον Αμερικάνο κιθαρίστα Al Di Meola από τη συμμετοχή του στο πολύ καλό άλμπουμ Friday Night in San Francisco (1981) όπου έπαιζε μαζί με τους John McLaughlin και Paco de Lucía. Όμως έως τότε είχε καλή προσωπική δισκογραφία με άλμπουμ σαν τα Land of the Midnight Sun (1976), Elegant Gypsy (1977) και Casino (1978), που συνδύαζε με τις κατάλληλες δόσεις jazz, fusion και latin. Διαβάζοντας προσεκτικά στην αρχή του άρθρου, στο κείμενο για τους Return to Forever, στη σύνθεση αυτού του υπέροχου συγκροτήματος αναφέρεται το όνομα του DiMeola αλλά τότε ήταν τόση η φούρια για να ακούσουμε καινούργια μουσική, που τόσο πολύ διέφερε απ ότι είχαμε ακούσει, που προσωπικά δεν το είχα προσέξει ή αν θέλετε δεν του είχα δώσει την πρέπουσα σημασία. Χρειάστηκε να ακούσω τα πρώτα 3 προσωπικά άλμπουμ του για να τον ανακαλύψω. Το 1987 έπαιξε κιθάρα στο άλμπουμ του Γιώργου Νταλάρα, Latin.
Jan Hammer, Weather Report, Scott Henderson, Al DiMeola


Σχετικά άγνωστος στο πλατύ κοινό της χώρας μας, κι ας έχει εμφανιστεί, ο κιθαρίστας Scott Henderson έχει πολύ καλή προσωπική αλλά ομαδική δισκογραφία με το συγκρότημα του, τους Tribal Tech που ξεκίνησαν την καριέρα τους το 1984 για να εξελιχθούν σαν ένα από τα καλύτερα  fusion συγκροτήματα της δεκαετίας του 80, κάνοντας σημαντικά βήματα μουσικής προόδου. Από τα προσωπικά άλμπουμ του, ακούστε το Tore Down House (1997) με έντονο το στοιχείο του blues, όπου φωνητικά κάνει η soul/dance τραγουδίστρια Thelma Houston, γνωστή για τη μεγάλη χορευτική επιτυχία της  "Don't Leave Me This Way, ενώ από την πλούσια δισκογραφία των Tribal Tech, τα πρώτα 2, Spears (1985) και Dr. Hee (1987) .

 Πως μπορώ όμως μέσα σε ένα τέτοιο αφιέρωμα να μην αναφέρω το όνομα του ιδιοφυούς Frank Zappa που κυρίως με τα άλμπουμ του Uncle Meat (1969),    
Burnt Weeny Sandwich (1970), Weasels Ripped My Flesh
(1970, τι ανατριχιαστικό εξώφυλλο) και Apostrophe'(1974), περπάτησε στα μονοπάτια του jazz rock-fusion; Έξερευνίστε τον, ή θα εκνευριστείται ή θα ανακαλύψετε …φλέβα χρυσού!
Η ΑΓΓΛΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Περιορισμένη αλλά πλούσια σε ποιότητα η αγγλική fusion jazz σκηνή. Θα ξεκινήσω με τους Soft Machine (πρώτη ιστορική σύνθεση, Robert Wyatt ντραμς, φωνή, Kevin Ayers μπάσο,φωνή, Daevid Allen κιθάρα, μετέπειτα μέλος των Gong και Mike Ratledge πλήκτρα), σχηματίστηκαν το1966 στο Canterbury ήταν από τα πρώτα βρετανικά ψυχεδελικά σχήματα με σαφείς προεκτάσεις προς τη free jazz και τη fusion. Πολλοί θα βρουν τον ήχο τους χαοτικό και ίσως να είναι αλλά αυτοί ήταν οι Soft Machine που πήραν το όνομά τους από το ομώνυμο βιβλίο του William Burroughs.  H σύνθεσή τους είχε πολλές αλλαγές ενώ το 1968 στην κιθάρα βρέθηκε κι ο μετέπειτα κιθαρίστας των Police, Andy Summers. Δύσκολο για μη εξοικειωμένα…αυτιά τα άλμπουμ τους Third(1970) όπως και τα Fifth (1972), Seven (1973) και με προσωπική προτίμηση το Softs(1976). Το 1975, ψάχνοντας για φρέσκους ήχους και συγκροτήματα, που να παίζουν progressive rock που μόλις είχα ασπαστεί, βρίσκομαι σε ένα από τους πιο αγαπημένους χώρους μου, το υπόγειο του Music Corner όπου ψάχνοντας τους δίσκους, αντικρίζω το Deep End (1976) των εντελώς άγνωστων Isotope. Τι να είναι αυτό; Ρώτησα την Κα Μαρία, θρυλική υπάλληλο του καταστήματος και μου απάντησε μονομιάς, ”progressive”. Το πήρα την ίδια στιγμή. Σπίτι μου ανακάλυψα ότι οι Isotope δεν παίζουν progressive, όπως τουλάχιστον ήξερα και μάλλον με απογοήτευσαν. Αρκετά χρόνια αργότερα, κατάλαβα ότι παίζουν fusion jazz και εκτίμησα καλύτερα το δίσκο τους. Στην σχετικά μικρή δισκογραφία των 5 studio άλμπουμ, θα ανακαλύψτε ένα μάλλον ψυχρό ήχο με ένα πρωτομάστορα κιθαρίστα, ινδικής καταγωγής, τον Gary Boyle. Αξίζει να δείτε το 9λεπτο video από την εμφάνισή τους στο The Old Grey Whistle Test του BBC2, όπου παίζουν το "Spanish Sun".
Judy Driscoll, Nucleus, Soft Machine, Isotope


Οι Brian Auger and the Trinity είναι το σημαντικότερο συγκρότημα της fusion jazz βρετανικής σκηνής, με οδηγό το Hammond του Auger και τη φωνή της συζύγου του Julie Driscoll, που το 1968 γνώρισε μια αναπάντεχη επιτυχία στους μικρούς δίσκους με τη διασκευή της σύνθεσης του Bob Dylan This Wheel's on Fire"(No5 Μ.Βρετανία). Ο ήχος τους είναι ένα κράμα blues R&B με φωνητικά της δεκαετίας του 60 και η δισκογραφία τους βρίθει singles, κι ένα από αυτά, το «Shake/I Just Got Some» (1965) με φωνητικά από τον άγνωστο Rod Stewart. Όλη η δισκογραφία τους έχει κυκλοφορήσει σε cd κι αν βρείτε κάποιο άλμπουμ τους ξεκινήστε από το Open(Νο12 Μ.Βρετανία) αλλά κι από τη συλλογή The Best Of Julie Driscoll, Brian Auger & The Trinity(1970). Μερικά μέλη που πέρασαν από το συγκρότημα ήταν και οι Rick Laird μπάσο, αργότερα στους Mahavishnu Orhestra, Vic Briggs κιθάρα, έπαιξε και με τους Eric Burdon and The Animals τη διετία 1966–1968, Micky Waller ντραμς και Gary Boyle κιθάρα.
Το 1970, ο Auger σχημάτισε τους Brian Auger's Oblivion Express από τους οποίους ξεπετάχτηκαν οι Roger Ball και Malcolm Duncan,οι οποίοι σχημάτισαν τους Average White Band. Γυρίζοντας το χρόνο στο 1965 θα βρούμε τον Auger να πλουτίζει με το Hammond του το "For Your Love" των The Yardbirds όπου συμμετείχε σαν session μουσικός, ενώ την ίδια χρονιά σχημάτισε τους Stemapacket με τους Long John Baldry, Julie Driscoll, Vic Briggs και Rod Stewart. Νομικά προβλήματα με τα συμβόλαιά τους δεν τους επέτρεψαν να κυκλοφορήσουν κάποιο άλμπουμ ή μικρό δίσκο (single)  παρ όλα αυτά το 1970 στη Γαλλία κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με 9 τραγούδια το οποίο επανακυκλοφόρησε σε cd από διάφορες εταιρείες προς τέλη της δεκαετίας του 90. Μια από αυτές, βρέθηκε στα ράφια του   Metropolis, την εποχή που τα παλαιά cd κόστιζαν 6€. To 1992 o Auger περιόδευσε και συμμετείχε στο live άλμπουμ του Eric Burdon, Access All Areas(1993).
Ένα άλλο πρωτοποριακό Βρετανικό fusion jazz συγκρότημα είναι οι Nucleus, που πραγματοποίησαν πολλές εμφανίσεις σε φεστιβάλ από τα τέλη της δεκαετίας του 60 έως και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70. Αξίζει τον κόπο για τους ειδήμονες του είδους να ακούσουν τα άλμπουμ τους Elastic Rock, We'll Talk About It Later (1970) κ  αι Solar Plexus (1971). Έως και το 2009 έπαιζαν σε clubs της χώρας τους.
Οι άγνωστοι If, χαρακτηρίστηκαν περιοδικό Billboard σαν το καλύτερο jazz-rock συγκρότημα αν κατά τη φτωχή άποψή μου είναι ή τέλος πάντων ήταν, ένα progressive συγκρότημα. Τους βρίσκουμε να σχηματίζονται το 1969 με την καριέρα τους να διαρκεί έως το 1975. Υπέγραψαν στην Island Records και το 1970 κυκλοφόρησαν το πρώτο ομότιτλο άλμπουμ τους. για να ακολουθήσει μια σειρά 9 συνολικών άλμπουμ. Ψάξτε τα πρώτα 4! Από τη σύνθεσή τους πέρασαν κάποιοι γνωστοί μουσικοί όπως ο Dennis Elliott (Foreigner), J. W. Hodkinson (Darryl Way's Wolf), Terry Smith και Dave Quincy (ZZebra), John Mealing (Passport)  κ.α.


TO FUSION ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο κορυφαίος jazz fusion μουσικός στη χώρα μας κι ένας από τοιυς σημαντικότερους στην Ευρώπη, είναι ο 95χρονος σήμερα, Μίμης Πλέσσας, που η μουσική και το έργο του είναι σχολείο! Τη μουσική για τις ταινίες που έχει γράψει, την έχουμε ακούσει όλη, αλλά ίσως δεν την έχετε προσέξει. Γι αυτό την άλλη φορά που θα προβληθεί μια ελληνική ταινία από τις «Οι Κληρονόμοι», «Ξυπόλυτος Πρίγκηψ», «Νύχτες στο Μιραμάρε», «Ο Ψεύτης», «Αχ! Αυτή η γυναίκα μου», «Κάτι κουρασμένα παλληκάρια» και «Ξύπνα Βασίλη», στην τηλεόραση με μουσική δική του, δώστε μεγαλύτερη βαρύτητα. Έχει συνθέσει 111 σάουντρακ κι είναι ίσως ο πλέον ολοκληρωμένος συνθέτης, έχοντας καλύψει όλα ανεξαιρέτως τα είδη, από το μιούζικαλ και την κωμωδία μέχρι τον ψυχολογικό τρόμο και τα βουκολικά δράματα, χρησιμοποιώντας πληθώρα ηχοχρωμάτων και τεχνοτροπιών. Ειδικά η Ορχήστρα Μίμης Πλέσσας με κιθαρίστα τον Τίτο Καλλίρη (πατέρα του Θάνου), μπήκαν στα λημέρα του fusion, εφαρμόζοντας τα jazz ακούσματα και τις παραστάσεις από την αμερικανική ποπ που έζησε στο εξωτερικό σε ταινίες που είχαν πολλαπλές ανάγκες, κοσμοπολίτικες ή στενά ελληνικές, μεγάλα διαστήματα για συνοδευτική μουσική ή σύντομα γεμίσματα, επένδυση ακριβείας και ατμοσφαιρικού τονισμού, αλλά και τραγούδια προσαρμοσμένα σε ηθοποιούς που δεν ήταν κατ' ανάγκη έμπειροι τραγουδιστές.

  Μπορεί το 1984 να φαίνεται πολύ πολύ μακρινό, αλλά για όλους εμάς που το ζήσαμε, πιστέψτε με, είναι μόλις χθες. Τότε διαβάζοντας τα μουσικά έντυπα της εποχής (Ποπ-Ροκ, Μουσική, Ήχος) μαθαίνω τη δημιουργία των ISKRΑ, ενός τετραμελούς ελληνικού σχήματος jazz που απαρτιζόταν από τους David Lynch, τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο, κρουστά, Τάκη Φαραζή, πλήκτρα, Γιώργο Φακανά, ηλεκτρικό και άταστο μπάσο και Λεωνίδα Πλιάτσικα ντραμς. Κατά τη φτωχή άποψη μου, οι ISKRA ήταν το πρώτο ελληνικό fusion jazz σχήμα, που ηχογράφησε 2 δίσκους, το A New Day,(1986) και Parastasis (1990) που τους συνδύασε με πολλές εμφανίσεις.
Από τη θέση του ντράμερ πέρασε κι ο Νίκος Τουλιάτος ενώ μετά τη διάλυσή τους κάθε μέλος ακολούθησε προσωπική καριέρα.
Ιδιαίτερη μνεία στον μπασίστα Γιώργο Φακανά που κρατάει τη φλόγα του fusion στη χώρα μας ζωντανή, συνεργαζόμενος με μεγάλα ονόματα της διεθνούς jazz fusion  σκηνής όπως οι Mike Stern, Frank Gambale, Anthony Jackson, Dave Weckl, Alex Acuna, Bireli Lagrene, Dennis Chambers, Horacio El Negro, Greg Howe, Eric Marienthal, Brett Garsed, Otmaro Ruiz, Barry Finerty, Mitch Forman, Tony Lakatos, Scott Kinsey, Jeff Richman ,Bob Franceschini κ.α. Συγγραφέας εκπαιδευτικών βιβλίων  μουσικής τα οποία διδάσκονται σε όλα τα σύγχρονα ωδεία της χώρας αλλά και  του εξωτερικού, o Φακανάς δίνει με το  συγκρότημα YFG (Yiorgos Fakanas Group) συναυλίες σε Ελλάδα κι εξωτερικό.
Στα παραπάνω σχήματα, να προσθέσω τους Iasis των Μπλταζάνη, Κούρτη και Κιουρτζόγου) που σχηματίστηκαν το 1995 παίζοντας μουσική στα πλαίσια της world fusion και ηχογράφησαν τα άλμπουμ Ίασις, Amalgama, Dunete αλλά κι ένα cd single. Έχουν συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως Οmar Faruk Τekbilek, Γιώργος Νταλάρας κ.ά. .
Οι Human Touch των David Lynch, Σταύρου Λάντσια καιΓιώτη Κιουρτζόγλου έχου κλείσει 20ετία και πλέον στη μουσική ζωή του τόπου, έχοντας αποκτήσει τη δική τους ξεχωριστή ταυτότητα στον χώρο της μουσικής, κινούνται σε ένα ευρύ φάσμα ρυθμών και ηχοχρωμάτων.  Αν βρείτε τα άλμπουμ του Human Touch και Movin’ δώστε τους μια ευκαιρία…
TRIVIA
Στο εξώφυλλο του άλμπουμ του Miles Davies, Filles de Kilimanjaro (σ.σ. γραμμένο στα γαλλικά, που σημαίνει Τα Κορίτσια του Κιλλιμάνταζαρο, γιατί ο Davis ήθελε να δώσει μια… εξωτική διάσταση στον τίτλο!) η κοπέλλα που εικονίζεται είναι η μετέπειτα συζυγός του Betty O. Mabry Davis, η οποία πέθανε λίγες ημέρες πριν δημοσιευτεί το άρθρο! Το εξώφυλλο μπορείτε να το δείτε στην πρώτη φωτογραφία του κειμένου.
ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Δουλεύοντας χρόνια σαν Υπεύθυνος Ξένου Ρεπερτορίου στην BMG, ήλθα πολύ κοντά όχι μόνο με την ποιοτική πλευρά της jazz αλλά και την εμπορική. Και μπορώ να πω ότι υπήρξαν μήνες που «βγάζαμε» το budget από τις μικρές αλλά σταθερές πωλήσεις δεκάδων διαφορετικών τίτλων cd jazz μουσικής, φέροντας από 25 κομμάτια ανά τίτλο.  Αλλά και στο παρελθόν, τόσο σαν φίλος της μουσικής όσο κι Υπεύθυνος Τύπου στην CBS, παρακολούθησαν δεκάδες συναυλίες blues jazz μαζί με χιλιάδες κόσμου που δίψαγε για μουσική. Από το 2000 και μετά, οι συναυλίες blues jazz περιορίστηκαν έως και εξαφανίστηκαν και πάντα αναρωτιέμαι τι έγινε όλος εκείνος ο κόσμος; Δεν μπορεί να χάθηκε και από την μια ημέρα στην άλλη, να μην ενδιαφέρεται για τη μουσική!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

13/2/22

 Ευχαριστώ πολύ τον ειδήμονα Χρήστο Κισατζεκιάν για την πολύτιμη βοήθειά του.

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου