Μεταξύ 1976 και 1979, οι Alan Parsons Project αποτελούσαν σταθερή αξία στους ραδιοφωνικούς σταθμούς των ΗΠΑ. Με την κυκλοφορία του άλμπουμ The Turn of A Friendly Card (1980), το συγκρότημα εξελίχθηκε σε μια ασταμάτητη μηχανή παραγωγής επιτυχιών. Κάτι αδιανόητο για ένα συγκρότημα που δεν έκανε περιοδείες, με ήχο που φλέρταρε με την προοδευτική pop και με πληθώρα διαφορετικών τραγουδιστών. Ο διάσημος ηχολήπτης Alan Parsons (Dark Side of the Moon, Abbey Road) και ο συνθέτης Eric Woolfson, ένωσαν τις δυνάμεις τους το 1975 και δημιούργησαν τους Alan Parsons Project, ως συνθέτες και ερμηνευτές. Αρχικά, ακολουθώντας το παράδειγμα των Steely Dan, το συγκρότημα αποτελούταν από όσους χρειάζονταν για να προσφέρουν τον κατάλληλο ήχο σε κάθε συγκεκριμένο τραγούδι. Μέχρι την κυκλοφορία του Turn of A Friendly Card, η σύνθεση του συγκροτήματος είχε σταθεροποιηθεί και αποτελούνταν από τους Woolfson (πλήκτρα & φωνητικά) και Parsons (πλήκτρα, κιθάρες, φωνητικά), δύο μέλη του συγκροτήματος Pilot στους οποίους είχε κάνει παραγωγή ο Parsons, τους Ian Bairnson (κιθάρα) και David Paton (μπάσο) καθώς και τον ντράμερ των Cockney Rebel, Stuart Elliott.
Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Το The Turn of a Friendly Card είναι από τα πιο ενδιαφέροντα concept albums των Alan Parsons Project, γιατί δεν περιορίζεται απλώς σε ιστορίες που σχετίζονται με καζίνο. Την εποχή εκείνη ο Eric Woolfson ζούσε στο Μόντε Κάρλο, κυριολεκτικά μέσα στην ατμόσφαιρα του καζίνο. Όπως ο ίδιος εξήγησε, καθόταν στα καζίνο και άκουγε τον θόρυβο από τα μηχανήματα, τις συνομιλίες, τον κόσμο που μπαινόβγαινε και όλη αυτή την ένταση.
Από αυτή την ατμόσφαιρα άλλωστε εμπνεύστηκε τα τραγούδια: Turn of a Friendly Card και το Snake Eyes. Ο Eric Woolfson και ο Alan Parsons χρησιμοποίησαν τον τζόγο ως μεταφορά για το ρίσκο, την απληστία, τις επιλογές και τελικά τη ζωή. Σύμφωνα με τον Woolfson, το συγκρότημα προσπάθησε να δημιουργήσει ένα άλμπουμ που θα ήταν εμπορικά προσιτό στην παγκόσμια αγορά. Αν και συνήθως οι Alan Parsons Project χρειάζονταν μήνες για την ολοκλήρωση ενός άλμπουμ, αυτή τη φορά χρειάστηκαν μόλις έξι εβδομάδες ηχογραφήσεων στο Παρίσι. Ο τίτλος The Turn of a Friendly Card υπήρχε ήδη από τη δεκαετία του '60 σε ένα παλιότερο τραγούδι του Woolfson. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα εκείνο το τραγούδι, αλλά αγαπούσε τον τίτλο, οπότε τον ξαναχρησιμοποίησε όταν δημιουργήθηκε η ιδέα του concept album. Το άλμπουμ ξεκινά με την πομπώδη εισαγωγή του May Be A Price to Pay. Ένα κομμάτι στο οποίο κυριαρχεί ο ήχος των πνευστών. Ο ήχος είναι τόσο διαυγής που έχεις την αίσθηση ότι το συγκρότημα παίζει μπροστά σου. Το μπάσο, το οποίο πάντα κατείχε εξέχουσα θέση στους δίσκους των A.P.Project, έχει ακόμη μεγαλύτερη παρουσία αυτή τη φορά. Ακόμη και το πιάνο, που παίζει κάτω από το ορχηστρικό ιντερλούδιο, διακρίνεται εύκολα. Τα φωνητικά του Elmer Gantry (ένας ζωντανός θρύλος από το Elmer Gantry’s Velvet Opera) ακούγονται υπερβολικά pop για τα γούστα μου. Η βασική ιδέα είναι ότι κάθε επιλογή έχει τίμημα. Δεν αφορά μόνο τον τζόγο. Το «τίμημα» μπορεί να είναι οποιαδήποτε συνέπεια πληρώνουμε όταν κυνηγάμε κάτι χωρίς να σκεφτόμαστε πού θα μας οδηγήσει.
Έτσι μπαίνει από την αρχή η κεντρική φιλοσοφία του δίσκου: Ρισκάρεις → κερδίζεις ή χάνεις → αλλά πάντοτε κάτι διακυβεύεται. Το πρώτο single του άλμπουμ ήταν το Games People Play. Εδώ τα ντραμς είναι πιο δυναμικά και τα δεύτερα φωνητικά πιο καθαρά. Το ατμοσφαιρικό ιντερλούδιο με τα φωνητικά εφέ του Lenny Zakatek αφαιρέθηκε από το single με στόχο τη δημιουργία ενός χιτ, κατόπιν επιμονής του επικεφαλής της δισκογραφικής εταιρείας Clive Davis. Εδώ ο τζόγος γίνεται κάτι ευρύτερο: τα παιχνίδια που παίζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Ο τίτλος προέρχεται από το γνωστό βιβλίο ψυχολογίας Games People Play (του ψυχιάτρου Eric Berne), το οποίο διάβαζε τότε η σύζυγος του Woolfson, Hazel. Ο Eric σκέφτηκε ότι ο τίτλος ταίριαζε εξαιρετικά με το θέμα του καζίνο. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό για να καταλάβουμε το τραγούδι: δεν μιλάει μόνο για χαρτιά και ρουλέτα. Υπονοεί ότι και η ίδια η κοινωνική ζωή είναι ένα παιχνίδι, όπου οι άνθρωποι χειρίζονται ο ένας τον άλλον, παίρνουν ρίσκα και προσπαθούν να κερδίσουν. Ο Parsons χρησιμοποίησε σε αυτό το κομμάτι ένα όργανο που εφηύρε ο ίδιος, το λεγόμενο Projectron (παρόμοιο με το mellotron). Το Time αξιοποιεί τον καθαρό και φυσικό ήχο των ακουστικών κιθάρων και τον πιο ζεστό ήχο των εγχόρδων. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Eric ανέλαβε τα κύρια φωνητικά σε άλμπουμ των A.P.Project και το αποτέλεσμα είναι τέλειο, γεμάτο τόσο τεχνική δεξιοτεχνία όσο και συναίσθημα. Η ενορχήστρωση των εγχόρδων του Powel και τα δεύτερα φωνητικά του Chris Rainbow ανυψώνουν το τραγούδι σε στρατοσφαιρικά ύψη. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον τραγούδι του δίσκου επειδή δεν φαίνεται να αφορά άμεσα τον τζόγο. Μάλιστα, ο ίδιος ο Alan Parsons παραδέχτηκε ότι δεν ήταν ποτέ απόλυτα σίγουρος πώς συνδεόταν το Time με το gambling concept. Και κατά τη γνώμη μου, ακριβώς εδώ βρίσκεται η ομορφιά του. Το Time λειτουργεί σαν μια παύση μέσα στην ιστορία: αντί να μιλά για το χρήμα που μπορείς να χάσεις, μιλά για το χρόνο που ήδη χάνεις. Ο άνθρωπος μπορεί να ρισκάρει χρήματα στο καζίνο, αλλά στην πραγματική ζωή υπάρχει κάτι πολύ πιο πολύτιμο που δεν μπορεί να ξανακερδίσει: τον χρόνο.
Η ηλεκτρική κιθάρα του Ian Bairnson ξεχωρίζει στο I Don’t Wanna Go Home, καθώς φαίνεται να βρίσκεται παντού ταυτόχρονα, προσφέροντας μια πληθώρα ηχητικών αποχρώσεων. Το προσχέδιο αυτού του τραγουδιού αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα του ταλέντου του Woolfson να δημιουργεί απίστευτες μελωδίες και ρυθμούς από το πουθενά. Εδώ μπαίνει περισσότερο η φυγή από την πραγματικότητα. Ο άνθρωπος έχει προβλήματα, απογοητεύσεις, μια ζωή που δεν τον ικανοποιεί. Το καζίνο γίνεται ένας χώρος όπου μπορεί προσωρινά να ξεχάσει την πραγματικότητα. Το «δεν θέλω να γυρίσω σπίτι» μπορεί να διαβαστεί κυριολεκτικά, αλλά και μεταφορικά: δεν θέλω να επιστρέψω στη ζωή που έχω. Και αυτό προετοιμάζει τον χαρακτήρα που θα γνωρίσουμε στο ομότιτλο κομμάτι τού δεύτερου μέρους. Το instrumental The Gold Bug είναι ίσως είναι το πιο μυστηριώδες κομμάτι του δίσκου επειδή περιλαμβάνει έναν ρυθμό σε κώδικα Μορς κρυμμένο μέσα στη μίξη του ήχου. Ο τίτλος όμως δεν είναι τυχαίος: The Gold-Bug είναι τίτλος διηγήματος του Edgar Allan Poe. Και αυτό έχει ενδιαφέρον αν γνωρίζεις το πρώτο άλμπουμ των Alan Parsons Project, Tales of Mystery and Imagination – Edgar Allan Poe. Δηλαδή ο Woolfson δεν εγκαταλείπει εντελώς τον κόσμο των λογοτεχνικών/συμβολικών αναφορών στον σπουδαίο Αμερικανό λογοτέχνη. Eξαιρετικό κομμάτι, που επαναλαμβάνει το αρχικό μοτίβο του May Be a Price to Pay προτού μετατραπεί σε ένα μείγμα techno-pop και jazzy funk. Το σφύριγμα στην αρχή ανήκει στον ίδιο τον Parsons. Ακούγεται πολύ καλύτερα στο φυσικό του πλαίσιο, ως ενδιάμεσο πριν από τα κομμάτια της επικής δεύτερης πλευράς, που δίνει το όνομά της στο άλμπουμ, και όχι σε μια συλλογή ορχηστρικών κομματιών. Το The Turn of the Friendly Card είναι το αποκορύφωμα, ένα επικό κομμάτι διάρκειας 16:22 λεπτών που χωρίζεται σε 5 μέρη. Το The Turn of the Friendly Card Part One ξεκινά με ένα πιασάρικο ρεφρέν, πολύ μελαγχολικό και καλά επεξεργασμένο, ιδανικό για τη φωνή του Chris Rainbow, αλλά η απαλή ενορχήστρωση του Andrew Powell είναι αυτή που αξίζει περισσότερη προσοχή: όμορφη, καλοδουλεμένη, αλλά αρκετά απαλή ώστε να μην επισκιάζει την κύρια μελωδία. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας άνθρωπος που έχει αρχίσει να αισθάνεται ότι η ζωή του δεν τον ικανοποιεί. Και κάνει αυτό που κάνουν πολλοί άνθρωποι όταν βρίσκονται σε κρίση: πιστεύει ότι μια μεγάλη αλλαγή μπορεί να λύσει τα πάντα. Το καζίνο του προσφέρει αυτή την ψευδαίσθηση.
Το Snake Eyes είναι ένα τραγούδι που ξεκινά πολύ ρυθμικά, με καλά καθορισμένο τέμπο και καλή φωνητική ερμηνεία. Το τραγούδι φαίνεται να επαναλαμβάνει ένα μοτίβο, αλλά το συγκρότημα συνεχίζει να προσθέτει νέα όργανα στο κύριο ρεφρέν, κάνοντάς το να μεταβάλλεται και αποφεύγοντας την ανία. Οι στίχοι γράφονται από την οπτική γωνία ενός εθισμένου τζογαδόρου που παίζει ζάρια και δεν σκοπεύει να σταματήσει μέχρι να κερδίσει. Εδώ έχουμε πλέον τον πραγματικό τζογαδόρο, αλλά υπάρχει και ένας συμβολισμός: ο άνθρωπος νομίζει ότι ελέγχει το παιχνίδι, ενώ στην πραγματικότητα το παιχνίδι ελέγχει αυτόν. Το The Ace of Swords είναι ένα υπέροχο ορχηστρικό κομμάτι με τον Andrew Powell να πρωταγωνιστεί χάρη στις ριζοσπαστικές και τέλειες ενορχηστρώσεις του. Εδώ γίνεται μια πολύ έξυπνη σύνδεση με τις κάρτες Ταρώ. Ο τίτλος προέρχεται από την κάρτα Ace of Swords της Ταρώ. Το κομμάτι είναι instrumental, οπότε η μουσική αναλαμβάνει να αφηγηθεί όσα δεν λένε οι στίχοι. Το Nothing to Loose είναι μια όμορφη μπαλάντα που συνδέεται άμεσα με το προηγούμενο κομμάτι. Η φωνή του Eric Woolfson που είναι, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τραγουδιστής από τους πολλούς που έχει χρησιμοποιήσει ο Alan Parsons. Το ρεφρέν είναι απλό, αλλά ευχάριστο. Μην περιμένετε κάτι περισσότερο από μια απλή μπαλάντα, αλλά όταν μιλάμε για τους Alan Parsons Project, αξίζει πραγματικά να το ακούσετε. Εδώ φτάνουμε στο σημείο χωρίς επιστροφή. Ο άνθρωπος έχει χάσει πολλά, ώστε πλέον αισθάνεται ότι δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο ενός εθισμού: όταν η απώλεια παύει να λειτουργεί ως προειδοποίηση. Αντί να σταματήσει επειδή χάνει, συνεχίζει επειδή ήδη έχει χάσει. ‘Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Το The Turn of A Friendly Card, Part Two ολοκληρώνει το άλμπουμ. Δεν πρόκειται απλώς για μια επανάληψη του Part One: η σόλο κιθάρα και η ορχήστρα οδηγούν το τραγούδι μέχρι το τέλος του, ενώ τα πνευστά και το τσέλο προσθέτουν αυτή τη φορά μια βαθύτερη διάσταση. O Chris Rainbow κατάφερε να πάρει μια πρόχειρη φωνητική ηχογράφηση και να τη μετατρέψει σε κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί πολύ από την αρχική ιδέα. Η ικανότητά του να αποδίδει μια μελωδία είναι απλά εκπληκτική. Το εκτενές σόλο κιθάρας του Bairnson καλύπτει ολόκληρο το δεύτερο μισό του τραγουδιού, αλλά μειώθηκε υπέρ της ορχήστρας. Στιχουργικά επιστρέφει το βασικό θέμα. Η φιλική πλευρά της κάρτας υπονοεί την ελπίδα ότι η επόμενη κίνηση θα είναι αυτή που θα αλλάξει τα πάντα. Αυτό είναι το μεγάλο ψυχολογικό κόλπο του τζόγου: δεν θυμάσαι πόσα έχασες και σκέφτεσαι πόσα μπορείς να κερδίσεις την επόμενη φορά.
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 7 Νοεμβρίου 1980. Μέχρι αυτό το άλμπουμ, όλα τα άλμπουμ των Alan Parsons Project κυκλοφορούσαν σε εξώφυλλα τύπου gatefold. Λόγω των αυξανόμενων οικονομικών περιορισμών που αντιμετώπιζαν οι δισκογραφικές εταιρείες, το Turn of a Friendly Card ήταν το πρώτο άλμπουμ των Alan Parsons Project που κυκλοφόρησε σε συσκευασία με απλό εξώφυλλο. Για την προώθηση του, ο Woolfson κατέληξε σε συμφωνία με τη δισκογραφική τους εταιρεία, σύμφωνα με την οποία το συγκρότημα θα χρηματοδοτούσε το ίδιο τις τηλεοπτικές διαφημίσεις και θα ανακτούσε αυτά τα έξοδα από την εταιρεία μέσω των πωλήσεων του άλμπουμ. Δύο ιαπωνικές συσκευές αναπαραγωγής κασετών με στερεοφωνικά ακουστικά τοποθετήθηκαν στο κατάστημα HMV της Oxford Street για μία εβδομάδα, προκειμένου να δοθεί στο κοινό η ευκαιρία να ακούσει το άλμπουμ πριν ακόμη κυκλοφορήσει. Ο Woolfson ανέφερε ότι η ανταπόκριση σε αυτή την προωθητική ενέργεια ήταν εξαιρετική. Το άλμπουμ έγινε πλατινένιο στις ΗΠΑ και τον Καναδά, ενώ πρόσφατα επανακυκλοφόρησε σε πολυτελείς εκδόσεις. Το 1982 κυκλοφορήσουν το άλμπουμ Eye in the sky, με το οποίο θα γνωρίσουν τεράστια εμπορική επιτυχία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
![]() |
| Το οπισθόφυλλο |
Το Turn of a Friendly Card αποδείχθηκε ένα απροσδόκητα επιτυχημένο άλμπουμ για τους APP, τη στιγμή που προέρχονταν από δύο αρκετά άλμπουμ που δεν είχαν την απήχηση που άξιζαν, ενώ η πλειονότητα των εμβληματικών μορφών της δεκαετίας του ’70 γρήγορα έχανε τη δημοτικότητά της μπροστά στο κύμα του new wave και του MTV. Κατάφεραν να αποδώσουν με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο τον χαρακτηριστικό προοδευτικό ήχο τους ανακεφαλαιώνοντας ό,τι είχαν κάνει στα τέσσερα προηγούμενα άλμπουμ τους. Το Turn of a Friendly Card είναι ένας δίσκος που ανταμείβει την προσεκτική ακρόαση. Πίσω από την κομψή επιφάνειά του κρύβεται μια απαισιόδοξη, αλλά ανθρώπινη σκέψη: πολλές φορές δεν μας καταστρέφει η ίδια η τύχη, αλλά η επιθυμία μας να την ελέγξουμε.
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
6/11/26
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ TURN OF A FRIENDLY CARD
Ημέρες δεκαετίας του 80. 14, Papagayo, San Lorenzo, Ακρωτήρι, ABC, Rebound, είμαι μερικές από τιςις οι αθηναικές discotheque που έχουν ανακαλύψει τον pop-rock ήχο και σταδιακά, περνούν τραγούδια του στο πρόγραμμά τους. Ένα από αυτά ήταν και το Games People Play που κόλλησε για χρόνια στα πικ απ τους! Τους Alan Parsons Project τους είχα ανακαλύψει από το 1976 όταν ο Γιάννης Πετρίδης είχε παίξει από την εκπομπή του στο Α!Πρόγραμμα της ΕΡΤ, το θρυλικό Tales of Mystery of Imagination που για εμένα είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου άλμπουμ. Τα 3 επόμενα άλμπουμ των APP με βρήκαν μουδιασμένο γιατί ο ήχος τους είχε ξεφύγει και ήταν πιο dance αλλά με το Turn of a Friendly Card, με κέρδισαν πάλι.
.jpg)



Δημοσίευση σχολίου