TYGERS OF PAN TANG: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα του New Wave of British Heavy Metal, τους Tygers of Pan Tang που είναι από τα ακρογωνιαία ονόματα αυτού του μουσικού κινήματος. Δεδομένου ότι όλοι δίνουν μεγάλη βαρύτητα στους Def Leppard, Iron Maiden και Saxon, η παρουσία των Tygers of Pan Tang, απλά αναφέρεται και πάντα γίνεται λόγος και μάλιστα εκτενής, για τη συμμετοχή του John Sykes, η οποία κράτησε μόνο δύο χρόνια (1980-1982) αλλά φαίνεται για τους δημοσιογράφους ήταν… αιώνας.
Πραγματικά αδικημένοι από τη δισκογραφία, αντιμετωπίζονται σαν να έχουν μόνο ένα άλμπουμ, το Spellbound, ενώ και το πρώτο τους, το Wild Cat, το The Cage (1982) αλλά και το πιο σύγχρονο Animal Instinct (2008) είναι (πολύ) καλά. Ειδικά το The Cage αξίζει ιδιαίτερης μνείας αφού ξεφεύγει από το hard/heavy ήχο τους και κινείται σε A.O.R. μονοπάτια!
Όλα αυτά θα τα διαβάσετε πιο κάτω στο άρθρο που ακολουθεί
Γράφει ο Αλέξανδρος Ριχάρδος

Η ιστορία τους ξεκινά το 1979 από το παραθαλάσσιο Whitley, λιγότερο από μια ώρα έξω από το Newcastle, από τους Robb Weir (διαβάζεται Γουίρ) κιθάρα, Richard «Rocky» Laws μπάσο, Jess Cox τραγούδι και Brian Dick ντραμς. Πήραν το όνομά τους από τη σειρά διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας του Michael Moorcock, όπου μάγοι έχουν τίγρεις και τις χρησιμοποιούν σαν κατοικίδια! Παίζοντας καθαρόαιμο hard rock μέσα σε ένα γενικό κλίμα που ευνοούσε την εμφάνισή νέων συγκροτημάτων, οι TYoPT προσέλκυσαν την προσοχή της μικρής κι ανεξάρτητης εταιρείας δίσκων, Neat Records που έως τότε είχε κυκλοφορήσει μόνο singles! Το EP Don’t Touch Me There με 3 τραγούδια ήταν η πρώτη κυκλοφορία του συγκροτήματος που αμέσως κέρδισε τις εντυπώσεις. Μην περιμένετε να διαβάσετε σε ποια θέση μπήκε στο βρετανικό chart, σχεδόν όλα τα singles και EP που κυκλοφόρησαν τα συγκροτήματα του NWOBHM στην αρχή της καριέρα τους, τυπώθηκαν σε λίγες εκατοντάδες αντίτυπα, αλλά εξαντλήθηκαν! Οι Tom Noble και Graham Thompson που είχαν αναλάβει το management τους, κατάλαβαν ότι έχουν να κάνουν με «καλό προϊόν» κι άρχισαν να στέλνουν demo σε πολυεθνικές δισκογραφικές εταιρείες. Οι EMI και Chrysalis τους απέρριψαν αλλά η MCA έστειλε άνθρωπό της να τους ακούσει. Και εδώ αρχίζουν τα παράδοξα. Μέσα σε ένα κλίμα που από όλη την επαρχία της Μ.Βρετανίας και κυρίως Αγγλίας ξεπηδούν καθημερινά καινούργια συγκροτήματα που αποτελούν τον πυρήνα του NWOBHM, οι δισκογραφικές εταιρείες βλέποντας τη νέα στροφή (σ.σ. είχε προηγηθεί το punk και η μετεξέλιξη του, το new wave) αρχίζουν να υπογράφουν όποιο συγκρότημα έπαιζε το νέο ήχο! Εδώ να συμπληρώσω ότι κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και στη χώρα μας μετά την επιτυχία του άλμπουμ Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια από το συγκρότημα Τρύπες (σ.σ. μου είναι εντελώς αδόκιμο να γράψω «των Τρυπών») όπου ξαφνικά οι δισκογραφικές εταιρείες άρχισαν να υπογράφουν όποιο συγκρότημα τραγουδούσε ελληνικά!
Ξαναγυρνώ στους ToPT κι εστιάζω στην πίεση που εξασκούσε το NWOBHM εκείνη την εποχή που η MCA δεν έστειλε να τους δει ο Α&R Manager(Art&Repertoire, ο Υπεύθυνος για τις κυκλοφορίες) αλλά ο τοπικός πωλητής που έπαιρνε παραγγελίες από τα καταστήματα της περιοχής!!!
Η MCA επανακυκλοφορεί το EP τους μέσα σε ένα ξεσηκωτικό κλίμα που είχαν αρχίσει να δημιουργούν οι Iron Maiden και οι Def Leppard. Οι ToPT παίζουν support στη περιοδεία των Magnum και τον Αύγουστο του 1980 με παραγωγό τον Chris Tsangarides ηχογραφούν το, πρώτο άλμπουμ τους με τίτλο Wild Cat που χτυπάει το Νο 18 της Μ.Βρετανίας. Από μια παραθαλάσσια μικρή πόλη της Μ.Βρετανίας, οι TYoPT βρίσκονται στις ψηλότερες θέσεις του βρετανικού chart και μαζί με τους Iron Maiden και Def Leppard (σ.σ. δεν αναφέρω τους Saxon γιατί το πρώτο άλμπουμ τους δεν μπήκε στο chart). Τότε καταλαβαίνουν ότι χρειάζονται κι ένα δεύτερο κιθαρίστα και μέσα από 120(!) υποψήφιους, επιλέγουν ένα νεαρό πολύ φιλόδοξο και πολύ ικανό, τον John Sykes (πρώην Streetfighters). Το καλοκαίρι του 1980 ξεκινούν περιοδεία τη χώρα τους με αποκορύφωμα την εμφάνισή τους στο κραταιό Reading Festival (Αύγουστος 1980).

Το τέλος της περιοδείας βρίσκει το συγκρότημα χωρίς τον τραγουδιστή Jess Cox, που υποχρεώθηκαν(!) να τον απολύσουν μετά από απαίτηση του Rod MacSween, Υπεύθυνου του μεγαλύτερου agent γραφείου, του ITB. «Αν θέλετε να πετύχετε στην αμερικάνικη αγορά, πρέπει να αλλάξετε τραγουδιστή». Έτσι ο Cox θυσιάζεται και με αγγελία που βάζουν στην μουσική εφημερίδα Melody Maker, επιλέγουν τον Jon Deverill (πρώην Persian Risk) με τον οποίο ηχογραφούν το δεύτερο άλμπουμ τους Spellbound (1981, No 23 Μ.Βρετανία) το οποίο θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα του NWOBHM. Προσωπικά θεωρώ το Spellbound ένα καλό άλμπουμ αλλά σίγουρα το πρώτο τους Wild Cat είναι ξεχωριστό τόσο από δύναμης όσο και από σύνθεσης. Απόψεις.
Με το rock να μεταπλάθεται καθημερινά, οι ToPT ηχογραφούν το τρίτο άλμπουμ τους με τίτλο Crazy Nights (1981, No 51 Μ.Βρετανία) που είναι το πιο αδύναμο από τα τρία τους αλλά αυτό δεν πρέπει να σας κάνει να μη το ακούσετε. Μιλώντας με τον εξαιρετικά φιλικό Rob Weir λίγο πριν εμφανιστούν στη μοναδική συναυλία τους στην Ελλάδα, το  2009 σε ένα club στην οδό Παιωνίου (δεν είμαι σίγουρος για το όνομα του δρόμου)το οποίο ήταν ελληνάδικο με αρχαιοελληνικές κολώνες στην είσοδό του (!!!) και σε χώρο που σίγουρα δεν ήταν παρασκήνια αλλά αποθήκη ή τέλος πάντων οτιδήποτε εκτός από καμαρίνια, μου είχε πει ότι θεωρεί τον παραγωγό Dennis McKay σαν υπεύθυνο της αποτυχίας του δίσκου όπου για αυτός κυκλοφόρησε σε ένα κομβικό χρονικό σημείο.  «Το χειρότερο άλμπουμ μας και η χειρότερη παραγωγή που είχαμε ποτέ». 
Το επόμενο άλμπουμ χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης αφού όχι μόνο διαδεχόταν το μέτριο και αποτυχημένο Crazy Nights αλλά άλλαζε και ύφος! Το The Cage (1982, No 13 Μ.Βρετανία) περνούσε τα σύνορα hard/heavy και μετέβαινε στη  χώρα του A.O.R. Μόνο που το 1982 δεν το έλεγαν A.O.R. (σ.σ. αμερικάνικος όρος που σημαίνει Adult Oriented Rock) αλλά «εμπορικό rock”. Το άλμπουμ μόνο στη χώρα τους πούλησε 2000.000 αντίτυπα και έβγαλε δύο πετυχημένα singles, τα «Love Potion No. 9», σύνθεση των Leiber/Stoller από το 1959, πρωτοερμηνευμένο από τους Clovers και το «Paris By Air» (1982, No. 63 MΒρετανία). Ειδικά το δεύτερο μόλις το ακούστε θα αισθανθείτε ότι είναι ένα τραγούδι που το έχετε ακούσει δεκάδες φορές! Το The Cage έβγαλε κι ένα άλλο single, το «Rendezvous» (1982,  No. 49 Μ.Βρετανία) που είναι στο κλασικό τους ύφος. Η δισκογραφική εταιρεία τους MCA τους πρότεινε για παραγωγό το σχετικά άγνωστο τότε Peter Collins που οι έως τότε δουλειές του δεν είχαν καμία σχέση με το rock.

Είχε δουλέψει με τον Nick Kershaw, Musical Youth και τους Beat, συγκροτήματα που ο ήχος τους απείχε παρασάγγας από αυτόν των ToPT.  O Collins είχε  manager  τον Peter Waterman του μετέπειτα γνωστού τρίο Stock Aitken and Waterman που από το 1987 έως και το 1992 έκανε παραγωγή σε δεκάδες επιτυχίες κυρίως στην Μ.Βρετανία. Ο Waterman πρότεινε στον Collins να διασκευάσουν την παλιά επιτυχία των Clovers «Love Potion No 9» που στην Μ.Βρετανία είχε γίνει επιτυχία από τους Searchers. Την μια ημέρα ο manager τους  τούς έδωσε ένα Greatest Hits Searchers με το τραγούδι και την επομένη ο John Sykes παρουσίασε τη rock εκδοχή του τραγουδιού. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε single και έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία τους στο chart μικρών δίσκων (Νο 45). Το άλμπουμ The Cage δικαιολογημένα γνώρισε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία τους γιατί εκτός του «Love Potion No. 9» περιέχει κομμάτια σαν τα«Paris By Air», «Rendezvous», «Lonely at the Top», «Danger in Paradise» και “The Actor’ που κλείνει το δίσκο, που ήταν όλα φρέσκα και καλά! Ειδικά το “The Actor” με καλύτερη ενορχήστρωση θα μπορούσε να γίνει μια διαχρονική μπαλάντα. Πλούσια φωνητικά, έντονες μελωδίες, πολύ καλά σόλο και καλοί στίχοι στο ‘The Actor’, δικαιολογημένα το The Cage ξεχωρίζει στη δισκογραφία τους. Όπως μου είπε ο Weir, ο Waterman ήλθε στο studio την  ημέρα που έγραφαν το «Paris By Air» και ξετρελάθηκε. «Θα πουλήσει εκατομμύρια» είπε και …έφυγε.
Παρ’ όλη την επιτυχία του άλμπουμ, ο Sykes αποχωρεί αρχικά για να κάνει audition στο συγκρότημα του Ozzy, που δεν τον πήρε και ζήτησε  να επιστρέψει αλλά του αρνήθηκαν! Έτσι συνέχισε την καριέρα του στους Thin Lizzy και μετά Whitesnake για να καταλήξει στους Blue Murder. Στη θέση του πήραν τον Fred Cruser (Penetration) που συμπτωματικά ήταν ένας από τους κιθαρίστες που είχαν δει στις audition πριν κατέληξουν στον Sykes! Με τον Purser στην κιθάρα παίζουν στη Γαλλία και αμέσως μετά ξεκινούν να ηχογραφούν demos για το νέο άλμπουμ μόνο που τόσο η δισκογραφική εταιρεία τους όσο και ο παραγωγός τους Peter Collins τα βρίσκει αδύναμα και τα απορρίπτουν. Το πιθανότερο είναι ότι και οι δύο πλευρές περίμεναν κάτι αντίστοιχο του  «Love Potion No. 9». Μάλιστα η αντίδραση της MCA ήταν καταδικαστική «Δεν ακούγονται, δεν υπάρχει καμία επιτυχία». Και δεν φθάνει αυτό, αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το management που αποτυγχάνει να διαπραγματευτεί ένα καλύτερο συμβόλαιο με την MCA, η οποία τους διώχνει!! Το καλοκαίρι του 83, ο ατζέντης τους Rod MacSween παίρνει την απόφαση να διώξει τους Rob Weir και το ντράμερ  Brian Dick ήταν… πολύ κοντοί και για να κάνουν επιτυχία έπρεπε να φύγουν και να σχηματίσουν τους βραχύχρονους Sergeant. 
Οι ToPT επανέρχονται με καινούργια σύνθεση το 1985 και το άλμπουμ The Wreck-Age που κυκλοφόρησε από την ανερχόμενη τότε Music for Nations. Τραγουδιστής παρέμεινε ο Jon Deverill, ο Brian Dick επέστρεψε (σ.σ. φαίνεται ότι στο μεταξύ…ψήλωσε) και οι υπόλοιποι ήταν οι Steve Lamb κιθάρα/φωνητικά, Neil Shepherd κιθάρα και Dave Donaldson μπάσο. Το άλμπουμ δεν σημείωσε εμπορική επιτυχία αλλά σίγουρα θα αρέσει στους A.O.R. fans αφού έχει όλα τα καλά στοιχεία του είδους. Απορώ που το Women In Cages δεν έγινε έστω μικρή επιτυχία.
Ακολούθησε μια μακρά περίοδος που το συγκρότημα ήταν χαμένο με σποραδικές live εμφανίσεις αλλά και 2 studio άλμπουμ (Burning in the Shade και Mystical) για να επανέλθει το 2008 με το πολύ καλό Animal Instinct και με μια σύνθεση που παραμένει σταθερή έως σήμερα (με μόνη αλλαγή στη θέση του μπασίστα), Jacopo Meille τραγούδι, Robb Weir κιθάρες, Dean Robertson κιθάρες Brian West μπάσο και Craig Ellis ντραμς. Στην περιοδεία του Animal Instinct πέρασαν κι από την Αθήνα εκείνη τη βραδιά που δυστυχώς δεν θυμάμαι που έπαιξαν! Σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ είναι πολύ καλό με πολλά καλά τραγούδια, πολύ καλή παραγωγή και έναν άγνωστο σε εμένα τραγουδιστή έως εκείνη τη στιγμή που έδωσε πνοή σε ένα συγκρότημα που ήταν έτοιμο να μπει στο μουσείο! Χωρίς δεύτερη κουβέντα αν βρείτε το Animal Instinct το αγοράζετε.
Κυκλοφορεί και σε έκδοση με live dvd

Ακολούθησαν άλλα δύο άλμπουμ όχι του ίδιου επιπέδου, τα Ambush (20120 και Tygers of Pan Tang (2016) που ήταν απλώς καλά. Το συγκρότημα ανακοίνωσε ότι τον Απρίλιο θα μπει στο studio να ηχογραφήσει τα καινούργια τραγούδια του με παραγωγό τον Fred Pourser(!) τον παλιό κιθαρίστα τους ενώ μηχανικός ήχου θα είναι ο Søren Andersen (Glenn Hughes, Mike Tramp).


Δεξιά, απονομή τιμητικής πλακέτας για τις πωλήσεις 10.000 άλμπουμ του τελευταίου άλμπουμ τους με τίτλο το όνομά τους. Στο μέσο ο Δ/νων Σύμβουλος της Mighty Music,  Michael H. Andersen.

ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ
Ο μπασίστας Rocky Laws (1978–1983) είναι δικηγόρος και εργάζεται με το κανονικό του όνομα Richard Laws.
O Jess Cox ήταν ο αρχικός τραγουδιστής  και συνιδρυτής του συγκροτήματος. Διετέλεσε μέλος τους  από το 1978 έως το 981 και επανήλθε για λίγο το 1999 για να παίξουν στο Wacken Festival.  Ήταν συνιδρυτής της ιστορικής Νeat Rec. Όταν τον αποχώρησαν από τους ToPT σχημάτισε τους Lionheart αλλά αποχώρησε πριν ηχογραφήσουν το πρώτο άλμπουμ τους. Ο Cox συνεχίζει να ασχολείται με τη μουσική αυτή τη φορά από την εμπορική πλευρά της και στις 11 Μαϊου θα βρίσκεται στο  Crow Club στη συναυλία των Witchfynde όπου θα πουλά cd και δίσκους της Neat Records!
O Rob Weir ετοιμάζεται να πάρει τη σύνταξη του σαν υπάλληλος των σιδηροδρόμων.
O Fred Purser έχει studio στο Newcastle και o Jon Deverille είναι ηθοποιός και εμφανίζεται με το όνομα Jon Deville.

TRIVIA
  • Συνθέτης του «Danger in Paradise» είναι ο John Parr που το 1984 γνώρισε μια τεράστια επιτυχία με Νο1 τραγούδι του “St Elmo’s Fire” μέσα από το ομώνυμο soundtrackall;a kai me to «Naughty Naughty»(σ.σ. καμία σχέση με το ομότιτλο τραγούδι των Danger Danger).
  • Μεταξύ των τραγουδιών που είχαν  συμπεριλάβει στο demo που έδωσαν στη MCA και απέρριψαν, οι ToPT είχαν και κάποια κομμάτια ενός άγνωστου καναδού συνθέτη που λίγα χρόνια αργότερα θα έκανε μεγάλη καριέρα . Το όνομά του ήταν Bryan Adams!
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
22/2/19
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *