RICK SPRINGFIELD: Ο ΑΠΛΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΙΧΝΟΣ ΚΟΜΠΛΕΞ, ROCK STAR

Δεν ξέρω αν είναι το “Jessie’s girl”και το “Don’t talk to strangers” (δυο τραγούδια που άκουγα ασταμάτητα παλιότερα) ή τα χαρακτηριστικά του teenage idol που πρόβαλλε ή ακόμη το γεγονός ότι γιορτάζουμε τα γενέθλιά μας την ίδια μέρα, πάντως ο Rick Springfield είναι ένας από τους καλλιτέχνες που συμπαθώ ιδιαίτερα. Αρκετά ταλαντούχος κατάφερε, από τις αρχές των 80’s, να κάνει αισθητή την παρουσία του τόσο σαν rock μουσικός, όσο και σαν ηθοποιός.
Living in Oz: Τα δύσκολα πρώτα χρόνια στην Αυστραλία
O Rick Springfield γεννήθηκε ως  Richard Lewis Springthorpe στις 23 Αυγούστου 1949 στο Balmain, ένα προάστιο στα δυτικά του Sydney.  Ο πατέρας του  Norman James Springthorpe, ήταν αξιωματικός του στρατού της Αυστραλίας και η μητέρα του ήταν Αγγλίδα. Για ένα διάστημα έμενε με τους γονείς του στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Broadmeadows στη Victoria. Το 1959 η οικογένειά του θα μετακομίσει στην Αγγλία, καθώς εκεί είχε μετατεθεί  προσωρινά ο πατέρας του. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αγγλία, ο Rick, φοιτά σε αγγλικό σχολείο, όπου συχνά μπλέκει σε καβγάδες με άλλα παιδιά. Το να είσαι Αυστραλός και να πηγαίνεις σε αγγλικό σχολείο, δεν ό, τι καλύτερο στα 60’s. Ο Rick, όταν αναφέρεται σ’ αυτή την περίοδο της ζωής του λέει: « Είναι η εποχή που ανακάλυψα τα κορίτσια και τη μουσική».
Η οικογένεια επιστρέφει στην Αυστραλία και στα δεκατρία του δέχεται ως δώρο γενεθλίων μια μικρή ακουστική κιθάρα (αξίας 5 δολαρίων). Αμέσως προσπαθεί να την βάψει με κόκκινο χρώμα, ώστε να μοιάζει με την ηλεκτρική κιθάρα που πραγματικά ήθελε! Άρχισε να μαθαίνει κιθάρα και όταν στα δεκατέσσερά του παρακολούθησε μια συναυλία των Beatles (στο Festival Hall της  Μελβούρνης) η ζωή του άλλαξε για πάντα.  Τότε, με κάποιους συμμαθητές του σχηματίζει τους Jordy Boys. Το σχολείο ουσιαστικά το έχει εγκαταλείψει και περνά τον χρόνο του παίζοντας μουσική ή αλητεύοντας στους δρόμους της Μελβούρνης. Τότε τον πλησιάζει ένας άνθρωπος που του ανοίγει έναν δρόμο στη ζωή του. Είναι ο μπασίστας  Pete Watson που του πρότεινε να  γίνει μέλος του group Rockhouse. Ο Watson είναι ένας σκληροτράχηλος άνθρωπος (λίγο καιρό πριν είχε αποφυλακιστεί), επιβάλλεται στον Springfield και τον πείθει να ασχοληθεί σοβαρά με την μουσική. Αργότερα, την ίδια χρονιά, ο  Watson αλλάζει το όνομα της μπάντας σε  MPD Ltd και τον Οκτώβριο ο  Springfield ακολουθεί το συγκρότημα στο  Νότιο Vietnam όπου δίνουν συναυλίες για τους Αυστραλούς στρατιώτες των δυνάμεων εισβολής. Στη μνήμη του θα μείνει  για πάντα  χαραγμένη η συμμετοχή του σε έναν βομβαρδισμό, καθώς συμμετείχε  ως «καλεσμένος» του πληρώματος ενός ελικοπτέρου ή η νύχτα που κρύφτηκαν σε μια περιοχή έξω από την Da Nang για να αποφύγουν μια ομάδα Βιετκόγκ. Επιστρέφοντας στην Αυστραλία δημιουργεί τους  Wickedy Wak,  με τον  Phil Blackmore στα keyboards και τον Dick Howard. Ο δημοσιογράφος του Go-Set  Ian "Molly" Meldrum έκανε την παραγωγή στο single "Billie's Bikie Boys" των Wickedy Wak's, με τον Beeb Birtles του pop rock group Zoot στα backing vocals.  Τον Σεπτέμβριο του 1969, ο Springfield αντικατέστησε τον Roger Hicks (lead κιθαρίστας και φωνητικά) στους Zoot (με τον Birtles στο μπάσο, τον Darryl Cotton φωνητικά- κιθάρα και τον Rick Brewer ντραμς να είναι τα άλλα μέλη). Σαν μέλος των Zoot, ο Springfield έπρεπε να υιοθετήσει το "Think Pink – Think Zoot" στυλ του συγκροτήματος που απαιτούσε τα μέλη να είναι ντυμένα με ροζ σατέν! 
Το συγκεκριμένο τέχνασμα έκανε δημοφιλές το γκρουπ στο εφηβικό (κυρίως κοριτσίστικο) κοινό, αλλά δημιούργησε σημαντικό θέμα στα μέλη του group, καθώς με τέτοιο image κανείς δεν μπορούσε να τους δει ως σοβαρούς rock μουσικούς. Το πέμπτο single των Zoot, "Hey Pinky", γράφτηκε από τον Springfield. Το group για να απαλλαγεί από την εικόνα, που είχε καλλιεργήσει,  κυκλοφορεί μια rock διασκευή του "Eleanor Rigby" των The Beatles. Το single γνώρισε επιτυχία φτάνοντας στο No. 4 του Go-Set's Top 40 τον Μάρτιο του 1971. Ακολουθεί μια ακόμη επιτυχία με το "Freak" τον Απρίλη του ίδιου έτους,  που ήταν σύνθεση του Springfield,  πριν το συγκρότημα διαλυθεί τον Μάιο του 1971. Αμέσως μετά ο Springfield υπογράφει στη Sparmac Records και κάνει το ντεμπούτο του ως solo καλλιτέχνης με το single, "Speak to the Sky", τον  Οκτώβριο του ίδιου έτους. Φτάνει στο No. 5 του Go-Set singles chart και ο ιδιοκτήτης της εταιρίας (Robie Porter) γίνεται ο παραγωγός -  manager του Springfield. Ακολουθεί η κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού του LP, Beginnings, που ηχογραφήθηκε στα Trident studios του Λονδίνου, με τον Rick να έχει συνθέσει όλα τα κομμάτια και να παίζει όλα τα όργανα. Μηχανικός ήχου είναι ο Geoffrey Cable (που μόλις είχε ολοκληρώσει το 'Madman Across the Water' με τον Elton John) και στην παραγωγή συμμετέχει ο Del Newman ( συνεργαζόταν τότε με τον Cat Stevens ). 
Ο μικρός Rick με τον πατέρα του
ΠΩΣ ΕΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ
Στα μέσα του 1972 μετακομίζει στις ΗΠΑ.  Τον Αύγουστο του  1972 το "Speak to the Sky" κυκλοφορεί στις ΗΠΑ από την Capitol Records και φτάνει στο No. 14 του Billboard Hot 100 τον Σεπτέμβριο. Ωστόσο η επιτυχία του album σκιάστηκε από τις φήμες πως η  Capitol Records είχε πληρώσει για να παίζονται συχνότερα τα τραγούδια του Springfield, με αποτέλεσμα πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί να μποϋκοτάρουν το album.  Το 1973 υπογράφει στην Columbia Records και ηχογραφεί το δεύτερο album, Comic Book Heroes, με παραγωγό και πάλι τον Porter. Στην Αυστραλία το album κυκλοφορεί από την νέα εταιρεία του Porter την Wizard Records. Τόσο το album όσο και τα δυο singles περνούν απαρατήρητα.  Ο Springfield πλέον διαφημιζόταν σαν ένα pop είδωλο, όπως οι David Cassidy και Donny Osmond που μεσουρανούσαν εκείνη την εποχή.  Από τον Σεπτέμβριο του 1972 έως τον Σεπτέμβριο του 1973 ο Springfield υποδύεται τον εαυτό του   στη σειρά κινουμένων σχεδίων Mission: Magic! του ABC-TV. Σε κάθε επεισόδιο της σειράς ερμήνευε ένα τραγούδι που είχε συνθέσει ο ίδιος.  Το 1974 τα τραγούδια της σειράς κυκλοφορούν (μόνο στην Αυστραλία) σε ένα νέο album. Το χρονικό διάστημα 1974-1976 ήταν πολύ δύσκολο για τον Rick. Χωρίς χρήματα ζει στο Los Angeles, προσπαθώντας να κάνει μια επανεκκίνηση στην καριέρα του που έχει βαλτώσει. Η απογοήτευσή του είναι μεγάλη και σκέπτεται να επιστρέψει στην Αυστραλία. Τα πράγματα βελτιώνονται όταν παίρνει ρόλους σε τηλεοπτικές σειρές ('The Incredible Hulk', 'Battlestar Gallactica', 'The Rockford Files', '6 Million Dollar Man', 'Nancy Drew').  Η επιστροφή του Rick στις επιτυχίες γίνεται το 1976 με το κομμάτι  "Take a Hand", που  μπήκε στο U.S. top 50. Το single προέρχεται από το νέο του album “Wait for Night”, το οποίο κυκλοφόρησε από τη νέα του εταιρεία Chelsea Records. Δυστυχώς η εταιρεία χρεοκοπεί, δεν γίνεται προώθηση στο album και οι πωλήσεις είναι χαμηλές. To 1978 μετακομίζει στα περίχωρα του Los Angeles. Εκεί συνεχίζει να γράφει τραγούδια, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις σε γνωστές εκπομπές της εποχής. Ένα τυχαίο περιστατικό θα αλλάξει τη μοίρα του Rick: Μια μέρα, στο πάρκινγκ της βιβλιοθήκης στο Glendale της  California, βρίσκει ένα αδέσποτο σκυλί. Το σκυλί είναι άσπρο με μαύρες βούλες και έχει χαρακτηριστικά Bull Terrier. Αποφασίζει να πάρει κοντά του το σκυλί και του δίνει το όνομα Lethal Ron (λόγω των «θανατηφόρων αερίων του»). Τον Lethal Ron  τον βρίσκουμε στο εξώφυλλο  του επόμενου album του που κυκλοφορεί το 1981. Είναι το Working Class Dog, στο οποίο περιέχεται η παγκόσμια επιτυχία "Jessie's Girl", που έμεινε δύο εβδομάδες στο No. 1 των ΗΠΑ. Ο Springfield έδωσε μάχη για να δεχθεί η RCA το συγκεκριμένο εξώφυλλο, που θεωρείται σήμερα ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά των 80’s. Η ηχογράφηση του album έγινε στα θρυλικά Sound City Studios, που βρίσκονται στην περιοχή Van Nuys  του Los Angeles και τότε ανήκαν στον manager του τον Joe Gottfried. Οι ηχογραφήσεις γίνονταν βράδυ, που το κόστος ήταν μικρότερο, καθώς το budget για τις ηχογραφήσεις ήταν εξαιρετικά χαμηλό. Την παραγωγή κάνουν ο Rick Springfield, o Bill Drescher and o Keith Olsen.

O Olsen εκείνη την εποχή (στο ίδιο studio) έκανε την παραγωγή στο Precious Time της Pat Benatar. Έτσι μεσολαβεί για τη συμμετοχή στις ηχογραφήσεις του  Neil Geraldo (κιθαρίστας και σύζυγος της Benatar). Πάντως το μπάσο και την κιθάρα, στα περισσότερα κομμάτια, παίζει ο Springfield. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο ο Rick όσο και ο ατζέντης του δεν περίμεναν την επιτυχία του album και γι’ αυτόν τον λόγο είχε αποδεχθεί την πρόταση για συμμετοχή στην σαπουνόπερα General Hospital (στον ρόλο του Dr. Noah). Αποτέλεσμα ήταν να κάνει περιοδείες και γυρίσματα ταυτόχρονα, γεγονός που τον εξουθένωσε. Η επιτυχία του "Jessie's Girl" βοήθησε και το General Hospital, καθώς έγινε η πιο επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά εκείνο το καλοκαίρι. Το Working Class Dog φτάνει στο No.7 του Billboard 200. Ένα ακόμα top 10 single από το συγκεκριμένο album είναι το "I've Done Everything for You", μια σύνθεση του Sammy Hagar. Μέσα σε λίγους μήνες καταφέρνει να γίνει διάσημος, όμως τότε δέχεται ένα ισχυρό χτύπημα. Φεύγει από τη ζωή ο πατέρας του, τον οποίο υπεραγαπούσε.  Το 1981 είναι η χρονιά που γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του, την Barbara Porter, η οποία εργαζόταν σαν studio receptionist στα Sound City Studios. Ο Rick ήταν πολύ ερωτευμένος με την Barbara, τη ζήλευε και ανησυχούσε όταν την έβλεπε να μιλά με αγνώστους. Αυτή την ανησυχία του την έκανε τραγούδι, το “Don’t talk to strangers”, που περιέχεται στο επόμενο album “Success Hasn't Spoiled Me Yet” (1982), το οποίο έφτασε στο No2, με τον Lethal Ron πάλι να πρωταγωνιστεί στο εξαιρετικό εξώφυλλο. Την παραγωγή αναλαμβάνει ο Keith Olsen, με το συγκεκριμένο album να κινείται στα ίδια μουσικά μονοπάτια με το προηγούμενο. Οι ηχογραφήσεις γίνονται στα διαλείμματα των γυρισμάτων του General Hospital. Ο συνεργάτης του, εκείνη την εποχή,  drummer Jack White είπε σε συνέντευξή του στο VH-1: «Δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο που να δουλεύει πιο σκληρά». Αν και οι κριτικοί δυσκολεύονται να τον αποδεχθούν (κυρίως λόγω της παράλληλης καριέρας του σαν ηθοποιός και της αποδοχής του από το νεανικό κοινό), το 1982 ο Springfield  κερδίζει το βραβείο  Grammy για την καλύτερη ανδρική ερμηνεία. Τα τραγούδια του παίζονται στο heavy rotation του MTV και το Showtime προβάλλει ένα  πρόγραμμα αφιερωμένο στη μουσική του, το "Live and Kicking".Το 1983 καταφέρνει να απελευθερωθεί από το συμβόλαιο του General Hospital και να επικεντρωθεί στη μουσική. Κυκλοφορεί το “Living in Oz”, με το οποίο μας συστήνεται ένας διαφορετικός Rick. Το νέο του look είναι πιο άγριο και επιθετικό, όπως είναι και τα τραγούδια του album. Οι οπαδοί ενθουσιάζονται και τρία κομμάτια του Living in Oz μπαίνουν στο top 20, ενώ το album γίνεται τρεις φορές πλατινένιο. Πλέον έχει αρκετό χρόνο και αρκετές προτάσεις στα χέρια του. Μία από αυτές αφορά τη συμμετοχή του στην ταινία “A few good men”. Δυστυχώς, για την καριέρα του, δεν αποδέχεται τη συγκεκριμένη πρόταση και προτιμά να αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο film  Hard to Hold. The soundtrack της ταινίας περιέχει κυρίως τραγούδια του Springfield, με το "Love Somebody" να ξεχωρίζει και να γίνεται top-ten hit. Αν και το soundtrack είχε αξιόλογη πορεία, η ταινία απέτυχε εισπρακτικά.

«Πίστευα πως ό, τι έκανα θα είχε επιτυχία», δήλωσε αργότερα για να εξηγήσει τη λάθος απόφαση, που έκανε μεγάλο κακό στην κινηματογραφική  καριέρα του και τον έκανε να στρέψει πάλι το ενδιαφέρον του στη μουσική. Ο Springfield θα εκφράσει την «απογοήτευσή» του για το γεγονός ότι κάποιοι τον συγχέουν με τον Bruce Springsteen, ηχογραφώντας (με κωμική διάθεση) το τραγούδι "Bruce" που περιέχεται στο επόμενο album Beautiful Feelings (1984). Το Beautiful Feelings πέρασε απαρατήρητο. Το 1984 είναι η χρονιά που θα παντρευτεί, μετά από τρία χρόνια δεσμού, την Barbara Porter. Ο γάμος γίνεται στην Αυστραλία, χωρίς να πάρει ιδιαίτερη δημοσιότητα. Οι περισσότεροι το έμαθαν λίγο καιρό αργότερα, όταν ανακοινώθηκε ότι η Barbara ήταν έγκυος στον πρώτο τους γιο. Το 1985 θα κυκλοφορήσει το όγδοο album του “Tao”, από το οποίο ξεχωρίζουν τα κομμάτια "State of the Heart" and "Celebrate Youth". Στο “Tao” ο Springfield μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από τα “girl songs” σε τραγούδια που αφορούν τα διλήμματα και τον σκοπό της ζωής. Την ίδια χρονιά ο Springfield θα βρεθεί μεταξύ των σπουδαίων καλλιτεχνών που συμμετείχαν στο Live Aid. Τον Οκτώβριο, μόλις ολοκλήρωσε την περιοδεία για την προώθηση του “Tao”, επιστρέφει στο σπίτι για τη γέννηση του πρώτου του γιου, του Liam, καθώς αισθάνεται την ανάγκη να περνά περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
 Η γέννηση του Liam προκάλεσε τεράστια συναισθηματικά προβλήματα στον Rick. Ήταν συνηθισμένος να ζει σαν rock μουσικός, σαν ηθοποιός ... δεν ήταν σίγουρος ότι όλα αυτά μπορούσαν να συνδυαστούν με την πατρότητα. Ήταν μια άλλη δύσκολη στιγμή για τον Rick, που εμφάνισε συμπτώματα  κατάθλιψης και ξεκίνησε ψυχανάλυση για να βρει την πηγή της. Το εξάμηνο διάλειμμα που είχε αρχικά σχεδιάσει, μετατράπηκε σε δύο χρόνια μακριά από τη δισκογραφία. Ο Rick, σ’ αυτό το διάστημα, προσπαθούσε να βρει λύσεις στα προβλήματά του ψάχνοντας το νόημα της ζωής. Η αναζήτησή του αποτυπώνεται στην κυκλοφορία του  "Rock of Life" (1988). Στο "Rock of Life"  βρίσκουμε τραγούδια για τις δύσκολες στιγμές  του γάμου, για την πατρότητα και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις. Ενώ οι περισσότεροι από τους οπαδούς του Rick δεν ήταν αρκετά μεγάλοι για να κατανοήσουν το βάθος αυτών των τραγουδιών, εκτιμούσαν την ακατέργαστη συγκίνηση που μοιράζονταν με αυτά. Ο Rick προγραμματίζει περιοδεία για να προωθήσει το άλμπουμ, αλλά αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αιτία ήταν ο σοβαρός τραυματισμός σε ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του λίγο πριν την έναρξη της περιοδείας. Από το μυαλό των περισσότερων οπαδών του πέρασε η σκέψη ότι αυτό ήταν το τέλος της καριέρας του. Ο Rick εξαφανίστηκε από το προσκήνιο και παρέμεινε στο σπίτι για ανάρρωση. Τον Μάρτιο του 1989 γεννιέται ο δεύτερος γιος του ο Joshua. Σταδιακά επανέρχεται, στις αρχές των 90’s, παίρνοντας ρόλους σε τηλεοπτικές σειρές  και τηλεταινίες. Το καλοκαίρι του 1993 κάνει μια μικρή περιοδεία, περισσότερο για να τεστάρει τις δυνάμεις του, καθώς ένα δυναμικό comeback είναι στα σχέδιά του. Το κοινό του τον αγκαλιάζει και όλοι ενθουσιάζονται στην είδηση ότι έχει ξεκινήσει να γράφει τραγούδια για ένα καινούριο album. Δυστυχώς όλα τα σχέδια αναβάλλονται, καθώς το 1994, αποδέχεται την πρόταση για μπει στο cast της τηλεοπτικής σειράς “High Tide”. Η σειρά γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, αλλά κρατά τον Rick μακριά από τη μουσική για τρία χρόνια. Το 1997 η είδηση, ότι το “High Tide” ολοκλήρωσε τον κύκλο του, γίνεται δεκτή με ανάμεικτα συναισθήματα από τους fans του, που τώρα περιμένουν να ακούσουν νέα τραγούδια από τον αγαπημένο τους star. Έτσι τον Ιούλιο του 1997 κυκλοφορεί το CD “Sahara snow”, που είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Rick με τους Bob Marlette και Tim Pierce. Αν και το “Sahara snow” ήταν μέτριο, η δίψα των οπαδών του για νέα τραγούδια ήταν αρκετή για να εξαντληθούν οι (εισαγωγής) διαθέσιμες κόπιες του album. Το 1998 ξεκινά περιοδεία για την προώθηση του νέου του album “Karma”, η κυκλοφορία του οποίου θα καθυστερήσει για ένα χρόνο περίπου (κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1999). Χιλιάδες παρακολουθούν τις συναυλίες του και αγοράζουν το “Karma”, με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι κόπιες της ιαπωνικής έκδοσης η οποία προηγήθηκε της αμερικανικής. Η Karma Tour ολοκληρώθηκε το 2000, έχοντας μεγάλη επιτυχία, καθώς υπολογίζεται ότι την παρακολούθησαν 2.000.000 άνθρωποι. Η επιτυχία αυτή ωθεί τον Rick να κυκλοφορήσει το CD, "The Greatest Hits Alive". Τη μέρα που το "The Greatest Hits Alive" (30/1/2001) κυκλοφορεί, κάνει πρεμιέρα και το θεατρικό show EFX Alive στο Las Vegas, στο οποίο συμμετέχει ο Springfield για τα επόμενα δυόμιση χρόνια. Είναι μια περίοδος που η ζωή μακριά από την οικογένειά του τον γεμίζει με μοναξιά και άγχος, αλλά του δίνει υλικό για έναν νέο CD. Αυτό είναι το "Shock/Denial/Anger/Acceptance”. Συχνά σκληρό, ακατέργαστο, άλλες φορές θλιμμένο, το καινούργιο άλμπουμ του είναι μια «βουτιά» στη σκοτεινή πλευρά του Rick Springfield. Αν και τα singles που κυκλοφόρησε δεν είχαν επιτυχία, η περιοδεία του ήταν sold out. Το 2005 κυκλοφορεί ένα album με διασκευές, το "The Day After Yesterday", που περνά απαρατήρητο, αλλά επιστρέφει στη σειρά General Hospital. Το 2007 πραγματοποιεί μια ακόμη πετυχημένη περιοδεία την”Human Touch ‘07” και το 2008 κυκλοφορεί το “Venus in overdrive”, με το οποίο προσπαθεί να συνδυάσει τον ήχο των 80’s με τον σύγχρονο ήχο, χωρίς το αποτέλεσμα να τον δικαιώνει. Το 2009 συμμετέχει στον τρίτο κύκλο της σειράς Californication. Στην εξαιρετική (κατά την προσωπική μου άποψη) σειρά υποδύεται μια «διεστραμμένη» εκδοχή του εαυτού του. Με αυτή την εμφάνιση «συστήνεται» στο νεανικό κοινό και δίνει νέα ώθηση στην καριέρα του. Το 2010 εκδίδεται η αυτοβιογραφία του με τίτλο: Late, Late at Night κι ένα ακόμη βιβλίο του το  Magnificent Vibration. Και τα δυο βιβλία μπήκαν στην bestseller list των New York Times, ενώ η αυτοβιογραφία του βρίσκεται στη λίστα «Τhe top 25 rock memoirs of all-time» του Rolling Stone.
Με τη Linda Blair

Ο RICK SPRINGFIELD ΣΗΜΕΡΑ
Στη δεκαετία που διανύουμε έχει κυκλοφορήσει τρία albums: τα πολύ καλά “Songs for the end of the world” (2012) και “Rocket science” (2016), όπως και το μετριότατο “Snake king”(2018). Τα δυναμικά riffs, οι θαυμάσιες μελωδίες, ο rock ‘n roll ρυθμός εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση της μουσικής του, την οποία έχει εμπλουτίσει με αρκετά country rock στοιχεία. Αυτές τις μέρες  (26/4/2019) κυκλοφορεί το νέο του CD 'Orchestrating My Life' , στο οποίο παρουσιάζει μια νέα εκδοχή των μεγάλων του επιτυχιών με τη βοήθεια συμφωνικής ορχήστρας. Ανάμεσα στα γνωστά του τραγούδια βρίσκεται και το νέο του τραγούδι 'Irreplaceable', που είναι αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του, την οποία έχασε πρόσφατα. Στα σχέδιά του είναι μια μεγάλη περιοδεία στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες, με τη συμμετοχή συμφωνικής ορχήστρας, για την προώθηση του CD.
Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
Για δεκαετίες ο Rick Springfield δίνει μάχες για την κατάθλιψη. Έχει δηλώσει ότι έχει κάνει δυο αποτυχημένες  απόπειρες αυτοκτονίας (την πρώτη όταν ήταν 17 ετών και την δεύτερη το 2017). Το μήνυμα του σε όσους αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα είναι: «Θέλω να δώσω ελπίδα σε όλους, να ξέρουν πώς είναι μια κακή στιγμή που θα περάσει. Είμαι ένα παράδειγμα μιας τέτοιας κακής στιγμής που πέρασε, καθώς δυο φορές δεν τράβηξα την σκανδάλη», είπε σε μια συνέντευξή του στο ABC News.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Αξιόλογες συνθέσεις, στίχοι που εκφράζουν έντονα συναισθήματα και δυνατό power pop/rock and roll είναι ότι μας προσφέρει ο Rick όλα αυτά τα χρόνια. Αν και έλλειψε από τη μουσική σκηνή κατά διαστήματα, παρόλο που έχει προσπαθήσει να εμπλουτίσει τις συνθέσεις του με νέα στοιχεία,  φροντίζει να είναι συνεπής στον ήχο που τον καθιέρωσε. «Η μεγαλύτερη συγκίνηση είναι όταν κάποιος σου πει, για κάποιο τραγούδι που έγραψες, ότι αντικατοπτρίζει ένα συμβάν από τη ζωή του», έχει δηλώσει. Μια δήλωση που δείχνει αυτό που πραγματικά είναι: απλός, χωρίς ίχνος κόμπλεξ και πάνω απ’ όλα αληθινός.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
•    Living in Oz (1983)
•    Success Hasn't Spoiled Me Yet (1982)
•    Working Class Dog (1981)
•    Wait for Night (1976)
•    Songs for the End of the World (2012)
•    Tao (1985)
TRIVIA
•   Ο Rick ήταν πολύ ζωηρό παιδί. Συνήθιζε να ντύνεται με στολή γορίλα και να τρομάζει μοτοσικλετιστές ή να ζητά χρήματα από τους φίλους του, για να περιποιηθεί τις πληγές τους με σαπούνι και επιδέσμους. Η μητέρα του γινόταν έξαλλη, με αποτέλεσμα να του δίνει αρκετό ξύλο.
•   Όταν, το 2013, επέστρεψε στο cast του General Hospital, στο σήριαλ έπαιζε και ο γιος του Liam Springthorpe
•  Το 1985, ο Jimmy Hart κυκλοφόρησε το τραγούδι "Eat Your Heart Out Rick Springfield", το οποίο παρουσιάστηκε στο The Wrestling Album. Στους στίχους του τραγουδιού ο Hart φαίνεται να εξιδανικεύει τον Rick σε σημείο που αισθάνεται ότι τον ανταγωνίζεται. Το τραγούδι κάνει αναφορές στον "Dr. Noah Drake" καθώς και στο "Jessie's Girl". Σε μια συνέντευξη του το 2014, ο Springfield υποστήριξε ότι παρόλο που είχε ακούσει τον τίτλο και γνώριζε την ύπαρξη του τραγουδιού, αν και είχε συναντήσει τον Jimmy Hart, δεν είχε ακούσει ποτέ το τραγούδι.
•  Ο Αμερικανός τραγουδοποιός Jonathan Coulton ηχογράφησε το τραγούδι "Je Suis Rick Springfield", οι στίχοι του οποίου αναφέρονται σε έναν  Αμερικανό ο οποίος προσπαθεί να εντυπωσιάσει μια κοπέλα που γνώρισε στη Γαλλία, προσποιούμενος τον Springfield. Το τραγούδι περιέχεται στο album Artificial Heart (2011).
• Το 1974 ο Rick συγκέντρωσε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της σχέσης του με την Linda Blair (η ηθοποιός που έπαιζε το κοριτσάκι στην ταινία "The Exorcist").  Η Linda Blair ήταν μόλις 15 ετών, ενώ εκείνος 25.  Είχαν γνωριστεί  στο Whisky a Go Go και σχέση τους κράτησε έναν χρόνο.  «Είναι κάποιος που θα αγαπώ πάντα» είχε δηλώσει η Linda στην εκπομπή Behind the Music του VH-1'.  Ο Rick δηλώνει  ότι από τις γυναίκες της ζωής του η Linda είναι η μόνη με την οποία διατηρεί φιλικές σχέσεις. Αργότερα, η Linda, είχε σχέσεις με τον Glenn Hughes και τον Tommy Shaw.
•  «Εξακολουθεί να με πονά πολύ» έχει δηλώσει πρόσφατα για τον θάνατο του πατέρα του, τον οποίο δεν ξεπέρασε ποτέ. Συχνά στους δίσκους του βλέπουμε αναφορές σ’ αυτό το γεγονός που τον σημάδεψε.
•    Σε μια άλλη συνέντευξή του δήλωσε ότι δυο μέρες μετά τον θάνατο του Lethal Ron βρήκε,  στη γωνιά του αγαπημένου του σκυλιού,  ένα νεαρό γεράκι. Πίστεψε ότι ήταν το πνεύμα του Ron και αποφάσισε να κάνει τατουάζ  με την εικόνα του γερακιού. 


Θόδωρος Τερζόπουλος

6/5/19




Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *