Αυτό είναι ένα δοκίμιο στο οποίο, σε δύο μέρη, θα επιχειρήσουμε να θίξουμε ένα θέμα που όλοι κάποια στιγμή το συζητήσαμε με την παρέα μας, πιθανόν αρκετά συχνά και έντονα. Έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων και πολλές υπήρξε η πιο διχαστική διαμάχη στον κόσμο του rock και σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό του heavy metal! Πόσο πολύ επηρεάστηκε, άλλαξε ή μεταμορφώθηκε η αγαπημένη μας μουσική, μέσα στις δεκαετίες, λόγω της εμπορικής άνθησης που γνώρισε, αλλά και της ανάγκης της να διατηρήσει τον κύκλο των οπαδών της; Πως την διαμόρφωσε σταδιακά η άνοδος της δημοτικότητας της, πως οι ίδιοι οι καλλιτέχνες χρειάστηκε να λειτουργήσουν έτσι ώστε να προστατεύσουν την καλλιτεχνική τους δημιουργία; Η μουσική βιομηχανία ήταν εχθρός ή σύμμαχος; Τι κατέκτησε το heavy metal και τι έχασε στα πλαίσια του αναγκαίου αυτοπροσδιορισμού του; Με λίγα λόγια… HEAVY METAL Business: Όταν το metal έγινε «επάγγελμα». Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, με το πρώτο μέρος! Να πάρουμε από την αρχή αυτή την διαδρομή, να φωτίσουμε κάποιες έννοιες και καταστάσεις, για να γίνει πιο κατανοητή η διαδρομή της μουσικής και των δημιουργών της μέσα στην συνθήκη, στον χώρο και τον χρόνο, έτσι ώστε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα τόσο για το «πως» όσο και για το «γιατί»..
Καλώς ήρθατε σε ακόμα ένα ταξίδι πιο βαθύ, πιο δύσκολο αλλά και πιο συναρπαστικό μέσα στην αθέατη πλευρά του κόσμου της μουσικής…
ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟ....ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ
Το heavy metal ως μουσική αλλά και ως στάση απέναντι στις συντηρητικές κοινωνίες από την αρχή του θεωρήθηκε και σε μεγάλο βαθμό ήταν αντιδραστικό, αντισυστημικό και αιχμηρό. Το ύφος του δικαιολογούσε απόλυτα κάτι τέτοιο, η επιθετική του ιδιοσυγκρασία, η αμφισβήτηση και η εναντίωση του στο mainstream ύφος, έφτιαξαν έναν χαρακτήρα αντισυμβατικό πάνω άλλα και κάτω από την σκηνή. Δεν γεννήθηκε απλά τυχαία από μουσικούς με όρεξη να σπάνε τα όρια της rock, γεννήθηκε μέσα σε αστικά τοπία γεμάτα αντίθεση και ένταση, στις εργοστασιακές πόλεις της Βρετανίας, της Γερμανίας ή των ΗΠΑ. Βιομηχανικά κέντρα και γειτονιές που πάλευαν με φτώχεια, ανεργία μέσα σε έντονα κοινωνικά αδιέξοδα. Οι ήχοι των μηχανών, η φασαρία της πόλης, η αίσθηση εγκλωβισμού, η αποπροσωποποίηση, και η ανάγκη για έξοδο δημιούργησαν την πρώτη ύλη του metal, την βαρύτητα, την ένταση, την ταχύτητα, τον θυμό, και κυρίως μια διάθεση αντίθεσης. Ο ήχος αλλά και η πνιγηρή αίσθηση της πόλης, του εργοστασίου και του αστικού θορύβου της καθημερινότητας ήταν δομικά στοιχεία του.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι νέοι δεν είχαν άνεση και δεν είχαν πάντα χώρο έκφρασης. Οι αυλές, τα μικρά υπόγεια clubs, τα garage και τα υπόγεια έγιναν τόποι δημιουργίας και αντιπερισπασμού. Το metal αντανακλούσε όχι μόνο τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και την ψυχολογία της αντίθεσης, της εναντίωσης, την επιθυμία να φωνάξεις δυνατά για όσα σε καταπιέζουν και σε στεναχωρούν. Η βαρύτητα των riffs, η ένταση των drums και η επιθετικότητα των φωνητικών ήταν ο καθρέφτης των πόλεων που τα γέννησαν. Με αυτό το υπόβαθρο, το heavy metal ξεκίνησε να αποκτά ταυτότητα και οντότητα.
Δεν ήταν απλώς μόνο ήχος, ήταν μια μορφής εμπειρία, πολιτισμική καταγραφή, πολιτιστικό αποτύπωμα και τρόπος έκφρασης σε έναν κόσμο που ήταν και είναι, σκληρός και ασφυκτικός. Κι ακριβώς αυτή η ρίζα του, το έφερε σε μια φυσική σύγκρουση με την μετέπειτα επαγγελματική του μετάβαση. Η ένταση της πόλης και η αυθεντικότητα της σκηνής συχνά συγκρούστηκαν με την ανάγκη για επιβίωση, έλεγχο και οργάνωση όπως θα δούμε παρακάτω.
Αρχικά υπήρχε μια σχεδόν αφελή πίστη ότι η μουσική από μόνη της αρκεί. Οι πρώτες μπάντες δεν ξεκίνησαν για να κάνουν καριέρα. Μερικές δεν το φαντάστηκαν καν αυτό ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα. Πέρα από την «έκφραση», ξεκίνησαν «πειραματικά» για να επιβιώσουν, οικονομικά, καλλιτεχνικά, ψυχολογικά μέσα σε έναν κόσμο που είτε τις αγνοούσε είτε τις αντιμετώπιζε ως απειλή.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, το metal (ακόμα και αν δεν είχε πλήρως βαφτιστεί έτσι ακόμα) λειτουργούσε περισσότερο με ένστικτο παρά με σχέδιο. Οι Black Sabbath, Uriah Heep, Deep Purple, Led Zeppelin, κ.α.δεν έστησαν εξ αρχής επιχειρηματικό μοντέλο, έστησαν ήχο, μυστήριο, image και ένταση. Το χρήμα ήρθε γρήγορα, συχνά ανεξέλεγκτα, και όχι πάντα με όρους προστασίας των ίδιων των καλλιτεχνών. Συγκροτήματα που δυσκολεύονταν να διαχειριστούν την εισροή χρημάτων ή την γενικότερη διαχείριση, συμβόλαια που δεν διαβάστηκαν ποτέ, managers χωρίς όραμα ή ερασιτέχνες, δικηγόροι απατεώνες, εταιρείες που εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια, το ταλέντο, τον παρορμητισμό και την αφέλεια τους, τις περισσότερες φορές ήταν ο περίγυρος τους. Όμως τα επόμενα χρόνια η σκηνή θα μεγάλωνε απότομα, χωρίς να ξέρει πώς να διαχειριστεί τον ίδιο της τον εαυτό και χωρίς να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει ούτε την δημοσιότητα της και φυσικά ούτε την εμπορευματοποίηση της.
Κάπου ανάμεσα στην εκρηκτική επιτυχία και στην κατάρρευση, άρχισε να διαφαίνεται μια αναπόφευκτη αλήθεια, αν το metal (ή η rock μουσική σε ένα γενικότερο πλαίσιο) ήθελε να επιβιώσει, να πουλήσει, να ανέβει ακόμα πιο ψηλά, έπρεπε να οργανωθεί. Να μάθει να λειτουργεί όχι μόνο ως μουσική ή συμβολισμός, αλλά και ως επάγγελμα. Να αποκτήσει δομή, πειθαρχία, διαχείριση. Να πάψει να βασίζεται αποκλειστικά στο χάος και να αποδεχτεί ότι, σε έναν κόσμο βιομηχανίας, η τέχνη χωρίς οργάνωση και προστασία έχει ημερομηνία λήξης.
Η μετάβαση αυτή δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε χωρίς αντιδράσεις ή απώλειες. Για πολλούς οπαδούς, αλλά και για κάποιους μουσικούς, η επαγγελματοποίηση του metal σήμαινε προδοσία. «ξεπούλημα», «απώλεια αυθεντικότητας», «μουσική με και για αριθμούς». Για άλλους, όμως, ήταν η μόνη ρεαλιστική επιλογή γιατί χωρίς επαγγελματισμό δεν υπάρχει διάρκεια, χωρίς διάρκεια δεν υπάρχει κληρονομιά. Το metal βρέθηκε έτσι μπροστά σε ένα δίλημμα που το ακολουθεί μέχρι σήμερα. Τέχνη ή καριέρα; Γίνονται και τα δύο; Έκφραση ή επιβίωση; Μπορούν αυτά να συνυπάρξουν; Τι θα επικρατούσε;
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΟΠΑΔΟΥ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΗΝΚΑΧΥΠΟΨΙΑ
Όσο οι μπάντες γινόταν πιο επαγγελματικές, πολλοί οπαδοί ένιωσαν ότι η σκηνή που λάτρευαν έχανε μέρος της αυθεντικότητάς της. Οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν τις αλλαγές ήταν συνήθως οι «παλιοί», αυτοί που είχαν μεγαλώσει μέσα σε μικρά clubs, υπόγεια, με fanzines και ανεξάρτητες κυκλοφορίες. Αυτοί που σήκωσαν πρώτοι το «βάρος». Για αυτούς, η είσοδος των μεγάλων δισκογραφικών, οι τεράστιες περιοδείες και οι επαγγελματικές στρατηγικές δεν ήταν απλώς αλλαγή, αλλά ήταν ξεπούλημα. Ένιωσαν πως οι καλλιτέχνες που μαζί τους ανδρώθηκαν και ήταν συνοδοιπόροι, τους εγκατέλειψαν.
Η λέξη «ξεπουλημένος» έγινε μέρους του λεξιλογίου της σκηνής. Σηματοδοτούσε όχι μόνο την εμπορική επιτυχία, αλλά και την αίσθηση ότι η μουσική προσαρμόζεται σε κανόνες που υπερβαίνουν το δημιουργικό όραμα. Ένα συγκρότημα που προηγουμένως ζούσε και ανέπνεε μέσα από την κοινότητα των οπαδών, ξαφνικά φαινόταν να λειτουργεί για τα charts, τα εξώφυλλα περιοδικών, το ράδιο και την εμπορική επικράτηση. Αυτομάτως η αυθεντικότητα του, ήταν υπό το καθεστώς αμφισβήτησης και έντονης κριτικής. Το μεταξύ σοβαρού και αστείου «μονο τα demo από τους ..τάδε», είναι μεν αλληγορικό και υπερβολικό, άλλα έχει δόση πραγματικότητας και κάποιος λίγους τους εκφράζει ακόμα και στις μέρες μας.
Ταυτόχρονα, πολλοί νεότεροι ή νέοι ακροατές δεν είχαν τις ίδιες αναστολές. Για αυτούς, οι πωλήσεις και οι περιοδείες ήταν σημάδι επιτυχίας και κύρους, και το metal έγινε πολυεθνικό φαινόμενο. Έτσι δημιουργήθηκε ένα διπλό αίσθημα, από τη μία, η νοσταλγία και η καχυποψία, από την άλλη, η ενθουσιώδης αποδοχή όσων είδαν το heavy metal ως κάτι μεγαλύτερο από την τοπική σκηνή.
Αυτή η αντίφαση συνόψιζε τον πυρήνα της κρίσης, το metal μπορούσε να κερδίσει τον κόσμο, αλλά δεν μπορούσε να ικανοποιήσει όλους ταυτόχρονα. Η ένταση μεταξύ «εμπορικού» και «true» έγινε μόνιμο θέμα συζήτησης και συχνά οδήγησε σε καυγάδες, διαφωνίες στα fanzines, στα περιοδικά και έντονη κριτική μέσα στις παρέες. Έχω την εντύπωση πως όσο θα ακούγεται heavy metal στην γη, πάντα θα υπάρχει αυτή συζήτηση και η διαφωνία με λογικά επιχειρήματα και από τα δύο στρατόπεδα. Η πραγματικότητα όμως είναι, πως εάν οι μπάντες δεν ακολουθούσαν κανόνες και δεν έβαζαν μια τάξη σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης του έργου τους, με όρους αυστηρά επαγγελματικούς, σήμερα οι ήρωες του hard rock και του metal, ή ιστορία και η κουλτούρα που κουβαλά μαζί του, δεν ξερω κατά πόσο θα είχαν επιβιώσει ή χαθεί. Ο Steve Harris ίσως δεν θα έπαιζε ακόμα μπάσο, αλλά μπορεί να ήταν ένας παράγοντας της West Ham , ο Rob Halford να είχε γυρίσει την παλιά του την δουλειά ως διευθυντής καταστήματος ρούχων, και κάπου εκεί δίπλα να είχε ανοίξει το δικό του μαγαζί με παπούτσια ο Coverdale.
ΤI ΚΑΝΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΔΩ;
Παρα την δική μου διαμορφωμένη άποψη, δεν θα επιχειρήσω εδώ να βγάλω ένα συμπέρασμα εάν η επαγγελματοποίηση του metal ήταν σωστή ή λάθος. Αυτό εδώ το άρθρο επιχειρεί να καταγράψει πότε, πώς και γιατί αυτή συνέβη. Να φωτίσει τη στιγμή που το metal άφησε το γκαράζ και μπήκε στο γραφείο. Και να εξετάσει τι κέρδισε και τι άφησε πίσω του σε αυτή τη διαδρομή.
Πάμε να τα δούμε όλα από την αρχή λοιπόν…
ΤΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΑΝΤΑ
Για να κατανοήσει κανείς πότε και πώς το metal μετατράπηκε σε επάγγελμα, πρέπει πρώτα να καταλάβει ότι ένα συγκρότημα, ακόμη και το πιο αντισυστημικό, δεν λειτουργεί ποτέ μόνο του. Γύρω από τους μουσικούς αναπτύσσεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα ανθρώπων και ρόλων, που καθορίζουν όχι μόνο το οικονομικό αποτέλεσμα, αλλά συχνά και την ίδια την καλλιτεχνική πορεία μιας μπάντας.
Σε αυτό το σημείο μπαίνουν στο κάδρο οι δισκογραφικές εταιρίες majors και independents, ο αόρατος αλλά καθοριστικός παίκτης πίσω από κάθε επαγγελματική μπάντα. Από τη μία πλευρά βρίσκονταν τα μεγάλα διεθνή labels (majors), με παγκόσμια δίκτυα διανομής, έμπειρο προσωπικό υποστήριξης, marketing και κεφάλαια που μπορούσαν να μετατρέψουν ένα ικανό συγκρότημα σε παγκόσμιο brand. Οι …καρχαρίες που λέγαμε κάποτε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Από την άλλη, τα independent labels, πιο μικρά, σαφώς πιο κοντά στο underground και με μεγαλύτερη καλλιτεχνική ανοχή, αλλά με σαφώς περιορισμένες δυνατότητες προώθησης. Η επιλογή, αν υπήρχε, ανάμεσα στα δύο δεν ήταν απλώς αισθητική ή ιδεολογική, ήταν στρατηγική απόφαση καριέρας, που καθόριζε πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ένα συγκρότημα και με ποιους όρους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διάκρισης είναι οι Metaallica, που περνώντας από το underground της Megaforce στην Elektra Records απέκτησαν παγκόσμια διανομή και πρόσβαση σε αγορές που μέχρι τότε ήταν απαγορευτικές για ένα thrash metal συγκρότημα.
Αντίστοιχα, ΟΙ Iron Maiden, πάντοτε υπό την ομπρέλα της EMI, εξελίχθηκαν από βρετανικό heavy metal φαινόμενο σε τεράστιο διεθνές όνομα και brand name, με οργανωμένες περιοδείες, υψηλά budgets παραγωγής και παρουσία σε όλες τις μεγάλες αγορές. Στον αντίποδα, μεγάλο μέρος της σκηνής παρέμεινε συνειδητά ή όχι, σε independent labels, (χαρακτηριστικά παραδείγματα ανεξάρτητων είναι η Metal Blade Records, η Noise Records, η Nuclear Blast, Earache Records) διατηρώντας μεγαλύτερο καλλιτεχνικό έλεγχο, αλλά αποδεχόμενο ταυτόχρονα τα όρια στην απήχηση, στην παραγωγή, στις πωλήσεις και στην οικονομική βιωσιμότητα. Βέβαια για να είμαστε ειλικρινείς, οι πιο μικρές δισκογραφικές λειτουργήσαν ως «φυτώρια» και οι πιο ικανές μπάντες δύσκολα αρνήθηκαν την μεταπήδηση τους στις πολυεθνικές. Στον αντίποδα, πολλές μπάντες όταν έγιναν drop από τα μεγάλα labels, βρήκαν καταφύγιο σε πιο μικρά (θυμηθείτε την περίπτωση της Frontiers Records και της SPV GmBH..). Με τον χρόνο πολλές από αυτές τις ανεξάρτητες εταιρίες εξαγοράστηκαν από τα major labels και αφομοιώθηκαν από αυτές μαζί με το ρεπερτόριο τους, άλλες πιο λίγες έχουν μέχρι τις μέρες μας επιζήσει, μεγαλώνοντας αρκετά και εξασφαλίζοντας την ανεξαρτησία τους, όπως η Nuclear Blast.
Όλες όμως, μικρά και μεγάλα labels, έθεσαν όρους και κανόνες στους καλλιτέχνες.
Ο manager της εκάστοτε μπάντας. Είναι ο κεντρικός διαχειριστής και σε κάποιες περιπτώσεις, το κρυφό μέλος ενός συγκροτήματος όταν υπάρχει αρμονική συνεργασία. Δεν ασχολείται με τη μουσική αυτή καθαυτή, αλλά με τις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της μπάντας, συμβόλαια, περιοδείες, δημόσια εικόνα, μακροπρόθεσμο πλάνο, marketing κλπ. Ένας καλός manager λειτουργεί σαν στρατηγός, ένας κακός μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικός. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές μπάντες των ’70s ανακάλυψαν εκ των υστέρων πως, ενώ πουλούσαν εκατομμύρια δίσκους, οι ίδιοι δεν έβλεπαν σχεδόν τίποτα από τα έσοδα, αποτέλεσμα συμφωνιών που υπεγράφησαν χωρίς νομική κατανόηση και χωρίς πραγματική διαπραγμάτευση από κάποιον manager ή ότι ο κάθε manager μπορεί να εισέπραττε πιο πολλά από την ίδια την μπάντα. Φυσικά υπάρχουν managers οι οποίοι ανέλαβαν συγκροτήματα και μαζί τους έγραψαν τεράστια ιστορία, Peter Mensch, Peter Grant, Don Arden, Kim Hawes, Sharon Osbourne, Rob Smallwood, Paul McGuinnes κ.α. Με την πάροδο των ετών ιδρύθηκαν εταιρίες κολοσσοί στο μουσικό management όπως η Shelter Music Group, η Q Prime, η Roc Nation κλπ, οι οποίες διαχειρίζονται τις υποθέσεις και τις καριέρες τεραστίων ή μικρότερων συγκροτημάτων .
Ο tour manager, ο άνθρωπος που μετατρέπει την περιοδεία από χάος σε λειτουργία. Μετακινήσεις, επαφές, εξοπλισμός, ωράρια, πρόγραμμα, τεχνικά ζητήματα, πληρωμές. Όσο οι περιοδείες μεγάλωναν και τα venues γίνονταν αρένες, ο ρόλος του tour manager εξελίχθηκε σε νευραλγικό. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαφορά ανάμεσα σε μια κερδοφόρα περιοδεία και σε μια οικονομική καταστροφή κρινόταν από το αν υπήρχε σωστή οργάνωση, σωστές αποφάσεις και προγραμματισμός. Με τον καιρό, οι περιοδείες όπως και το merchandise σε μεγάλο βαθμό ανεξαρτητοποιήθηκαν από τις δισκογραφικές εταιρίες, και περιήλθαν στον αποκλειστικό έλεγχο των συγκροτημάτων ή των εταιριών με τις οποίες συνεργάζονται οι μπάντες. Όπως συνέβη και με το management, έτσι για τις περιοδείες, υπάρχουν πλέον ολόκληρες εταιρίες που έχουν εξειδικευτεί στο Tour & Live management όπως η τεράστια Live Nation, η AEG (Anschutz Entertainment Group) και η CTS Eventim.. Σήμερα, οι περιοδείες ίσως και να αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων της κάθε μικρής ή μεγάλης μπάντας, εκτός φυσικά του back catalogue τους, εφόσον φυσικά έχουν τον έλεγχο του. Μπερδεμένα πράγματα φίλοι μου…
Ο παραγωγός είναι ίσως ο πιο παρεξηγημένος ρόλος. Δεν περιορίζεται απλά στη ρύθμιση του ήχου, αλλά συχνά επηρεάζει τη δομή των τραγουδιών, την ενορχήστρωση, το ύφος της μπάντας και, αργότερα, την επιλογή των κομματιών που θα προβληθούν ως singles. Κυρίως τα ’80s και μετά, αρκετές metal μπάντες διαπίστωσαν ότι η δισκογραφική εταιρεία μπορούσε, μέσω του παραγωγού, να κατευθύνει τον ήχο προς πιο «ραδιοφωνικές» ή εμπορικές φόρμες, μια πρακτική που άλλοτε οδήγησε σε επιτυχίες και άλλοτε σε βαθιά ρήγματα στο εσωτερικό των συγκροτημάτων, σε απολύσεις και αλλαγές παραγωγών και πολλά ακόμα ευτράπελα. Αλλά γενικά μια παραγωγή είναι ο ήχος της μπάντας, στην ουσία είναι η ίδια η μπάντα! Βεβαίως παραγωγοί όπως ο Martin Birth ή οι Bruce Fairbairn, Chris Tsangarides, John Kalodner και ο Mutt Lunge όχι μόνο έσωσαν μπάντες, αλλά απογείωσαν και ανέστησαν καριέρες!
Πέρα από τα πρόσωπα όμως, υπάρχουν τα συμβόλαια, το πιο αδιαφανές και καθοριστικό κομμάτι. Οι περισσότερες μπάντες δεσμεύονταν για συγκεκριμένο αριθμό άλμπουμ, συχνά με όρους που άφηναν ελάχιστο ποσοστό από τις πωλήσεις στους ίδιους τους μουσικούς. Οι προκαταβολές και εάν υπήρχαν αμοιβές, ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια ήταν χρήματα επιβίωσης, αλλά στην πράξη λειτουργούσαν σαν δάνεια που έπρεπε να «ξεχρεωθούν» μέσω πωλήσεων κατά βάση, περιοδειών και merchandising.
Ακόμη πιο σύνθετο είναι το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων και των publishing rights. Σε πολλές περιπτώσεις, οι μουσικοί παραχωρούσαν , συνειδητά ή όχι, τα δικαιώματα σύνθεσης σε εταιρείες ή managers, χάνοντας έσοδα από ραδιόφωνο, δημόσιες εκτελέσεις, επανεκδόσεις και μελλοντική εκμετάλλευση του καταλόγου τους. Δεν ήταν λίγες οι μπάντες που, χρόνια αργότερα, ανακάλυψαν ότι δεν είχαν καν τον έλεγχο των ίδιων τους των τραγουδιών, βλέπε Uriah Heep, και έδωσαν τιτάνιο αγώνα να τα αποκτήσουν ή αναγκάστηκαν να τα επανηχογραφήσουν.
Όταν ένα συγκρότημα άρχιζε να παράγει σοβαρά έσοδα ή έξοδα, εμφανίστηκε ένας ακόμα αόρατος αλλά καθοριστικός παράγοντας: οι δικηγόροι και οι νομικοί σύμβουλοι. Μέχρι τότε, όπως τόνισα επανειλημμένος πολλά συγκροτήματα υπέγραφαν συμβόλαια χωρίς πλήρη κατανόηση των όρων τους, παραχωρώντας δικαιώματα σε ηχογραφήσεις, publishing και merchandising. Η ανάγκη για νομική προστασία έγινε επιτακτική όμως κάποια στιγμή.
Οι νομικοί σύμβουλοι δεν λειτουργούσαν μόνο αμυντικά. Καθόριζαν ποιος ελέγχει τα πνευματικά δικαιώματα, πώς μοιράζονται τα royalties, ποιος έχει τον τελικό λόγο στη χρήση του ονόματος και του καταλόγου ενός συγκροτήματος. Το metal έπαψε να είναι απλώς μουσική, έγινε και περιουσιακό στοιχείο. Και όπως κάθε περιουσία, έπρεπε να προστατευτεί συχνά με όρους που οι ίδιοι οι μουσικοί άρχισαν να κατανοούν μόνο όταν ήταν πια αργά. Δεν ήταν λίγες οι φορές όπου συγκροτήματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με τις ίδιες τους τις δισκογραφικές, διεκδικώντας έλεγχο, δικαιώματα και αυτονομία, με πολύ χαρακτηριστική την περίπτωση των Metallica απέναντι στην Elektra Records το 1994 και πολλές ακόμα αντίστοιχες περιπτώσεις.
Για το metal, η κατανόηση αυτού του πλέγματος ανθρώπων, ρόλων, άυλων τίτλων και συμβάσεων, υπήρξε κομβική. Η μετάβαση στον επαγγελματισμό δεν σήμαινε μόνο καλύτερη οργάνωση ή μεγαλύτερα έσοδα. Σήμαινε γνώση, προστασία και για πρώτη φορά, πραγματικό έλεγχο της ίδιας της καριέρας και της μουσικής. Χωρίς αυτό το υπόβαθρο, καμία συζήτηση για την «επαγγελματοποίηση» του metal δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά. Όμως όπου υπάρχουν δικαιώματα και πολύ καλά κάνουν και υπάρχουν, αντιστοίχως υπάρχουν και υποχρεώσεις και οι υποχρεώσεις πάμπολλες φορές ήρθαν σε σύγκρουση με τον ανέμελο, χαλαρό, οξύθυμο, ή ανεύθυνο χαρακτήρα των μουσικών που ήθελαν να ζήσουν το rock n’ roll όνειρο.
Πριν από το επάγγελμα: η μουσική ως ένστικτο ή αλλιώς sex drugs and rock ‘n roll!
(Δεκαετία ’70)
Στη δεκαετία του ’70, το rock δεν ήταν ακόμα ακριβώς επάγγελμα. Ήταν επιβίωση, ένστικτο και σε πολλές περιπτώσεις αχαλίνωτη διασκέδαση με ότι αυτό συνεπάγεται . Οι μπάντες που σήμερα θεωρούνται θεμέλιοι λίθοι του είδους δεν λειτουργούσαν με μακροπρόθεσμο πλάνο. Λειτουργούσαν με μια αίσθηση επείγοντος και υποχρέωσης απέναντι στην δισκογραφική. Να παίξουν, να συνθέσουν, να ηχογραφήσουν, να περιοδεύσουν, όσο προλαβαίνουν, να μπούνε πάλι στο στούντιο και ξανά πάλι από την αρχή πριν όλα καταρρεύσουν. Και συχνά, κατέρρεαν. Ακόμα και μπάντες με πιο στιβαρή δομή, όπως οι Led Zeppelin, και οι Deep Purple, κινήθηκαν αρχικά με όρους ενστίκτου. Παρότι διέθεταν ισχυρό management και μεγαλύτερο έλεγχο από πολλές σύγχρονές τους μπάντες, το μοντέλο παρέμενε επικίνδυνο. Ακραία tours, οικονομικά ρίσκα, αλκοόλ και καταχρήσεις, πλήρης αφοσίωση στη δυναμική της στιγμής. Το metal και το hard rock της εποχής δεν γνώριζαν τη λέξη βιωσιμότητα, γνώριζαν μόνο τη λέξη «ένταση», την υπερβολή και την διάθεση να σπάσουν κάθε όριο. Σε αυτή τη φάση, οι περισσότεροι μουσικοί σπάνια κατανοούσαν τι πραγματικά υπέγραφαν. Τα συμβόλαια αντιμετωπίζονταν ως απαραίτητο κακό, όχι ως εργαλείο προστασίας. Οι δισκογραφικές εταιρείες λειτουργούσαν με λογική μαζικής παραγωγής, όσο η μπάντα πουλούσε, προχωρούσε, όταν άρχιζε να φθείρεται, αντικαθίστατο. Το metal και το hard rock δεν είχαν ακόμα αποκτήσει το ειδικό βάρος που θα τους εξασφάλιζε στιβαρή διαπραγματευτική δύναμη.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το metal των ’70s δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως καριέρα. Δεν υπήρχε η έννοια της «δεύτερης φάσης», της επανεκκίνησης, της στρατηγικής προσαρμογής, της υπομονής, της προσοχής, της αυτοπροστασίας. Οι μπάντες ζούσαν στο τώρα, με την πεποίθηση, συχνά λανθασμένη ότι η επιτυχία θα διαρκούσε αιώνια και η καλλιτεχνική δημιουργία και ακμή ήταν δεδομένη. Όταν αυτή υποχωρούσε, πχ με τον ερχομό του punk σε συνδυασμό με την φυσική κόπωση, οι πωλήσεις έπεφταν, τα συμβόλαια χάνονταν οι συνέπειες ήταν άμεσες και συχνά οριστικές. Τότε δεν θα υπήρχε πια προστασία για τον μουσικό, ούτε βιωσιμότητα. Για την μεγάλη πλειοψηφία των συγκροτημάτων της πρώτης δεκαετίας του classic rock και του heavy rock, η άγνοια αυτών των μηχανισμών που περιγράψαμε παραπάνω, σήμαινε πρακτικά ότι, ενώ γέμιζαν στάδια και πουλούσαν εκατομμύρια δίσκους, οι ίδιοι παρέμεναν όχι μόνο οικονομικά αλλά και νομικά εγκλωβισμένοι ή ακαλύπτοι. Η ωρίμανση μα και η επαγγελματοποίηση, λοιπόν, δεν αφορούσε μόνο τη μουσική ή την εικόνα. Αφορούσε πρωτίστως τη γνώση του πώς λειτουργεί ο κόσμος γύρω από αυτή και κατόπιν την εφαρμογή της γνώσης αυτής επί του πεδίου πλέον.
Και έτσι, μέσα σε αυτό το χάος, τέθηκαν οι βάσεις για όλα όσα θα ακολουθούσαν. Οι αποτυχίες, οι οικονομικές απώλειες και οι κατεστραμμένες καριέρες λειτούργησαν ως σκληρά μαθήματα. Οι Thin Lizzy πέρα από τεράστια μουσική επιρροή, είναι ένα πολύ καλό case study για όλα αυτά. Η σκηνή έμαθε, με τον πιο επώδυνο τρόπο, ότι η δύναμη του ήχου δεν αρκεί χωρίς έλεγχο. Και οι μπάντες εάν ήθελαν να επιβιώσουν με το περάσμα του χρόνου, θα έπρεπε να αλλάξουν τον τρόπο που λειτουργούν, εσωτερικά και εξωτερικά. Εσωτερικά με τον καλλιτέχνη να φροντίσει ο ίδιος για την επιβίωση του, και εξωτερικά να μάθει να προστατεύει νομικά το όνομα του, την ιστορία του και το έργο του. Η ανάγκη για πειθαρχία, οργάνωση και στρατηγική δεν γεννήθηκε από φιλοδοξία, αλλά από κάθε είδους εξάντληση. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη άνοιξε τον δρόμο για τη δεύτερη φάση του metal και του hard rock, εκείνη όπου ο αυθορμητισμός δεν εξαφανίστηκε, αλλά άρχισε να συνυπάρχει, συχνά δύσκολα, με τον επαγγελματισμό πια. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό ή οργανωτικό, ήταν και ανθρώπινο. Το ζητούμενο δεν ήταν μόνο αν το heavy metal μπορούσε να πουλήσει, αλλά αν οι ίδιοι οι άνθρωποί του μπορούσαν να αντέξουν. Η μουσική αυτή γεννήθηκε από χαρακτήρες αντισυμβατικούς, συχνά ακραίους, που κλήθηκαν ξαφνικά να λειτουργήσουν με όρους επαγγελματισμού, πειθαρχίας και συνεχούς απόδοσης. Ένα περιβάλλον που δεν αλλοίωσε απαραίτητα τον ήχο, αλλά πίεσε, δοκίμασε και συχνά μπορεί να λύγισε τον άνθρωπο πίσω από αυτόν.
Στο δεύτερο μέρος θα μελετήσουμε πως επήλθε η συνειδητοποίηση, η αλλαγή, πως ο ρεαλισμός και τα σκληρά μαθήματα έγιναν χρήσιμες εμπειρίες για τους μουσικούς και πως το metal άρχισε να αποκτά πειθαρχία στα τέλη των ’70s – αρχές ’80s, την συνέχεια μετά, η οποία δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο εύκολη…
Την άλλη Κυριακή: HeadGirl, η ιστορία του υβριδικού συγκροτήματος των Motorhead και Girlschool
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ
1/3/26







Δημοσίευση σχολίου