CRIMSON GLORY: Η ΑΝΟΔΟΣ, Η ΔΥΝΑΜΗ, Η ΔΟΞΑ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΘΡΥΛΟΥ

Ένα αφιέρωμα αντάξιο της φήμης αλλά και κληρονομιάς που άφησαν οι Crimson Glory ετοίμασε ο Rockmachine.gr δια χειρός Χρήστου Ζερβού. Στο άρθρο που ακολουθεί ξεδιπλώνεται η ισοτρία τους άλμπουμ πρτος άλμπουμ, οι ύποσχέσεις που άαφησαν τα πρώτα μνημειώδη άλμπουμ τους, η αποχώρηση του Midnight, οι εμφανίσεις τους στη χώρα μας, η παρ' ολίγο ανάστασή τους με τον Todd LaTorre και το οριστικό τέλος τους.
Πρωτοποριακό για τα δεδομένα της εποχής του συγκρότημα, οι Crimson Glory έδωσαν, από την πρώτη τους μόλις εμφάνιση πίσω στο μακρινό 1986, μια ξεχωριστή πινελιά στον heavy ήχο, βγάζοντας μέσα σε τρία χρόνια δυο μνημειώδη άλμπουμ εμπνευσμένου, λυρικού και ιδιαίτερα μελωδικού power metal, κερδίζοντας έτσι επάξια μια θέση δίπλα στα cult συγκροτήματα- θρύλους του χώρου.
    Σχηματίστηκαν στη Sarasota της Florida το 1979 με το όνομα Pierced Arrow και η αρχική τους σύνθεση περιλάμβανε τους Tony Lee Wise (φωνή), Glen Barnhardt (μπάσο), Bernardo Hernandez (κιθάρα), Ben Jackson (κιθάρα) και Dana Burnell (ντραμς). Οι δυο τελευταίοι αποτελούσαν και τα μοναδικά μέλη από την μετέπειτα κλασική σύνθεση των Crimson Glory. To 1982 και μετά από διάφορες ανακατατάξεις μελών, μπήκαν στο συγκρότημα ο κιθαρίστας Jon Drenning και ο μπασίστας Jeff Lords και το όνομα της μπάντας άλλαξε σε Beowulf το οποίο, το 1983, έγινε οριστικά, Crimson Glory. Τελευταία αλλαγή για το συγκρότημα –και μάλιστα “χρυσή” – ήταν ο τραγουδιστής, όπου μετά την αντικατάσταση του Tony Wise από τον Mark Ormes, o Jeff Lords πρότεινε για την μπάντα έναν παλιό του συμμαθητή, τον John Patrick McDonald, τον γνωστό “Midnight”,έναν μοναδικό και χαρισματικό τραγουδιστή αλλά ταυτόχρονα μια ασταθή και εκκεντρική προσωπικότητα.
    Με αυτή, την κλασική πλέον, σύνθεση (Midnight, Drenning, Jackson, Lords, Burnell), έμειναν για λίγα χρόνια στην αφάνεια και αφοσιώθηκαν στην σύνθεση και στις πρόβες δικού τους υλικού. Με δικά τους χρήματα, ηχογράφησαν στα γνωστά  Morissound studios, μια κασέτα με τα τραγούδια “Azrael”, “Dream Dancer”, “Dragon Lady” και “Lost reflection” και την διέθεσαν σε μουσικούς παραγωγούς της τοπικής σκηνής, με σκοπό να πάρουν κάποιες γνώμες για το υλικό τους.
    Τα τραγούδια άρεσαν τελικά στον παραγωγό Dan Johnson, ο οποίος τους πρότεινε να ηχογραφήσουν μαζί του το ντεμπούτο τους, όπως και έγινε και έτσι φθάνουμε στον Οκτώβριο του 1986 όπου και γράφεται η πρώτη σελίδα του μύθου τους.

CRIMSON GLORY (1986)


    Η κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ τους, συνοδεύεται από μια άκρως επιτυχημένη στρατηγική παρουσίασης και προώθησης του συγκροτήματος. Τα μέλη της μπάντας εμφανίζονται με ασημένιες μάσκες που καλύπτουν ολόκληρο το πρόσωπό τους, πλην του τραγουδιστή, του οποίου φαίνεται μόνο το στόμα.  Αυτή και μόνο η εικόνα – κάτι που είχε να γίνει από την εποχή που οι KISS χρησιμοποιούσαν ακόμα το make-up τους – , όπως και το λιτό αλλά ταυτόχρονα μυστηριακό εξώφυλλο του άλμπουμ - μια ασημένια μάσκα με δυο κόκκινα τριαντάφυλλα αριστερά και δεξιά της και το όνομα του συγκροτήματος σε ένα φόντο που θυμίζει μαύρο μάρμαρο –  φουντώνει την περιέργεια του ακροατή για τη νέα αυτή μπάντα πριν ακόμα η βελόνα ακουμπήσει το βινύλιο.
    Όταν δε συμβεί και αυτό, την έκπληξη για το πρωτότυπο image, διαδέχεται το δέος για τη μουσική: φοβερό power metal αμερικανικής σχολής, το οποίο, αν και έχει επιρροές από κλασικά συγκροτήματα του σκληρού ήχου – από Black Sabbath περιόδου Dio μέχρι Iron Maiden, κυρίως στις μελωδίες της κιθάρας και τις δισολίες – κατορθώνει να ακούγεται μοναδικό και να μη μοιάζει με το power metal κανενός άλλου συγκροτήματος εκείνης της περιόδου. Οι μόνοι που θα μπορούσαν να παραλληλιστούν μαζί τους, είναι οι Queensrÿche κυρίως στο EP Queen of the Ryche και στο πρώτο άλμπουμ, “The Warning”.
    Αυτό που κάνει όμως τους Crimson Glory να ξεχωρίσουν, είναι η φωνή του Midnight. Ένας πραγματικά ξεχωριστός και χαρισματικός τραγουδιστής, με μεγάλο εύρος φωνητικών που προσδίδουν μια ιδιαίτερη θεατρικότητα σε κάθε κομμάτι του άλμπουμ: επικά και πομπώδη στα “Valhalla”, “Heart of Steel”, “Azrael” και “Angels of War”, αγχωτικά και απεγνωσμένα στο “Mayday”, μεγαλοπρεπή στο “Queen of the Masquerade”, λυρικά και μυστηριακά στις ακουστικές εισαγωγές των “Heart of Steel” και “Azrael”, δυναμικά και επιθετικά στο “Dragon Lady” και στοιχειωμένα και παρανοϊκά στο “Lost Reflection”. Οι περισσότεροι συγκρίνουν τα φωνητικά του Midnight με αυτά του Geoff Tate των Queensrÿche και θα έλεγα ότι αυτό ισχύει ως ένα βαθμό. Εμένα πάντως, μου θυμίζει αρκετά και τον μακαρίτη Warel Dane των Sanctuary/Nevermore, κυρίως στα ψηλά σημεία αλλά και στην παράνοια, το λυρισμό και το μυστήριο που βγάζει ο τελευταίος στα κομμάτια τους.

    Εκτός όμως του φαινομένου “Midnight” και το υπόλοιπο συγκρότημα δεν υστερεί σε απόδοση. Δυναμικό και στιβαρό rhythm section από τους Lords/Burnell και πολύ καλή κιθαριστική δουλειά από τους Drenning/Jackson, τόσο στα riffs και στις λυρικές -ακουστικές μελωδίες, όσο και στα σόλο και στις χαρακτηριστικές – όπως προαναφέρθηκε – maiden-ικές δισολίες. Εξάλλου, τα συνθετικά credits ανήκουν στους Drenning/Lords, με τον “Midnight να συμμετέχει κυρίως στον στιχουργικό τομέα και στα ακουστικά σημεία. Από τα κομμάτια του άλμπουμ, δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο, καθώς όλα κινούνται σε υψηλό επίπεδο. Με δυσκολία θα επιλέξω τα “Dragon Lady” και “Azrael”. Το μόνο που στέκεται λίγο πιο πάνω από τα υπόλοιπα, κυρίως λόγω της πρωτοτυπίας του, είναι το “Lost Reflection”, στο οποίο ο Midnight δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, υποδυόμενος, στην ουσία, τον ψυχασθενή που βρίσκεται κλεισμένος για χρόνια σε μια σοφίτα. Μια ερμηνεία που σε κάνει να νιώσεις το συναίσθημα του εγκλεισμού, την απελπισία, την παραίτηση και το ξέσπασμα της παράνοιας σαν να βρίσκεσαι και ο ίδιος κλεισμένος εκεί. Τα υπόλοιπα τραγούδια κινούνται στιχουργικά γύρω από επικά και fantasy θέματα εκτός του “Mayday” (κωδικός κινδύνου) που αναφέρεται στην καταστροφή του διαστημόπλοιου, “Challenger”, την 28/1/1986, 73 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευσή του.
    Με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, έκαναν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους στο χώρο του metal. Όλοι μιλούσαν για το πολλά υποσχόμενο μυστήριο συγκρότημα από τις ΗΠΑ και όλοι περίμεναν με ανυπομονησία τί θα επιφύλασσε το επόμενο άλμπουμ.

Ιδιαίτερη μνεία χριάζεται το maxi single που κυκλοφόρησαν λίγο πριν το δεύτερο άλμπουμ τους. Πρόκειται για το διάρκειας 6:50 αριστουργηματικό "Dream Dancer" που στη Β' πλευρά είχε το "Lost Reflection" που είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια τους με την ερμηνεία του Midnight να στοιχειώνει το τραγούδι. 

TRASCENDENCE (1988)

        Αν το ομώνυμο άλμπουμ ήταν μια προειδοποίηση αυτού που επρόκειτο να έρθει, με το Transcendence, οι Crimson Glory κατάφεραν να περάσουν οριστικά και δικαιωματικά στις χρυσές σελίδες του βιβλίου του Heavy Metal.
    Με τους Drenning/Lords/Midnight να βρίσκονται σε συνθετικό οίστρο και την καθοδήγηση του έμπειρου Jim Morris στην παραγωγή, το “Transcendence”, μέσα σε 50 λεπτά, προσφέρει δέκα συνθέσεις ιδιαίτερα εμπνευσμένου και πρωτοποριακού power metal, ικανές να σε κάνουν να κατατάξεις το άλμπουμ στην λίστα με τα πιο αγαπημένα σου, ήδη από την πρώτη ακρόαση. Το συγκρότημα πλέον ξεφεύγει από την διαδικασία σύγκρισης με άλλες μπάντες του είδους, καθώς φαίνεται να διαμορφώνει μια εντελώς δική του προσωπικότητα με πιο περίτεχνα και πλούσια, συνθετικά, κομμάτια, με ευρύτερη θεματολογία και όχι περιορισμένη στους επικούς και fantasy στίχους, και ικανά να δημιουργούν ποικιλία συναισθημάτων στον ακροατή. Φυσικά, πάνω απ’ όλα, κυριαρχεί για ακόμη μια φορά η μαγική φωνή του Midnight.
    Στο Transcendence, επιπλέον ώθηση δίνει για ακόμη μια φορά το πολύ καλό εξώφυλλο, το οποίο το συγκρότημα το εμπνεύστηκε από το poster μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας του 1985, το “Lifeforce” και είναι έργο του Ιάπωνα καλλιτέχνη, Takashi Terada. Πολύ όμορφη δουλειά, σε κάνει να νιώσεις απόλυτα αυτή την αίσθηση υπέρβασης και ταξιδιού σε άλλες διαστάσεις, όπως ορίζει και ο τίτλος του άλμπουμ. Συμπληρωματικά, το οπισθόφυλλο, στο οποίο απεικονίζεται το Δέντρο της Ζωής (Καμπάλα) σε συνδυασμό με χαρακτήρες και γράμματα της αρχαίας αιγυπτιακής και κοπτικής γραφής, βγάζει μια επιπλέον αίσθηση μυστηρίου και μυστικισμού. Όπως άλλωστε έχει δηλώσει και ο Joh Drenning, εκείνη την περίοδο, αυτός και ο Midnight, ασχολούνταν σε μεγάλο βαθμό με τις θρησκείες του κόσμου, με θέματα εσωτερισμού και με τη μετά θάνατον ζωή και ήθελαν να το περάσουν αυτό ως ένα βαθμό και στη μουσική τους.
    Τέλος, μια ακόμα σημαντική αλλαγή σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ, αφορά το image της μπάντας , όπου οι ολοπρόσωπες μάσκες γίνονται μισές, κόβονται διαγώνια στο στυλ του musical, “Phantom of the Opera”. Και αυτό για εντελώς πρακτικούς λόγους, επειδή το συγκρότημα ζεσταινόταν και ίδρωνε υπερβολικά στα live με τη χρήση των ολόκληρων μασκών. Μια αλλαγή που δυσαρέστησε λίγο τους οπαδούς τους, καθώς το μυστήριο γύρω από τα μέλη της μπάντας περιορίστηκε στο μισό, αλλά η όλη ποιότητα του άλμπουμ αντιστάθμισε αυτή τη μικρή δυσαρέσκεια.
    Στο πεδίο των τραγουδιών τώρα, δύσκολα να ξεχωρίσεις ποια είναι τα «καλύτερα», αφού όλα και χωρίς υπερβολή είναι ισάξια. Με μεγάλη δυσκολία θα κατατάξω πρώτο το “Masque of the Red Death”, φοβερό power metal τραγούδι, με γύρισμα στο riff που θυμίζει το “Powerslave” των Iron Maiden και στίχους εμπνευσμένους από το ομότιτλο διήγημα του Edgar Allan Poe, με δεύτερο σε πώρωση το “Red Sharks”, γραμμένο για τα κομμουνιστικά (τότε) καθεστώτα.

    Μια δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τα πιο επικά και μεγαλοπρεπή “In Dark Places” και “Where Dragons Rule”, για να πάμε στα πιο λυρικά και συναισθηματικά: Το εισαγωγικό “Lady of Winter” , την power μπαλάντα “Painted Skies” , το “Burning Bridges” με την καταπληκτική μελωδία στη γέφυρα και την κομματάρα “Lonely” (και video επίσης), μια φοβερή σύνθεση που συνδυάζει απόλυτα την δύναμη και την αίσθηση της ερωτικής απώλειας, ακριβώς όπως το “Lost and Lonely Days” των θεών Warlord. Τέλος, υπάρχουν και τα δυο πιο ατμοσφαιρικά,
το “Eternal World” και το ομώνυμο που κλείνει το άλμπουμ.
    Με το “Transcendence”, έδωσαν στο power metal ένα αριστούργημα που τους έβαλε από πολύ νωρίς στην κατηγορία των cult συγκροτημάτων του είδους μαζί με ονόματα όπως οι Warlord οι Heir Apparent ή οι Filth Angel. Να σημειώσω εδώ, ότι διαφωνώ με τον χαρακτηρισμό τους ως “progressive”, καθώς οι συνθέσεις τους είναι ιδιαίτερα “στρωτές” για να ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία και δεν έχουν σχέση με πραγματικά power progressive κομμάτια όπως αυτά πχ των Fates Warning στα άλμπουμ τους “The Spectre Within” και “Awaken the Guardian” (έπος!!!).  Θα τους χαρακτήριζα περισσότερο ως ένα εκλεπτυσμένο power metal συγκρότημα.




STRANGE AND BEAUTIFUL (1991)


    Με τη φόρα που είχαν πάρει και το όνομα που είχαν δημιουργήσει, θα μπορούσαν πλέον να αποτελέσουν ένα από τα ηγετικά σχήματα του είδους, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη.  Αυτό θεωρούσαν οι οπαδοί τους ότι θα συνέβαινε με το τρίτο άλμπουμ τους ,αλλά δυστυχώς διαψεύσθηκαν, καθώς το συγκρότημα αντί να ηγηθεί αποφάσισε να αυτοκτονήσει καλλιτεχνικά.
    Το τρίτο τους άλμπουμ, Strange and Beautiful, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1991 και σόκαρε – δυσάρεστα αυτή τη φορά – τους φίλους της μπάντας. Τα προμηνύματα ήταν άσχημα  πριν καν ακουστεί η πρώτη νότα, μόνο και μόνο από το εξώφυλλο του άλμπουμ: Η παράδοση των μυστήριων/μυστικιστικών εξωφύλλων σταματάει και εδώ έχουμε ένα πραγματικά «κακό» εξώφυλλο, πάνω στο οποίο το κλασικό λογότυπο του συγκροτήματος έχει αλλάξει και  το όνομα της μπάντας αναγράφεται με μια απλή γραμματοσειρά.
    Όσο για το μουσικό κομμάτι, η μπάντα πραγματοποιεί ολοκληρωτική αλλαγή πλεύσης και αντί για εμπνευσμένο power metal ακούμε ένα 70s προσανατολισμένο άλμπουμ, με αρκετά ψυχεδελικό ύφος, ιδιαίτερο drumming, με tribal ρυθμούς σε αρκετά σημεία, hard rock κιθάρες και σόλο, γυναικεία gospel δεύτερα φωνητικά σε 2-3 τραγούδια, πολλά keyboards, κλασικό ακουστικό πιάνο, μέχρι και σόλο σαξόφωνo. Ο Midnight, από την άλλη, έχει περιορίσει στο ελάχιστο τα υψίφωνα φωνητικά και ακούγεται πιο μαζεμένος και πιο βραχνός, θυμίζοντας σε αρκετά σημεία τον Robert Plant.
    Πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, αποχώρησαν από το συγκρότημα ο κιθαρίστας και ιδρυτικό μέλος, Ben Jackson και ο ντράμερ Dana Burnell, δυσαρεστημένοι από την αλλαγή της μουσικής κατεύθυνσης που αποφάσισαν τα άλλα τρία μέλη. Αργότερα, ο Jackson έφτιαξε τους Parish, στους οποίους συμμετείχε και ο Burnell, με ύφος κοντά στους κλασικούς Crimson Glory και κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Envision το 1995. Με την αποχώρηση του Jackson, τις κιθάρες ανέλαβε αποκλειστικά ο Jon Drenning, ενώ στη θέση του Burnell ήρθε ο ινδικής καταγωγής, Ravi Jakhotia, ο οποίος είναι και υπεύθυνος για τις αλλαγές στο ύφος των τυμπάνων.
 
ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ MIDNIGHT ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ

Πριν ακόμα οι οπαδοί συνειδητοποιήσουν τις αλλαγές που έχουν γίνει στην μουσική και στη σύνθεση της αγαπημένης τους μπάντας και λίγο πριν ξεκινήσουν τις ζωντανές εμφανίσεις τους,  αποχώρησε και ο Midnight, καθώς είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται στον κόσμο του αλκοόλ και των ουσιών αποτελώντας πλέον πρόβλημα και όχι πλεονέκτημα για την μπάντα. Έτσι πήραν στη θέση του τραγουδιστή, για λίγες εμφανίσεις στις ΗΠΑ τον David Van Landing και μετά το συγκρότημα διαλύθηκε.
    Πολλά έχουν ειπωθεί για αυτή την αλλαγή πλεύσης τους. Σε συνεντεύξεις εκείνης της εποχής, ο Drenning δήλωνε ότι, μαζί με τον Midnight, θέλησαν να προσανατολιστούν περισσότερο προς τις προσωπικές τους επιρροές, σε μπάντες όπως οι Pink Floyd και οι Led Zeppelin και ο σκοπός τους ήταν να δημιουργήσουν ένα διπλό άλμπουμ όπου το μισό θα ήταν στο ύφος του “Strange…” και το άλλο μισό στο κλασικό, power metal ύφος τους. Μάλιστα, όπως δήλωνε, μερικά από τα power τραγούδια που είχαν ετοιμάσει μπήκαν αργότερα στο τέταρτο άλμπουμ τους, Astronomica. To αποκορύφωμα είναι μια δήλωσή του το 1991, στον συντάκτη Ανδρέα Βενέρη του Metal Hammer, σύμφωνα με την οποία: «Οι πρώτοι δυο δίσκοι ήταν κάτι σαν συμβιβασμός, όχι με την άσχημη έννοια φυσικά. Το νέο LP είναι 100% αυθεντικό Crimson Glory, έτσι όπως αληθινά εμείς νιώθουμε και ενεργούμε» (!!!).
    Βέβαια, σε μεταγενέστερες δηλώσεις του (1999), πάλι στο Metal Hammer, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας του Astronomica, κάνει «κωλοτούμπα», και φορτώνει την ευθύνη της αλλαγής του μουσικού ύφους στον Midnight, δηλώνοντας μεταξύ άλλων: «…εγώ και ο Jeff (Lords), δεν ήμασταν ικανοποιημένοι από το Strange and Beautiful ενώ αυτός (ο Midnight) ήταν, καθώς τα μουσικά του γούστα προσέγγιζαν περισσότερο τους Pink Floyd και Led Zeppelin. O Jeff και εγώ θέλαμε πάντα να ανήκουμε σε μια power/progressive μπάντα και γι’ αυτό, μετά από αυτό τον δίσκο (“Strange…”) του ξεκαθαρίσαμε ότι δεν θέλαμε να ξανακάνουμε κάτι παρόμοιο».
    Η αλήθεια πιθανόν βρίσκεται κάπου στη μέση και προφανώς σε αυτή την αλλαγή θα έβαλε και το χεράκι της η νέα τους δισκογραφική εταιρεία, η Atlantic. Το γεγονός πάντως είναι πως, κρίνοντας  το “Strange…” ως αυτόφωτο, ξεκομμένο από το παρελθόν, πρόκειται για ένα πολύ καλό άλμπουμ, καθόλου βαρετό, που βγάζει μια ευχάριστη ψυχεδελική και ρετρo-70s αισθητική και περιέχει αρκετά καλά κομμάτια (Promise Land, Love and Dreams, The Chant , Song for Angels, Deep Inside of Heart). Το παρελθόν όμως του ομώνυμου άλμπουμ και του “Transcendence” ήταν τόσο βαρύ και η επίδρασή τους στην metal κοινότητα τόσο τεράστια, που το αψυχολόγητο “παραστράτημα” του “Strange and Beautiful” καταδίκασε τόσο το ίδιο το άλμπουμ όσο και το συγκρότημα.
    Μετά τη διάλυση τους, o Drenning μετακόμισε στο Phoenix της Arizona και μαζί με τους Lords και Jakhotia και τραγουδιστή τον Billy Martinez, σχημάτισε τους Crush οι οποίοι κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ. Στη συνέχεια διαλύθηκαν και ξανασχηματίστηκαν ως Erotic Liquid Culture με τραγουδιστή τον David Van Landing, έβγαλαν μια κυκλοφορία και διαλύθηκαν πάλι.

ASTRONOMICA (1999)

    Το 1999, ο Drenning επέστρεψε στην Florida και αποφάσισε μαζί με τους Lords και Jackson σχηματίσει ξανά τους Crimson Glory. Φυσικά απευθύνθηκαν και στον Midnight αλλά ο τελευταίος δεν έδειξε ενδιαφέρον να συμμετάσχει, ούτε και ήταν στην καλύτερη φυσική και πνευματική κατάσταση. Στη θέση του τραγουδιστή πήραν τον Wade Black, έναν γνωστό του Drenning από την τοπική σκηνή της Florida και ως ντράμερ τον Steve Wacholz (Savatage), ο οποίος μάλλον για να συμπληρωθεί η πεντάδα στις φωτογραφήσεις χρησίμευσε καθώς ούτε ηχογράφησε με τη μπάντα ούτε και περιόδευσε μαζί τους.
    Το come back άλμπουμ τους, Astronomica, σηματοδοτεί την επιστροφή στον metal ήχο και είναι μια προσπάθεια να επανασυνδεθούν με το επιτυχημένο παρελθόν τους. Παρά την καλή αποδοχή που είχε από τους οπαδούς και τις υψηλές βαθμολογίες που πήρε (στην Ελλάδα βαθμολογήθηκε με 8 και 9/10), το Astronomica υπερτιμήθηκε και σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στα standards του παρελθόντος.  Αν μάλιστα δεν κυκλοφορούσε κάτω από το όνομα Crimson Glory, αλλά ήταν το ντεμπούτο ενός νέου σχήματος θα θεωρούνταν απλά ένα ΟΚ πρώτο άλμπουμ.
    Μουσικά είναι μεν metal, έχει στοιχεία που θυμίζουν σε κάποια σημεία τις δυο πρώτες δουλειές της μπάντας (εξάλλου οι συνθέτες παραμένουν οι ίδιοι κατά τα 2/3), αλλά λείπει το συναισθηματικό και λυρικό στοιχείο των δυο πρώτων κυκλοφοριών και ο ήχος είναι πιο ξερός, πιο industrial, με το μπάσο να βγαίνει αρκετά μπροστά. Ο Wade Black από την άλλη προσπαθεί μάλλον να μιμηθεί τον Midnight, τραγουδώντας – τσιρίζοντας θα έλεγα καλύτερα – ψηλά σε πολλά σημεία με αποτέλεσμα, από ένα σημείο και μετά, να γίνεται μονότονος και κουραστικός. Παρόλα αυτά, το άλμπουμ δεν είναι κακό και έχει μερικά καλά κομμάτια, όπως τα Astronomica, “Edge of Forever”, “Touch the Son” και “The other side of Midnight” το οποίο είναι καρφωτή απομίμηση του “Lost Reflection”. Πάντως, για να λέμε και την «πικρή» αλήθεια, το Strange and Beautiful, αν και δεν έχει καμία σχέση με τον κλασικό ήχο τους, είναι κλάσεως ανώτερο από το Astronomica.  Και όπως φάνηκε στη συνέχεια, η αποδοχή που είχε (αρχικά) το τελευταίο και οι μεγάλες βαθμολογίες που πήρε μάλλον ανταποκρίνονταν στις μεγάλες προσδοκίες που είχαν οι οπαδοί από την επιστροφή τους παρά στην ποιότητα του ίδιου του άλμπουμ.

    Για την κυκλοφορία του άλμπουμ, έκαναν 13 εμφανίσεις, μόνο στην Ευρώπη, από τις οποίες οι τρεις στη χώρα μας (25/4/2000 στη Θεσσαλονίκη και 26-27/4/2000 στην Αθήνα στο Bug με τον Wade Black στο μικρόφωνο) όπου τα σχόλια ήταν ιδιαίτερα θετικά για αυτές. Το πιο video προέρχεται από την εμφάνισή τους στο Κύτταρο.Μετά το τέλος των εμφανίσεων και αφού επέστρεψαν στις ΗΠΑ, διαλύθηκαν πάλι καθώς είχαν προκύψει διάφορα προβλήματα μεταξύ τους.

ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ META

    Το 2005 ανακοίνωσαν νέο reunion στο οποίο θα συμμετείχε ο Midnight, καθώς και νέο άλμπουμ που θα ονομαζόταν “Divine Chaos”, παράλληλα, ο Midnight θα ηχογραφούσε εκ νέου τα φωνητικά του “Astronomica”. Στο πλαίσιο του νέου reunion, οι εμφανίστηκαν στη χώρα μας στο Rockwave Festival στις 12/7/2006, δίνοντας μια τραγική συναυλία (με δυο drum sets!!!) στην οποία ο Midnight παρέπαιε μεθυσμένος στην σκηνή, γκρεμίζοντας τον θρύλο του. Δεν θα σχολιάσω περαιτέρω αυτή την τραγική εμφάνιση καθώς στο ακόλουθο link του Υoutube υπάρχει ολόκληρο το live της 12/7/2006. Δείτε το εδώ      Μετά την εμφάνιση στο Rockwave Festival, δεν ξαναεμφανίστηκαν ζωντανά και στις αρχές του 2007 ο Midnight αποχώρησε από το συγκρότημα καθώς η κατάστασή του με τον εθισμό στο αλκοόλ είχε φτάσει πλέον στο απροχώρητο.
    Δυστυχώς , στις 8/7/2009, στα 47 του χρόνια, ο Midnight πέθανε από ανεύρυσμα του στομάχου, μια κατάληξη που δεν ξάφνιασε ιδιαίτερα, καθώς η όλη του κατάσταση – φυσική και ψυχολογική – τα τελευταία χρόνια έδειχνε ότι δεν θα είχε καλό τέλος. Με αυτό τον άδικο τρόπο έσβησε μια ιδιαίτερη φωνή του metal και ένας θρύλος που ο μόνος που τον εμπόδισε να μην μεγαλουργήσει περισσότερο στην σκληρή μουσική ήταν ο ίδιος του ο εαυτός.
    Σε μια εμφάνιση που έκαναν οι υπόλοιποι Crimson Glory για να τιμήσουν τον Midnight, μεταξύ των διάφορων καλεσμένων μουσικών, σε κάποια κομμάτια τραγούδησε και ο Todd La Torre, ένας ντράμερ κατά βάση σε διάφορες μπάντες της Florida, ο οποίος όμως κατέληξε να ενταχθεί στο συγκρότημα ως ο νέος τους τραγουδιστής. Μαζί του, μάλιστα, έπαιξαν και στη χώρα μας (22 και 23//10/2011 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα), κάνοντας δυο πολύ καλές εμφανίσεις. Σύμφωνα με διάφορες πληροφορίες τότε, το συγκρότημα ετοίμαζε νέο υλικό με τον La Torre ως τραγουδιστή, αλλά τελικά η όλη διαδικασία κάπου πάγωσε αναγκάζοντας τον La Torre να κάνει την καλύτερη επιλογή που θα μπορούσε και να ενταχθεί στους Queensrÿche ως ο νέος τους τραγουδιστής, όπου και παραμένει έκτοτε.

    Από τότε, τίποτα καινούργιο δεν έχει ακουστεί εκτός από κάποια μπλεξίματα με το νόμο που είχε ο Jon Drenning, καθώς συνελήφθη το 2014 για διακίνηση ναρκωτικών και αποφυλακίστηκε με εγγύηση, και μιας φημολογίας που κυκλοφόρησε σύμφωνα με την οποία οι CG εξέταζαν να πάρουν ως τραγουδιστή τον δικό μας Γιάννη Παπαδόπουλο (ex Wardrum, Beast in Black).
    Έτσι λοιπόν, χωρίς καθόλου δόξα (glory) τελειώνει η ιστορία μιας μπάντας θρύλου, η οποία ουσιαστικά «πέθανε» κάπου στις αρχές του 1990 και προσπαθούσε απλά, κατά διαστήματα, με κάποιες τεχνητές αναπνοές να επανέλθει στη ζωή. Καλό είναι πλέον τα μέλη της να αφήσουν το ένδοξο όνομα τους να αναπαυθεί με ησυχία και να μην το διασύρουν με άσκοπες ενέργειες, αφού και ο Midnight δεν βρίσκεται πια στη ζωή για κάποια πιθανή επανασύνδεση. Τα δυο πρώτα άλμπουμ τούς έχουν ήδη κατατάξει στα συγκροτήματα θρύλους του heavy metal και αρκούν για να κρατούν το όνομά τους ζωντανό στις συνειδήσεις των οπαδών τους. Και όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του πρώτου τους άλμπουμ…

For thine is the Kingdom and the Power and the Glory, Forever…


Υ.Γ. MIDNIGHT

    Σαν υποσημείωση, αξίζει μια μικρή αναφορά στην πορεία του Midnight ως σόλο καλλιτέχνη. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Midnight παρέμεινε σε αφάνεια και μόνο το 1998 εμφανίστηκε με ένα demo έξι τραγουδιών με το οποίο επιδίωξε κάποιο δισκογραφικό συμβόλαιο. Στην πορεία όμως, τα master tapes χάθηκαν και τέσσερα από αυτά τα τραγούδια κυκλοφόρησαν σε περιορισμένο αριθμό 500 κομματιών κάτω από το όνομα “M”. Η πρώτη και μοναδική ολοκληρωμένη δουλειά του, κυκλοφόρησε το 2005 από την ελληνική εταιρεία Black Lotus με τον τίτλο Sakada.

    Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο άλμπουμ, κυρίως ηλεκτρακουστικό, με ψυχεδελικό ύφος, κάποια folk στοιχεία και επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα που από κάποιο σημείο και μετά γίνονται μονότονα. Θέλει υπομονή για να μπεις στο πνεύμα του, καθώς με μόνο ένα άκουσμα, μάλλον θα θες να χρησιμοποιήσεις το CD μόνο για σουβέρ! Παρόλα αυτά, δίνοντας 2-3 ευκαιρίες ακόμα, μπαίνεις κάπως στο νόημα, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και τον εκκεντρικό χαρακτήρα του δημιουργού του. Μέτριο άλμπουμ, με αδύναμες συνθέσεις πλην μερικών εξαιρέσεων.  Για τα σκουπίδια δεν είναι, άλλα ούτε είναι και το άλμπουμ το οποίο θα αναζητήσεις να ξανακούσεις σύντομα.  Από τις συνθέσεις ξεχωρίζουν τα ‘Berber Trails” (πολύ καλό, σου δίνει έντονα την αίσθηση του ταξιδιού στην έρημο), “Miss Katie”, “War”, “Sakada”.
Στα συν του η χρήση ποικιλίας μουσικών οργάνων πέραν των καθιερωμένων, όπως φλάουτο, μπάντζο, μαράκες και σαντούρι (hammered dulcimer).
    Μετά το “Sakada”, ο Midnight σε συνεργασία με διάφορους μουσικούς του χώρου, ηχογράφησε κάποια τραγούδια, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, το 2014, σε 3 cd συνολικά 36 τραγούδια με τον τίτλο “M2: Descending into Madness”.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ
15/5/20



Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

4 σχόλια:

  1. Σιγουρα κατι το ιδιαιτερο για το heavy metal ,ειδικα με το trancendence και γενικα με αυτο το 'απομακρο ΄ χαρακτηρα που εξεπεμπαν και την παραγωγη/ηχο που εκεινη την εποχη ξεχωριζε .

    Θα σταθω στο δισκο υποθετω 'πατατα' για τους οπαδους τους , το strange and beautiful που εχει μεσα μια απο τις ωραιοτερες μπαλαντες που εχω ακουσει , το song for angels (αν το θυμαμαι σωστα ) γιατι με angel/s υπαρχουν πολλες μπαλαντες .Υπεροχο κομματι ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σύμφωνω απολύτως με τον A.O.R. ειδικά στην αναφορά του "Song for Angeles". Απορώ πωες έχουν γίνει επιτυχίες τόσες και τόσες μπαλάντες κι όχι αυτή η κομματάρα.

      Διαγραφή
  2. Τεράστιο συγκρότημα, αδίκησε κατάφωρα τον εαυτό του...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *