Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ OBI ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ ΑΝΑΛΥΕΙ ΤΙΣ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ CD ΚΑΙ ΒΙΝΥΛΙΟΥ


 Σήμερα, ένα ειδικό άρθρο για τους συλλέκτες cd αλλά και βινύλιου. Ο Δημήτρης Σειρηνάκης παρουσιάζει τη λογική που συναντάται στις γιαπωνέζικες εκδόσεις με την ένδειξη OBI, ένα μακρόστενο χαρτάκι στο εξώφυλλο όπου αναγράφονται όλα τα στοιχεία του δίσκου. H ύπαρξή του αυξάνει τη τιμή του δίσκου κάτι που επιδιώκουν οι αγοραστές(!). Διαβάστε την ιστορία του αλλά και την ιεροτελεστική αντίληψη των Ιαπώνων για το ήχο..

ΟΙ ΙΑΠΩΝΕΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΓΡΑΨΑΝ ΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΑΝ.
Στη χρυσή εποχή του classic rock, του hard rock και του heavy metal —από τα μέσα των ’70s έως τα τέλη των ’80s— στον Δυτικό κόσμο η  άποψη που είχαμε για το  Lp, ή το CD πιο μετά,  ήταν αρκετά απλοϊκή με την έννοια ότι οι απαιτήσεις μας σε καθημερινή βάση ήταν συγκεκριμένες και ότι μας πρόσφεραν οι εταιρίες σε μεγάλο βαθμό, ικανοποιούσε τον μέσο ακροατή.  Λίγο πολύ, μια Γερμανική έκδοση δεν ήταν πολύ διαφορετική από μια Ιταλική, και μια Αμερικάνικη δεν είχε τρελές διαφορές, ποιοτικά, από μια Σουηδική. Ίσως η μόνο ουσιαστική διαφορά και αυτή  αρκετά σπάνια την συναντούσες, ήταν η ποιότητα και η ποσότητα του βινυλίου που μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια δισκογραφική και αυτό γίνονταν καθαρά για λόγους κόστους όπως αντιλαμβάνεστε, και ανάλογα την αγορά στην οποία απευθύνονταν. Αλλά ούτε αυτό ήταν κανόνας. Ίσως όμως να θυμάστε ότι δίσκοι Ανατολικής προέλευσης, του πρώην Ανατολικού Μπλόκ δηλαδή, τα εξώφυλλα τους σε πολλές περιπτώσεις ήταν δυο φορές τυπωμένα, αφού για λόγους οικονομίας χρησιμοποιούσαν εξώφυλλα δίσκων που είχαν επιστραφεί και στην άλλη τους πλευρά (την εσωτερική που ήταν κενή αρχικά) τύπωναν το εξώφυλλο μιας νέας κυκλοφορίας! Έτσι βλέπαμε απ’έξω πχ το εξώφυλλο του Down to earth των Raibnow και στην εσωτερική του όψη το παλιό εξώφυλλο μιας Τσέχας τοπικής τραγουδίστριας! Στα δικά μας μέρη τα πράγματα ήταν πιο απλά, ίσως στην Αγγλία κάποιος δίσκος να κυκλοφορούσε με insert(ένθετο) και στίχους και στην Ελλάδα όχι. Σταδιακά, οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρείες άρχισαν να τυπώνουν έστω και σε φωτοτυπία(!) το εσώφυλλο για να καταλήξουν στην σωστή έγχρωμη εκτύπωση, με πρώτη την EMI.Οι διαφορές όμως ήταν σχετικά λίγες σε ποιοτικό επίπεδο γενικότερα. Όπως όμως λέει και ο μύθος, κάπου υπήρχε ένα μικρό ..Γαλατικό χωριό που δεν υποτάχτηκε ποτέ στον κατακτητή! Και στην περίπτωση μας αυτό το χωριό, είναι η Ιαπωνία. Εκεί τα πράγματα ήταν (και είναι) διαφορετικά.  Μα γιατί; Πάμε να δούμε! 



Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ
Σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές αγορές, η Ιαπωνία από τα ’60s κιόλας αντιμετώπισε τη δυτική μουσική ως πολιτιστικό προϊόν προς επιμέλεια, όχι απλώς προς κατανάλωση. Το είδε με σεβασμό.  Για τον λόγο αυτό  ήθελαν δικά τους pressings και δεν ακολούθησαν ένα δρόμο πολύ πιο απλό και απείρως πιο βατό. Δεν θα μπορούσαν πολύ εύκολα να έκαναν εισαγωγές ή απλές ανατυπώσεις, χωρίς bonus υλικό, χωρίς πολυσέλιδα inserts; Είναι ένα σοβαρό ερώτημα, το οποίο όπως θα διαβάσετε παρακάτω δεν το έκαναν ποτέ στον εαυτό τους οι Ιάπωνες. Ποτέ δεν μπήκαν σε αυτή τη λογική. Αντιθέτως για εμάς που έχουμε μια κουλτούρα άλλη, η απάντηση θα ήταν πολύ διαφορετική. Σε  αυτό εδώ το άρθρο θα προσπαθήσω να αναλύσω λίγο τόσο το γιατί οι Ιάπωνες διάλεξαν έναν δικό τους δρόμο όσον αφορά την μουσική τους βιομηχανία και πως αυτό επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό εδώ και χρόνια την παγκόσμια αγορά μεταχειρισμένων δίσκων. Ως  μουσικόφιλος πολλές φορές αναρωτήθηκα το τι συμβαίνει και το  γιατί με τα Ιαπωνικά βινύλια ασχολούνται τόσοι πολλοί συλλέκτες. Γιατί πάντα είναι τόσο ακριβά; Γιατί είναι διαφορετικά και όχι μόνο;  Μια λογική ακολουθία από  ερωτήματα,  τα οποίο θα προσπαθήσουμε διαφωτίσουμε έστω και λίγο, εάν και εφόσον έχετε την περιέργεια και κυρίως την υπομονή να διαβάσετε τα παρακάτω.   
Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΣΑΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΟΡΑ: ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ; 
Οι Ιάπωνες τα κάνουν όλα με τον δικό τους τρόπο και έχουν μια πολύ ανεπτυγμένη  αίσθηση του σεβασμού ως λαός  σε πολλά επίπεδα. Έτσι δεν αντιμετώπισε ποτέ τη δυτική δισκογραφία ως ένα απλό εισαγόμενο προϊόν. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ανέπτυξαν μια, σχεδόν μοναδική φιλοσοφία γύρω από το βινύλιο, βασισμένη στον απόλυτο έλεγχο ποιότητας, στην προσαρμογή στον εγχώριο τρόπο ακρόασης και στον απεριόριστο σεβασμό προς τον καλλιτέχνη και το έργο του. Οι μεγάλες ιαπωνικές εταιρείες (CBS/Sony, Victor, Pony Canyon κλπ) διέθεταν δικά τους εργοστάσια κοπής και mastering studios. Αυτό σήμαινε ότι δεν θα  αρκούνταν  ποτέ σε απλές εισαγωγές, ή αναπαραγωγές από ΗΠΑ και Ευρώπη, αλλά απαιτούσαν δικά τους pressings, με τεχνικές προδιαγραφές προσαρμοσμένες στον ιαπωνικό εξοπλισμό και στις ακουστικές συνθήκες των μικρότερων αστικών κατοικιών. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο και ότι οι καλύτερες μάρκες ενισχυτών, πικαπ, ηχείων κλπ όχι μόνο ήταν Ιαπωνικές αλλά και για πολλές δεκαετίες ήταν κυρίαρχες στην παγκόσμια αγορά, αλλά και μονόδρομους για τους φίλους του Hi Fi. Κατά συνέπεια εάν το προϊόν αναπαραγωγής του ήχου ήταν τόσο υψηλών προδιαγραφών, η πηγή του θα ήταν μέτριας ποιότητας; Ούτε καν! 
 Όλα αυτά σήμαιναν ότι δεν ήθελαν απλώς να εισάγουν έτοιμους δίσκους από το εξωτερικό, γιατί αυτό θα σήμαινε: καμία τεχνική παρέμβαση, καμία προσαρμογή στον εγχώριο εξοπλισμό, απώλεια ελέγχου ποιότητας και αυτά για τους Ιάπωνες, ήταν αδιανόητα και δεν υπήρχαν καν σαν λογική τους! Θα διέθεταν μέχρι και τεχνικούς που εκπαιδεύονταν ειδικά για βινύλιο! 
Κάτι άλλο που μπορεί να μην συνυπολογίσει εύκολα ένας Ευρωπαίος μουσικόφιλος και το ανάφερα επιφανειακά πιο πάνω, είναι το αστικό περιβάλλον της Ιαπωνίας και ο τρόπος ζωής τους. Και έχει σημασία διότι, στην Ιαπωνία τα σπίτια ήταν μικρότερα κατά συνέπεια τα τα ηχοσυστήματα συχνά ήταν near-field και η ακρόαση γινόταν σε χαμηλότερες εντάσεις φυσικά. Αυτό το έλαβαν υπόψιν τους όμως οι φίλοι μας οι σχιστομάτηδες όταν έφτιαχναν τα δικά τους βινύλια…  Κατάλαβαν από την αρχή  πως τα  δυτικά pressings για αυτούς θα ακούγονταν «βαριά» ή «μπουκωμένα», είχαν υπερβολικά χαμηλές συχνότητες και δεν ανεδείκνυαν λεπτομέρειες σε χαμηλή ένταση. Έτσι οι  Ιάπωνες mastering engineers, μείωναν το sub-bass, καθάριζαν τα mids και τόνιζαν τις λεπτομέρειες (πχ κιθάρες, πιο καθαρές φωνές και πιατίνια). Το αποτέλεσμα ήταν διαφορετική αισθητική, όχι «καλύτερη» ή «χειρότερη», απλώς προσαρμοσμένη στα δικά τους standards. Διαφορές μεν, αλλά για λίγους και εκπαιδευμένους ακροατές, αισθητές.  Παράλληλα, η χρήση virgin vinyl και τα εξαιρετικά αυστηρά standards απόρριψης που έθεσαν έκαναν το surface noise σχεδόν ανύπαρκτο. 


Τι είπα; Virgin vinyl και surface noise; Αχα! Ήταν και θα είναι πάντα ο εχθρός! 
Fear of the dark or the fear of the ..scratch; 
Η ιαπωνική κουλτούρα έχει βαθιά ρίζα στην καθαρότητα και τη σιωπή και αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε αστείο. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν virgin vinyl πολύ νωρίτερα από τη Δύση. Τι ήταν αυτό όμως; Καθίστε να σας πω! Το virgin vinyl είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα σας παραθέσω στην επόμενη παράγραφο. 
Στα χρόνια που το βινύλιο κυριαρχούσε τα  εργοστάσια της μουσικής βιομηχανίας είχαν και αυτά τα μυστικά τους. Και μάλιστα πολύ πονηρά. Ειδικά στην πετρελαϊκή κρίση του ’73–’74, κάποια  εργοστάσια μεγάλων labels λοιπόν,  έπαιρναν πίσω δίσκους ως επιστροφές ή για τον οπουδήποτε λόγο τέλος πάντων, και τους ξαναέβαζαν στην …πρέσα. Το βασικό όμως πρόβλημα ήταν πως δεν έβγαζαν τις παλιές ετικέτες.  Έτσι γεννιόταν το… ανακυκλωμένο βινύλιο: δηλαδή  το παλιό βινύλιο, το χαρτί από τις ετικέτες, η  κόλλα που είχαν πάνω τους αυτές φυσικά, και όλα μαζί τα έλιωναν προκειμένου να κυκλοφορήσουν νέους δίσκους με ελάχιστο κατασκευαστικό κόστος παραγωγής. Όμως τα άσχετα υλικά και  αυτά τυπώνονταν μοιραία  και ήταν αναμεμειγμένα μέσα στον νέο  δίσκο.  Μπορεί να εξοικονομούσαν μερικές χιλιάδες δολάρια, αλλά όταν έβαζες τη βελόνα πάνω,  κάτι δεν ήταν σωστό! Κάτι scratch και surface noise, χωρίς φανερό λόγο τα άκουγες… Και δεν υπήρχε τρόπος να τα ξεφορτωθείς γιατί ήταν μόνιμα ενσωματωμένα στις αυλακώσεις πια. 
Απλά οι Ιάπωνες με πολύ επιμέλεια αυτό  δεν το έκαναν ποτέ. Απέφευγαν recycled βινύλιο και είχαν διαχρονικά εξαιρετικά αυστηρά standards απόρριψης και ποιοτικού ελέγχου για την ποιότητα του υλικού που θα χρησιμοποιούσαν.  Κατά συνέπεια έδωσαν στον καταναλωτικό τους κοινό αυτό που όλοι ονειρεύονταν: ένα δίσκο καθαρό, ποιοτικό και  χωρίς εκπλήξεις στις αυλακώσεις.  Pure virgin vinyl δηλαδή. Βέβαια όπως όλοι γνωρίζουμε η ποιότητα είναι ακριβή. Η υψηλή αρχική τιμή των ιαπωνικών εκδόσεων οδήγησε σε μικρότερα press runs μιας και άλλωστε απευθύνονταν στο τοπικό κοινό μόνο αλλά και μακροπρόθεσμα, οδήγησε σε μεγαλύτερη σπανιότητα. Σε συνδυασμό και με την προσεκτική φύλαξη των δίσκων από τους Ιάπωνες αγοραστές, αυτό εξηγεί γιατί σήμερα τα Japan pressings θεωρούνται ακριβά αλλά και «ασφαλείς» επιλογές για τους αγοραστές τους. 
OBI STRIP, Η ΜΑΓΙΚΗ ΑΥΤΗ ΤΑΙΝΙΑ! 


Σε αυτό το πλαίσιο λογικής εντάσσεται και το OBI strip. Αρχικά ήταν  ένα στοιχείο πληροφόρησης αλλά με τα χρόνια μεταλλάχτηκε σε στοιχείο πολιτισμικής διαμεσολάβησης μιας και οι  δίσκοι δεν ήταν απλώς προϊόντα προς κατανάλωση, ήταν αντικείμενα επιμέλειας και  πάνω απ’ όλα, μια φιλοσοφία που αντιμετώπιζε τη μουσική ως πολιτιστικό τεκμήριο.
Ο ρόλος του OBI: πληροφόρηση και πολιτισμός
Το OBI δεν μπήκε για συλλεκτικούς λόγους, και είναι σήμερα κάτι ως πιστοποιητικό γνησιότητας και αρτιότητας της εκάστοτε Ιαπωνικής έκδοσης. Αρχικά εξυπηρετούσε διάφορες ανάγκες: 
1.    Μετάφραση τίτλου και καλλιτέχνη, προκειμένου οι μη αγγλομαθείς να μην έχουν δυσκολία κατανόησης.
2.    Ανέγραφε την τιμή. Ήταν αδιανόητο για το Ιάπωνα να βάλει αυτοκόλλητο με την τιμή πάνω στο εξώφυλλο του δίσκου, ή τα γνωστά sticker με ενδείξεις «Περιορισμένη έκδοση»,» Nice Price», «Περιέχει το hit single ….» κλπ. Αυτό ισοδυναμούσε με καταστροφή και βαρβαρότητα έναντι της καλλιτεχνικής φύσης του εξωφύλλου το οποίο είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μουσικού έργου. 
3.    Catalog number ή άλλες πληροφορίες όπως πχ διαφημιστικά slogans
Σήμερα, η χρηστική του αξία έχει μειωθεί αλλά η  απουσία του Obi strip μπορεί να ρίξει δραστικά την αξία ενός ιαπωνικού δίσκου. 
INSERTS (Ένθετα): ΜΑ ΚΙ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ! 
Τα μαγικά inserts των Ιαπωνικών δίσκων, είναι μια μοναδική ιστορία και αυτά! Αν ακόμα νομίζετε πως στην Ιαπωνία, ένα βινύλιο,  ήταν απλώς ένας δίσκος με μουσική, κάνατε λάθος. Κάθε άλμπουμ συνοδευόταν από τα περίφημα inserts.  Πολλές φορές πολυσέλιδα φυλλάδια γεμάτα πληροφορίες, κατά κύριο λόγο στα ιαπωνικά.  Τι περιείχαν; Όλα όσα θα ήθελε να ξέρει ένας ακροατής και συλλέκτης:
1.    Βιογραφίες των μελών του συγκροτήματος  και συχνότατα και βιογραφία και δισκογραφία του ίδιου  του συγκροτήματος. 
2.    Στίχους φυσικά. 
3.    Φωτογραφίες, credits και πιο σπάνια παρασκήνια της ηχογράφησης (γιατί η ιστορία πίσω από το riff είναι σχεδόν πιο σημαντική από το riff, ε;)
Και όλα αυτά γιατί; Όχι ως πληροφορία, αλλά ως εκπαίδευση του ακροατή και ως ένδειξη σεβασμού στο υπόβαθρο του καλλιτέχνη. Οι Ιάπωνες δεν έβλεπαν τον δίσκο απλώς ως μουσική,  ήταν ένα ολοκληρωμένο αντικείμενο γνώσης και πολιτισμού. Και φυσικά, κάθε συλλέκτης  που σέβεται τον εαυτό του ήξερε: αν λείπει το insert, ο δίσκος είναι μισός.


Οι λόγοι που υπήρξαν τόσο εκτεταμένα inserts, δεν διαφέρουν και πολύ από τους λόγους που υπήρχαν και τα Obi. Γλώσσα και προσβασιμότητα, ήθελαν οι καταναλωτές να κατανοούν πλήρως τι αγοράζουν. Στις δεκαετίες του ’60  και’70 και για λίγο ακόμα στα eighties, τα αγγλικά δεν ήταν τόσο διαδεδομένα, οπότε ένα insert με βιογραφία, πληροφορίες και στίχους στα ιαπωνικά έκανε τη μουσική πιο προσβάσιμη σε όλους, όχι μόνο στους γνώστες της αγγλικής γλώσσας. Σοφό Marketing και branding, που καθιστούσε τον δίσκο μία ολοκληρωμένη εμπειρία, όχι απλώς ένα μουσικό προϊόν. 
Αλλά το πιο κύριο στοιχείο όλων αυτών ήταν  η κουλτούρα της Ιαπωνικής ψυχής.  Η εκπαίδευση και ο πολιτισμός της ακρόασης. Η Ιαπωνία ανέπτυξε μια κουλτούρα όπου η ακρόαση δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά εκπαίδευση και συλλογή γνώσης. Τα inserts έδιναν πληροφορίες για το συγκρότημα, την παραγωγή, τους μουσικούς και το περιβάλλον δημιουργίας του άλμπουμ. Ήταν σαν μικρά manuals που εκπαίδευαν τον ακροατή και όχι απλά να τον πληροφορούν.  Έτσι ο δίσκος γινόταν μία ολοκληρωμένη εμπειρία για τον κάτοχο του.


Και εάν νομίζετε ότι τελειώσαμε, κάνετε λάθος. Θυμηθείτε λοιπόν, για ποιο λόγο αρχικά μάθαμε όλοι ότι τα Ιαπωνικά LP (και CD) ήταν διαφορετικά από τα δικά μας; Για θυμηθείτε… 
These fuckin’ bonus tracks των Ιαπωνικών LP!
Για αυτό! 
Πολλές εκδόσεις είχαν bonus tracks (στα LP συνήθως ήταν τα b sides των singles που κυκλοφορούσαν στον υπόλοιπο κόσμο, στα CD εντελώς νέες συνθέσεις) που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού στον κόσμο  και όχι, δεν ήταν για να μπερδέψουν τον ακροατή. Οι λόγοι που υπήρχαν, είναι ξεκάθαροι και έξυπνα εμπορικοί!  Value for money που έλεγε και ο παππούς μου! 
1.    Υψηλή τιμή των δίσκων – τα LP στην Ιαπωνία κόστιζαν περισσότερο απ’ ό,τι στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ. Ένα extra τραγούδι όμως έκανε την αγορά να «αξίζει» τα λεφτά της και με το παραπάνω. 
2.    Αποφυγή εισαγωγών – οι ξένες, φθηνότερες εκδόσεις δεν είχαν τα bonus tracks. Άρα οι συλλέκτες και όχι μόνο, ήταν αναγκασμένοι να αγοράσουν το Japan pressing γιατί ήταν πιο πλήρες και είχε κάτι αυτό το κάτι παραπάνω που δεν υπήρχε πουθενά αλλού στο κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου, οι δισκογραφικές εταιρίες απαιτούσαν από τους καλλιτέχνες και το έθεταν ως όρο στα συμβόλαια να γράφουν έξτρα υλικό για να μπει στην Ιαπωνική έκδοση των δίσκων τους.  
3.    Ανταμοιβή. Οι Ιάπωνες ακροατές αγαπούσαν τη λεπτομέρεια. Τα επιπλέον κομμάτια ήταν σαν μικρό δώρο που έκανε την έκδοση αποκλειστική και συλλεκτική.
Με λίγα λόγια: ένα bonus track σε Ιαπωνική έκδοση ήταν προστιθέμενη αξία και τόσο σημαντικό όσο και το OBI strip ή τα inserts. 
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΑΚΡΙΒΕΣ

Αφού είπαμε μερικά σημαντικά πράγματα πιο πάνω ας κάνουμε μια πολύ σύντομη σύνοψη:
Υψηλή αρχική τιμή  και  μικρότερες ποσότητες 
Οι ιαπωνικοί δίσκοι ήταν πάντα ακριβοί, ακόμα και την εποχή της κυκλοφορίας τους. Αυτό σήμαινε: Α. μικρότερα press runs. Β. λιγότερα αντίτυπα στην αγορά
Η κατάσταση του προϊόντος: οι Ιάπωνες πρόσεχαν τους δίσκους τους και για όσους γνωρίζουν αυτό δεν είναι μύθος. Τους αποθήκευαν σχεδόν ιεροτελεστικά και πάντα οι δίσκοι φυλάσσονταν με εσωτερικά sleeves. Το OBI κρατιόταν και τα ένθετα δεν τα τσαλάκωναν ούτε τα πετούσαν. 
Σήμερα αυτό μεταφράζεται σε σπανιότητα + ποιότητα παρα την όποια παλαιότητα. 



Έτσι, ένα ιαπωνικό pressing του 1978, έχει σχεδόν πάντα  καλύτερη κατάσταση από αντίστοιχο UK/US, και φυσικά πολύ ανώτερη ποιότητα. Οι συλλέκτες πληρώνουν για βεβαιότητα, ποιότητα και σπανιότητα.
Όταν λοιπόν, μετά τα 90s, την πρόσκαιρη επικράτηση του CD και την  ισχυρή επιβίωση του βινυλίου δημιουργήθηκε η  «σύγχρονη συλλεκτική ψύχωση», όλος ο υπόλοιπος κόσμος ανακάλυψε την «σιωπή» των ιαπωνικών pressings, τα bonus tracks, τα εξαιρετικά inserts και μια απαράμιλλη ποιότητα προϊόντων η οποία δεν χάθηκε ούτε από τον χρόνο αλλά ούτε και από την ένδειξη Used.  Η ζήτηση έγινε παγκόσμια, αλλά τα αντίτυπα δεν αυξήθηκαν φυσικά. Όμως δεν είναι όλα τα ιαπωνικά pressings το ίδιο ακριβά επειδή μόνο «παίζουν καλύτερα». Είναι ακριβά και επειδή ξέρεις τι αγοράζεις, έχεις πλήρη τεκμηρίωση, και έχεις ποιότητα κατασκευής. Στον κόσμο του βινυλίου, αυτό έχει αξία.
ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΗΜΕΡΑ;
Σε μια εποχή ψηφιακής ομοιομορφίας, οι παλιές ιαπωνικές εκδόσεις μας θυμίζουν ότι η μουσική κάποτε είχε γεωγραφία. Ότι ένας δίσκος μπορούσε να έχει πολλές ζωές, ανάλογα με το πού και πώς κυκλοφορούσε. Η Ιαπωνία δεν αλλοίωσε το rock. Το κατέγραψε με εμμονική ακρίβεια, το προστάτευσε και, συχνά, το παρουσίασε καλύτερα απ’ όλους. Και γι’ αυτό, δεκαετίες μετά, αυτοί οι δίσκοι τους  εξακολουθούν να μας συναρπάζουν,  όχι μόνο για τη μουσική τους, αλλά για τις ιστορίες, την νοοτροπία και την κουλτούρα  που κουβαλούν χαραγμένες στο βινύλιο, στο obi, στο insert..
Τελειώνοντας αυτό το άρθρο θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στα  βασικά labels που έχτισαν τον μύθο του Ιαπωνικού δίσκου (και CD), ήταν δισκογραφικές εταιρίες που σε εποχές οικονομικής ευμάρειας, έδωσαν προστιθέμενη αξία στο καλλιτεχνικό προϊόν τους, γιατί δούλεψαν και εξακολουθούν να δουλεύουν με φιλοσοφία ποιότητας, σεβασμού και κουλτούρας υψηλού επιπέδου.  



* Victor Entertainment
* CBS/Sony
* Polydor Japan / Nippon Phonogram
* King Records
* Pony Canyon

Την επόμενη Κυριακή: 1976-2026 Τα Καλύτερα άλμπουμ που έκλεισαν 50 χρόνια ζωής.

  
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ

18/1/26 

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment
  1. Καταπληκτικο αρθρο ακομα και για εμας που συλλεγουμε πανω απο 30 χρονια βινυλιο (πρωτος δισκος Doors - Strange Days απο το ΜΙΝΙΟΝ με αυτοκολλητη ετικετα με την τιμη πισω και κιτρινο μεγαλο sticker για nice price μπροστα). Πολλα μπραβο στον αρθρογραφο και το site.

    ΑπάντησηΔιαγραφή