ALICE COOPER – TRASH (1989): Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


    Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Alice Cooper, βετεράνος hard rocker και άρχοντας του shock rock στα ‘70s, βρισκόταν σε καλλιτεχνική και κυρίως προσωπική παρακμή. Ο βαθμός εθισμού του σε διάφορες ουσίες αλλά και στο αλκοόλ ήταν τόσο μεγάλος που, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, δεν θυμάται τίποτα από τις διαδικασίες σύνθεσης και ηχογράφησης των άλμπουμ που κυκλοφόρησε εκείνο το διάστημα (Flush the fashion (1980), Special Forces (1981), Zipper catches Skin (1982), Da Da (1983), ούτε και από τις ζωντανές εμφανίσεις γι’ αυτά. Η κατάσταση ήταν τόσο άσχημη που για τα δυο τελευταία δεν βγήκε καν για περιοδεία, ενώ τα συγκεκριμένα άλμπουμ απέτυχαν τόσο πολύ εμπορικά που δεν μπήκαν καν ούτε στα 200 του Billboard. Μετά την κυκλοφορία δε του Da Da, νοσηλεύτηκε με κίρρωση του ήπατος και ακολούθως μπήκε σε κλινική αποτοξίνωσης.
    Η αποτοξίνωση είχε αποτέλεσμα και μετά από ένα διάστημα τριών ετών κατά το οποίο ο Alice απείχε συνειδητά από τα μουσικά δρώμενα, επέστρεψε δριμύτερος και κυρίως νηφάλιος, με τα αρκετά καλά άλμπουμ Constrictor (1986) και Raise your Fits and Yell (1987), στα οποία, παρεμπιπτόντως, συμμετείχε ως μπασίστας αλλά και συνθέτης ο γνωστός Kip Winger. Τα δυο αυτά άλμπουμ, αν και σαφώς καλύτερα από τα προηγούμενα της δεκαετίας, δεν κατάφεραν να φτάσουν ψηλά στα charts, θεωρήθηκαν αποτυχημένα εμπορικά και ως αποτέλεσμα η MCA έλυσε μαζί του.
    Σχεδιάζοντας πώς θα κινηθεί στη συνέχεια, ο Alice έδεσε την τύχη του με τον πασίγνωστο συνθέτη/παραγωγό/δημιουργό επιτυχιών/άνθρωπο με το χρυσό άγγιγμα, Desmond Child. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Alice Cooper, εκείνη την περίοδο, γυρίζοντας με το αυτοκίνητό του και βάζοντας να ακούσει ραδιόφωνο, έπεφτε συνεχώς πάνω στις φοβερές επιτυχίες των Bon Jovi και Aerosmith. Ψάχνοντας ποιος βρίσκεται πίσω από αυτές, ανακάλυψε πως είναι ο Desmond Child και αποφάσισε πως αυτός θα ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο θα συνεργαζόταν αν ήθελε να πετύχει κάτι καλύτερο.
    Πράγματι, σε νέα δισκογραφική εταιρεία πλέον (Epic) και με τον Desmond Child ως συν-συνθέτη και παραγωγό, ο Alice Cooper κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1989 το Trash, το 11ο άλμπουμ της καριέρας του (ή το 18ο αν συμπεριλάβουμε και τα επτά πρώτα που οι Alice Cooper θεωρούνταν μπάντα και όχι προσωπικό σχήμα), το οποίο τον αποζημίωσε και με το παραπάνω για όλες τις δυσάρεστες καταστάσεις του πρόσφατου παρελθόντος.


    Το Trash, αποτελούμενο από 10 τραγούδια και με συνολική διάρκεια 40 λεπτά, αποτελεί καθαρά άλμπουμ προορισμένο για εμπορική επιτυχία και κυριαρχία σε ραδιόφωνο και MTV. Ο Alice Cooper, με την πολύτιμη βοήθεια του Child, έδωσε νέα πνοή στην καριέρα του και προσάρμοσε το στυλ της μουσικής του σε αυτό που επικρατούσε εκείνη την εποχή, το εμπορικό μελωδικό hard rock/hair metal. Στο άλμπουμ ακούμε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία-του είδους: ωραία, πιασάρικα riffs, κολλητικά πολυφωνικά ρεφραίν, μελωδικά σόλο και αρκετά keyboards που άλλες φορές εμπλουτίζουν διακριτικά τα κομμάτια και άλλες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
    Αυτό όμως που δίνει ακόμη μεγαλύτερη αίγλη στο άλμπουμ είναι η παρουσία μεγάλων ονομάτων του χώρου, καρπός των γνωριμιών και των διασυνδέσεων του Desmond Child στη μουσική βιομηχανία. Στο Trash συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, τα τέσσερα μέλη των Aerosmith, ο Kip Winger, ο Steve Lukather (Toto), οι Jon Bon Jovi και Richie Sambora, ενώ όσον αφορά τους συνθέτες, εκτός του  Child, έχουν συμμετοχή και ονόματα όπως οι Joan Jett, Dianne Warren, John McCurry (συνεργασία με Chicago, David Bowie, John Waite κ.α.) και Bruce Roberts (Barbara Streisand, Donna Summer, Whitney Houston ). Όπως είναι κατανοητό, με τέτοια «δύναμη πυρός» , το άλμπουμ δεν υπήρχε περίπτωση να αποτύχει.
    Περνώντας στα τραγούδια τώρα, δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να ακούει rock/hard rock/metal και να μην έχει ακούσει τουλάχιστον τα τέσσερα κομμάτια που αποτέλεσαν και τα singles του Trash. Πρώτο από αυτά το “Poison”, ένα από τα πιο διάσημα πλέον τραγούδια του Alice. Με την χαρακτηριστική εισαγωγή και riff του και ένα πολύ καλό video να το συνοδεύει, έγινε τεράστια επιτυχία, φτάνοντας στο Νο 7 του Billboard και αποτέλεσε την επιστροφή του Alice Cooper στα charts των singles για πρώτη φορά μετά το 1977, όταν είχε φτάσει στη θέση 9 με το τραγούδι “You and Me” του άλμπουμ Lace and Whiskey. Δεύτερο single (που δεν κυκλοφόρησε όμως στις ΗΠΑ) έχουμε το “Bed of Nails” με την εισαγωγή-θρίλερ, το εκπληκτικό ρεφρέν και το εντυπωσιακό riff, ενώ από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ είναι το τρίτο single, “House of Fire”, το οποίο συνυπογράφει η Joan Jett και αποτελεί ιδανικό δείγμα ισορροπίας μεταξύ εμπορικότητας και heavy ήχου. Για κάποιον περίεργο όμως λόγο , το συγκεκριμένο single δεν ανέβηκε ψηλά στα charts. Τέλος, από τα singles δεν θα μπορούσε να λείπει και μια μπαλάντα, το “Only my heart Talkin’”, που θυμίζει πολύ Aerosmith , γεγονός που φαίνεται περισσότερο όταν προς το τέλος μπαίνουν τα δεύτερα φωνητικά από τον Steven Tyler.


    Μπορεί για τους ευκαιριακούς ακροατές – που τότε ήταν χιλιάδες – το Trash να σημαίνει μόνο αυτά τα τέσσερα κομμάτια, για όσους όμως είναι πραγματικοί οπαδοί του Alice Cooper ή του hard rocκ γενικά, το άλμπουμ δεν σταματά εκεί. Το “Spark in the Dark” με τον swing ρυθμό του καρφώνεται σίγουρα στο μυαλό του ακροατή, το “Why trust you” κερδίζει άνετα τις εντυπώσεις,  με κορυφαίο σημείο το βιρτουόζικο σόλο κιθάρας, το “This Maniac’s in love with you” ξεχωρίζει με τον διαφορετικό ρυθμό του, τις δυνατές κιθάρες και τα Aerosmith γυρίσματά του, ενώ έχουμε και μια ακόμη μπαλάντα, το “Hell is living without you”, ίσως ελαφρώς καλύτερη από το “Only my heart Talkin’”, στην οποία συμμετέχουν ως συνθέτες και οι Jon Bon Jovi και Richie Sambora.
    Τέλος, έχουμε το ομώνυμο, “Trash”, ένα κομμάτι σε blues/rock στυλ που θυμίζει και αυτό Aerosmith, κάτι που δεν εκπλήσσει αφού σ’ αυτό συμμετέχουν οι Tom Hamilton και Joey Kramer από τους τελευταίους (μπάσο και ντραμς αντίστοιχα), ενώ ακούμε στα φωνητικά και τον Jon Bon Jovi. Το άλμπουμ κλείνει το “I’m your gun” που έχει μια χαζή αρχή αλλά εξελίσσεται σε μια σπιντάτη κομματάρα με punk/rock στυλ και δεύτερα φωνητικά από τον Kip Winger, που κλείνει ιδανικά το άλμπουμ.
    To Trash έγινε τεράστια επιτυχία και δικαίως, αφού κατάφερε με τις συνθέσεις του να έχει πέραση σε μεγάλο φάσμα ακροατών, από τους κλασικούς οπαδούς του Alice Cooper και τους metal fans μέχρι τους fans του mainstream/pop ήχου. Το άλμπουμ έφτασε μέχρι τη θέση 20 του Billboard και έγινε πλατινένιο πουλώντας μόνο στις ΗΠΑ πάνω από 1.000.000 αντίτυπα.
Το οπισθόφυλλο με τα τραγούδια.


    Ακόμα και στη χώρα μας πήγε πολύ καλά αφού όλο το 1990, τα τραγούδια-singles του ακούγονταν πολύ συχνά και είχαν μεγάλη απήχηση και στους κλασικούς «τουρίστες» ακροατές. Εκείνη την εποχή μάλιστα, στο σχολείο (ήμουνα στην τρίτη Λυκείου) , πάρα πολλά παιδιά είχαν κολλήσει άσχημα με τον Alice Cooper και ανάμεσά τους και αρκετά κορίτσια που πάντα ζορίζονταν με τον σκληρό ήχο. Όσο για μένα, αν και δεν ασχολήθηκα ποτέ ιδιαιτέρως με τον Alice, το Trash το είχα τιμήσει δεόντως. Ακόμα και τώρα που το ξαναθυμήθηκα για να γράψω το παρόν άρθρο, δεν απέφυγα να το ακούσω λιγότερο από δέκα φορές, αφού μου πρόσφερε ένα ιδανικό ταξίδι, ένα “trip down memory lane”, σε παλιές μοναδικές εποχές. Κλείνοντας την προσωπική παρένθεση, να θυμίσω και την συναυλία που έδωσε στις 19/7/1990 στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, όπου ακούστηκαν όλα τα τραγούδια του “Trash” πλην δυο (“Why trust you” και “Hell is living without you”), δείγμα της τεράστιας επιτυχίας που είχε. Οι πωλήσεις του στη χώρα μας, ξεπέρασαν τις 40.000 αντίτυπα


    Μετά από 32 χρόνια από την κυκλοφορία του, το άλμπουμ έχει μείνει στην ιστορία του μελωδικού hard rock ως ένα εμβληματικό άλμπουμ, τόσο της εποχής που κυριαρχούσε το συγκεκριμένο μουσικό είδος, όσο και της συνολικής καριέρας του Alice Cooper, αφού κατάφερε να τον αναγεννήσει καλλιτεχνικά, να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε μια ηλικία (ήταν 41 τότε) που πολλοί μουσικοί και μπάντες αρχίζουν να υποσκελίζονται από νεότερους και να αποτελέσει κίνητρο για να συνεχίσει να απασχολεί τους οπαδούς του μέχρι σήμερα στα 73 του χρόνια.





ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ
24/2/21
 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

2 σχόλια:

  1. Οπως τα λεει το κειμενο ,αλμπουμ -κοσμημα , κομματαρες , υπερπαραγωγη . Ηταν και η συγκυρια της εποχης ( ειχαν ηδη προετοιμασει το εδαφος κατι Bon Jovi,Europe κτλ ) οποτε το αλμπουμ μπηκε σε 'καθε σπιτι',χωρις δυσκολιες , σχηματιζοντας μαλιστα και ενα ευκαιριακο rock κοινο , που 'νομιζε ' οτι με τον δισκο αυτο , μια μεριδα Παπακωσταντινου (αμα ειναι αυτος ροκ τοτε οι c-real ηταν thrash metal) ,λιγο Bon Jovi και το final countdown ειχαν 'καθαρισει ' . Βεβαια δεν ειναι ασχημο αυτο δεν ειναι υποχρεωμενος κανεις ουτε να ακολουθει καποιο μουσικο ειδος ,ουτε και να εχει σταθερα ακουσματα .Ο καθενας δινει αξια σε οτι τον ευχαριστει ,απλη αναφορα γινεται .

    Το κομματι Poison ειναι αριστουργημα , κανονικα ειναι απο τα κομματια που πρεπει να διδασκονται ,ριφαρα , κουπλε που σε τραβαει αμεσως ,γεφυρα απο αλλο πλανητη που νομιζεις οτι ειναι το ρεφρεν , ρεφρεν με φωνητικη αρμονια που ισως μονο στο Africa θα στεκοταν προσοχη . Και φυσικα ολα σχεδον τα κομματια ειναι καλα .

    Τοτε ειχα εντυπωσιαστει με τις κιθαρες (του Pitreli αν δεν κανω λαθος οι περισσοτερες ) , ομως γενικα ο ηχος ηταν κορυφαιος . Τοσο καλος που εκανε την φωνη του Alice Cooper να ακουγεται πιο καλη απο οσο πραγματικα ηταν .


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στο "Poison" είναι υπέροχο και το βίντεο! Αυτή την καταπληκτική χορογραφία της μπάντας μόνο οι Def Leppard την έχουν ξεπεράσει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *