Δεύτερο Rock Hard Festival στον ίδιο χώρο και με την ίδια λογική. Δυνατό όπλο του ελληνικού βραχίονα του φεστιβάλ, είναι η διασύνδεσή του με το γερμανικό φεστιβάλ και τους ανθρώπους του, που μπορούν να του προσφέρουν εύκολη επικοινωνία με μια σειρά ονομάτων, που δεν είναι απαραίτητο να είναι δραστηριοποιημένα και να επανέρχονται ειδικά για το ελληνικό φεστιβάλ. Φωτεινό παράδειγμα στο περυσινό Rock Hard Festival, η πραγματικά μοναδική επανασύνδεση των Candlemass με τον με τον Messiah Marconin αλλά και των Heavens Gate, που είχαν διαλυθεί από το 1999! Το Rock Hard 2026, είχε μια σειρά πραγματικά πολύ ενδιαφερόντων επανασυνδέσεων αλλά και ιδεών όπως αυτές που θα διαβάσετε πιο κάτω!
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026
Οι Λαρισαίοι Leatherhead είναι το πρώτο όνομα που ανεβαίνει στη σκηνή, αντιμέτωπο με μια δυνατή ζέστη αλλά κι οπλισμένοι με πολύ διάθεση, έχοντας στην πλάτη τους 2 άλμπουμ, με πιο πρόσφατο το Violent horror stories. Ίδρωσαν τη φανέλα, αφήνοντας καλές εντυπώσεις. Από τα παλαιότερα ονόματα του είδους, οι Ιρλανδοί Primordial, αν κρίνω από τον κόσμο που φορούσε t- shirts, έχουν πολλούς fans στη χώρα μας. Εξ άλλου, έχουν παίξει αρκετές φορές, δημιουργώντας ένα δυνατό fan base.
![]() |
| Primordial (Δ. Αγάς) |
Αισθάνομαι ότι αυτό το κοινό πρέπει να έμεινε απόλυτα ικανοποιημένο, για τους υπόλοιπους, απλά τους ανέχτηκε. Δεν είναι εξοικειωμένος με τη δισκογραφία των Σουηδών Morgana Lefay, γι αυτό και τους πρόσεξα με ιδιαιτέρως αλλά δεν βρήκα κάτι ξεχωριστό, κάτι που να σου μένει. Πάντως στη σκηνή έβγαλαν ένα δεμένο ήχο με τους ίδιους να δείχνουν ότι γουστάρανε. Άφησαν καλές εντυπώσεις αλλά έως εκεί. Με τον κόσμο να έχει φθάσει τους 2.200-πάντα με δική μου εκτίμηση- αρχίζω να παρατηρώ ότι με το που ξεκίνησαν οι Stratovarious, το κοινό άρχισε να μεγαλώνει για να φθάσουμε στα 2 μεγάλα ονόματα της πρώτης βραδιάς, τους Blood Fire and Death και τους Φιλανδούς Stratovarius που ξεκίνησαν με τα Destiny και Phoenix. Η πρώτη αίσθηση ήταν ότι δεν είχαν βρει τα πατήματά τους, ειδικά ο μπασίστας Lauri Porra κι ο κιθαρίστας Matias Kupiainen που μού έδωσαν την αίσθηση ότι ήταν επάνω στη σκηνή …για να είναι.
![]() |
| Stratovarius (Σ. Σολδάτος) |
Από το Kiss of Judas τα πράγματα άλλαξαν, με τους Porra και Kupiainen να γίνονται πιο ενεργητικοί και να συναγωνίζονται τον Timo Kotipelto, που από την αρχή ήταν με καλή διάθεση και κομμάτι κομμάτι να αποδεικνύουν ότι αυτοί ήταν οι headliners, με τον πολύ καλό ήχο, να τους βοηθάει να σταθούν καλά και βέβαια η επιλογή του set list, που βασίστηκε στη δεκαετία του 90, άφηνε σκέψεις για ποια κομμάτια θα επέλεγαν από την πιο επιτυχημένη περίοδο τους. Οι Stratovarius δεν το πιο…εκρηκτικό σχήμα επί σκηνής, με μόνη εξαίρεση τον Kotipelto που ήταν σε καλή ημέρα αλλά και τα μάτια πολλών από το κοινό να είναι καρφωμένα στον πολύπειρο οργανίστα Jens Johansson (Dio, Malmsteen. Silver Mountain, Hammerfall, Avantasia κ.α.) που έδωσε όγκο στον ήχο τους. S.O.S, Stratosphere, Paradise, Black Diamond, Speed of life και βέβαια το κλασικό Hunting high and Low, με το οποίο έκλεισαν, σφράγισαν την καλή εμφάνισή τους. Να σημειώσω ότι οι Φιλανδοί ήταν οι μόνοι που είχαν έστω ένα υποφερτό σκηνικό, ενώ γενικά στο φεστιβάλ δεν χρησιμοποιήθηκαν οθόνες, προφανώς λόγω του γεγονότος της καλής οπτικής και τοπυ συγκεκριμένου χώρου. Το τέλος των Startovarius, βρίσκει το χώρο να έχει περισσότερους από 3.000, με κόσμο να έχει έλθει ειδικά για το Blood Fire and Death, το all-star tribute στους Bathrory.
Α.Ρ.
Υπάρχουν κάποιες συναυλιακές νύχτες που ξέρεις από πριν ότι δεν σηκώνουν ημιμέτρα. Η πρώτη headline εμφάνιση στο 2o Rock Hard Festival Greece στην Τεχνόπολη ήταν ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Και με την ώρα να πλησιάζει για τους Blood Fire Death, άφησα στην άκρη τα πάντα και τους πάντες. Μπύρες (σ.σ. 4 ήπιες!), συζητήσεις, γνωστές παρέες και περισπασμοί μπήκαν στο περιθώριο, καθώς ήθελα να ζήσω αυτή την εμφάνιση συγκεντρωμένος 100%, από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα. Γιατί θα βλέπαμε κάτι που (δυστυχώς) ούτε όσοι πρόλαβαν τους Bathory στις δόξες τους κατάφεραν να δουν: μία live απόδοση των ύμνων που απλόχερα χάρισε στον κόσμο του metal ο αρχιερέας Quorthon.
Η αγωνία για το σχήμα που ανέλαβε να αποδώσει ζωντανά την κληρονομιά των Bathory είχε φτάσει στα ύψη, ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση ότι τη θέση του Ivar Bjørnson στην κιθάρα θα κάλυπτε ο Ihsahn των Emperor (ενώ επιβεβαιώθηκε πως οι Gaahl και Attila Csihar τελικά δεν κατάφεραν να δώσουν το παρών). Ο σχεδιασμός στη σκηνή είχε διαμορφωθεί με ακρίβεια. Το επιβλητικό banner του Blood Fire Death δέσποζε στο πίσω μέρος, ενώ τα κάγκελα είχαν τοποθετηθεί σε μεγαλύτερη απόσταση από το stage και πιο κοντά προς το μέρος μας, για να λειτουργήσουν με ασφάλεια τα εφέ με τις φλόγες.
Όταν η πεντάδα των Erik Danielsson (Watain), Ihsahn, Blasphemer (Vltimas), Apollyon (Aura Noir) και Faust (Djevel) εμφανίστηκε στη σκηνή, η ατμόσφαιρα φορτίστηκε αυτόματα. Η αρχή έγινε με το ατσάλινο έπος A Fine Day to Die, δίνοντας το έναυσμα για ένα 75λεπτο γεμάτο σκοτάδι, φωτιά, μαύρη ενέργεια και ακατέργαστο metal.
Οι κιθάρες των Ihsahn και Blasphemer έκατσαν τέλεια πάνω στις συνθέσεις των Bathory, ενώ ο Faust πίσω από τα ντραμς κρατούσε έναν συμπαγή, καθηλωτικό ρυθμό. Το setlist κάλυψε ένα ευρύ φάσμα της διαδρομής του Quorthon, από το πρωτόγονο ντεμπούτο (Sacrifice), το The Return…… (Born for Burning, The Return of Darkness and Evil) και το Under the Sign of the Black Mark (The Rite of Darkness, Enter the Eternal Fire, For All Those Who Died, Call From the Grave, Woman of Dark Desires), μέχρι το σημείο καμπής Blood Fire Death (A Fine Day to Die, Blood Fire Death) και την επική αύρα του Hammerheart (Shores in Flames).
Βέβαια, όταν αναλογίζεσαι το μέγεθος της δισκογραφίας των Bathory, είναι λογικό να υπάρχουν διαφορετικές προτιμήσεις. Προσωπικά, θα ήθελα πολύ να είχα ακούσει το One Rode to Asa Bay και περισσότερα τραγούδια από το αγαπημένο μου Hammerheart, αλλά σε τέτοια live πάντα κάτι θα λείπει από τις προσωπικές μας επιθυμίες, αφού κάθε περίοδος της μπάντας έχει διαμορφώσει το δικό της πιστό κοινό.
Παρ' όλα αυτά, το σημείο που πραγματικά ξεχώρισε ήταν η ερμηνεία στο Shores in Flames, και όχι μόνο επειδή όπως προείπα το Hammerheart είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ. Ο Apollyon πέρασε στα φωνητικά, αποδίδοντας το κομμάτι με τέτοια ένταση και αφοσίωση, που αν έκλεινες τα μάτια ένιωθες πως τραβάς κουπί σε ένα drakkar, έτοιμος να αποβιβαστείς στο όνομα του ατσαλιού, του αίματος και της Valhalla. Την κατατάσσω ως μια από τις πιο δυνατές στιγμές που έχουμε παρακολουθήσει στη διετή διαδρομή του θεσμού.
Η συνέχεια επιφύλασσε και μια απρόσμενη κίνηση, καθώς στη σκηνή ανέβηκε ο Frederick Melander (μπασίστας των Bathory το 1983-84) για τα Sacrifice και The Return of Darkness and Evil, δημιουργώντας μία ζωντανή γέφυρα με τις πρώτες μέρες της μπάντας. Παράλληλα, ο Grutle Kjellson (Enslaved) συνέδραμε στα φωνητικά δίπλα στον Erik, σφραγίζοντας τα πιο επικά περάσματα. Το Woman of Dark Desires ανέβασε εκ νέου τους παλμούς, πριν το ομώνυμο Blood Fire Death σφραγίσει την εμφάνισή τους.
Αυτή η εμφάνιση ήταν το κάτι άλλο. Απλά, λιτά κι απέριττα. Ήταν μια προσπάθεια δοσμένη με συνέπεια και ουσιαστική εκτίμηση από κορυφαίους εκπροσώπους της σκανδιναβικής σκηνής, τιμώντας την παρακαταθήκη του Quorthon με τον καλύτερο τρόπο. Όσοι τυχεροί ήμασταν παρόντες μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε.
BATHORY WILL NEVER DIE.
ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 12 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026
Με τη δεύτερη ημέρα να είναι πιο κοντά στα γούστα μου, μπήκα στην Τεχνόπολη ακριβώς τη στιγμή που ξεκίναγε ο Blaze Bayley και τους μόνιμους μουσικούς που τον συνοδεύουν, να παίζουν το Doctor Doctor(UFO) με τον κόσμο να το τραγουδάει για να μπει στη σκηνή ο Bayley και να ξεκινήσει μια 45λεπτο set κομματιών των Iron Maiden της ..εποχής του (Lord of the Flies, Justice of the Peace, Clansman, Man on the Edge, Futureal,The Angel and the Gambler) και με το ίδιο πρώτη φορά τόσο επικοινωνιακό με το κοινό. Πάντα τίμιος, πάντα καλός και ποτέ βαρετός (κι ας τον έχω δει τόσες φορές). Όσο για τη μη συμμετοχή του στο signing sesion, εδώ και 2 περίπου χρόνια ο Bayley έχει δηλώσει ότι σταματάει να υπογράφει καθώς βλέπει τα υπογεγραμμένα εξώφυλλα να πωλούνται σε υψηλές τιμές στο ebay. Πάντως, δεν χάλασε το χατίρι σε κανέναν που τού ζήτησε να φωτογραφηθεί μαζί του.
Καλοί οι Angra αλλά όπως και να το κάνουμε όταν υπάρχει ο Udo, όλα είναι διαφορετικά. Και το γράφω αυτό γιατί αν έπρεπε να ήταν κάποιος headliner το Σάββατο το βράδυ, αυτός ήταν ο 74χρονος Udo Dirkschneider που έπαιξε μόνο Accept.
Ξεκίνησε με το Fast as a Shark για να συνεχίσει με ύμνους όπως Living for Tonite, Midnight Mover, Breaker, Metal Heart με τη συνοδεία του κόσμου, Up to the Limit, Princess of the Dawn, Balls to the Wall για να κλείσει με το Burning. Άψογος! Στο μπάσο ΔΕΝ ήταν ο Peter Blartes ο οποίος εδώ και λίγο καιρό έχει τραυματιστεί στα πλευρά και απέχει. Στα τύμπανα, ο γιός του Sven, που νομίζω ότι βιάστηκαν να τον χαρακτηρίσουν ότι πήρε τη θέση με «μέσο», αφού η παρουσία του και φυσικά ο ήχος του ήταν πολύ καλός.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τους Βραζιλιάνους Angra των οποίων τα πρώτα 2 άλμπουμ, Angel’s Cry και Holy Land, που συμπλήρωσε 30 χρόνια κυκλοφορίας, ήταν ξεχωριστά όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 90 και γι αυτό πήραν ένα βαρύ φορτίο που δεν νομίζω ότι κατάφεραν να σηκώσουν στις επόμενες κυκλοφορίες τους. Η συμπλήρωση 30 χρόνων από την κυκλοφορία του Holy Land, συνδυάστηκε με την επανακυκλοφορία του σε βινύλιο (χρυσό και μαύρο) με την έκδοση του χρυσού να είναι μόνο σε 100 συλλεκτικά κομμάτια για όσους αγόρασαν το VIP εισιτήριο. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που στη χώρα μας που δινόταν η ευκαιρία σε αγοραστές εισιτηρίου να πάρουν κι ένα δίσκο, με πρώτη αυτή του Σεπτεμβρίου του 1980 στη συναυλία των Gillan όταν στα πρώτα 3.000 εισιτήρια, προσφερόταν κι ένα single (μικρός δίσκος) με τα Sleeping on the job/Higher and Higher.
Η παρουσία του εξαιρετικού Kiko Loureiro στην κιθάρα να προσφέρει ένα πραγματικό δαντελωτό και ξεχωριστό ήχο, οι Angra ξεκίνησαν με το Carry On για να συνεχίσουν με τα Tide Of Changes, Nothing to say, ένα πέρασμα από το The Show must go on των Queen, με τον καινούργιο τραγουδιστή Alirio Netto (τέταρτο στη σειρά) στο λευκό πιάνο να το δένει με το Carolina, φυσικά το Make Believe χωρίς απαραίτητα να παίξουν ολόκληρο το Holy Land.
Προσωπικά μού άρεσε η διασκευή του Wuthering Heights (Kate Bush) για να κλείσουν με το Nova Era. Συμπερασματικά, οι Angra έκαναν μια καλή εμφάνιση, που τους βοήθησε πολύ ο φωτισμός, αλλά επειδή ποτέ δεν ήμουν fan τους, θεωρώ ότι έκαναν μια καλή εμφάνιση… κι έως εκεί. Να δούμε τι θα σκαρφιστεί ο Σάκης Φράγκος για του χρόνου.
Υ.Γ.
Καμία φορά, δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε αυτό που έχουμε, θαυμάζοντας πάντα το ξένο. Όταν ο Σάκης Φράγκος πήγε τους Γερμανούς του Rock Hard να τους δείξει/ξεναγήσει στο Χώρο της Τεχνόπολης, αυτοί του είπαν «Εμείς ψάχνουμε χρόνια να βρούμε ένα βιομηχανικό χώρο που να μπορεί να φιλοξενεί συναυλίες και εσύ τον έχεις μέσα στον οικιστικό ιστό;»
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
15/9/26








Δημοσίευση σχολίου