SAVATAGE: ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΣEΙΡΗΝΩΝ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ (1983 – 1991)


 Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στο βιβλίο του Heavy Metal αποτελούν και οι Αμερικανοί Savatage, ένα συγκρότημα που ξεκίνησε την πορεία του στα ένδοξα 80s και μέσα από σκληρή δουλειά, επιμονή, ατυχείς καταστάσεις και τραγικά γεγονότα κατόρθωσε να διαγράψει μια αξιοσημείωτη πορεία είκοσι και παραπάνω ετών στον χώρο του σκληρού ήχου και να αγαπηθεί ιδιαίτερα από την πλειοψηφία των metal οπαδών.
    Στο παρόν άρθρο, ο Χρήστος Ζερβός θα φρεσκάρει τη μνήμη μας τη πορεία τους, από τη γέννησή τους ως Avatar πίσω στις αρχές των 80s, μέχρι και το 1991 που κυκλοφόρησαν το, ιδιαίτερο για τα δεδομένα της τότε εποχής, άλμπουμ-rock opera, “Streets”.

ΤA ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ  AVATAR

    Οι Savatage είναι ουσιαστικά παιδί των αδερφών John (John Nicholas) και Criss (Christopher Michael) Oliva, οι οποίοι γεννήθηκαν στο Bronx της Νέας Υόρκης το 1960 και 1963 αντίστοιχα, σε μια μουσική οικογένεια καθώς ο πατέρας τους ήταν πιανίστας
    Το 1972 η οικογένεια Oliva μετακόμισε στην California, όπου τα δυο αδέρφια ασχολήθηκαν για πρώτη φορά με τη μουσική σε κάποιες ερασιτεχνικές μπάντες, ενώ το 1976 επέστρεψαν στην ανατολική ακτή και συγκεκριμένα στη Florida. Εκεί, οι John και Criss άρχισαν να κάνουν πλέον πιο επαγγελματικές εμφανίσεις σε διάφορα υπαίθρια πάρτυ,  παίζοντας διασκευές σε KISS, Black Sabbath, Deep Purple και ΖΖ TopP, με τον Criss να αναλαμβάνει το μπάσο και τον John την κιθάρα και τα φωνητικά.
    Το 1977, μπήκαν σε μια μπάντα που ονομαζόταν Metropolis και άρχισαν να εμφανίζονται σε διάφορα club της περιοχής τους και το 1978 κυκλοφόρησαν και ένα 45άρι το οποίο το πούλαγαν στα διάφορά μαγαζιά που έπαιζαν. Οι ηχογραφήσεις αυτού του single και κυρίως τα live, αποτέλεσαν για τους Oliva την πρώτη τους επαγγελματική εμπειρία στο χώρο της μουσικής και τους εξοικείωσαν με τις εμφανίσεις μπροστά σε κοινό. Στα τέλη του 1978 όμως το συγκρότημα διαλύθηκε καθώς οJohn βαρέθηκε και κουράστηκε με τα συνεχή live σε μπαρ ενώ παράλληλα συνειδητοποίησε πως θα έπρεπε μαζί με τον αδερφό τους να αρχίσουν να γράφουν τη δική τους μουσική.
    Πριν γίνει όμως αυτό, ο καθένας τους έφτιαξε για μικρό χρονικό διάστημα τη δική του μπάντα. Ο John τους Alien, όπου έγραφε δικά του κομμάτια και ο Criss τους Tower. Σύντομα ο Criss, λόγω μουσικών διαφορών, εγκατέλειψε τους Tower και εντάχθηκε στους Alien οι οποίοι μετονομάστηκαν σε Avatar.
    Στην πρώτη τους μορφή οι Avatar  αποτελούνταν από 5 μέλη εκ των οποίων ο John είχε αναλάβει τα τύμπανα και κάποια φωνητικά, ενώ ο Criss την κιθάρα. Αυτή η σύνθεση δεν κράτησε για πολύ και η μπάντα διαλύθηκε, καθώς τα άλλα τρία μέλη δημιουργούσαν εντάσεις μέσα στο σχήμα. Οι δυο Oliva συνέχισαν μόνοι τους να γράφουν κομμάτια και να εξασκούνται  σε μια αποθήκη που είχαν κοντά στο σπίτι τους και πολύ σύντομα ξαναέφτιαξαν τους Avatar παίρνοντας στο μπάσο τον Keith Collins και στα τύμπανα τον Steve Wacholz. Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση τους ήταν σε ένα δίσκο-συλλογή που έφτιαξε ένας τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός και συμμετείχαν με δυο κομμάτια, τα “Rock me “ και “Minus Love” τα οποία ήταν τόσο καλά που άνοιγαν τις δυο πλευρές του άλμπουμ. Τα τραγούδια αυτά είχαν αρκετή επιτυχία και έτσι, με σπόνσορα τον συγκεκριμένο σταθμό, είχαν την ευκαιρία να κάνουν αρκετές εμφανίσεις σε club της ευρύτερης περιοχής τους. Σε κάποια από αυτές τις εμφανίσεις, τους πρόσεξε ο ιδιοκτήτης της μικρής ανεξάρτητης εταιρείας Par Records, Dan Johnson και τους πρότεινε δισκογραφικό συμβόλαιο.


    Έτσι, το 1982 και με τη σύνθεση John Oliva–φωνή, Criss Oliva–κιθάρα, Keith Collins-μπάσο και Steve Wacholz-ντραμς, ηχογράφησαν το EP, “City Beneath the Surface”, το οποίο κυκλοφόρησε μόνο σε 1000 αντίτυπα και εκτός του ομώνυμου τραγουδιού, περιείχε και τα “Sirens” και “The Whip”. Αμέσως μετά, ο Dan Johnson διέθεσε άλλα 3000 δολάρια και οι Avatar μπήκαν στο studio για να γράψουν το πρώτο τους άλμπουμ. Στη διάρκεια 2 ημερών ηχογράφησαν 15 τραγούδια τα οποία σχεδίαζαν να τα κυκλοφορήσουν σε ένα άλμπουμ, αλλά, λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας του βινυλίου αναγκάστηκαν να επιλέξουν εννέα για το ντεμπούτο τους και να κρατήσουν τα υπόλοιπα για την δεύτερη κυκλοφορία τους.

Η ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΑ

    Μια μέρα πριν την κοπή του δίσκου, συνέβη το περιστατικό που θα άνοιγε νέο κεφάλαιο για την μπάντα: Ένα βράδυ που τα δυο αδέρφια βρίσκονταν στο σπίτι του Criss μαζί με τις γυναίκες τους, έλαβαν ένα τηλεφώνημα από τον Dan Johnson, o οποίος τους ενημέρωσε ότι υπήρχε ήδη ένα βρετανικό συγκρότημα με το ίδιο όνομα που απειλούσε ότι θα τους έκανε αγωγή αν δεν άλλαζαν όνομα. Η αλλαγή έπρεπε να γίνει άμεσα, καθώς την επόμενη μέρα είχε προγραμματιστεί να αρχίσει η κοπή του άλμπουμ. Έτσι, ξεκίνησαν το brainstorming για να βρουν νέο όνομα. Αρχικά προτάθηκε το Savatar, αλλά επειδή τους ακουγόταν σαν κάποιο είδος δεινόσαυρου (!) μετά από προσθαφαιρέσεις γραμμάτων και ύστερα από πρόταση μάλλον της γυναίκας του Criss κατέληξαν στο Savatage. Με αυτό τον τρόπο προέκυψε η νέα και οριστική ονομασία της μπάντας (σύμφωνα με δηλώσεις του John σε συνεντεύξεις και sites) και όχι από την μίξη του Avatar και του Savage, όπως κυκλοφορούσε για χρόνια.
    
SIRENS (1983) – THE DUNGEOSN ARE CALLING (EP-1984)

    Τον Απρίλιο του 1983 και με το όνομα της μπάντας να έχει πλέον οριστικοποιηθεί, κυκλοφορεί το ντεμπούτο των Savatge, το άλμπουμ Sirens, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα και ιδιαιτέρως αγαπητά ντεμπούτο heavy metal συγκροτημάτων εκείνης της εποχής και όχι μόνο. Από της πρώτες νότες γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι οι Savatage δεν είναι ένα ακόμα συνηθισμένο συγκρότημα, από τα πολλά που ξεπηδούσαν τότε, αλλά ότι πρόκειται για κάτι μοναδικό που ήρθε για  να μείνει και για να γράψει τη δική του ξεχωριστεί ιστορία.
  ΤΑ ΦΩΝΗΤΙΚΑ ΤΟΥ JON OLIVA, Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ CHRIS OLIVA KAI OI ΡΥΘΜΟΙ ΤΟΥ STEVE WACHOL
Savatage 1983

Η   Ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν τα «δαιμονικά» φωνητικά του Jon Oliva που άλλοτε είναι βραχνά, ατμοσφαιρικά και συναισθηματικά και άλλοτε δυναμικά, τσιριχτά και παρανοϊκά. Μια φωνή πραγματικά μοναδική που μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί καν μιμητής της. Τη μοναδικότητα της μπάντας ενισχύει και η δουλειά του Criss Oliva στην κιθάρα, που ήδη από το πρώτο άλμπουμ γράφει riffs που έχουν μείνει κλασικά, ενώ πολύ καλή επίσης είναι η απόδοση και οι ρυθμοί του Wacholz. Το μπάσο, τέλος, γεμίζει ιδανικά τα κομμάτια λόγω έλλειψης δεύτερης κιθάρας, αν και η δουλειά που έχει γίνει πρέπει να πιστωθεί μάλλον στον Criss Oliva, καθώς, όπως έχει πει σε συνεντεύξεις του ο Jon, ήταν αυτός που έγραφε και ηχογραφούσε τις μελωδίες του μπάσου και όχι ο Keith Collins, τον οποίο δεν τον θεωρούσαν και τόσο ικανό μουσικό, παρά μόνο μια λύση ανάγκης.



    Από τα κομμάτια του άλμπουμ, πρώτο και καλύτερο ξεχωρίζει, χωρίς αμφισβήτηση, το ομώνυμο, που πραγματεύεται τον μύθο των Σειρήνων. Ατμοσφαιρικό ξεκίνημα και με το “Allright!!" του Jon μπαίνει ίσως το χαρακτηριστικότερο riff τους. Συνεχόμενα σόλο  μαζί με τους στίχους, σπάσιμο του ρυθμού με ένα μυστήριο  ακουστικό σημείο και κλείσιμο του τραγουδιού με τις πιο γνωστές κραυγές του Jon σε τραγούδι τους.
    Από κει και έπειτα, όλα τα τραγούδια κινούνται στο ίδιο πολύ καλό επίπεδο, από τα οποία μπορούμε να ξεχωρίσουμε το καταστροφολογικό “Holocaust” με το κολλητικό του riff, το sci-fi “I believe” με την ιδιαίτερη ακουστική του εισαγωγή, το «οργισμένο» “Rage”, απλό στη δομή του αλλά πραγματικός δυναμίτης, το mid-tempo “On the run” και την κομματάρα “Scream Murder”, ένα αγχωτικό, με εφιαλτικό ρυθμό κομμάτι και έντονο μπάσο, όπου μεταφέρει ιδανικά την αίσθηση της καταδίωξης από κάποιον δολοφόνο. Τα υπόλοιπα τραγούδια, είναι το “Twisted Little Sister”, το “Living for the night” και το μπαλαντοειδές “Out in the streets”, το οποίο είναι ίσως το πιο διαφορετικό από τα άλλα, ακολουθώντας προφανώς τη λογική που επέβαλε να υπάρχει και μια μπαλάντα στο άλμπουμ για εμπορικούς λόγους.


    Να αναφερθεί εδώ ότι το Sirens κυκλοφόρησε με δυο διαφορετικά εξώφυλλα. Το πρώτο και πιο σπάνιο, της Par Records, με ένα καράβι σε γαλάζιο φόντο να βγαίνει μέσα από ένα ομιχλώδες τοπίο και το δεύτερο, της Music for nations και της Combat, με τα διαβολόπαιδα με τα μυτερά αυτάκια και φόντο μια πλημμυρισμένη αίθουσα/κρύπτη. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο υπήρχε σε κάποια από τις εκδόσεις του παιδικού βιβλίου “The Borribles go for broke”.
    Επειδή το άλμπουμ είχε πολύ καλή ανταπόκριση, κάποια στιγμή τους ζητήθηκε να ανοίξουν μια συναυλία των hard rockers Zebra που ανήκαν στην Atlantic (σημ. όποιος έχει δει τη σειρά του Netflix, Cobra Kai, sequel του Karate Kid, ας τσεκάρει στο επεισόδιο 8 του 2ου κύκλου τον πρωταγωνιστή William “Johnny Lawrence” Zabka που εμφανίζεται κάποια στιγμή με T-Shirt Zebra!). Στη συγκεκριμένη συναυλία βρισκόταν και ο manager της εταιρείας, Robert Zemsky, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την εμφάνισή τους και τους υποσχέθηκε ότι θα μιλήσει γι’ αυτούς σε ένα φίλο του στην Atlantic. Πράγματι, ο άνθρωπος της εταιρείας πέταξε από τη Ν.Υ. στη Florida για να τους δει live, εντυπωσιάστηκε και άμεσα εξασφάλισε χρήματα για να ξεκινήσουν ηχογραφήσεις για καινούργιο άλμπουμ στα γνωστά Morrisound studios.
Το εξώφυλλο του παιδικού βιβλίου.


    Ο Dan Johnson της Par records δέχτηκε να σπάσει το συμβόλαιο και να τους αφήσει να πάνε στην Atlantic, με την προϋπόθεση να κυκλοφορήσει πρώτα το EP The Dungeons are Calling. Έτσι, τον Μάρτιο του 1984, με παραγωγό τον Dan Johnson αλλά από την Combat, κυκλοφόρησε το The Dungeons are calling το οποίο κατά κάποιο τρόπο θεωρείται, άτυπα, ως το δεύτερο άλμπουμ τους καθώς η διάρκειά του (περίπου 25 λεπτά) το κάνει να φέρνει πιο κοντά σε ολοκληρωμένο άλμπουμ παρά σε EP. Το The Dungeons…δεν διαφοροποιείται σε ύφος από το Sirens και είναι λογικό, αφού περιλαμβάνει κομμάτια που ήταν να κυκλοφορήσουν μαζί με αυτά του Sirens, όπως είδαμε προηγουμένως. Από τα κομμάτια του, ξεχωρίζει το πολύ καλό και ατμοσφαιρικό ομώνυμο και ακολουθούν το“City beneath the surface” (από το EP των Avatar), το “By the Grace of the Witch”, το “Midas Knight”, που σε κάποια γυρίσματα θυμίζει Metallica (στα διάφορα “yeah” του Jon) ενώ στη γέφυρα φέρνει λίγο σε Virgin Steele της τότε εποχής και τα απλά καλά “Visions” και “The Whip”, με το τελευταίο να έχει πρωτοεμφανιστεί το EP των Avatar.



POWER OF THE NIGHT (1985)

    Με την Atlantic πλέον ως δισκογραφική εταιρεία, μεγαλύτερο budget και τον γνωστό Max Norman ως παραγωγό (Ozzy, Y&T, Megadeth, Lizzy Borden, Loudness.κα.), οι Savatage κυκλοφορούν τον Μάιο του 1985 το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο Power of the Night.
    Θα περίμενε κανείς ότι με αυτές τις προϋποθέσεις , η συγκεκριμένη δουλειά θα τους πήγαινε ένα επίπεδο παραπάνω, όμως αυτό που προκύπτει είναι απλά ένα καλό metal άλμπουμ, χωρίς εκπλήξεις και χωρίς κορυφώσεις που απλά συντηρεί την ταχύτητα που έχουν αποκτήσει από το ντεμπούτο και το EP. Δυστυχώς, μετά από λίγες ακροάσεις γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει θέμα έμπνευσης στην μπάντα. Η ένταση και το πάθος που ξεχείλιζαν στις δυο προηγούμενες κυκλοφορίες εδώ απουσιάζουν και υπάρχει η αίσθηση της «εκ του ασφαλούς» επανάληψης.
    Το άλμπουμ, βέβαια, όπως ανέφερα, δεν είναι κακό και μάλιστα το πρώτο μισό έχει πολύ καλά κομμάτια όπως το εναρκτήριο και ομώνυμο τραγούδι, ένα πραγματικά power metal κομμάτι με πολύ καλό σόλο και στίχους για τους metal οπαδούς, το thriller “Unusual”, το επιβλητικό “Warriors” και τα σπινταριστά “Necrophilia”, και “Washed Out”. Από κει και έπειτα , το δεύτερο μισό κάνει κοιλιά, με μόνο το “Fountain of Youth” να ξεχωρίζει με τον αργόσυρτο ρυθμό του και τις κλασικές παρανοϊκές τσιρίδες του Jon Oliva, ενώ τα “Skull Session” και “Stuck on You’, εγώ τουλάχιστον τα βρίσκω βαρετά και αδιάφορα. Τέλος, το “Hard for love” αν και ωραίο κομμάτι, με ωραίο riff και ρυθμό, θα ταίριαζε πιθανόν σε metal μπάντα με άλλο στυλ και θεματολογία και το ίδιο πιστεύω και για την μπαλάντα “In the dream”. Πέρα όμως από τη στασιμότητα που διακρίνεται, η απόδοση των μελών είναι άριστη και κυρίως αυτή των αδερφών Oliva, με τον Jon να εντυπωσιάζει με τα ιδιαίτερα φωνητικά του και τον Criss να παραδίδει σεμινάρια κιθάρας και να μοιράζει αφειδώς riffs και solos.
    Αυτό όμως δεν πρόσθεσε κάτι όσον αφορά την εμπορική απήχηση του άλμπουμ το οποίο δεν πήγε πολύ καλά. Λογικά, σε κάποιο βαθμό ίσως να φταίει και η εταιρεία που πιθανόν να πίεσε τη μπάντα να συμπεριλάβει κομμάτια έξω από τη βασική γραμμή των Savatage αν και ο Jon Oliva σε μια συνέντευξή του το 2007 σε γερμανικό ραδιοφωνικό σταθμό έδωσε και μια άλλη διάσταση επί του θέματος: υποστήριξε ότι ο Dan Johnson της Par records εκνευρίστηκε που αναγκάστηκε να αφήσει τους Savatage στην Atlantic και κυκλοφόρησε το The Dungeons are calling σκόπιμα λίγο πριν βγει το Power… για να τους κάνει χαλάστρα και να του φάει πωλήσεις, πράγμα που - σύμφωνα με τον Jon πάντα – κατάφερε!
    Να σημειωθεί εδώ ότι μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο μπασίστας Keith Collins έφυγε από το συγκρότημα και αντικαταστάθηκε από τον πολύ καλό Johnny Lee Middleton, oοποίος ήταν και προσωπική επιλογή του Criss Oliva.



FIGHT FOR THE ROCK (1986)

    Και ενώ οι οπαδοί τους θεώρησαν ότι το Power of the Night ήταν απλά μια αδύναμη στιγμή και ότι το συγκρότημα θα επανερχόταν δριμύτερο, με το νέο τους, τρίτο άλμπουμ, Fight for the Rock, οι Savatage έδειξαν ότι μπορούν να τα πάνε ακόμα χειρότερα, πιάνοντας πάτο!
    Πρώτο δείγμα, η βιτρίνα του άλμπουμ, το γελοίο εξώφυλλο το οποίο απεικονίζει τη μπάντα να σηκώνει την αστερόεσσα σε κάποια βραχώδη κορυφή με συννεφιασμένο ουρανό, μια αστεία έμπνευση της κλασικής φωτογραφίας που δείχνει την ύψωση της σημαίας των ΗΠΑ από τους πεζοναύτες σε έναν λόφο της νήσου Ίβο Τζίμα, κατά τη διάρκεια της γνωστής μάχης του B’ ΠΠ (19/2-26/3/1945). Όσον αφορά δε τα τραγούδια, η έμπνευση και η ποιότητα έχουν πάει περίπατο. Κατ’ αρχήν, από τα κομμάτια του άλμπουμ, τα δύο είναι διασκευές: Το “Day after day”των Ουαλών 60s-70s rockers Badfinger και το “Wishing Well”των γνωστών FREE (δεν διασκεύαζαν τουλάχιστον το “Wishing Well” των Black Sabbath, μπας και πάρει έξτρα πόντους το άλμπουμ;). Καλές διασκευές – ιδιαίτερα αυτή των Free – αλλά εκτός κλίματος. Στη συνέχεια υπάρχει η μπαλάντα από το Sirens, Out in the Streets αλλά με λιγότερο «μέταλλο» και κολλητά η επίσης μπαλάντα, “Crying for Love” η οποία προέρχεται από την εποχή του Dungeons…”, (υπήρχε ως demo version με τον τίτλο “Fighting for your love”). Από τα υπόλοιπα τραγούδια, με το ζόρι ξεχωρίζουν – ως μονόφθαλμος στους τυφλούς – το ομώνυμο και το σκοτεινό “Hyde” σχετικό με τον ήρωα της γνωστής Gothic νουβέλας “The strange case of Dr Jekyll and Mr Hyde” του Robert Louis Stevenson (Treasure Island). Τα υπόλοιπα κομμάτια (“The edge of midnight”, “Lady in disguise”, “She’s only rock ‘n’ roll”, “Red light Paradise”) είναι βαρετά και ανούσια.
    Ο ίδιος ο Jon Oliva έχει αποκηρύξει το συγκεκριμένο άλμπουμ, έχει δηλώσει ότι δεν το μετράει στις κυκλοφορίες τους και το χαρακτηρίζει “Fight for the nightmare” ή “Fight for the shit”! Σε αρκετές συνεντεύξεις του έχει πει ότι τα κομμάτια τα είχε γράψει για άλλους καλλιτέχνες αλλά η Atlantic τους πίεσε να τα κυκλοφορήσουν ως Savatage. Επίσης, στη ραδιοφωνική συνέντευξη που ανέφερα παραπάνω, δήλωσε πως την συγκεκριμένη περίοδο, το συγκρότημα συνεργαζόταν με δυο εγκληματίες – όπως τους χαρακτήρισε – managers, οι οποίοι αφού τους φούσκωσαν τα μυαλά ότι θα έχουν τρελή επιτυχία , τους έστειλαν να ηχογραφήσουν το άλμπουμ στο Λονδίνο ώστε να είναι μακριά από τα γραφεία της Atlantic στη Νέα Υόρκη και να μπορούν να τους κλέβουν με την ησυχία τους, πράγμα που το κατάφεραν!
    Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ και κάποιες εμφανίσεις, η μπάντα βρισκόταν στη χειρότερη φάση της: χρωστούσαν 60.000 δολάρια αφού αναγκάστηκαν να βάζουν από την τσέπη τους για τις εμφανίσεις τους, ο Jon Oliva κατέφυγε από την απογοήτευση στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά , οι σχέσεις του με τη γυναίκα του διαταράχθηκαν σοβαρά και ουσιαστικά το συγκρότημα ήταν μισό βήμα πριν τη διάλυση.
    Το παράδοξο της υπόθεσης, βέβαια, είναι ότι το άλμπουμ κατάφερε να εμφανιστεί στα charts του Billboard, στη θέση 158! ΟΚ, συμβαίνουν και αυτά…

HALL OF THE MOUNTAIN KING (1987) Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ PAUL O' NEIL

    Οι Savatage ήταν έτοιμοι να αφήσουν την τελευταία τους πνοή, όταν εμφανίστηκε ο από μηχανής Θεός, Paul O’ Neill. Ο O’Neill (που δυστυχώς απεβίωσε στις 5/4/2017), ήταν μουσικός, συνθέτης και παραγωγός και μέχρι να κάνει γνωστό το όνομά του μαζί τους, εργαζόταν στην εταιρεία management Leber-Krebs Inc, η οποία προωθούσε γνωστά ονόματα της μουσικής όπως οι Aerosmith, AC/DC, Def Leppard, Scorpionsκ.α.
    Ο Paul O’ Neill τους είχε ακούσει, πίστευε στις δυνατότητές τους, έβλεπε ότι είχαν προοπτική και αποφάσισε να τους αναλάβει. Ξεπλήρωσε, μάλιστα, με δικά του χρήματα το χρέος τους των 60.000 δολαρίων και τους πρόσφερε δωρεάν το προσωπικό του studio για να κάνουν τις πρόβες τους. Επιπλέον, συμμετείχε και στη σύνθεση των κομματιών γράφοντας στίχους γεγονός που χαροποίησε ιδιαίτερα τον Jon που, ναι μεν έγραφε στίχους αλλά δεν ήταν και το καλύτερό του. Έτσι, με την πολύτιμη βοήθεια του O’ Neill, θετική ψυχολογία και άλλο αέρα, οι Savatage μπήκαν στα γνωστά Record Plant studios της Νέας Υόρκης για να ηχογραφήσουν το τέταρτο άλμπουμ τους.


    Τον Σεπτέμβριο του 1987, λοιπόν, κυκλοφορεί το Hall of the Mountain King, ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους και του Heavy/Power Metal γενικότερα και αυτό που, ουσιαστικά, ανέστησε το συγκρότημα. Η πρώτη θετική εντύπωση έρχεται ήδη από το επικό εξώφυλλο, με τον βασιλιά με την μακριά λευκή γενειάδα που κάθεται στον θρόνο του, ενώ η αλλαγή γίνεται αντιληπτή με το που ξεκινάει να παίζει το άλμπουμ. Η έμπνευση έχει επανέλθει, ενώ αρχίζει να διακρίνεται και το νέο ύφος της μπάντας, με τον ήχο να αποτελεί μια σύνθεση της τραχύτητας και της επιθετικότητας των πρώτων κυκλοφοριών τους με πιο εκλεπτυσμένα και συμφωνικά σημεία, συνεισφορά του νέου τους παραγωγού.
    Για μια ακόμη φορά, εντυπωσιάζουν τα φωνητικά–σήμα κατατεθέν του Jon Oliva , με τη θεατρικότητα, την ένταση και την παράνοια που βγάζουν, αλλά την παράσταση κλέβει ο Criss Oliva με τα πληθωρικά του riffs που δημιουργούν ένα δυναμικό και συμπαγές ήχο, αλλά ταυτόχρονα έχουν και αυτό το μελωδικό άγγιγμα που δίνει σε κάθε κομμάτι έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Όσο για τα σόλο, στολίζουν ιδανικά όλο το άλμπουμ χωρίς να γίνονται σε κανένα σημείο φλύαρα και υπερβολικά. Μνεία πρέπει να γίνει φυσικά και στον ικανότατο μπασίστα Middleton που σε πολλά σημεία διακρίνεται η ποιότητα και η τεχνική του αλλά και στον πάντα σταθερό Wacholz πίσω από τα τύμπανα.
    Κορυφαία στιγμή του Hall…” είναι αδιαμφισβήτητα το ομώνυμο επικό κομμάτι που έχει μείνει έκτοτε κλασικό, στο οποίο προηγείται η instrumental εισαγωγή “Prelude to Madness”, εμπνευσμένη από το έργο “Peer Gynt Suite” του Νορβηγού κλασικού συνθέτη Edvard Crieg. Ακολουθούν, το σκοτεινό “Beyond the doors of the Dark”, το speed metal “White Witch”, αναφερόμενο στους «δαίμονες» του Jon Oliva (White Witch= ηρωίνη), το εισαγωγικό “24 Hrs Ago” και το πιο ιδιαίτερο, πιο λυρικό, “Strange Wings”. Υπάρχει επίσης το instrumental “Last Dawn”, γραμμένο από τον Criss Oliva για την γυναίκα του, Dawn και ακολουθούν τα υπόλοιπα κομμάτια (“Legions”, “The Price you Pay” , “Devastation”) που είναι εξίσου πολύ καλά καθώς το άλμπουμ δεν περιέχει κανένα filler.


    To Hall of the mountain King” πήγε πολύ καλά εμπορικά, έφτασε στη θέση 116 του Billboard και γυρίστηκαν και δυο βίντεο, για το “24 Hrs Ago” και το ομώνυμο, καθώς ο Paul O’ Neill κατόρθωσε να πείσει τους υπεύθυνους της Atlantic να διαθέσουν το απαιτούμενο χρηματικό ποσό. Οι Savatage ήταν πάλι σε τροχιά επιτυχίας και έτοιμοι για το επόμενο μεγάλο βήμα.


GUTTER BALLET (1989).ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΗΛΘΕ Η ΕΜΠΕΥΣΗ!

    Αφού αποκαταστάθηκε η θέση τους στη metal σκηνή, έφθασε η ώρα για το νέο κεφάλαιο στην ιστορία τους, αυτό που θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη αλλαγή στην μέχρι τώρα πορεία τους.
    Κατά τη διαδικασία σύνθεσης του επόμενου άλμπουμ, υπήρχε ιδιαίτερο άγχος στους βασικούς συνθέτες Jon και Criss Oliva γιατί η επιτυχία του Hall of the Mountain King είχε δημιουργήσει στους οπαδούς μεγάλες προσδοκίες για την συνέχεια. Σύμφωνα με τον Jon  ενώ είχαν γράψει τα περισσότερα τραγούδια, έλειπαν αυτά που θα ξεχώριζαν και θα ήταν η βιτρίνα/hits του άλμπουμ. Ο Paul O’ Neill βλέποντας το άγχος του Jon και για να τον χαλαρώσει λίγο, τον πήρε και πήγαν να παρακολουθήσουν στο Broadway, που βρισκόταν κοντά στα Record Plant studios, το γνωστό musical, "The Phantom of the Opera”. Ο Jon εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από το έργο και γυρίζοντας απευθείας στο studio, κάθισε στο πιάνο (κατά μια εκδοχή, στο ίδιο πιάνο στο οποίο ο John Lennon έγραψε το “Imagine”) και άρχισε να παίζει το θέμα που θα γινόταν η εισαγωγή του ομώνυμου “Gutter Ballet”. Η έμπνευση μεταδόθηκε και στον Criss και έτσι σε ένα βράδυ έγραψαν τα δυο καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ, το “Gutter Ballet” και το “When the crowds are gone” και μαζί με αυτά, το εναρκτήριο “Of rage and war” και το “Hounds”.


    Τον Δεκέμβριο του 1989, λοιπόν, κυκλοφορούν την πέμπτη δουλειά τους, το θεωρούμενο ως το “Magnum Opus” τους, Gutter Ballet. Ένα άλμπουμ με το οποίο αποφασίζουν να εξερευνήσουν καινούργια μουσικά μονοπάτια, εμπλουτίζοντας τον παραδοσιακό heavy/power ήχο τους με progressive, πομπώδη, συμφωνικά και ρομαντικά στοιχεία και δίνοντας χώρο σε μελωδίες κλασικού πιάνου και μουσικές φόρμες που θα χρησιμοποιήσουν μια δεκαετία αργότερα μπάντες όπως οι Kamelot, Rhapsody ή οι Nightwish.
    Θα ήθελα πολύ κι εγώ να υποστηρίξω ότι το Gutter Ballet αποτελεί τη κορυφαία δουλειά των Savatage, όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι καθώς από την πρώτη κιόλας ακρόαση καταλαβαίνει κάποιος ότι δεν έχει την ομοιογένεια που ο προκάτοχός του. Το άλμπουμ, ουσιαστικά, βασίζεται και χρωστάει τα πάντα στο ομώνυμο κομμάτι και ακόμα περισσότερο στο “When the crowds are gone”, δυο πραγματικά εντυπωσιακά και πρωτοποριακά τραγούδια τα οποία μαζί με τα πολύ ωραία και ατμοσφαιρικά instrumental, “Temptation Revelation” (αυτή ήταν αρχικά η σχεδιαζόμενη ονομασία του άλμπουμ) και “Silk and Steel” συνθέτουν το καλύτερο τμήμα του δίσκου.
    Από κει και έπειτα και με εξαίρεση την μπαλάντα “Summer’s Rain”, οι υπόλοιπες συνθέσεις κινούνται στο κλασικό heavy/power στυλ τους με κορυφαίο από αυτά το μανιασμένο “Unholy” (έπος!) και το εναρκτήριο “Of rage and war”. Ενδιαφέρον, με πολλές αλλαγές και ωραίες κιθαριστικές μελωδίες είναι το “Hounds”, τυπικό γρήγορο κομμάτι το “She’s in love”, με χαζούς όμως και άσχετους με το κλίμα του άλμπουμ στίχους σεξουαλικού περιεχομένου, βαρετό και με κακό ρεφρέν το “Mentally yours”, το οποίο ενώ ξεκινάει με φανταστική ακουστική εισαγωγή με πιάνο στη συνέχεια απογοητεύει, ενώ το άλμπουμ κλείνει με το αρκετά «παρανοϊκό» και αργόσυρτο “Thorazine Shuffle”. To τελευταίο δεν υπήρχε στην έκδοση του βινυλίου αλλά μόνο στο CD και την κασέτα (αν δεν κάνω λάθος) και μαζί με το “Mentally yours” και το “She’s in love” αποτελούν μια τριλογία σχετικά με τον ψυχασθενή  Timmy και την εξέλιξη της κατάστασής του, από την παιδική του ηλικία μέχρι τον τελικό εγκλεισμό του σε ίδρυμα.


    Παρά τα μειονεκτήματα που ανέφερα παραπάνω, το Gutter Ballet δεν παύει να είναι ένα εντυπωσιακό και καινοτόμο άλμπουμ που τους εδραίωσε στο χώρο του Heavy Metal και τους έκανε να αποκτήσουν την αυτοπεποίθηση που χρειάζονταν για να εξερευνήσουν ακόμα περισσότερο τις δυνατότητές τους.
    Τέλος, να αναφέρω ότι αν και στα credits και στις φωτογραφίες του άλμπουμ εμφανίζεται ως δεύτερος κιθαρίστας ο Chris Caffery, στην πραγματικότητα δεν παίζει στο άλμπουμ. Απλά συμμετείχε στις συναυλίες κρυμμένος στο πίσω μέρος τις σκηνής παίζοντας δεύτερη κιθάρα και λίγα σημεία στα πλήκτρα, που του είχε δείξει ο Jon. Εμφανίζεται βέβαια στο video του “Gutter Ballet”, ίσως και σ’ αυτό του “When the crowds are gone”, αλλά κανονικό μέλος έγινε πολύ αργότερα, στο Dead Winter Dead του 1995.

STREETS: A ROCK OPERA (1991)-THE STORY

  Μετά την επιτυχία του Gutter Ballet, ήταν λογικό οι Savatage να κινηθούν περισσότερο προς το ύφος που υποδείκνυαν τα δυο νεωτερικά τραγούδια του τελευταίου τους άλμπουμ, όπως και το “Summer’s Rain”. Έτσι, στην επόμενη δουλειά τους, κινήθηκαν ακόμα περισσότερο προς τη νέα αυτή κατεύθυνση, συνθέτοντας ένα concept άλμπουμ, βασισμένο σε μια ιστορία το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο Paul O’ Neill κάποια χρόνια πριν και το κράταγε ακόμα αναξιοποίητο.
    Ο τίτλος του άλμπουμ είναι Streets: A Rock Opera και διηγείται την ιστορία του DT Jesus (De-Tox ή Down Town Jesus), ενός μικροντήλερ ναρκωτικών της Νέας Υόρκης, ο οποίος καταφέρνει να φτιάξει ένα rock συγκρότημα και να αποκτήσει μεγάλη φήμη και επιτυχία. Στη συνέχεια όμως, οι υπερβολές και οι καταχρήσεις του rock τρόπου ζωής τον ξαναρίχνουν εκεί από όπου ξεκίνησε: στα βρώμικα και σκοτεινά σοκάκια της πόλης ανάμεσα στους απόκληρους της κοινωνίας. Στη διάρκεια των κομματιών παρακολουθούμε την προσπάθεια του ήρωα να ξανασταθεί στα πόδια του αφού κάνει την ενδοσκόπησή του και τις απαιτούμενες υπαρξιακές και φιλοσοφικές αναζητήσεις.
    Το Streets είναι ένα σχετικά καλό άλμπουμ, αλλά χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, καθώς του λείπουν τα δυναμικά τραγούδια που θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή. Επιπλέον, διαρκεί σχεδόν 70 λεπτά και από ένα σημείο και μετά γίνεται κουραστικό. Κατά τη διάρκειά της σύνθεσής του, που κράτησε ένα χρόνο, γράφτηκαν από τα αδέλφια Oliva και τον O’ Neill, 50 περίπου τραγούδια, από τα οποία κράτησαν 32. Σκοπός ήταν να κυκλοφορήσει ως διπλό άλμπουμ αλλά μπήκε χέρι από την Atlantic και έτσι τα 32 κομμάτια έγιναν 16 και το άλμπουμ μονό, ενώ στο εσώφυλλο του δίσκου, μαζί με τους στίχους, υπήρχε και η υπόθεση για να μη «χαθεί» ο ακροατής. Πολλά από τα τραγούδια που «κόπηκαν» υπάρχουν σε επανεκδόσεις διαφόρων άλμπουμ της μπάντας.
    Γενικά, για να εμβαθύνεις στο άλμπουμ πρέπει να κάτσεις να το ακούσεις  - μαζί με στίχους φυσικά – από την αρχή μέχρι το τέλος, αφού μοιάζει περισσότερο με μια θεατρική παράσταση ή ένα μιούζικαλ παρά με ένα κανονικό άλμπουμ που μπορείς να ακούσεις 4-5 τραγούδια μαζί και αν δεν έχεις όρεξη ακούς τα υπόλοιπα κάποια άλλη στιγμή. Αν του δώσεις το χρόνο που θέλει και μπεις στο κλίμα της υπόθεσης θα σε κερδίσει αλλά και πάλι δεν θα το αναζητήσεις περισσότερο από ότι θα αναζητούσες το “Sirens”, το “Hall of the Mountain King” ή ακόμα περισσότερο, το “Gutter Ballet”.
Όσο για τα τραγούδια, αυτά που ξεχωρίζουν, στο συμφωνικό/θεατρικό στυλ, είναι τα ‘Tonight he grins again”, “Strange Reality” , το ακουστικό και ατμοσφαιρικό Heal my Soul και φυσικά το καλύτερο του άλμπουμ και κλασικό πλέον, “Believe”, μια εντυπωσιακή σύνθεση- δίδυμο αδερφάκι του “When the Crowds are Gone” , αφού περιλαμβάνει κιόλας προς το τέλος ένα θέμα του τελευταίου με ακριβώς τους ίδιους στίχους και μουσική. Από τα υπόλοιπα κομμάτια, στο heavy/power στυλ της μπάντας, υπάρχουν τα “Sammy and Tex”, το “Agony and Ecstasy”, άντε και το “Jesus Saves”, για το οποίο μάλιστα βγήκε και video.


    Στο χώρο του hard rock/heavy metal δεν ήταν η πρώτη φορά που κυκλοφορούσε ένα concept άλμπουμ. Ήταν όμως η πρώτη φορά που μια heavy/power μπάντα εισήγαγε τo θεατρικό/soundtrack στοιχείο στη μουσική δημιουργώντας το υβρίδιο του λεγόμενου “Broadway metal” (αν και ως χαρακτηρισμό προσωπικά τον βρίσκω αστείο). Μπορεί το “Streets: A rock Opera” να δίχασε λίγο τους οπαδούς τους, αποτέλεσε όμως τη βάση για κάποιες πραγματικά μεγάλες concept κυκλοφορίες που θα ακολουθούσαν λίγα χρόνια αργότερα


ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

Μετά την κυκλοφορία του Streets, o Jon Oliva εγκατέλειψε το συγκρότημα ως τραγουδιστής και παρέμεινε στο παρασκήνιο, ασχολούμενος μόνο με την σύνθεση των κομματιών. Ο λόγος της αποχώρησής του ήταν ότι είχε αποκτήσει πρόβλημα με την φωνή του λόγω των καταχρήσεων στη διάρκεια των προηγούμενων ετών. Στη θέση του ήρθε ο πολύ καλός Zachary Stevens ο οποίος έμεινε στην μπάντα μέχρι το 1997, ενώ ο Jon ξανατραγούδησε στους Savatage στο τελευταίο άλμπουμ τους Poets and Madmen (2001).
Το Streets ακολούθησε μια σειρά πολύ καλών άλμπουμ, μέχρι το 2001 όπου το συγκρότημα μπήκε ουσιαστικά στον πάγο χωρίς να έχουν διαλυθεί επισήμως. Η κληρονομιά τους όμως συνεχίστηκε καθώς διάφορα μέλη τους δημιούργησαν τα δικά τους σχήματα, όπως ο Zachary Stevens τους Circle II Circle, ο Chris Caffery το ομώνυμο προσωπικό του σχήμα και ο Jon Oliva τους Dr Butcher, Jon Oliva’s Pain  και Οliva. Αυτό όμως που έκανε την διαφορά και ακόμα συνεχίζει, είναι οι Trans-Siberian Orchestra, μια συμφωνική/progressive/θεατρική μπάντα-project που ξεκίνησαν ο Jon Oliva με τον κιθαρίστα Al Pitrelli και τον Paul O’Neill, η οποία φημίζεται για τα φαντασμαγορικά σόου που δίνει και έχει πολύ μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ, έχοντας κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ (τα τρία από αυτά με Χριστουγεννιάτικη θεματολογία) από τα οποία τα τέσσερα έχουν γίνει πλατινένια.
Τέλος, τα τελευταία νέα είναι κάποιες δηλώσεις του Al Pitrelli, σύμφωνα με τις οποίες αυτός και ο Jon Oliva γράφουν υλικό με σκέψη να επανέλθει η μπάντα, αλλά και κάποιες δηλώσεις του Caffery όπου δίνει κάποια πιθανότητα να κυκλοφορήσουν νέο άλμπουμ το 2022.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ CHRIS OLIVΑ

  Το γεγονός που σημάδεψε και άλλαξε ως ένα βαθμό την πορεία τους, ήταν αδιαμφισβήτητα ο θάνατος του Criss Oliva στις 17/10/1993 σε ηλικία μόλις 30 ετών. Ο Criss πήγαινε μαζί με την γυναίκα του σε ένα rock festival οδηγώντας το αυτοκίνητό του, όταν ένα φορτηγό που ο οδηγός του ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ πέρασε τη διαχωριστική μπάρα του αυτοκινητόδρομου και συγκρούστηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο του Criss. Αυτός σκοτώθηκε ακαριαία ενώ η γυναίκα του επιβίωσε βαριά τραυματισμένη. Με αυτόν τον άδικο τρόπο, χάθηκε ένα ταλέντο που είχε ακόμα πολλά να προσφέρει στον χώρο του metal αλλά και ένας καλόκαρδός, ήρεμος και αξιαγάπητος άνθρωπος.
    O Jon, μετά το θάνατο του αδερφού του δεν ήθελε να συνεχίσει το συγκρότημα, αφού πίστευε, όπως έχει δηλώσει, πως με τον θάνατο του Criss πέθαναν και οι Savatage. Πείστηκε όμως από τον O’ Neill να τους συνεχίσει στη μνήμη του αδερφού του, με κιθαρίστες τους Chris Caffery, Alex Skolnick και Al Pitrelli.

ΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Οι Savatage έχουν εμφανιστεί τρείς φορές στη χώρα μας και όλες αφορούν την δεύτερη περίοδο του σχήματος και ιδιαίτερα την περίοδο μετά τον θάνατο του Criss Oliva.  Η πρώτη φορά ήταν την 21/1/1996, όπου έπαιξαν στην Αθήνα, στο «ηρωικό» Ρόδον club, με τον Zachary Stevens στα φωνητικά,  Al Pitrelli και Chris Caffery στις κιθάρες, Johnny Lee Middleton στο μπάσο, Jeff Plate στα τύμπανα (o Wacholz αποχώρησε από το συγκρότημα μετά το Handful of Rain- 1994) και τον Jon Oliva στα πλήκτρα και στα φωνητικά (σε ορισμένα τραγούδια). Μια πολύ καλή και δυνατή εμφάνιση, με το βάρος να πέφτει στα κομμάτια του άλμπουμ Dead Winter Dead για το οποίο και περιόδευαν (έπαιξαν 9 από το συγκεκριμένο), καθώς και σε αυτά του προηγούμενου, Handful of Rain, από το οποίο έπαιξαν 5 τραγούδια. Η πρώτη, κλασική τους περίοδος (1983 – 1991), εκπροσωπήθηκε μόλις με 4 (!) συνθέσεις και αυτό ήταν το μόνο που δυσαρέστησε λίγο όσους παρακολούθησαν το live.
    Η δεύτερη εμφάνισή τους ήταν την 1/7/2001, στο πλαίσιο του Rockwave Festival που πραγματοποιήθηκε στο ποδηλατοδρόμιο του ΟΑΚΑ. Στο συγκεκριμένο live, τραγουδιστής ήταν ο Damon Jiniya, που αντικατέστησε τον Stevens όταν ο τελευταίος αποχώρησε από το σχήμα λίγο πριν τις ηχογραφήσεις των φωνητικών για το άλμπουμ “Poets and Madmen”. Η εμφάνιση, αν και κουτσουρεμένη (12 τραγούδια μόνο), όπως συμβαίνει στα festivals, ήταν αρκετά καλή και λόγω περιορισμένου χρόνου επικεντρώθηκε στα πιο κλασικά κομμάτια, με την έκπληξη να γίνεται στο ξεκίνημα όπου άνοιξαν με το “City beneath the surface”!
    Τρίτη και τελευταία φορά που οι Savatage ήρθαν στη χώρα μας ήταν τον Ιανουάριο του 2002, όπου στις 26/1 έπαιξαν στο γήπεδο του Σπόρτιγκ στην Αθήνα, ενώ την επόμενη ημέρα, 27/1, στον Μύλο στη Θεσσαλονίκη. Σε αυτές τις εμφανίσεις, τα φωνητικά μοιράστηκαν ο Damon Jiniya και ο Jon Oliva ενώ στις κιθάρες, εκτός του Caffery, ήταν ο Jack Frost. Στο Σπόρτιγκ, όπου τους είδα και εγώ, έκαναν μια πολύ δυνατή εμφάνιση , με κάποιες αρκετά συγκινητικές στιγμές, όταν έγινε αναφορά  στον αδικοχαμένο Criss Oliva από τον Jon.
    Μπορεί το 2002 να ήταν η τελευταία φορά που οι Savatage εμφανίστηκαν στην Ελλάδα, δεν ήταν όμως και η τελευταία του Jon Oliva. Μας επισκέφτηκε άλλες 2 φορές με το προσωπικό του σχήμα, Jon Oliva’s Pain: το 2004 για τρείς εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και το 2008 για άλλες δυο.
    Τέλος, τρείς φορές έχουν επισκεφτεί την χώρα μας (2003, 2004, 2009 - 5 εμφανίσεις συνολικά) οι Circle II Circle, η μπάντα που έφτιαξε ο Zachary Stevens όταν αποχώρησε από τους Savatage.

 ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1983-1991

Αρχής γενομένης από το άρθρο των Savatage, ο Rockmachine.gr σε άρθρα που αναφέρονται σε χρονικά αφιερώματα θα προτείνει  μια σειρα, όχι παραπάνω από 13, τραγούδια του συγκροτήματος.
 - Sirens
 - Scream Murder
 - The Dungeons are calling
 - Power of the night
 - Hall of the Mountain King
 - Beyond the doors of the dark
 - Gutter Ballet
- When the crowds are gone
 - The Unholy
 - Jesus Saves
 - Tonight he grins again
 - Believe

ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

3/1/21

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *