TOKYO TAPES (1978): Η ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΗ ΚΑΙ ΑΤΟΦΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ SCORPIONS

Στη δεκαετία του ’70 κυκλοφόρησαν τα περισσότερα από τα σημαντικά live του rock. Ήταν η εποχή που ο ενθουσιασμός, η ενέργεια και η διάθεση για αυτοσχεδιασμό περίσσευαν στους rock ήρωες. Ένα από τα εμβληματικά live αυτής της εποχής είναι το “Tokyo Tapes” των Scorpions. Για μένα, αυτό το άλμπουμ είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό, καθώς ήταν το πρώτο live που αγόρασα. Σε μια εποχή που δεν μπορούσα να βρω οπτικό υλικό του αγαπημένου μου συγκροτήματος, προσπαθούσα να συνδυάσω το εντυπωσιακό του εξώφυλλο και τις θαυμάσιες φωτογραφίες στο εσώφυλλο με την αστείρευτη δύναμη της μουσικής που είχε αποτυπωθεί στο βινύλιο, ώστε να πλάσω με την φαντασία μου το «φιλμ» μιας συναυλίας των Scorpions.
Είμαστε στο 1978. Το συγκρότημα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας του. Ο Uli Jon Roth έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του και ετοιμάζεται να ακολουθήσει τη δική του πορεία, ενώ το συγκρότημα δεν έχει προσδιορίσει την ταυτότητα του, καθώς ο ήχος του περνά από το σκληρό heavy metal στο rock των 70’s, με κάποιες ψυχεδελικές πινελιές. Το στοιχείο αυτό προσδίδει μια ιδιαίτερη γοητεία και ποικιλία στον ήχο τους, που αποτυπώνονται στα πέντε άλμπουμς που έχουν προηγηθεί (Lonesome Crow-Fly to the rainbow-In Trance-Virgin Killer-Taken by force).  Παράλληλα είναι η εποχή που η Ιαπωνία έχει μετατραπεί σε «Γη της επαγγελίας» για τα συγκροτήματα του hard rock, καθώς η αποδοχή τους εκεί είναι τεράστια. Μεγάλα συγκροτήματα (Deep Purple, Rainbow) έχουν δώσει επιτυχημένες συναυλίες στην Ιαπωνία, που αποτυπώθηκαν σε θρυλικά live (Made in Japan-On stage).
Αν υπολογίσουμε και το γεγονός ότι στην Ιαπωνία έχει γίνει χρυσό το Virgin Killer (το πρώτο τους χρυσό άλμπουμ), θα καταλάβουμε γιατί οι Scorpions διάλεξαν τη «Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου» για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους live άλμπουμ.
Οι Scorpions ήταν διαφορετικοί από μεγάλα γκρουπ της εποχής που προέρχονταν τόσο από τη Βρετανία όσο και από την Αμερική. Δεν είχαν το show των Kiss, ήταν πιο σκληροί απ’ τους Queen και πιο progressive απ’ τους AC/DC. Είχαν την κιθάρα του Uli Jon Roth και τη λατρεία του για τον J. Hendix, που τους έδινε κάτι από τη μαγεία των 60’s. Είχαν την ωριμότητα του Rudolf Schenker, που κρατούσε προσγειωμένο το συγκρότημα και του έδινε τη σταθερότητα που χρειαζόταν. Είχαν το απίστευτο δέσιμο ανάμεσα στον Francis Buchholz και τον Herman Rarebell, με αποτέλεσμα η rhythm section του συγκροτήματος να αγγίζει την τελειότητα. Είχαν και τον μοναδικό performer, τον  Klaus Meine, που με την ένρινη φωνή του και τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ξεσήκωνε το κοινό, αποτελούσε εγγύηση επιτυχίας.
Το ταξίδι στην Ιαπωνία δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Για να πειστεί ο Uli να λάβει μέρος χρειάστηκε να μιλήσουν με τον Klaus για μια ώρα στο τηλέφωνο, μέχρι να αλλάξει γνώμη (o Uli θεωρεί ευτύχημα το ότι τον έπεισε ο Klaus και πιστεύει ότι ήταν λάθος που δεν ακολούθησε το συγκρότημα στην πρώτη αμερικανική περιοδεία, που έγινε αμέσως μετά το Tokyo Tapes).
 Η υποδοχή από τους Ιάπωνες ήταν αποθεωτική. Συνεχείς συνεντεύξεις, φωτογραφήσεις, πλήθος θαυμαστών τους κυνηγούν, μετακινούνται με λιμουζίνες και για πρώτη φορά αισθάνονται διάσημοι.
Οι 3 συναυλίες πραγματοποιήθηκαν στο Nakano Sun Plaza Hall του Tokyo στο διάστημα 24 με 27 Απριλίου 1978. Η ώρα έναρξης ήταν στις 19.00, αρκετά νωρίς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, γιατί οι Ιάπωνες έρχονταν κατευθείαν από τη δουλειά για να δουν τη συναυλία. Δεν υπήρχε support και μέχρι λίγο πριν αρχίσει η συναυλία, δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος στην αίθουσα, αν και ήταν κατάμεστη από κόσμο! Σύμφωνα με τον Uli η πρώτη συναυλία ήταν άψογη από κάθε άποψη, αλλά δυστυχώς δεν ηχογραφήθηκε (ο Uli δεν έμεινε ποτέ ικανοποιημένος από το ηχογραφημένο υλικό και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που αρχικά αδιαφορούσε για το Tokyo Tapes). Επομένως αξιοποιήθηκε το υλικό από τις δύο άλλες (επίσης εξαιρετικές) συναυλίες, για να γίνει πραγματικότητα το διπλό live album Tokyo Tapes.
Ο πρώτος δίσκος ξεκινά με ένα τραγούδι- έκπληξη το All night long. Ένα τραγούδι που ήταν ακυκλοφόρητο και το έπαιζαν στην Virgin Killer περιοδεία. Το είχε «σκαρώσει» ο Uli και ο Klaus είχε προσθέσει απλοϊκούς στίχους.
Σίγουρα δεν ανήκει στα κορυφαία τους κομμάτια, αλλά είναι ιδανικό opener. Με το τέλος του κομματιού ο Klaus απευθύνεται στο κοινό, χρησιμοποιώντας και ιαπωνικές λέξεις, αξιοποιώντας τον μοναδικό τρόπο που έχει να επικοινωνεί με τον κόσμο. Το Pictured Life ακολουθεί σε μια εκτέλεση που ξεχειλίζει από δύναμη και ενέργεια, πιο «επιθετική» σε σύγκριση με εκείνη στο Virgin Killer. Ακολουθεί το Backstage Queen  με ένα επιβλητικό solo του Uli και τον Herman να «βομβαρδίζει» το κοινό με το δαιμονιώδες παίξιμό του. Ο Uli είναι ένας από τους σημαντικότερους  κιθαρίστες όλων των εποχών, ένας πραγματικός ωκεανός μουσικής. Δυστυχώς, όμως, έχει περιορισμένες δυνατότητες ως τραγουδιστής. Και τα δυο αυτά χαρακτηριστικά του μπορείς να τα διαπιστώσεις ακούγοντας το Polar Nights. Tο In trance είναι το αγαπημένο μου τραγούδι. Πιστεύω ότι το έχω ακούσει περισσότερες από χίλιες φορές στη ζωή μου. Θεωρώ ότι η εκτέλεσή του στο Tokyo Tapes είναι η κορυφαία. Η ερμηνεία του Klaus είναι συγκλονιστική. Ειδικά το σημείο που τραγουδά ο Klaus μαζί με το κοινό και το σόλο του Uli στο κλείσιμο του κομματιού θεωρώ ότι προσδιορίζουν τη μοναδικότητα του ήχου των Scorpions στη δεκαετία του ’70.
 Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με ένα ακόμη αριστούργημα το We ‘ll burn the sky. Μια από τις κορυφαίες ερμηνείες ενός από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές όλων των εποχών. Ένα τραγούδι που οι στίχοι του ανήκουν στην Monica Dannemann (που είχε γνωριστεί με τους Scorpions κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας τους στο Marquee Club και ήταν η σύντροφος του Roth μέχρι τον θάνατό της το 1996) και η μουσική στον Rudolph Schenker (αν και φαίνεται ότι ο Uli έχει ρόλο στη σύνθεση). To τραγούδι αφορά τον Jimi Hendrix, που είναι το ίνδαλμα του Uli Roth και ο Uli τον τιμά παίζοντας ένα απίστευτο σόλο. Στη συνέχεια ακολουθεί το Suspender Love, ένα τραγούδι που ήταν b-side του single He’s a woman she’s a man και το θεωρώ τον «αδύναμο κρίκο» στην αλυσίδα των κομματιών του Tokyo Tapes. Μάλλον αδιάφορο κομμάτι που δεν προσφέρει κάτι και απορώ για την επιλογή του. Αν προσθέσουμε ότι έμειναν εκτός κομμάτια όπως το Sails of Charon, η απορία γίνεται μεγαλύτερη. Αντίθετα η  ήρεμη εισαγωγή του In search of the peace of mind  σε ταξιδεύει στις πρώτες μέρες ζωής του συγκροτήματος, τότε που ο ήχος τους είχε έντονα στοιχεία ψυχεδέλειας και λειτουργεί σαν γέφυρα για το εμβληματικό Fly to the rainbow. “Are you ready;” φωνάζει ο Klaus το κομμάτι ξεκινά, όπως ξεκινά και το ταξίδι στον λαβύρινθο της φαντασίας, του χρόνου και των χρωμάτων του ουράνιου τόξου, μέσα από την μαγεία της μουσικής των Scorpions. Περίπου δέκα λεπτά που αρκούν για να καταλάβεις ότι έχεις μπροστά σου ένα τεράστιο συγκρότημα, που θα αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του στα επόμενα χρόνια. O Uli είναι ο μόνος κιθαρίστας που μπορεί να πλησιάσει τον ήχο του Hendrix και το Fly to the rainbow είναι η καλύτερη απόδειξη.
Ο δεύτερος δίσκος ξεκινά με το He’s a woman she’s a man. Ένα τραγούδι, που φέρνει την υπογραφή και του Herman Rareball, σε μια εκρηκτική εκτέλεση με άγρια φωνητικά από τον Klaus. Όπως και στο Speedy’s coming, που ακολουθεί, οι εκτελέσεις των δυο αυτών τραγουδιών είναι πιο γρήγορες με την κιθάρα του Rudy να παίρνει φωτιά και τα φωνητικά του Klaus να είναι άγρια και κρυστάλλινα παράλληλα. Καταιγιστικός ρυθμός, στίχοι βγαλμένοι από τη ζωή στο δρόμο και τα εφηβικά όνειρα. Ο πρωτόγονος, ακατέργαστος ήχος του Top of the bill δονεί την αίθουσα. Roth και Schenker προσφέρουν ατόφια ενέργεια και ο Rareball καταθέτει τα διαπιστευτήριά του με ένα έξοχο σόλο στα ντραμς. Μαζί με τον Francis Bunchholz θα είναι για χρόνια πηγή δύναμης για τους Scorpions. Το δεύτερο μέρος του Top of the bill ολοκληρώνεται το ίδιο άγρια όπως ξεκίνησε και ξεκινά μια καταιγίδα rock ‘n roll! Τo Hound dog και το Long tall Sally σε εκτελέσεις που φτάνουν στα όρια του thrash. Ένας φόρος τιμής στους πρωτοπόρους των δεκαετιών ‘50-’60, μια επιστροφή στις ρίζες και στα ακούσματα της νεανικής ηλικίας. Τραγούδια που έπαιζαν στα club στα πρώτα τους βήματα σαν συγκρότημα. Οι Scorpions ήθελαν κάτι κλασικό για να κλείσουν το show και τα τραγούδια αυτά ήταν η επιλογή τους.
Από ένα live των Scorpions, την εποχή εκείνη, δε θα μπορούσε να λείπει το Steamrock Fever, ένα τραγούδι δομημένο έτσι ώστε να είναι ιδανικό στο να ξεσηκώνει το πλήθος και να δημιουργεί ένα ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα σε συγκρότημα και οπαδούς.  Μια πραγματική ηχητική καταιγίδα. Είναι η στιγμή που ο Uli παίρνει τη σκυτάλη από τον Klaus για να ερμηνεύσει το Dark Lady. Ακατέργαστος ήχος, κιθάρες που οργιάζουν, εξαιρετικά backing vocals από τον Klaus και ο Herman στην ολοκλήρωση του κομματιού, με το συμπαγές επιβλητικό του παίξιμο μας εντυπωσιάζει. Οι Scorpions σέβονται τον πολιτισμό και την παράδοση της χώρας που επισκέπτονται και θεωρούν πράξη ευγνωμοσύνης, προς το κοινό τους, το να τραγουδήσουν ένα ιαπωνικό κομμάτι. Η live εκτέλεση του Kojo No Tsuki ήταν μια ιδέα του Klaus στην πραγματοποίηση της οποία συνέβαλε το ιαπωνικό fan club του συγκροτήματος. Ο Klaus αρχικά αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια να μάθει στα ιαπωνικά τους στίχους.  Έτσι αποφάσισε να ερμηνεύσει το τραγούδι διαβάζοντας τους στίχους από χαρτί. Η γυναίκα του, όμως, τον ενθάρρυνε να συνεχίσει την προσπάθειά του και τον έπεισε ότι θα ήταν αντιαισθητικό να τραγουδά διαβάζοντας τους στίχους.  Το υπόλοιπο γκρουπ δεν είχε ενημερωθεί για αυτή την πρωτοβουλία του Klaus, μέχρι λίγο πριν το πρώτο show. Έτσι αρχικά ο Klaus το ερμήνευσε a cappella. Στη συνέχεια ο Uli έκανε την ενορχήστρωση και το κομμάτι πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε. Μπορεί να ήταν πολύ δύσκολο το να μάθει ο Klaus στα ιαπωνικά τους στίχους αυτού του παραδοσιακού κομματιού, όμως η εκτέλεσή του δείχνει ότι άξιζε κάθε προσπάθεια. Ο κόσμος τον συνοδεύει συγκινημένος, καθώς το υπόλοιπο συγκρότημα (με τον Uli πρωταγωνιστή) ακολουθεί στον ίδιο ρυθμό.
Η μουσική των  Scorpions πάντα έχτιζε γέφυρες.
Η συναυλία πλησιάζει στο τέλος.  Ένα τέλος που είναι πραγματικός δυναμίτης! Το Robot man, ένα τραγούδι που νομίζεις ότι έχει έρθει από το μέλλον. Το σημαντικό με τα live της προ-εμπορικής εποχής του heavy metal (πριν οι εταιρείες αντιληφθούν ότι το heavy metal φέρνει σημαντικές πωλήσεις) ήταν ότι τα συγκροτήματα είχαν την τάση να πειραματίζονται και να προσφέρουν εκτελέσεις των κομματιών τους πολύ διαφορετικές από εκείνες του studio. ΄Ετσι το live αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία και όλοι επεδίωκαν να το αποκτήσουν. Αυτό το στοιχείο συναντάμε σε αυτή τη μεγαλειώδη και απρόβλεπτη εκτέλεση, που χαρακτηρίζεται από το έξοχο τζαμάρισμα, στο μέσο του κομματιού, απόδειξη της φοβερής χημείας που είχε το συγκρότημα.
Οι ηχογραφήσεις των συναυλιών περνούν στα χέρια του Dieter Dierks. Διαπιστώνει ότι στο υλικό υπάρχει πρόβλημα, καθώς λείπουν χαμηλές συχνότητες από τις ηχογραφήσεις. Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος επεξεργασίας για να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα. Ο Uli εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, καθώς θεωρεί ότι η τελική μίξη είναι λάθος και δεν αποτυπώνει σωστά τον ήχο από τις κιθάρες. Γι’ αυτόν η επιτυχία του άλμπουμ θα είναι έκπληξη και θα περάσουν χρόνια μέχρι να αλλάξει η γνώμη του γι’ αυτό. Η γνώμη μου είναι ότι ο Dierks έκανε εξαιρετική δουλειά. Η περιορισμένη χωρητικότητα ενός δίσκου βινυλίου ήταν ένα ακόμη εμπόδιο, που καθόρισε σε σημαντικό βαθμό την επιλογή των κομματιών.
Το Tokyo Tapes θα κυκλοφορήσει στην Ιαπωνία τον Αύγουστο του 1978. Στο εξώφυλλο φαίνεται ένας ανάγλυφος σκορπιός από πλατίνα πάνω σε ένα τριαντάφυλλο. Όμως το συγκρότημα θέλει ένα διαφορετικό εξώφυλλο για την κυκλοφορία σε Ευρώπη και Αμερική (τέλη του 1978 και Γενάρη του 1979 αντίστοιχα). Θέλουν ένα εξώφυλλο που να σε προϊδεάζει για το τι πρόκειται ν’ ακούσεις. Έτσι προκύπτει το ιστορικό (και εξαιρετικά πετυχημένο) εξώφυλλο με τον Rudolf να παίζει την κιθάρα του ουρλιάζοντας και έχοντας γυρίσει ανάποδα (πόσοι από μας δεν έχουμε προσπαθήσει να τον μιμηθούμε!), ενώ δίπλα του βρίσκεται ο Francis. Η φωτογραφία επιλέχτηκε από ένα πλήθος φωτογραφιών που τράβηξε ο φωτογράφος που συνόδευσε το συγκρότημα στην Ιαπωνία. Άλλες εντυπωσιακές φωτογραφίες από τις συναυλίες, αλλά και την περιήγηση των Scorpions στο Tokyo, συναντάμε στο εσώφυλλο. Ξεχωρίζει η μεγάλη φωτογραφία που τα μέλη του συγκροτήματος, φορώντας κιμονό, διασχίζουν έναν δρόμο της πόλης. Ο Herman θυμάται ότι για πολύ καιρό, μετά την επιστροφή τους στην Ευρώπη, δεν έβγαζε το κιμονό!
Το Tokyo Tapes γνώρισε επιτυχία κυρίως στη Γερμανία όπου έφτασε στο No5 των charts και στη Γαλλία (Νο14). Έτσι ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία των Scorpions κλείνει. Ολοκληρώνεται η συνεργασία τους με την RCA και το συγκρότημα θα επιχειρήσει να περάσει τον Ατλαντικό για μια περιοδεία (χωρίς τον Uli) στην Αμερική. Στην πορεία τους για την κορυφή θα μας χαρίσουν μερικά από τα σημαντικότερα άλμπουμς του heavy metal, από το υλικό των οποίων θα προκύψει το επόμενο μεγαλειώδες live άλμπουμ τους το World Wide Live.
Το 2015 κυκλοφόρησε η remastered edition του Tokyo Tapes με αρκετά  bonus tracks: "Hell Cat" - 9:47 (recorded 27 April 1978), "Catch Your Train" - 3:52 (recorded 27 April 1978), "Kimi ga yo" - 1:29 (Japanese National Anthem, recorded 24 April 1978), "Polar Nights"– 7:32 (recorded 24 April 1978), "He's a Woman, She's a Man"– 6:06 (recorded 24 April 1978), "Top of the Bill"– 10:48 (recorded 24 April 1978), "Robot Man"– 6:49 (recorded 27 April 1978).
Στην Ελλάδα το Tokyo Tapes κέρδισε την απεριόριστη εκτίμηση του κοινού. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, έχοντας γνωρίσει τους Scorpions με το Lovedrive, ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το υλικό τους της περιόδου ’72-’78 ακούγοντας το Tokyo Tapes. Η ποιότητα αυτού του υλικού και ο τρόπος που αποδόθηκε live, η εξέλιξη του ήχου σε συνδυασμό με την παγκόσμια καταξίωση του συγκροτήματος, η προβολή τους από κάποιους ανθρώπους των MME (o Γιάννης Κουτουβός που «έφυγε» πρόσφατα ήταν ένας από αυτούς) και η δύναμη της μουσικής τους, που ξυπνά πληθώρα συναισθημάτων, είναι οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν στο δέσιμο των Scorpions με το ελληνικό κοινό. Το Greek Sting Fan Club (το ελληνικό φαν κλαμπ των Scorpions) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εκτίμησης που απολαμβάνουν στην χώρα μας. Με εκδηλώσεις, έντυπα, ραδιοφωνικές εκπομπές τα μέλη του GSFC προσπαθούν να μας φέρουν πιο κοντά στον μύθο των Scorpions. Έτσι σε λίγο καιρό θα τους υποδεχτούμε για μια ακόμη φορά στη χώρα μας. Η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο στις 16 Ιουλίου, όπως είναι λογικό, δεν θα μοιάζει σε πολλά με εκείνες στην Ιαπωνία του ’78. Η μαγεία, όμως, και η δύναμη της μουσικής των Scorpions είναι διαχρονική και αιώνια.
Θόδωρος Τερζόπουλος

Στις 13/7/2018, λίγες μέρες πριν τη μεγάλη συναυλία, το GSFC διοργανώνει πάρτι στο Hard Rock Café (ώρα έναρξης 22.30΄)

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: World Wide Live των Scorpions.


Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *