SAXON – SOLID BALL OF ROCK (1991): ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι Saxon βρίσκονταν σε ένα από τα πιο δύσκολα σταυροδρόμια της καριέρας τους. Η δυναμική που είχαν αποκτήσει στις αρχές των 8O's είχε περιοριστεί, οι τελευταίες δισκογραφικές τους δουλειές δεν είχαν την ανταπόκριση που προσδοκούσαν και η συνεργασία τους με την EMI είχε ολοκληρωθεί άδοξα και υπό δύσκολες συνθήκες. Η προσπάθεια να προσεγγίσουν περισσότερο την αμερικανική αγορά, ιδιαίτερα μέσα από τα Crusader, Rock the nations και Destiny, δεν είχε αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, η δημοτικότητα τους ήταν υπό αμφισβήτηση και η μουσική πραγματικότητα είχε αρχίσει να μετακινείται, κατά συνέπεια η θέση των παραδοσιακών heavy metal συγκροτημάτων γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. 
Μοιραία, βρέθηκαν χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο, σε μια περίοδο αβεβαιότητας που δεν αφορούσε μόνο τη μουσική τους πορεία αλλά και την επαγγελματική τους επιβίωση. Το 1989 κυκλοφόρησαν το Rock ’n’ roll gypsies, ένα ζωντανό άλμπουμ από εμφανίσεις της προηγούμενης χρονιάς στην Ανατολική Ευρώπη (;), ενώ το 1990 πραγματοποίησαν την περιοδεία 10 Years of denim and leather. Η συγκεκριμένη περιοδεία όμως είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς έφερνε ξανά στο προσκήνιο υλικό που είχε καθιερώσει το συγκρότημα και επανασύνδεε τους Saxon με τον παραδοσιακό πυρήνα των οπαδών τους.
H Virgin Records έδειξε ενδιαφέρον για το συγκρότημα και τους προσέφερε μια νέα δισκογραφική συμφωνία. Ο Biff Byford έχει περιγράψει χαρακτηριστικά ότι εκπρόσωπος της εταιρείας επισκέφθηκε το σπίτι του στη Βρετανία για να του μεταφέρει την πρόταση. Σε μια εποχή που η μπάντα δεν απολάμβανε την ίδια προσοχή στην πατρίδα της, η δημοτικότητα τους στην Γερμανία  και γενικότερα στην Ευρώπη είχε πλέον αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την επιβίωση της. Έτσι, στις 14 Ιανουαρίου 1991 κυκλοφόρησε το δέκατο στούντιο άλμπουμ τους, με τίτλο Solid ball of rock με το συγκρότημα να μην επιχειρεί αυτή τη φορά να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό του ούτε και να ακολουθήσει τις μουσικές τάσεις της εποχής. Έδειχναν να επιστρέφουν σε μια περισσότερο γνώριμη μουσική κατεύθυνση, με το κλασικό heavy metal και το hard rock να βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο.


Η σύνθεση του συγκροτήματος περιλάμβανε τον Biff Byford στα φωνητικά, τους Paul Quinn και Graham Oliver στις κιθάρες, τον Nibbs Carter στο μπάσο και τον Nigel Glockler στα τύμπανα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή του Carter στην σύνθεση. Αν και είχε ενταχθεί στους Saxon ήδη από το 1988, εδώ η συνθετική του παρουσία γίνεται ιδιαίτερα έντονη εδώ, καθώς εμφανίζεται στα credits οκτώ από τα έντεκα τραγούδια. Μάλιστα στα πέντε από αυτά φέρουν τη δική του αποκλειστική συνθετική υπογραφή. 

 ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ

Υπάρχει μάλιστα και ένα λιγότερο γνωστό παρασκήνιο γύρω από αυτή την εκτεταμένη συμμετοχή του. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η κατανομή των συνθετικών δικαιωμάτων στον Carter ενδεχομένως συνδεόταν με τις οικονομικές και νομικές εκκρεμότητες που αντιμετώπιζε τότε το συγκρότημα με τo προηγούμενο τους management. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η συμμετοχή του στα songwriting credits θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τρόπος προστασίας των εσόδων τους από τα διάφορα δικαιώματα, χωρίς οι παλιοί manager της μπάντας να μπορούν να έχουν οικονομικές αξιώσεις από αυτά. Είναι μια ενδιαφέρουσα πληροφορία, που αξίζει να αναφερθεί με την απαραίτητη επιφύλαξη όμως.
Στην παραγωγή του άλμπουμ συναντάμε τον Kalle Trapp, έναν άνθρωπο με σημαντική παρουσία στην ευρωπαϊκή metal σκηνή, ο οποίος είχε ήδη συνεργαστεί με συγκροτήματα όπως οι Blind Guardian και οι Destruction. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στα Karo Studios του Brackel, στη Γερμανία, ενώ η προπαραγωγή είχε γίνει στα Gems Studios του Lincolnshire. Ο Trapp ανέλαβε την παραγωγή και τη μίξη, με τον Biff Byford να συμμετέχει επίσης στη όλη διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ένας καθαρός, ευκρινής και γεμάτος ζωντάνια ήχος. Οι κιθάρες έχουν ξανά την απαραίτητη πρωταγωνιστική θέση και το όγκο που θέλουμε, το μπάσο και τα τύμπανα είναι στιβαρά, τα φωνητικά του Byford είναι πολύ δυναμικά. Συνολικά η μπάντα επανέρχεται στο τραχύ και δυναμικό ύφος που της ταιριάζει. Δεν υπάρχει ανάγκη για μια πιο βρώμικη ή υπερβολικά βαριά παραγωγή. Αντιθέτως, η καθαρότητα και ο διαχωρισμός των οργάνων βοηθούν τις συνθέσεις να αναδείξουν τη δύναμη και τη μελωδικότητά τους, χωρίς να χάνουν τον παραδοσιακό heavy metal χαρακτήρα τους.



Το άλμπουμ ανοίγει με το σαρωτικό  Solid ball of rock, μια σύνθεση που δεν ανήκει αποκλειστικά στη δημιουργική εργασία των Saxon, καθώς στα credits εμφανίζονται οι Bram Tchaikovsky και Mike Broad Bent. Μελωδικό, δυναμικό, κιθαριστικό και γεμάτο ενθουσιασμό, το τραγούδι διαθέτει εκείνη την αμεσότητα που έκανε τη μουσική τους αναγνωρίσιμη, δίνοντας από τα πρώτα λεπτά την αίσθηση πως η μπάντα επιστρέφει σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα.
Στο Altar of the gods συναντάμε τους Saxon σε μία από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου. Μια δήλωση αυθεντικού heavy metal, με ένα riff που φέρνει στον νου το Princess of the night, αλλά και το Stand up and shout των Dio. Όχι επειδή αλλά επειδή αντιγράφει, αλλά γιατί κινείται μέσα στην ίδια δυναμική κιθαριστική νοοτροπία. Το Requiem (We will remember) μεταφέρει το άλμπουμ σε μια περισσότερο μελωδική αλλά και συναισθηματική κατεύθυνση, χωρίς όμως να στερείται δύναμης. Το εξαιρετικό riff, η ατμόσφαιρα και η συνολική ανάπτυξή της δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που πετυχαίνει τον σκοπό του. Το τραγούδι αποτελεί φόρο τιμής σε μουσικούς που είχαν φύγει από τη ζωή και είχαν επηρεάσει τα μέλη της μπάντας όταν ήταν νεότερα. Έτσι, η συναισθηματική του φόρτιση αποκτά μεγαλύτερη σημασία από μια απλή μελωδική διαφοροποίηση μέσα στο άλμπουμ. Το lights in the sky είναι Saxon με όλη τη σημασία της λέξης. Ένα τραγούδι που θυμίζει τις πρώτες, κλασικές δουλειές τους, με έντονο heavy metal χαρακτήρα, μια πολύ όμορφη στιγμή, που αποδεικνύει ότι το μουσικό τους DNA έχει παραμείνει αναλλοίωτο. Το Baptism of fire είναι μια ακόμη εξαιρετική στιγμή. Η σύνθεση φέρει την υπογραφή του Nibbs Carter και αποτελεί ένα από τα τραγούδια που αναδεικνύουν καλύτερα τη συνθετική του συνεισφορά στον δίσκο. Στο I just can’t get enough, I’m on fire και Ain’t gonna take it  τα πράγματα είναι διαφορετικά και θυμίζουν σε αρκετά σημεία τη μουσική προσέγγιση του Rock the nations. Το Overture in B-minor / Refugee δεν είναι απαραίτητα η σύνθεση που θα ξεχωρίσει ούτε από τις στιγμές που θα θυμάται περισσότερο ο ακροατής. Είναι όμως ένα ακόμη δείγμα ότι οι Saxon απομακρύνονται από την αμερικανοποιημένη κατεύθυνση των προηγούμενων χρόνων και επιστρέφουν στον φυσικό τους ήχο. Το Crash dive, τέλος, κλείνει τη δουλειά με έναν πιο τραχύ και γρήγορο χαρακτήρα μια αξιοπρεπής σύνθεση. 


Το 1991, πάντως, δεν ήταν μια εύκολη χρονιά για να κυκλοφορήσει ένας δίσκος σαν αυτόν. Το μουσικό τοπίο άλλαζε με ταχύτητα. Το grunge άρχιζε να αποκτά τεράστια δυναμική, ενώ τα Nevermind των Nirvana, Ten των Pearl Jam και Badmotorfinger των Soundgarden βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή μιας νέας μουσικής πραγματικότητας. Η προσοχή του Τύπου και ενός μεγάλου μέρους του κοινού μετατοπιζόταν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, αφήνοντας λιγότερο χώρο για τα συγκροτήματα που είχαν κυριαρχήσει στο προηγούμενο μουσικό περιβάλλον.
Το Solid ball of rock δεν έμεινε εντελώς έξω από αυτή την πραγματικότητα, αλλά ούτε κατάφερε να επαναφέρει τους Saxon στην εμπορική θέση που είχαν κατακτήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Στη Γερμανία έφτασε μέχρι το Νο.23 και στην Ελβετία μέχρι το Νο.28, ενώ στη Βρετανία δεν κατάφερε να μπει στο Top 100. Η υποδοχή του Τύπου ήταν επίσης άνιση. Το γερμανικό Rock hard το υποδέχτηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, βαθμολογώντας το με 9,5/10, ενώ το βρετανικό Kerrang! ήταν σαφώς πιο συγκρατημένο, με 3/5. Το περιοδικό Q του έδωσε μόλις 2/5.
Αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση έχει ενδιαφέρον, καθώς δείχνει ότι η επιστροφή των Saxon στον γνώριμο ήχο τους δεν αντιμετωπίστηκε παντού με τον ίδιο τρόπο. Στην ευρωπαϊκή αγορά, η μπάντα εξακολουθούσε να διαθέτει ένα πιστό κοινό που αναγνώριζε την αξία της. Οι παραδοσιακοί οπαδοί της, εκείνοι που είχαν μεγαλώσει με τα Wheels of steel, Strong arm of the law και Denim and leather, μπορούσαν να ακούσουν στο νέο άλμπουμ μια μουσική προσέγγιση πολύ πιο κοντά σε αυτό που αγαπούσαν.
Το Solid ball of rock δεν ήταν η μεγάλη εμπορική επιστροφή των Saxon. Δεν διέθετε την ομοιογένεια ενός κορυφαίου άλμπουμ της κλασικής περιόδου τους, ούτε όλες οι συνθέσεις του βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο. Υπάρχουν τραγούδια που ξεχωρίζουν πραγματικά, υπάρχουν όμως και στιγμές που δεν καταφέρνουν να αφήσουν ισχυρό αποτύπωμα. Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία του. Αντιθέτως, η αξία του βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι βοήθησε μια ιστορική μπάντα να ξαναβρεί τον προσανατολισμό της σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνθήκες δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές. Η πορεία που ακολούθησε με το Forever free και τις επόμενες δουλειές τους θα επιβεβαίωνε ότι αυτή η νέα αρχή δεν ήταν απλώς μια πρόσκαιρη κίνηση. Δεν χρειάζεται να θεωρηθεί ένα χαμένο αριστούργημα για να αναγνωρίσουμε τη σημασία του. Είναι ένας καλός, δυναμικός και σε αρκετές στιγμές εξαιρετικός δίσκος, που έδωσε στους Saxon κάτι πολύ σημαντικότερο από μια πρόσκαιρη επιτυχία, όμως τους έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσουν με τους δικούς τους όρους.


 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ

4/11/26

 

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου