HOUSE OF LORDS – S/T (1988): ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΚΛΑΣΙΚΟΥ METAL ΜΕ ΕΜΠΟΡΙΚΟ HARD ROCK/Α.Ο.R.

 

Όσοι ασχολούνται χρόνια με τον σκληρό ήχο , σίγουρα θα θυμούνται ότι οι House of Lords, στη χώρα μας τουλάχιστον , ακούστηκαν κυρίως λόγω της μπαλάντας “Love don’t lie” που υπήρχε στο ντεμπούτο τους και που περιλαμβανόταν σε αρκετές επιλογές με metal ballads που κυκλοφόρησαν στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Προσωπικά, θυμάμαι ελάχιστες άλλες αναφορές στο όνομά τους εκτός από 1-2 άρθρα στο Metal Hammer και αυτά μεταφρασμένα από την γερμανική ή βρετανική του έκδοση.
    Παρόλα αυτά, δεν είναι το σχήμα της «μιας γνωστής μπαλάντας», ούτε εμφανίστηκαν ξαφνικά το 1988, αλλά στην πραγματικότητα, αποτέλεσαν συνέχεια και μετεξέλιξη των Giuffria, ενός βραχύβιου A.O.R. σχήματος, δημιούργημα του κιμπορντίστα Gregg Giuffria, το οποίο έβγαλε δυο πολύ καλά άλμπουμ (Giuffria - 1984 και Silk+Steel -1986) και διαλύθηκε το 1987 έχοντας φτάσει στο στάδιο των demos για το τρίτο, Giuffria III. (Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση των Giuffria δείτε εδώ  το άρθρο της 31/12/18 στην ενότητα “Θυμάστε τους..”).
    Όταν η MCA τερμάτισε το συμβόλαιο των Giuffria, μετά την εμπορική αποτυχία του δεύτερου άλμπουμ τους και ενώ το συγκρότημα ετοίμαζε κομμάτια για το επόμενο αναζητώντας ταυτόχρονα νέα δισκογραφική εταιρεία, έπεσαν στην αντίληψη του γνωστού Gene Simmons των KISS, ο οποίος εκείνη την περίοδο ξεκινούσε την δική του δισκογραφική εταιρεία, Simmons Records.
    Ο Simmons ενθουσιάστηκε με το υλικό που άκουσε και δέχτηκε να τους υπογράψει, με δυο όμως προϋποθέσεις: Να αλλάξουν ονομασία και να αντικαταστήσουν τον τραγουδιστή τους. Η ευκαιρία δεν έπρεπε να χαθεί, οπότε οι Giuffria έγιναν House of Lords, ενώ στη θέση του τραγουδιστή ήρθε ο James Christian (μετά από πρόταση του μπασίστα Chuck Wright), αντικαθιστώντας τον David Glen Eisley. Έτσι, με τη σύνθεση James Christian φωνή, Gregg Giuffria πλήκτρα (πρώην Giuffria), Lanny Cordola κιθάρα ( πρώην Giuffria), Chuck Wright μπάσο (πρώην Giuffrian/Quiet Riot), Ken Mary ντραμς, οι House of Lords κυκλοφορούν τον Οκτώβριο του 1988 το ομώνυμο ντεμπούτο τους από την Simmons/RCA με παραγωγούς τους Gregg Giuffria, Gene Simmons και Andy Jones (παραγωγός στους Free, Humble Pie, Cinderella κ.α. ενώ μηχανικός ήχου στους Led Zeppelin, The Rolling Stones, L.A. Guns κ.α.).
    Το άλμπουμ είναι ένα εξαιρετικό μείγμα κλασικού metal ήχου με αρκετές δόσεις εμπορικού hard rock της εποχής και ελάχιστες A.O.R. στιγμές σε σχέση με τα άλμπουμ των Giuffria. Η εποχή, σε σχέση με το 1984 (πρώτο άλμπουμ των Giuffria), έχει πλέον αλλάξει και το βάρος πέφτει περισσότερο στις κιθάρες, τα σόλο και το στιβαρό rhythm section, ενώ τα keyboards έχουν περιοριστεί δραστικά, έχοντας απλά υποστηρικτικό ρόλο. Όλες οι συνθέσεις είναι καταπληκτικές, χωρίς, κατά τη γνώμη μου, να υπάρχει κάποιο filler και σε αυτό συνέβαλε και η βοήθεια που πήρε η μπάντα και από εξωτερικούς συνθέτες.


    Αν μπορούσε κάποιος να βρει ένα “αρνητικό”, αυτό ίσως να ήταν η έλλειψη πρωτοτυπίας, καθώς ό,τι ακούμε δεν είναι κάτι που δεν το έχουμε ακούσει και από άλλες, σύγχρονές τους μπάντες. Απλά  εκμεταλλεύτηκαν το momentum της εποχής, ήταν και έμπειροι μουσικοί, έγραψαν καλά κομμάτια, είχαν αρκετή προβολή στο χώρο και έτσι καρπώθηκαν και αυτοί ένα μικρό κομμάτι από την επιτυχία της όλης σκηνής. Σε τελική ανάλυση, το άλμπουμ μπορεί να μην «ανακαλύπτει την Αμερική», αλλά προσφέρει 10 συνθέσεις ποιοτικού εμπορικού hard rock που στο κάτω κάτω αυτό είναι και η ουσία: 45 λεπτά εγγυημένη απόλαυση!
    Ο δίσκος ανοίγει με τα keyboards-εισαγωγή του “Pleasure Palace” (θυμίζει την εισαγωγή του ντεμπούτου των Giuffria), ένα από τα λίγα κομμάτια του άλμπουμ που τα keyboards ακούγονται λίγο περισσότερο. Σύνθεση που θυμίζει progressive μπάντες των 70s, με δυνατά τύμπανα και την φωνή του James Christian να εντυπωσιάζει, τόσο με το εύρος και τη δύναμή της όσο και με την blues χροιά της που θυμίζει αρκετά David Coverdale, ιδιαίτερα σε επόμενα τραγούδια.
    Συνέχεια με το “I wanna be loved” , single και video του άλμπουμ, γραμμένο από εξωτερικό συνεργάτη, τον Andy Meyer (Asia, Cobra). Mid-tempo σύνθεση, με χαρακτηριστική πιασάρικη-εμπορική δομή ωραίες μελωδίες στην κιθάρα και Lynch style σόλο από τον Cordola, ενώ καπάκι έρχεται η κομματάρα “Edge of your life” με πιο A.O.R. αίσθηση, ωραία εισαγωγή με keyboards και φωνητικά και φοβερή δυναμική εξέλιξη, με αποκορύφωμα τα σόλο.
    Ακολουθεί το σπινταριστό “Looking for Strange”, μια υπερηχητική σύνθεση με ταχύτατες κιθάρες που φέρνει στο μυαλό τους Van Halen και το πρώτο μισό/πρώτη πλευρά κλείνει με την κλασική μπαλάντα “Love don’t Lie”, ένα ακόμα single και video. Περισσότερα για το συγκεκριμένο κομμάτι δεν χρειάζεται να γράψω, καθώς είναι πασίγνωστο ακόμα και σε άτομα που δεν ασχολούνται με τον σκληρό ήχο. Απλά να σημειώσω πως δεν είναι δική τους σύνθεση αλλά διασκευή τραγουδιού του Stan Bush που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν (1987) από την μπάντα του, Stan Bush & Barrage, στο ομώνυμο άλμπουμ (για περισσότερες πληροφορίες, η συγκεκριμένη δουλειά έχει παρουσιαστεί στην ενότητα A.O.R./Melodic).
    Έναρξη δεύτερης πλευράς με το “Slip of the tongue” που, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, θυμίζει αρκετά Whitesnake, κυρίως στα φωνητικά, γιατί όσον αφορά τη δομή και το σόλο πιο πολύ στο Burn των Deep Purple φέρνει (Coverdale βέβαια και εκεί!). Το δεύτερο τσίτα κομμάτι του άλμπουμ, “αδερφάκι” με το “Looking for strange” και με συνθετική συμμετοχή του Rick Nielsen των Cheap Trick. (Να αναφερθεί, για την ιστορία, πως το άλμπουμ των Whitesnake , “Slip of the tongue”, κυκλοφόρησε το επόμενο έτος (1989) και δεν προηγήθηκε του τραγουδιού των House of Lords).
    Από εδώ και μέχρι το τέλος, το άλμπουμ αλλάζει ελαφρώς χροιά. Πιο επικό – δραματικό στο καταπληκτικό “Hearts of the World”, λίγο πιο progressive και A.O.R. στο “Under blue skies”, με τα εισαγωγικά εφέ γκάιντας και σάλπιγγας στην εισαγωγή, πιο rock στο “Call my name” που θυμίζει λίγο από Bryan Adams ή Bruce Springsteen, για να κλείσει με την power μπαλάντα “Jealous Heart” η οποία ξεκινάει με ένα intro κλασικής κιθάρας και κλείνει πολύ όμορφα το άλμπουμ φέρνοντας στο μυαλό λιγάκι τους Journey.
    Το “House of Lords” έφτασε στο Νο 78 του Billboard ενώ στο Νο 58 των Ηot 100 κομματιών έφτασε το πρώτο single “I wanna be loved. Παραδόξως, το “Love don’t lie” παρά το σημαντικό airplay που είχε σε ραδιόφωνο και MTV, δεν κατάφερε να μπει στα charts. Αυτό βέβαια δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αν αναλογιστούμε τι μπαντάρες του μελωδικού/glam/hair metal ήχου κυριαρχούσαν εκείνη την περίοδο στα charts και στη μουσική βιομηχανία.
    Φυσιολογικό είναι το κομμάτι της πίτας που αντιστοιχούσε στους HOL να είναι μικρό και αυτό φάνηκε τόσο από την περιοδεία για το άλμπουμ που είχε μόνο 51 εμφανίσεις όσο και από τις πωλήσεις που δεν έφτασαν σε κάποιο αξιομνημόνευτο αριθμό. Μοιραίο ήταν οι HOL να ενταχθούν στα συγκροτήματα της μεσαίας κατηγορίας του “πρωταθλήματος” με ό,τι αυτό σήμαινε. Παρόλα αυτά και επί της ουσίας, το “House of Lords” είναι ένα από τα πολύ αξιόλογα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν εκείνη την εποχή και όποιος ασχολείται ή θέλει να ασχοληθεί ουσιαστικά με τη συγκεκριμένη μουσική σκηνή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να το αγνοεί.




ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

  •     Το δεύτερο άλμπουμ τους, Sahara, κυκλοφόρησε το 1990, με τον κιθαρίστα Lanny Cordola να αποχωρεί και να έρχεται στη θέση του ο Michael Guy των Shark Island. Πολύ καλή κυκλοφορία, πιο hard rock, με βαρύτερες κιθάρες και παραγωγή και σε αρκετά τραγούδια να μου θυμίζει, Winger. To Sahara πήγε αρκετά καλά, έβγαλε δυο singles που έπαιξαν αρκετά (“Can’t find my way home”, διασκευή Blind Faith και “Remember my name”), ενώ για ακόμα μια φορά, στη δημιουργία του άλμπουμ συμμετείχαν αρκετοί guests μουσικοί. Αξιόλογη δουλειά που αξίζει προσοχής.
  •     Το 1992, οι HOL με μόνα μέλη της αρχικής σύνθεσης τους Giuffria και Christian, κυκλοφόρησαν το τρίτο άλμπουμ τους, Demons Down το οποίο έχει δυο-τρία καλά τραγούδια αλλά γενικά δίνει την αίσθηση ότι η μπάντα ψάχνει να βρει τον προσανατολισμό της, ενώ έχει περιοριστεί η σκληράδα και είναι πιο χαλαρό με πιο απλές rock φόρμες. Μετά από την κυκλοφορία του οι HOL διαλύθηκαν.
  •     Το 2004 επανήλθαν μέσω της γνωστής Frontiers Records κυκλοφορώντας το The Power and the Myth με την κλασική τους σύνθεση (Christian, Cordola, Wright, Mary) πλην του Giuffria. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που έπαιξαν μαζί. Από το επόμενο άλμπουμ (World Upside Down, 2006), οι HOL θα μετατραπούν ουσιαστικά σε προσωπικό σχήμα του James Christian με διαφορετικούς μουσικούς ανά κυκλοφορία.
  •     Από την επάνοδό τους πάντως το 2004 μέχρι σήμερα, έχουν τακτική δισκογραφική παρουσία με συνολικά εννέα (9) κυκλοφορίες το διάστημα 2004-2020 - τελευταία το New World – New Eyes (2020) – όλες αρκετά καλές.


TRIVIA

  •  Στο ντεμπούτο, δεύτερα φωνητικά κάνει ο γνωστός Jeff Scott Soto, ενώ στη δεύτερη φάση τους (2004 και μετά), σχεδόν σε όλα τα άλμπουμ κάνει δεύτερα φωνητικά η γνωστή Robin Beck η οποία είναι σύζυγος του James Christian.
  • - O ντράμερ Ken Mary, εκτός των HOL, έχει παίξει σε γνωστά σχήματα του metal χώρου όπως οι Chastain, Impelliteri, Alice Cooper και κυρίως στους θεούληδες power metallers, Fifth Angel, τόσο στην πρώτη τους φάση (1986-1989) όσο και στην πρόσφατη επάνοδό τους το 2018.
  • - Οι HOL έχουν επισκεφτεί την χώρα μας 3 φορές: Την 29/11/2005, 2/9/2009 (στην οποία είχα παρευρεθεί) και την 6/3/2014, την τελευταία,μαζί με την Robin Beck.





ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

14/10/20


Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. ωραιο αλμπουμ με 'ογκωδη ' παραγωγη και ο ηχος κυριως στα ντραμς 'σκοτωνει ΄. Ειδικα το slip of the tongque βομβαρδιζει κυριολεκτικα .

    Ωραια αρχη μιας κατιουσας πορειας , φτανοντας ακομα και σε επιπεδα πατατας τα τελευταια χρονια .





    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *