Όταν πρωτοανακοινώθηκε η συναυλία των FM για τα 40 χρόνια του Indiscreet, η αλήθεια είναι πως δεν το σκέφτηκα και πολύ για να κλείσω εισιτήριο. Λίγο οι παρέες που έχω μπλέξει τα τελευταία … 10 χρόνια, λίγο η δυνατή, όπως μου την περιέγραψαν, εμφάνιση το 2024 στο Piraeus Club Academy, δεν ήθελα και πολύ για να πειστώ. Έτσι, μετά τις πασχαλινές διακοπές, φρόντισα να βρίσκομαι στην πόλη με το εισιτήριο ανά χείρας για μία βραδιά που μου είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες.
Παρότι η χώρα μας είναι μικρή αγορά για το hard rock και οι σχετικές συναυλίες, συγκριτικά με άλλες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, είναι πιο «μαζεμένες», οι FM αποτελούν μια αξιοσημείωτη εξαίρεση με σταθερή απήχηση στο ελληνικό κοινό. Παρά το ύφος τους που παραπέμπει σε A.O.R. και μελωδικό hard rock των ‘80s, δεν είναι και ό,τι πιο δημοφιλές, οι FM παραμένουν πόλος έλξης για το μικρό αλλά δυναμικό κοινό του χώρου, παραμένοντας αυθεντικοί, προσιτοί και ουσιαστικοί στην σχέση τους με τον κόσμο, που έχει ως αποτέλεσμα οι εμφανίσεις τους να είναι ξεχωριστές.
Το Σάββατο 18 Απριλίου, λοιπόν, βρεθήκαμε νωρίς έξω από το Κύτταρο, για να αντικρύσουμε ήδη αρκετό κόσμο που περίμενε να μπει ή να αγοράσει εισιτήριο, με αρκετούς εξ’ αυτών να μας έχουν έρθει από το εξωτερικό. Μπαίνοντας σχετικά γρήγορα, πετύχαμε τον Γιάννη Δόλα και τον Σάκη Νίκα από την ομάδα του rockpages.gr, που, πρακτικά, ήταν η αιτία να γίνει αυτή η περιοδεία. Και το λέω αυτό διότι ήταν η πρόταση τους να παίξουν ολόκληρο το Indiscreet που έβαλε στην διαδικασία το συγκρότημα να κάνει ολόκληρη την επετειακή περιοδεία με πρωταγωνιστή το συγκεκριμένο άλμπουμ και που έγραψε χιλιόμετρα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, κατά τα λεγόμενα του μπασίστα τους, Merv Goldsworthy.
Το ρολόι έδειχνε 20:00 παρά λίγα λεπτά και ήμασταν έτοιμοι να υποδεχτούμε τους special guests της βραδιάς, τους Έλληνες Crimson Fire. Όσοι πρόλαβαν χάζεψαν λίγο τον πάγκο του merchandise, με t-shirts και CDs που στήνεται κλασικά στα δεξιά της σκηνής. Καθώς χαιρετούσαμε φίλους και γνωστούς (δεν είμαστε και πολύ άγνωστοι πλέον εμείς που γυρνάμε σε τέτοιες συναυλίες), έπεσαν οι πρώτες νότες του …. Mad Desire, ενός italo disco hit (!) των Den Harrow, ως intro των Crimson Fire, με τον ντράμερ Νικήτα Μαντόλα να κάθεται πίσω από τα τύμπανα. Επί σκηνής τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι πέντε της μπάντας, οι Γιάννης Morris, Στέλιος Κουτέλης και Νίκος Εφετζής στις τρεις (!) κιθάρες, ο Ντίνος Γανίτης στο μπάσο και τελευταίος ο Γιάννης Μπρίτσας (φωνητικά), δίνοντας το σύνθημα για την συναυλιακή έναρξη της βραδιάς.
Έχει περάσει κάμποσος καιρός από τότε που είχα δει τους Crimson Fire στην Θεσσαλονίκη (και συγκεκριμένα στο Eightball) που έπαιξαν ως headliners σε ένα live με τους Blizzard, τους Leatherhead και τους Thelemite. Είχα μία εικόνα του πολύχρωμου σόου τους, με καπνούς, glitter και σαγηνευτικές χορεύτριες, όμως το βασικό ήταν (και πάντα είναι) η μουσική. Μην σας παρασύρει η φανταχτερή εικόνα τους, η μουσική είναι μία άλλη κατάσταση και αντλεί έμπνευση από ένα φάσμα που ξεκινάει από hard rock και φτάνει στις παρυφές του heavy/power metal. Η μπάντα από την Αθήνα είναι πλέον έμπειρη και δεμένη στην ζωντανή της εμφάνιση, κάτι στο οποίο επιβεβαιώθηκα συγκρίνοντας την αποψινή παρουσία τους με αυτή προ δύο ετών. Η εμφάνιση τους ήταν πολύ καλή, αν εξαιρέσουμε ένα προβληματάκι στον ήχο που ερχόταν και έφευγε, και που μάλλον οφειλόταν στις τρεις κιθάρες και στον ελάχιστο χρόνο για soundcheck.
Πληθωρική παρουσία, γεμάτο πρόγραμμα και πολύ κέφι με τους Crimson Fire, οι οποίοι για πάνω από μία ώρα κράτησαν την διάθεση στα ύψη με την εμφάνιση τους, αλλά και δύο εκπλήξεις. Η πρώτη ήταν ένα πολλά υποσχόμενο νέο τραγούδι, το Summer time dreams, και ένα medley από γνωστές μελωδικές επιτυχίες που περιλάμβανε τα αθάνατα A woman like you του Russ Ballard, Can't fight the night των Shy, Separate Ways (Worlds Apart) των Journey και Dying for your love του Mark Free. Επικό κλείσιμο, καπνοί, κομφετί και ένα κοινό πανέτοιμο για το κυρίως πιάτο της βραδιάς.
Καθώς η σκηνή ετοιμαζόταν για τους FM και κάνοντας μία βόλτα εντός και εκτός Κυττάρου, διαπίστωσα ότι είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, που γέμισε απ’ άκρη σ ‘άκρη το μικρό club. Γύρισα στην θέση μου κάπως ζόρικα και πάνω στην ώρα που ξεκίνησε η εισαγωγή των Άγγλων. Με μία «κινηματογραφική» προβολή στο background, όπου δέσποζε η Union Jack, οι headliners ανέβηκαν στο σανίδι του Κυττάρου. Καθώς οι Steve Overland (φωνητικά, ρυθμική κιθάρα), Merv Goldsworthy (μπάσο), Pete Jupp (ντραμς), Jem Davis (πλήκτρα) και ο «νέος» της μπάντας, Jim Kirkpatrick (lead κιθάρα, γνωστός και από το tribute στον Rory Gallagher σχήμα Band of Friends του Gerry McAvoy) εμφανίστηκαν στο σανίδι, στις 21:15, ο κόσμος τους υποδέχτηκε με περισσό ενθουσιασμό, όπως γίνεται άλλωστε και στις περισσότερες συναυλίες τους και όχι άδικα.
Αυτό που δεν επιδέχεται καμίας αμφισβήτησης είναι πως ο Steve Overland είναι σε εντυπωσιακή κατάσταση. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πόσο αναλλοίωτη παραμένει η φωνή του. Με μπροστάρη τον frontman τους, οι FM κινήθηκαν με άνεση ανάμεσα σε μία πλήρη αναπαραγωγή του ντεμπούτου τους, Indiscreet, άλλες κλασικές στιγμές τους και νεότερο υλικό, χωρίς καμία «κοιλιά». Η αρχή έγινε συντηρητικά με τα Digging Up the Dirt (από το Heroes and Villains-2015) και Killed by love (από το Atomic Generation -2018). Οι στροφές ανέβηκαν απότομα όταν ξεκίνησε το ρεπερτόριο του Indiscreet, με το That girl, το οποίο ίσως είναι γνώριμο σε κάποιους επειδή το έχουν ακούσει και από τους Iron Maiden, που το διασκευάσαν ως b-side στο single του Stranger in a strange land όταν αυτό κυκλοφόρησε λίγες εβδομάδες μετά το Indiscreet.
Ακολούθησε το ρυθμικό και δυναμικό Other Side of Midnight, το φουλ συναισθηματικό Love Lies Dying, o καθαρόαιμος AOR ύμνος American Girls και η ατμοσφαιρική μπαλάντα Frozen Heart. Ακούγοντας όλα αυτά τα τραγούδια, αντιλαμβάνεται κάποιος πόσο κοντά ήταν οι FM στο να γίνουν ένα όνομα παγκόσμιας κλάσης στο είδος τους, κάτι το οποίο μόνο σε κακή τύχη (no pun intended) μπορώ να το αποδώσω. Η ένταση ανέβηκε ξανά με το “Hot wired” και έντονη κιθαριστική παρουσία από τους Kirkpatrick και Overland. Υπάρχει στενή σχέση του βρετανικού hard rock των 80s και πιο κλασικών συγκροτημάτων όπως οι Thin Lizzy, και σε αυτό το τραγούδι είναι έντονη. Εξισορροπώντας το groove και την μελωδία, το Face to Face κράτησε την ροή του προγράμματος και έπειτα ακολούθησε το (μάλλον) αγαπημένο μου τραγούδι από το συγκρότημα, ο νυχτερινός ύμνος I Belong to the Night, που ξεχωρίζει για τις εικόνες που μεταφέρει ο Overland μέσω της χαρακτηριστικής ερμηνείας του και των πλούσιων πλήκτρων του. Το set του Indiscreet έκλεισε με τα Heart of the Matter και Dangerous, και την πλήρη επιβεβαίωση πως όταν το μελωδικό rock υπηρετείται σωστά, παραμένει ζωντανό και δεν είναι μία απλή αναδρομή στο παρελθόν.
Οι FM, έχοντας σερβίρει το main course, προχώρησαν στο να μας δώσουν κι άλλες αγαπημένες επιτυχίες τους. Έτσι ακούσαμε τα Synchronized (από το ομώνυμο άλμπουμ του 2020) και το «μαύρο» Black Water (από το “Old Habits Die Hard” του 2024), ενώ στην συνέχεια ήρθε και ένα μίνι-αφιέρωμα στο δεύτερο, επίσης εξαιρετικό άλμπουμ τους, Tough It Out(1989). Το κοινό ξαναπήρε φωτιά, ακούγοντας το Let Love Be The Leader και την χρυσή τριπλέτα του άλμπουμ, Someday (You'll Come Running) (να πω την μοναδική αμαρτία μου, θεωρώ πως η εκδοχή του Mark Free είναι αξεπέραστη), Bad Luck και Tough It Out. Ειλικρινά και να μην υπήρχε το σύντομο encore των Closer to Heaven και Does It Feel Like Love, η δική μου εμπειρία θα είχε κορυφωθεί. Το ίδιο εισπράξαμε και από το συγκρότημα, με τον Overland και την υπόλοιπη μπάντα να μην χάνουν ευκαιρία να μας ευχαριστούν κάθε φορά που εισέπρατταν την αγάπη του κόσμου. Χωρίς ίχνος επιτήδευσης, με μια χαλαρότητα που πηγάζει από την εμπειρία τους, οι FM έδειξαν ότι απολαμβάνουν αυτό που κάνουν. Και αυτό περνάει κατευθείαν προς τα έξω. Η ατμόσφαιρα στο Κύτταρο είχε κάτι οικείο και «παρεϊστικο», χωρίς όμως να χάνει σε ένταση.
Καθώς το συγκρότημα άφηνε την σκηνή, μετά από σχεδόν δύο ώρες, εμείς, με το χαμόγελο στα χείλη πήραμε τον δρόμο της εξόδου και αφού μιλήσαμε λίγο με φίλους συνεχίσαμε σε γνωστό rock μπαρ των Δυτικών Προαστίων για να σβήσουμε την βραδιά όπως της άρμοζε. Από τις μεταξύ μας κουβέντες, αντιλήφθηκα, πως αυτή η εμφάνιση δεν ήταν απλώς άλλη μία συναυλία στο πρόγραμμα μιας περιοδείας. Ήταν μια καθαρή υπενθύμιση ότι οι FM ξέρουν ακριβώς ποιοι είναι, τι παίζουν και γιατί το κάνουν. Και, κυρίως, ότι δεν έχουν καμία πρόθεση να γίνουν κάτι διαφορετικό για να χωρέσουν κάπου αλλού. Κάτι που σήμερα δεν είναι καθόλου δεδομένο. Για όσους από εσάς δεν ήρθατε, τώρα ξέρετε, και φροντίστε να κάνετε ένα δώρο στους εαυτούς σας όταν οι FM ξανάρθουν από τα μέρη μας.
Κείμενο/Φωτογραφίες: ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
25/4/26





Δημοσίευση σχολίου